Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Μια φορά κι έναν καιρό πριν 103 χρόνια...

Μια φορά κι έναν καιρό, στα 1880 περίπου, Έλληνες μετανάστες εγκαταστάθηκαν στην Omaha, τη μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας της Nebrasca στις Η.Π.Α. Εργάζονταν κυρίως ως οικοδόμοι και εργάτες στην κατασκευή σιδηροδρόμων. Οι «ντόπιοι» σύντομα άρχισαν να ενοχλούνται από την παρουσία αυτών των βρώμικων Ελλήνων και οι εφημερίδες έγραφαν διάφορα γι’ αυτούς. Μια από αυτές, η Omaha Daily News, έλεγε:


«… οι γειτονιές τους είναι πλέον ανθυγιεινές, προσβάλλουν τις γυναίκες που περνούν από ‘κει,… διαμένοντας σαν αγέλη όλοι μαζί σε σπίτια και ζώντας φτωχικά, οι Έλληνες είναι μια απειλή για τον αμερικανό εργάτη, ακριβώς όπως και οι Γιαπωνέζοι, οι Ιταλοί και οι άλλοι παρόμοιοι…».

Το Φεβρουάριο του 1909 ένας Ιρλανδός αστυνομικός δολοφονήθηκε κατά τη σύλληψη ενός Έλληνα. Ο Έλληνας συνελήφθη τελικά, αλλά ένας όχλος άρχισε να συγκεντρώνεται γύρω από τη φυλακή όπου κρατούνταν. Κατά τη μεταφορά του κρατούμενου σε άλλη φυλακή το πλήθος του επιτέθηκε και τον λίντσαρε. Την απέχθεια των ντόπιων ενίσχυε το γεγονός ότι εκείνη την εποχή οι Έλληνες χρησιμοποιούνταν συχνά ως απεργοσπάστες στις απεργίες που οργανώνονταν στην περιοχή για τις άθλιες συνθήκες εργασίας στους σιδηρόδρομους. Οι εφημερίδες άρχισαν να πυροδοτούν την κατάσταση γράφοντας συναισθηματικές ιστορίες για τον νεκρό αστυνομικό. Δύο μέρες μετά χίλιοι περίπου άντρες (οι New York Times ανέφεραν 3000) συγκεντρώθηκαν στη Νότια Omaha και επιτέθηκαν στην «ελληνική συνοικία» λεηλατώντας μαγαζιά, καίγοντας κτήρια και χτυπώντας κάθε Έλληνα που συναντούσαν, σκοτώνοντας και ένα παιδί. Η αστυνομία και οι αρχές δεν ασχολήθηκαν καθόλου με τις ταραχές. Αποτέλεσμα των καταστροφών και της βίας που ασκήθηκε ήταν οι Έλληνες να φύγουν από την Omaha για την Iowa ή ακόμη μακρύτερα. Δεν έμεινε ούτε ένας εκεί.

***
Δεν βρήκα φωτογραφία της εποχής και έβαλα μια άλλη. Σχετική...

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Στον Σπυραντώνη (ένα κείμενο που πήρε επιτέλους μπρος)



Ανοιξιάτικη Παρασκευή, οικογενειακή έξοδος σε ένα κουτούκι της γειτονιάς, στον «Σπυραντώνη». Το μεσημέρι, μαγερειό, το βράδυ, ταβέρνα. Σερβίρει και σαλιγκάρια στιφάδο. Πριν από χρόνια εκεί ένα πληγωμένο κορίτσι μου πρόσφερε όλα τα τριαντάφυλλα ενός τσιγγάνου λουλουδά κι ένα χαστούκι. Τέλος πάντων…

Μια ανοιξιάτικη Παρασκευή σε οικογενειακή έξοδο στο «Σπυραντώνη». Παραγγέλλουμε παϊδάκια. Αδημονούν τα μικρά. Στο βάθος μια παρέα με όργανα τρώει κεφάτα: δυο μπουζούκια, ένα βιολί, ένα ακορντεόν και μια κιθάρα. Δίπλα μας μια γυναίκα όμορφη τρώει μονάχη της. Σηκώνει το ποτήρι με λευκό κρασί. Πίνει μια γουλιά και το βλέμμα της για λίγο αναβοσβήνει. Τέλος πάντων…

Σαν μηχανάκι που δυσκολεύεται να πάρει μπρος μοιάζει αυτό το κείμενο. Γυρίζω το κλειδί μια βδομάδα τώρα και δεν ξεκινάει το αναθεματισμένο.

Ανοιξιάτικη Παρασκευή στον «Σπυραντώνη». Κάποια στιγμή ξεκινάνε να παίζουν τα όργανα. Παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα. Σκορπάω σιγά-σιγά. Η μικρή ξεκινάει τα τσαλιμάκια της και το βλέμμα της κεντημένο με το πιο παιχνιδιάρικο χαμόγελο ψάχνει την ενθάρρυνσή μου και την αρπάζει ανενόχλητα. Φέρνει βόλτες. Βόλτες φέρνουν και τα βλέμματα γύρω μου. Χαμογελούν. Βόλτες φέρνει κι η ψυχή μου. Και τότε αρχίζει. Ο καϊκτσής. Και όλα χορεύουν. Τα χρόνια και τα χαμόγελα και τα τριαντάφυλλα και το ποτήρι με το λευκό κρασί και τα μπουζούκια και η κοπέλα στο ταμείο κι ο θάνατος και η άνοιξη και τα γκαρσόνια. Και η Γκιουζέλ Χανούμ. Και εγώ λαμνοκοπώ στα μέσα μου κι αργά-αργά αφήνω πίσω μου όλα του κόσμου ετούτου. Το τραγούδι τελειώνει. Η κόρη μου στην αγκαλιά μου ζουζουνίζει. Πληρώνουμε κι αποχωρούμε με μια καληνύχτα. Σκέφτομαι πως πάντα αυτό ήμασταν: ένα τραγούδι.

Τον «Σπυραντώνη» τον έφτιαξαν πριν από δεκαετίες ο Σπύρος κι ο Αντώνης. Ο ένας ήταν σχεδόν κουφός. Ποτέ δεν μπόρεσα να μάθω ποιος απ’ τους δύο. Πήγαινες και όλοι φωνάζαν εκεί μέσα για να ακούει ο κουφός. Ακόμη κι οι πελάτες. Ο κουφός πέθανε πριν από λίγα χρόνια. Όμως ακόμη όλοι φωνάζουν εκεί μέσα καμιά φορά. Ακόμη κι οι πελάτες. Για να ακούει ο κουφός που ποτέ δεν έμαθα ποιος είναι.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Ποιητές στους δρόμους και δρόμοι ποιητές

Η ποίηση δεν μονάζει. Στοχάζεται μεν, αλλά κυκλοφορεί στους δρόμους. Οι δρόμοι δεν είναι ο προορισμός, αλλά η ενδιάμεση απόστασή μας από τον προορισμό, κάποιες φορές ο δρόμος είναι ο τρόπος κάπου να πάμε. Κάποιες φορές δεν ξέρουμε το δρόμο, αλλά ξέρουμε τον προορισμό. Αν ξέρεις τον προορισμό, τον δρόμο δεν τον χάνεις. Συνηθίσαμε ίσως τα τελευταία χρόνια την ποίηση να γουργουρίζει στα μαξιλάρια του καναπέ. Ακόμη και έτσι να είναι, έρχεται πάντα η εποχή της αναπαραγωγής και η ποίηση αλητεύει στους δρόμους σαν τις γάτες.



Σήμερα, παγκόσμια μέρα της ποίησης, Έλληνες ποιητές θα βγουν πορεία στο δρόμο σε μια διαμαρτυρία ενάντια στην κρίση. Διφορούμενη και θολή νομίζω η κίνησή τους, η ποίηση ακόμη και όταν αφαιρεί, δεν γίνεται ασαφής. Όμως κάθε αρχή μοιάζει αβέβαιη μετά από τόσα χρόνια στο μαξιλάρι.

Αφιερωμένο στους ποιητές των δρόμων το σημερινό κείμενο. Φτιαγμένο με υλικά ποιημάτων που περπατούν στους δρόμους. Σε δρόμους που πήραν με τον καιρό το όνομα των ποιητών…


«ο δρόμος από κάπου αρχινά, κάπου τελειώνει. Όσοι τον διανύουν πάνε κάπου, ο ίδιος δεν πάει… Λες να φοβόμαστε στο βάθος ότι δεν υπάρχει δρόμος, ότι δεν υπάρχουν παρά σπίτια ή χωράφια ή δάση δεξιά κι αριστερά από μιαν έμμονη ιδέα που τη λέμε δρόμο;»

Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέπτη/ Αργύρης Χιόνης


«… και μόνον αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο δρόμο, μόνον αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος…»

Οι σάλπιγγες της Αποκαλύψεως/ Τάσος Λειβαδίτης


«Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνίες κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα…
… Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δεν νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα έξω στο δρόμο με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε έτσι κι αλλιώς χεσμένο.»

Τα ποιήματα στο δρόμο/ Νίκος Χουλιαράς


«…
Είταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ – δύσκολος δρόμος
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως  κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό
του
πάνω σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος…»

Καπνισμένο τσουκάλι/ Γιάννης Ρίτσος


«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη
νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά…»

Πέντε μικρά θέματα/ Μανόλης Αναγνωστάκης

*η φωτογραφία είναι από μια πορεία στους δρόμους της Αθήνας τον Οκτώβριο του 2011...

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Υπόδικες λέξεις

Στις λέξεις μας είπαμε κάποτε τα μυστικά και τα όνειρά μας κι ύστερα τρομαγμένοι τις απειλήσαμε πως αν τ’ αποκαλύψουν θα τις αφήσουμε μόνες τους, γυμνές, χωρίς τροφή και νερό, σε μια λευκή σελίδα να πεθάνουν.



Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Κυριακάτικη εκδρομή


Σηκωθείτε. Είναι η μέρα σήμερα. Θα πάμε εκδρομή. Θα είμαστε όλοι μαζί, όπως στα παιδικά μας χρόνια. Θα παίξουμε μήλα δίπλα στη θάλασσα και τζαμί, θα τσακωθούμε, θα μαζέψουμε σπαράγγια και ύστερα, και ύστερα θα ξαπλώσουμε στις κουρελούδες κάτω απ΄ τα δέντρα, και θα ‘ναι πάλι μια μέρα ολοφώτιστη, θα απλώσουμε τραπεζομάντιλα και φαγητά, πολλά φαγητά, θα φωνάζουμε και θα γελάμε και ίσως να τραγουδήσουμε μετά. Και ύστερα, επιστρέφοντας κουρασμένοι θα σταματήσουμε για παγωτό καμιά πενηνταριά Κατσαμακαίοι. Θα μας κεράσει ο Νίκος της Φλώρας και θα γελάει πονηρά γλύφοντας και εκείνος ένα, και η Φλώρα θα τον μαλώνει γελώντας κι αυτή πως «Νίκο, το ζάχαρο βρε Νίκο»….


Σηκωθείτε. Είναι η μέρα σήμερα. Ο Νίκος της Φλώρας θα πάει εκδρομή. Θα είμαστε όλοι εκεί, όπως στα παιδικά μας χρόνια. Μ’ ένα παράπονο: δεν θα μας κεράσει πάλι παγωτό…

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Ποιήματα εντός συνόρων


Τα ποιήματα ποτέ δεν βγήκαν από τα σύνορα. Δεν πήγαν μετανάστες σε καμία Γερμανία ή στις στοές του Βελγίου. Δεν έκαναν αντίσταση αυτοεξόριστα στο Παρίσι. Τα ποιήματα μείναν εδώ: στο ορθογώνιο πεδίο της μάχης. Μέσα στα χιόνια σε στοίχους πολεμώντας. Το ποίημα είναι ό,τι επέζησε απ’ αυτό τον πόλεμο, ό,τι στοιχίζεται ξανά δίπλα σε πτώματα λέξεων, σκουριασμένες γραμμές, λίμνες μελανιού και διαμελισμένους τόνους. Το ποίημα, έτοιμο για μάχη πάλι, να υπερασπίζεται τα σύνορα ετούτα της λευκής σιωπής στους αιώνες.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Ένα παιδί που κλαίει

Μέρες στριμωγμένες σαν και αυτή…

(κρατώντας στο χέρι μια ομπρέλα σε μια αποτρόπαια αναμονή θανάτου που τρίβει μέσα μου με λύσσα το χρόνο με μια βούρτσα συρμάτινη παλεύοντας απεγνωσμένα να τον καθαρίσει από την απελπισία και την οργή και βλέμμα που ψάχνει στα τυφλά ματώνει σε κοφτερές γωνίες κάτι να βρει να βάλει στο στόμα του ένα λουλούδι ίσως που να φέρνει την άνοιξη και με ένα παλιό κέντημα στο παιδικό δωμάτιο ένα παιδί που κλαίει μέσα μου και απέναντί μου)



… θα ήθελα να καβαλήσω το μηχανάκι των εφηβικών μου χρόνων και να φύγω. Να πάω στο ρημάδι του Γιώργου του κουτού, στα περιβόλια γύρω από το πατρικό μου σπίτι , στο παλιό στρατόπεδο, στον Μάη Θανάση. Να ξαπλώσω στο χορτάρι και να κοιτάω στον ουρανό τα σύννεφα που τρέχουν.

Ένα μήνυμα του Statler για την Εθνική Βιβλιοθήκη

Από τους Βαλλιάνους του 1888 στους Νιάρχους του 2012: ε, δεν πετύχαμε και πολλά συνάδελφοι όσον αφορά στην πολιτική βιβλιοθηκών του κράτους μας στις τόσες δεκαετίες που πέρασαν. Θα δυσκολευθείτε να με πείσετε για το αντίθετο.




Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Έκκληση στη βιβλιοθηκονομική κοινότητα




"Οι δυνατότητες της πολιτείας ως οικονομικός αλλά και ως διοικητικός πυλώνας υποστήριξης δυστυχώς είναι και θα συνεχίσουν να είναι περιορισμένες για τα προσεχή τουλάχιστον έτη. Η εξεύρεση και άλλων πηγών υποστήριξης και διεύρυνσης των λειτουργιών ώστε να ικανοποιήσουν σύγχρονες απαιτήσεις είναι αναγκαία."

Με επιστολή της στο Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών η Υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου απειλεί τις δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρας ότι αν δεν προσφύγουν στη χρηματοδότηση του ελεήμονος Ιδρύματος Νιάρχου και της ΜΚΟ του με την επωνυμία “Future Library”, θα τις κλείσει. Παραδέχεται κυνικά ότι το ελληνικό κράτος για πρώτη φορά στην ιστορία του δεν θα χρηματοδοτήσει τη λειτουργία των βιβλιοθηκών που παρέχουν το εξαιρετικά σημαντικό αγαθό της πληροφορίας και της γνώσης σε όλη τη χώρα. Η Άννα Διαμαντοπούλου παραμένει υπουργός μιας Παιδείας χωρίς βιβλία, με λιγότερα σχολεία, λιγότερους δασκάλους, πυκνότερες τάξεις, χωρίς υποδομές, χωρίς σχολικές και παιδικές βιβλιοθήκες, χωρίς Πανεπιστήμια. Παραμένει Υπουργός με μόνο ευδιάκριτο πλέον στόχο όχι τον «εκσυγχρονισμό», αλλά τον αφανισμό της παιδείας στη χώρα μας.

Δεν με απασχολεί ο ρόλος του Ιδρύματος Νιάρχου και της ΜΚΟ του με την επωνυμία “Future Library”.  Αν οι επικεφαλής των προγραμμάτων αυτών ως άλλοι Αλόνσο Κιχάνο κυνηγούν ανεμόμυλους δεν με απασχολεί, ούτε βέβαια αν πιστεύουν ως άλλοι Δον Κιχώτες πως είναι ιππότες ταγμένοι να υπερασπίζονται τους αδύναμους και κατατρεγμένους. Ως βιβλιοθηκονόμο με απασχολεί όμως το γεγονός πως κανείς συνάδελφος από το Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών δεν έχει ακόμη παραιτηθεί για στοιχειώδεις λόγους αξιοπρέπειας παραλαμβάνοντας την επιστολή αυτή στις 10 Φεβρουαρίου, ούτε καν οι αυτόκλητοι «συνδικαλιστές» της Ένωσης Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων της Πληροφόρησης και της Ένωσης Αρχειονόμων Βιβλιοθηκονόμων Ελλάδας.


Θεωρώ ότι αποτελεί χρέος της βιβλιοθηκονομικής κοινότητας να αντιδράσει στο πνεύμα και την ουσία της επιστολής αυτής. Να υπερασπιστεί όχι μόνο την εργασία που κάνουμε ή την συντεχνιακή μας ύπαρξη. Οφείλουμε όλοι πιστεύω να υπερασπιστούμε το ελεύθερο και δημόσιο αγαθό που προσφέρουμε, τη γνώση και την πληροφορία. Αγαθό που οφείλει να παρέχει και να προστατεύει ένα σύγχρονο κράτος και όχι η ελεημοσύνη των χορηγών.