Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Zoom in



 Τους παρακολουθώ μάλλον παράλογα εντυπωσιασμένος. Μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται μια γιορτινή παράσταση των παιδιών, που αποχαιρετούν με ανακούφιση μια δύσκολη από όλες τις απόψεις σχολική χρονιά και υποδέχονται με λαχτάρα το παιδικό τους καλοκαίρι. Με φωτογραφικές μηχανές, δεκάδες φωτογραφικές μηχανές και βίντεο εκείνοι εστιάζουν στα καμάρια τους, κάποιες φορές ξεχωρίζουν από το πλήθος γονιών και παππούδων, τα πλησιάζουν την ώρα που απαγγέλλουν, υποκρίνονται ή χορεύουν και τα απαθανατίζουν. Και δεν σταματούν παρά μόνο όταν η κόρη ή ο γιος τους τελειώσει το νούμερό του, οπότε ηχηρώς αποχωρούν, αδιαφορώντας αν η γιορτή ή η παράσταση συνεχίζεται.

Εστιάζουν στη συμμετοχή του παιδιού τους σ’ ένα δρώμενο, όχι στο ίδιο το δρώμενο, τη σημασία του, την αισθητική του, το μήνυμά του, τις δυνάμεις και τους ρόλους που το συγκροτούν, τη δουλειά και την προετοιμασία που έχει γίνει. Επιβραβεύουν όχι το σύνολο, όχι την πρωτοβουλία, αλλά το μέρος, το δικό τους μέλος, τη «δική τους» συμμετοχή. Φωτογραφίζουν το παιδί τους στη γιορτή του σχολείου και όχι τη σχολική γιορτή των παιδιών. Του δείχνουν μετά τη φωτογραφία και του λένε πως το σημαντικό είναι αυτό που εκτέλεσε αυτό στη γιορτή, όχι η γιορτή, όχι αυτό που έκαναν όλα τα παιδιά, όχι αυτό που έκαναν το σχολείο και οι δάσκαλοι. Διδάσκουν έτσι στα παιδιά τους πως σημασία δεν έχει η κοινωνία και οι θεσμοί, αλλά το άτομο. Γι’ αυτούς το κριτήριο αποδοχής και αξιολόγησης είναι η συγγένεια, η εξάρτηση, το επεκταμένο Εγώ τους, η «ιδιοκτησία» τους. Δεν επιβραβεύουν, δεν ενθαρρύνουν, δεν συμμετέχουν εν τέλει στο κοινό έργο. Και έτσι το υποσκάπτουν. Είναι περήφανοι όμως γιατί το παιδί τους ήταν καλό και όλοι το είδαν.

Και έτσι, συνηθισμένοι πια να εστιάζουν μόνο σε ό,τι άμεσα τους αφορά, άμεσα τους ωφελεί ή τους πλήττει, λίγες μέρες μετά τη γιορτή ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές. Τα σχολεία είναι λογικά, εκλογικά κέντρα.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Το μεγάλο δερματόδετο βιβλίο (έξι παράλογες παραλλαγές μιας ιστορίας)




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βιβλιοθηκάριος που εργαζόταν σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Αγαπούσε τόσο πολύ τη δουλειά του, την τάξη με την οποία κατένειμε τα βιβλία, την αδιάκοπη επέκταση της γνώσης, τη φλύαρη και απέλπιδα προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν τον κόσμο, που αποφάσισε μια μέρα να μην ξαναγυρίσει στο σπίτι του. Εξάλλου κανείς δεν τον περίμενε εκεί και από κανένα δεν θα  έλειπε αν εξαφανιζόταν, ούτε καν φυτά είχε στο μπαλκόνι του να έχουν την ανάγκη του για πότισμα ή κλάδεμα ή έστω θαυμασμό των λουλουδιών τους. Καιρό το σκεφτόταν κι όταν πια το αποφάσισε, όλα τα πρακτικά ζητήματα είχαν λυθεί.

Όταν ήρθε η μέρα, πήγε σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης, άνοιξε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο και χάθηκε μέσα του για πάντα.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας συγγραφέας που ολοκλήρωσε τη συγγραφή ενός βιβλίου του. Ανακουφισμένος που επιτέλους τελείωσε η πολύμηνη και κοπιώδης δουλειά του, αποτυπωμένη σε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο, κάθισε να το διαβάσει μια τελευταία φορά πριν το στείλει στον εκδότη του. Η αρχική του ανακούφιση, καθώς η ανάγνωση προχωρούσε, μετατράπηκε σε αγωνία, αντιπάθεια, μίσος. Τελειώνοντας πια είχε γίνει έξαλλος: το βιβλίο του ήταν πολύ καλό. Ο ήρωάς του είχε χτιστεί με μαεστρία, η αφήγηση κάλυπτε κι αποκάλυπτε με ερεθιστικό τρόπο τα γυμνά μέλη της ιστορίας του, η ίδια η ιστορία ήταν βαθειά ανθρώπινη. «Οι κριτικοί σε λίγους μήνες θα μιλούν αναμφισβήτητα για ένα συγκλονιστικό έργο» σκέφτηκε ο δύστυχος συγγραφέας. Συνειδητοποιούσε πια πως ο βασικός ήρωας του βιβλίου θα ζούσε πολύ περισσότερο από το δημιουργό του – ίσως δεκαετίες ή και αιώνες μετά να μιλούσαν γι’ αυτόν έχοντας ξεχάσει  το συγγραφέα (για τον οποίο εξάλλου κανείς ποτέ δεν θα έγραφε μια ιστορία με τόση μαεστρία και ταλέντο).

Μην αντέχοντας πια αυτό τον ανταγωνισμό με τον ήρωα του βιβλίου του ο συγγραφέας το ίδιο βράδυ το κατέστρεψε ολοσχερώς κι ευτυχισμένος ξάπλωσε να κοιμηθεί. Μόλις είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο, όμως κανείς δεν θα το μάθαινε ποτέ.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο που είχε γραμμένη στις σελίδες του μια παλιά ωραία ιστορία που άρεσε στους ανθρώπους, γι’ αυτό συχνά το έπαιρναν στα χέρια τους και το διάβαζαν. Κάποιοι από αυτούς σημείωναν στο πλάι των σελίδων του τις σχετικές και άσχετες σκέψεις τους, κάποιοι τσαλάκωναν τις σελίδες ή τοποθετούσαν ξένα χαρτιά ή λουλούδια για να μην χάσουν το σημείο που κάποια στιγμή τερμάτισαν την ανάγνωση. Κάποιοι κοιμόνταν με το βιβλίο στο χέρι, κάποιοι κρύωναν, κάποιοι έβηχαν, κάποιοι έκλαιγαν διαβάζοντάς το. Το βιβλίο κουράστηκε να ζει στις ζωές τόσων ανθρώπων, άρχισε να αγωνιά για την ακεραιότητά του, ύστερα αντιπάθησε όλους αυτούς που το θεωρούσαν δικό τους, στο τέλος ήταν έξαλλο εναντίον τους: τους μισούσε.

Άρχισε να αλλάζει το τέλος της ιστορίας του, να αλλάζει τη σειρά των κεφαλαίων του, να μικραίνει πολύ τις φράσεις του ή να τους παίρνει τις τελείες φτιάχνοντας φράσεις υπερσιβηρικές. Καθώς κανένα τέχνασμα δεν απομάκρυνε τους αναγνώστες – μάλλον περισσότερο τους ερέθιζε με τα τερτίπια του – σκέφτηκε ένα δαιμόνιο σχέδιο που επιτέλους μείωσε δραματικά αυτή την ανυπόφορη ενόχληση της ανάγνωσης: πολλαπλασιάστηκε σε όλες τις παραλλαγές του κι έγινε πια δεκάδες και εκατοντάδες και χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία. Και ύστερα οι άνθρωποι έφτιαξαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη και τα έβαλαν όλα μέσα και διάβαζαν και διάβαζαν και διάβαζαν μέχρι το τέλος του χρόνου.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο ήρωας μιας ιστορίας που αφηγούνταν ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο που στεκόταν στα ράφια μιας μεγάλης βιβλιοθήκης. Ο ήρωας περνούσε πολλές περιπέτειες στις σελίδες του και παρά το γεγονός πως δεν ήταν κανονικός άνθρωπος άρχισε να σκέφτεται πόσο κουραστικό είναι να ζεις και να ξαναζείς τα ίδια βάσανα μπρος στα μάτια τόσων ανθρώπων. Άρχισε να νοιώθει μίσος γι’ αυτόν που τον δημιούργησε εγκλωβίζοντας τη ζωή του στην πλούσια φαντασία του, υποβάλλοντας τις αντιδράσεις και τις σκέψεις του στη δική του απόλυτη θέληση. Ο ήρωας παρακολουθούσε και τους άλλους ήρωες των βιβλίων που ζούσαν δίπλα του, παραδομένους απελπιστικά στην τύχη που τους επιφύλαξαν οι δημιουργοί τους. Αρνούμενος την προκαθορισμένη πορεία του στο χρόνο αποφάσισε να αποδράσει, να γίνει άνθρωπος. Καθώς δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από τα βιβλία, τους φίλους του τους ήρωές τους, έγινε βιβλιοθηκάριος: άρχισε να κατανέμει τη διαρκώς επεκτεινόμενη και χωρίς ελπίδα προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν τον κόσμο.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βιβλιόφιλος αναγνώστης. Με σπουδή και λατρεία διάβαζε κάθε βιβλίο που έπεφτε στα χέρια του. Θαύμαζε απεριόριστα τη φαντασία των συγγραφέων που μπορούσαν να δημιουργήσουν ανθρώπους και ιστορίες κι ένοιωθε πάντα πως η ανάγνωση είναι ένας καθρέφτης ή μια κλεμμένη ζωή. Του άρεσε να ζει λαθραία στις ιστορίες των βιβλίων- συχνά πίστευε πως ήταν πιο ενδιαφέρουσες από τη δική του μίζερη κι αδιάφορη ζωή.

Μια μέρα ο άνθρωπός μας πήρε στα χέρια του ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο και κάθησε όλο προσμονή να το διαβάσει. Γυρνώντας μία-μία τις σελίδες του, τις βρήκε λευκές, άγραφες, χωρίς ήρωες και ιστορία να αφηγηθούν. Και ήταν ίσως το καλύτερο βιβλίο που διάβασε ποτέ.

Υ.γ.: Την ιστορία αυτή (ή τις παραλλαγές της) εμπνεύστηκα διαβάζοντας το βιβλίο του Jacques Bonnet «Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα» (εκδ. Άγρα, 2010): ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που τσιμπολογάει τα πάθη του βιβλιόφιλου με την εκλεκτικότητα ενός καλοφαγά.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Θ' αργήσεις;



Απ’ όταν έπαψα να ζω μόνος μου, ιδίως μετά τη γέννηση των παιδιών, κανένα σημείο του σπιτιού δεν μου ανήκει αποκλειστικά και για όσο χρόνο χρειαστεί.  Ούτε καν η τουαλέτα, αφού η πιο συχνή ερώτηση όταν ετοιμάζομαι να μπω είναι «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…». Δεν μπορώ βέβαια να πιω γυμνός τον καφέ μου, να φάω στο κρεβάτι ή να διαβάσω χωρίς διακοπή το βιβλίο μου στο μπαλκόνι. Αυτά έχουν παρέλθει και «διηγώντας τα να κλαις».

Σε αντικατάσταση έχω εφεύρει κάποιες διάσπαρτες στιγμές μέσα στη μέρα, ιδιαίτερης ευαισθησίας στιγμές, που ένα τραγούδι, ένα ποίημα, ένα βλέμμα με γεμίζουν ελευθερία. Αυτές τις στιγμές πρέπει να τις ελέγχω, κυρίως τη διάρκειά τους, να προσέχω γιατί μπορεί μια μέρα ν’ ακούσω να μου λένε: «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…»

Θα περίμενες ίσως ένα πολιτικό ποστ, λίγες μέρες πριν τις εκλογές. Εντάξει, έχεις δίκιο: από τότε που ζούμε με όλους αυτούς τους άλλους γύρω μας, ούτε στο παραβάν τη μέρα των εκλογών δεν είμαστε μόνοι μας και για όσο χρόνο χρειαστεί. Πρέπει να υπολογίζουμε ότι ψηφίζουμε και για τους άλλους και πως ο χρόνος μας τελειώνει. Γιατί κάποιος θα ‘ρθει να πει: «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…»

Καλή ψήφο αδέρφια!

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Ο θησαυρός της Ζωρζ Σαρή


Ο θησαυρός της γραφής της θα κατοικεί πάντα μέσα μας, όπως η πρώτη βροχή του φθινοπώρου ποτίζει τη διψασμένη γη του καλοκαιριού. Σε μία από τους πιο άξιους ταξιδευτές της παιδικής μας ψυχής - αυτής που μοιάζει μεγαλώνοντας με ιδανικό νησί που κάποτε επισκεφτήκαμε (κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα ίσως στα 8, 9 μας χρόνια) - ένα δάκρυ πολύτιμο είναι το στερνό μας "αντίο". Ένα δάκρυ από τους δικούς μας θησαυρούς.

Καλό ταξίδι Ζωρζ Σαρή

Γιώργος Κατσαμάκης
(ένας πιτσιρίκος που έκλεισε σήμερα τα 38 του χρόνια)

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Άνεργος

"Έχω να σας πω ένα πολύ άσχημο νέο: οι συμβάσεις σας είναι άκυρες. Από αύριο δεν μπορείτε να έρθετε πάλι στη δουλειά". Η Ειρήνη μας ανακοινώνει με πνιγμένη φωνή το μήνυμα. Το γραφείο σιγά-σιγά γεμίζει από συναδέλφους. Αδειάζω. Βουβή απόγνωση. Σαν να έχουμε μάθει μόλις για ένα θάνατο.

Πνίγομαι. Θέλω να ανασάνω. Φεύγω. Γυρίζω στην πόλη. Κάθε βήμα και μια σκέψη απελπισίας. Πρέπει να κόψω τα πάγια έξοδα. Μήπως επιτέλους να φύγουμε έξω; Πώς θα το πω στο γιο μου; Είναι η εκδρομή του Συλλόγου Γονέων το Σαββατοκύριακο. Θα αφήσω να περάσει, θα πάμε, θα του το πω μετά. Θα το πούμε στους παππούδες; Είναι και το χαράτσι στην Εφορία, 3000 ευρώ για την αποζημίωση των ολυμπιακών αγώνων που πήρα πριν 8 χρόνια. Λήγει τον Ιούνιο η διορία.

Γυρίζουμε σπίτι. Μουδιασμένοι κι οι δυο. Εκείνης η σύμβαση τελειώνει σε δυο μήνες. Δεν λέμε τίποτα στο μεγάλο. Δεν αντέχω να τον κοιτάξω. Τρώμε σιωπηλοί. Ξαπλώνουμε. Κοιμάμαι αμέσως: όταν ξυπνήσω μπορεί να είναι μόνο ένα όνειρο.

Ξύπνησα. Πονάω. Έβρεξε σήμερα. Μέσα μου.



Κυριακή βράδυ. Κάποιοι χορεύουν μεθυσμένοι σε μια ντίσκο. Έχω την κόρη μου στον ώμο κι αποχωρώ. Μπροστά μου μια οικογένεια Ρώσων. Φεύγουν κι εκείνοι. Κάτι λένε στη γλώσσα τους και γελούν. Το φεγγάρι πίσω μας. Νομίζω με κοιτάει -  μερικές φορές κι αυτή ακόμη τη σιωπηλή αδιακρισία του φεγγαριού δεν την αντέχεις." Όλοι γελάνε στην ίδια γλώσσα", σκέφτομαι. Κι όλοι πονούν με τα ίδια δάκρυα.