Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Μια θαλασσινή ιστορία

στη Φάλια (που "με διαβάζει") και στις Opus Femina.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι σε μια βάρκα. Εκεί μέσα είχε γεννηθεί, αυτή ήταν ο κόσμος του που έπλεε στην απέραντη άδεια θάλασσα. Τα χρόνια πέρασαν και το αγόρι έγινε άντρας και η βάρκα νησί, που το έβρεχε τριγύρω η απέραντη άδεια θάλασσα. Δεν έπλεε πια, γιατί τι νόημα έχει να είσαι βάρκα, αν δεν είναι κάπου να φτάσεις, σε κάποιο προορισμό. Κι ύστερα πέρασαν τα χρόνια κι ο άντρας γέρασε πολύ κι έγινε θάλασσα. Γιατί τι νόημα έχει να είσαι ο προορισμός, αν δεν είναι κάποιος σε σένανε να φτάσει;

* ο πίνακας είναι του Νίκου Λύτρα (1883-1927)

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Λευκό παλίμψηστο


Στην άκρη του χαρτιού δυο λέξεις, «σ’ αγαπώ» ίσως ή «δεν ξέρω». Με τον καιρό γεννήσανε, ήρθαν κι άλλες από άλλα μέρη, αυξήθηκαν και πλήθυναν και γίνανε ένα μικρό χωριό κι ύστερα ολάκερη πoλιτεία, μια ιστορία σωστή. Ένα βράδυ χιόνισε πολύ, και την επόμενη και τη μεθεπόμενη και για κάμποσες μέρες. Σκεπάστηκε η ιστορία και έμεινε πάλι άσπρο το χαρτί. Να περιμένει δυο λέξεις πάλι να γραφτούν, «σ’ αγαπώ» ίσως ή «δεν ξέρω»…

* ο πίνακας είναι του Pieter Bruegel του πρεσβύτερου

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Η μάνα μου κι η μοναξιά του σχοινοβάτη


Οι αναμνήσεις είναι ένα σπίτι ακατάστατο που συγυρίζεις συνέχεια. Αλλάζεις θέσεις στα έπιπλά του, στα πεταμένα ρούχα σου, τους αναστεναγμούς, τις ηδονές, τα δάκρυά σου. Καθώς τα χρόνια περνούν, το σπίτι γεμίζει αχρησιμοποίητα όνειρα και σιωπές και τα συρτάρια του ξεχειλίζουν και το πατάρι και τα ντουλάπια της κουζίνας γεμίζουν νεκρούς και οι βιβλιοθήκες ξεχασμένα βιβλία και το ψυγείο με έρωτες που μπαγιάτεψαν, παλιές φιλίες  σε μια σακούλα δίπλα στην πόρτα περιμένουν να τις πας στα σκουπίδια κι εσύ δεν προλαβαίνεις γιατί πρέπει να τα βάλεις όλα στη θέση τους και οι φιλίες σωριάζονται η μια πάνω στην άλλη.

Κάποια μέρα σταματάς. Κοιτάζεις γύρω σου. Το σπίτι γέμισε. Τότε λες πως όλα βρήκαν τη θέση τους, μπροστά σου ξεκοιλιασμένα και ανήμπορα. Κλείνεις την πόρτα του σπιτιού και φεύγεις.

Στέκεσαι λίγο κάτω από τη λάμπα, στην άκρη του δρόμου. Γδύνεσαι. Και σβήνεις πια γυμνός μέσα στη νύχτα.
 ***
Η μάνα μου τηλεφώνησε προχθές να μου αφιερώσει ένα τραγούδι. Της αφιερώνω κι εγώ αυτό το κείμενο…
...
"Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να τρελαθείς
υπάρχουν και άλλοι τόσοι για να λες υπομονή
όμως για μένα είναι αργά να τρελαθώ
και είναι ακόμα πιο αργά να κάνω υπομονή

Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ
και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω
θα περιμένω άλλες μέρες."

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Γλήορα φέρε τσοι, Χριστέ,/κι ας είναι και κομμουνισταί...

Ήρθε ένας 84χρονος παππούς σήμερα στη Βιβλιοθήκη. Ήθελε ένα βιβλίο του Νίκου Σφυρόερα. Εκεί λέει, μπορεί να αναφέρεται μια απεραθίτικη παραλλαγή του τραγουδιού "μήλο μου κόκκινο", η οποία ξεκινάει ως εξής: "μήλο μου πράσινο, ρόδο κομμένο...". Του είπαμε που μπορεί να βρει το βιβλίο. Μας τραγούδησε χαρούμενος το τραγούδι κι έφυγε χορεύοντας. Μείναμε να τον κοιτάμε. Τι βολική η σκέψη μας ότι τα έχει χάσει....  Λίγη ώρα μετά το μουρμουράγαμε όλοι.

.........
Στο βιβλίο* που του είπαμε δεν βρέθηκε τελικά το μήλο το πράσινο. Βρέθηκε ωστόσο κάτι άλλο. Σας το χαρίζω:

Κατεβαίνουσιν οι Ρούσοι
κι όλοι ίσα θα ‘ενούσι.
Κατεβαίνουσιν εκείνοι
π’ αγαπού ντην ισοσύνη.
Κι άμαν έρθουσιν οι Ρούσοι,
ίσα και φτωχοί και πλούσοι.
Κι  άμαν έρθουσιν οι Ρώσοι
η λαλά μου θα ζυμώσει.
Φέρε τσοι, Χριστέ μο’ κείνοι
π’ αγαπού ντην ισοσύνη.
Γλήορα φέρε τσοι, Χριστέ,
κι ας είναι και κομμουνισταί.
Φέρε τσοι, Χριστέ, τσοι μπορσε-
βίκοι και το γκόσμο σώσε.
Φέρε μας, Χριστέ μου, όσο
γλήορα μπορείς, το Ρώσο.
Την εικόνα σου, βρε Στάλι,
θα τη γκάμωμε μεγάλη.
Και τον αρχηγό το Ρώσω
θε να τονε κουρνιζώσω

* Απεραθίτικα πολεμικά τραγούδια: 1940-1944/ Νίκου Βλ. Σφυρόερα. Αθήνα: Ναξακό Μέλλον, 1945.

***
Το σημείωμα αυτό αφιερώνεται στην Αφροδίτη Σαμαρά, στη Μάγδα Κουσιάντζα, στο Γιάννη Χασανάκο, στην Κατερίνα Ξενογιώργη, στο Νίκο Βλαχάκη, στη Μαρία Χατζησάββα, στον Τσαλαπετεινό, στη Γεωργία Κατσαρού και τέλος στη Μαρία Σφυρόερα και στο γιο της (το Νίκο)... Ξέρουν αυτοί...

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Το κράτος του Τρόμου

Κόσμος πολύς έξω από το «Αττικόν» στη Σταδίου. Κανάλια κάμερες, δηλώσεις, πυροσβέστες, περαστικοί. Στέκονται και φωτογραφίζουν, κεφάλια σκυφτά, βλέμματα νεκρά, στόματα παγωμένα. Ήθελα να φωνάξω σε όλους: η καταστροφή δεν καπνίζει. Η καταστροφή είναι πίσω σας, δείτε τη, τη φέρνει το κράτος του Τρόμου:



Το κράτος του Τρόμου ψήφισε Κυριακή με κατεπείγουσα διαδικασία την υποθήκευση του μέλλοντός μας, γιατί Δευτέρα πρωί ανοίγουν οι Διεθνείς Αγορές. Το κράτος του Τρόμου αποφάσισε την πτώχευση του λαού απειλώντας πως ειδάλλως θα πτωχεύσει η χώρα. Το κράτος του Τρόμου διέλυσε συγκεντρώσεις εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών με δακρυγόνα και ξύλο. Το κράτος του Τρόμου διέλυσε συγκεντρώσεις εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών με δελτία ειδήσεων. Το κράτος του Τρόμου απείλησε, εκβίασε, λοιδόρησε, και διέγραψε τους βουλευτές του που το αψήφησαν. Το κράτος του Τρόμου κυβερνάται από δοτό πρωθυπουργό και κυνική κυβέρνηση. Το κράτος του Τρόμου ανάστησε το παρακράτος της βίας για να κλείσει το στόμα του λαού.



Όμως ήμασταν εκεί. Θα είμαστε εκεί. Το κράτος του Τρόμου να το καταλύσουμε.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

.. κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη...



Τη Δευτέρα το βράδυ στο κέντρο της Αθήνας μια διαδήλωση βάδιζε θυμωμένη. Έβρεχε καταρρακτωδώς  και φυσούσε. Με ομπρέλες μπροστά σαν ασπίδες μια διαδήλωση βάδιζε θυμωμένη. Στην οδό Σταδίου. Στο ύψος του πρώην ξενοδοχείου Esperia ένας άστεγος άνδρας κοιμόταν στο πεζοδρόμιο. Δίπλα του κατρακυλούσαν τα νερά της καταιγίδας προς την πλατεία της Ομόνοιας και μια διαδήλωση βάδιζε θυμωμένη προς την πλατεία του Συντάγματος.

Την επόμενη μέρα ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας δήλωσε  υποδεχόμενος την εθνική ομάδα πόλο γυναικών στο Προεδρικό Μέγαρο:
"Προσφέρετε μια δροσερή αύρα, τη διακεκαυμένη περίοδο που περνάμε. Είναι σημαντικό πως προβάλλετε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το όνομα της Ελλάδας στο εξωτερικό. Έχουμε χάσει τη δύναμή μας, αλλά εσείς με τις επιτυχίες σας μας κάνετε εθνικά υπερήφανους… Έχετε πέσει θύματα μιας δύσκολης περιόδου για την ελληνική κοινωνία. Αποτελείτε τη χρυσή εξαίρεση, αφού δίνοντας το εκατό τις εκατό της ψυχής σας και με πενιχρά μέσα καταφέρνετε να παραμένετε στην κορυφή του κόσμου".

Την ίδια ώρα μια άλλη διαδήλωση βάδιζε πάλι θυμωμένη στην οδό Σταδίου. Στο ύψος του πρώην ξενοδοχείου Esperia ένας άστεγος άνδρας τυλίχτηκε με το λερό μπλε πάπλωμά του και τρεκλίζοντας πέρασε ανάμεσα από τη διαδήλωση για να χαθεί στο πλήθος. Η διαδήλωση βάδιζε θυμωμένη προς την πλατεία του Συντάγματος φωνάζοντας: «εμπρός λαέ μην σκύβεις το κεφάλι, ο μόνος δρόμος είναι: αντίσταση και πάλη»

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Για τα εξανθήματα της οργής σου...

Θα σου ξεκαθαρίσω κάτι: ο «βιβλιοθηκάριος» προσπαθεί να μην είναι μια βαρετή γωνιά συγκινητικών μονολόγων. Επιλέγει καμιά φορά να περιγράφει εσωτερικά τοπία, πρώτα και κύρια γιατί προσπαθεί να κρατήσει τα ίσα του, αλλά και γιατί επιχειρεί μια υπόγεια σύνδεση με τα μέσα σου. Όμως δεν ζει μονάχα στη σιωπή του «ο βιβλιοθηκάριος».  Στον κόσμο αυτό που καταρρέει ζει, περισσότερο αποφασισμένος παρά αγανακτισμένος πια. Η οργή είναι τυφλή, η απόφαση όχι. Η απόφαση έχει ένα στόχο, έναν προορισμό, μια ορισμένη διαδρομή να διανύσει. Όσο πιο ξεκάθαρα γίνονται αυτά, τόσο περισσότερο με απομονώνει η ομίχλη των άλλων: μικροϋπολογισμοί και μικροσυμφέροντα, φόβοι και μικροαστική συντήρηση, εθελοτυφλία και κατάθλιψη, αντίδραση και μίσος. Οι άνθρωποι στη δουλειά, στο σχολείο, τις κοινωνικές και πολιτικές συλλογικότητες, οι φίλοι και οι συγγενείς ή βουβαίνονται αυτό τον καιρό ή κραυγάζουν. Οι περισσότεροι ξορκίζουν την οικονομική αθλιότητα, παρά τη βιώνουν. Ωστόσο ξεσπούν εκρήξεις οργής, ρατσισμός και συμπεριφορές όχλου που με τρομάζουν.

Αν δεν είναι ξεκάθαρο σ’ εσένα ποιοι ευθύνονται και πρέπει να τιμωρηθούν για όσα θα πληρώνουμε εμείς και τα παιδιά μας από ‘δω και μπρος, δεν θα στο πω εγώ. Εξάλλου δεν θέλεις να ακούσεις και δεν θέλεις να δεις. Αν θεωρείς πως η Αριστερά είναι μεγαλύτερος κίνδυνος από τους επικίνδυνους της τρόικας που μας «κυβερνούν» θα αρνηθείς να ενώσεις τις ελπίδες σου με τα εργαλεία της. Από ‘δω δεν θα επιχειρήσω να σε πείσω, όχι μόνο γιατί σε ξεβολεύει να πειστείς και δεν θέλω να χαλάσουμε τις καρδιές μας,, αλλά γιατί ξέρω πως δεν ωφελεί να σε παρασύρω πρόσκαιρα στην ανατροπή των βεβαιοτήτων σου (λες και έχω να σου τάξω νέες…). Και συνήθισες φίλε στις εκχωρήσεις, τις βεβαιότητες, τη νάιλον επιφάνεια, την αντιπροσώπευση, δεν θες να δεις πως είσαι μετανάστης της ζωής σου.

Δεν θα στραφώ τώρα εναντίον των όσων τόσα χρόνια αναβάπτιζαν την αξιοπρέπεια στον κυνισμό τους. Πάντα εναντίον τους ήμουν. Η προσωπική μου στάση ήταν ο καθρέπτης τους στη δουλειά, στην οικογένεια, στους φίλους, στις παρέες. Ακόμη κι όταν εσύ υποκρινόσουν πως δεν υπάρχουν, πως δεν τους έθρεψε το σύστημα που εσύ στηρίζεις τόσα χρόνια, εγώ τους λυπόμουν, τους ενοχλούσα που δεν ήμουν όμοιός τους. Ούτε εναντίον σου θα στραφώ που ξαφνικά θυμήθηκες να θυμώσεις, και το κάνεις τόσο άγαρμπα, όλοι σου φταίνε, όλα ξαφνικά αποκαλύφθηκαν και περιφέρεσαι ολοφυρόμενος για κλέφτες και προδότες.

Δεν θα στραφώ εναντίον σου τώρα γιατί πάντα θα είμαι απέναντί σου. Όχι τέλειος, ούτε άτρωτος. Μονάχα αξιοπρεπής.

Συνεννοηθήκαμε νομίζω…

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Wisława Szymborska (1923-2012), ή αυτοί που ποιμένουν τους ιππόκαμπους

Την Τετάρτη πέθανε μια σημαντική ποιήτρια. Κόβω ένα κομμάτι ποίημα («η χαρά της γραφής»), από τα πολλά που έγραψε*, για να μνημονεύσω στη γλώσσα μου όσα η ψυχή της κατέθεσε στην «παγωμένη Πολωνία»: 

«…
Σε μια σταγόνα μελάνι χωράει μια μεγάλη εφεδρεία
από κυνηγούς που μισοκλείνουν το μάτι
για να βρουν το στόχο τους,
έτοιμοι κάθε στιγμή να χιμήξουν στην απόκρημνη πένα,
να περικυκλώσουν την ελαφίνα και να ετοιμαστούν να πυροβολήσουν.

Ξεχνάνε όλοι ότι εδώ δεν υπάρχει ζωή.
Άλλοι νόμοι, το μαύρο πάνω στο άσπρο, επικρατούν.
Το ανοιγοκλείσιμο του ματιού θα διαρκέσει
όσο επιθυμώ,
όσο θα συναινέσω να το διασπάσω σε μικρές αιωνιότητες
γεμάτες από σφαίρες που τις σταμάτησα καθώς πετούσαν.
Για πάντα, αν το προστάξω, δεν θα συμβεί τίποτα εδώ.
Κόντρα στη θέλησή μου ούτε φύλλο θα πέσει,
ούτε χορταράκι απ' το γρασίδι θα λυγίσει
κάτω από μια οπλής την τελεία και παύλα.
Υπάρχει, λοιπόν, ένας τέτοιος κόσμος
όπου κυριαρχώ πάνω του αποκλειστικά και απόλυτα;
Ένας χρόνος που τον δεσμεύω με αλυσίδες από σημεία;
Μια ύπαρξη που διαιωνίζεται κατά διαταγήν μου;
Η χαρά της γραφής.
Η δύναμη να διασώζεις.
H εκδίκηση από ένα θνητό χέρι»

Η Πολωνία ευτύχησε να έχει εξαιρετικούς ποιητές.  Η Βισουάβα Σιμπόρσκα στο ποίημά της «Λεξιλόγιο» γράφει πως «οι ποιητές του λαού μου γράφουν όλα τα κείμενά τους με γάντια. Δεν σκοπεύω να υπαινιχθώ ότι δεν τα βγάζουν ποτέ απ’ την παλάμη τους, το κάνουν, πράγματι, όταν το φεγγάρι είναι αρκετά θερμό. Στις ποιητικές στροφές που συνθέτουν από τραχύ, επίμονο βήχα, γιατί μόνο τέτοιες στροφές μπορούν να καταπνίξουν το αδιάκοπο βουητό απ’ τις ανεμοθύελλες, δοξολογούν τους απλούς βίους αυτών που ποιμένουν τους ιππόκαμπους…».

*Τα ποιήματα είναι από τη συλλογή: Μια ποιητική διαδρομή/Βισουάβα Σιμπόρσκα – μετ. Βασίλης Καραβίτης.  Αθήνα: Σοκόλης, 2003

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Το χεσαμόλι

Οι άνθρωποι οι παλιοί ξεκλειδώνουν καμιά φορά τη ζωή μας με μια λέξη ή μια κίνηση. Μοιάζει λίγο με αιφνίδιο μνημόσυνο να επαναλαμβάνεις μια πράξη τους τυχαία μια χειμωνιάτικη μέρα που χνουδάκια χιονιού σκορπάνε γύρω σαν κάποιος να παίζει ένα βουβό μαξιλαροπόλεμο με τα σύννεφα. Και εσύ κάθεσαι στο γραφείο σου, το φλιτζάνι σου ζεσταίνει τα χέρια και σκύβεις, ανοίγεις το συρτάρι και βγάζεις το κονιάκ και ρίχνεις μερικές γουλιές στον καφέ σου. Σκορπάει η μυρωδιά του γύρω και μέσα σου αναδεύονται οι μνήμες: ο γεροκολασμένος το έλεγε «χεσαμόλι».




Οι άνθρωποι οι παλιοί καμιά φορά έρχονται στη ζωή μας, κάθονται δίπλα μας και μας ζητούν να βάλουμε λίγο χεσαμόλι στον καφέ τους και γελούν και μας πειράζουν. Κι ύστερα επιστρέφουν στους παλιούς και σε όσους ήρθαν μετά, και τους λένε πως είδαν το Γιώργο σήμερα, του Κωστούρου, και την Κατερίνα της Νότας, είναι καλά, έχουν παιδιά πια, και μια χειμωνιάτικη μέρα που χνουδάκια χιονιού σκορπούσαν γύρω σαν κάποιος να έπαιζε ένα βουβό μαξιλαροπόλεμο με τα σύννεφα, τους θυμήθηκαν…

*****
Αφιερωμένο

Στον Τσαλαπετεινό (ξέρει αυτός)
Και στην Κατερίνα (και αυτή ξέρει)