Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Να κάνουμε τους καναπέδες... βιβλιοθήκες

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 29/9/2013]


Πώς θα μπορούσαν οι βιβλιοθήκες να απαντήσουν στο φαινόμενο του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας, του φασισμού; Το ερώτημα τέθηκε προ ημερών από συνάδελφο. Η δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα από μέλος της Χρυσής Αυγής ήταν η αφορμή.

Ανέκαθεν οι βιβλιοθήκες αντιμετώπιζαν «δυσκολίες» με τα καθεστώτα που «έβαζαν όρια στις ελευθερίες» (για να το πούμε έτσι). Τα περισσότερα από αυτά όμως σπάνια κατέφευγαν στην ολοκληρωτική εξόντωσή τους, ίσως και από αδυναμία. Είναι ενδεικτικό πως στα πρώτα σοβιετικά γκουλάγκ επιτρεπόταν στους κρατούμενους να συγκροτούν βιβλιοθήκες, ορισμένες δε από αυτές, όπως του Σολοβέτσκι, κατάφεραν να αριθμούν 30.000 τόμους βιβλίων. Μια ιδιαίτερη περίπτωση ήταν οι Γερμανοί ναζί, καθώς το καθεστώς, εκτός των βιβλίων που έριχνε στην πυρά (κάτι που όλοι ξέρουμε), μερίμνησε πολλές φορές για την ενίσχυση των βιβλιοθηκών του. Με απάνθρωπη μεθοδικότητα οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες των Εβραίων συγκεντρώνονταν, αφαιρούνταν τα «επιζήμια» βιβλία και τα υπόλοιπα στέλνονταν σε κοινωνικά ιδρύματα, όπως γηροκομεία, σχολεία και δημόσιες βιβλιοθήκες. Με εγκληματική ευφυΐα οι Γερμανοί ασκούσαν έτσι κοινωνική πολιτική στα μετόπισθεν και εξασφάλιζαν την συναίνεση του λαού τους στη συνέχιση του πολέμου.

Ο Χορχέ Σεμπρούν στο βιβλίο του «Τι ωραία Κυριακή» αναφέρεται στη βιβλιοθήκη του στρατοπέδου του Μπούχενβαλντ, που συγκροτούνταν από προσφορές των κρατουμένων. Παρά τον εγκλεισμό τους, τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και την τρομοκρατία, οι πολιτικοί κρατούμενοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είχαν περισσότερα δικαιώματα από τους Εβραίους, τους τσιγγάνους και τους ομοφυλόφιλους, που εξοντώνονταν σε αυτά με απόλυτη μεθοδικότητα. Ιεραρχώντας τα δικαιώματα ακόμη και των εγκλείστων (πχ οι Γερμανοί κομμουνιστές μπορούσαν να επισκέπτονται το πορνείο του στρατοπέδου) οι ναζί σηματοδοτούσαν την δομή της κοινωνίας τους με κάθε ευκαιρία.

Αν αντέχουν κάτω από τέτοιες συνθήκες οι βιβλιοθήκες είναι γιατί τελικά εκ προοιμίου υπηρετούν την αιώνια πάλη του πνεύματος, περιέχοντας ένα σύνολο της ανθρώπινης γνώσης και λειτουργώντας πριν και μετά από όσους το ορίζουν κάθε φορά. Η βιβλιοθήκη, για να απαντήσουμε λοιπόν στη συνάδελφο, από μόνη της αποκλείει το ρατσισμό, αφού ο πλουραλισμός της υπηρετεί τη διαλεκτική, αφού τοποθετεί θέση και αντίθεση στο ίδιο ράφι, δίπλα-δίπλα.

Δεν αρκεί όμως αυτή η αρχή για να αντιμετωπιστεί το μίσος που πρεσβεύει η αντιδραστική δεξιά στη χώρα μας. Και εδώ έρχεται η κοινωνική αποστολή των θεσμών, εν προκειμένω των βιβλιοθηκών, για να στρατευθεί στον αντιφασισμό. Τούτο σημαίνει πως πρέπει καταρχάς να αποδεχτούμε πως έχουμε πόλεμο. Τα όπλα μας είναι το υλικό και οι υπηρεσίες μας. Οφείλουμε να συγκεντρώσουμε και να αναδείξουμε υλικό που μιλάει, αναλύει, ιστορεί το φασιστικό/ναζιστικό φαινόμενο, υλικό που ενημερώνει για τα θύματα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Οφείλουμε να δώσουμε την ευκαιρία στους χρήστες των βιβλιοθηκών να εντοπίσουν το υλικό αυτό, να το βάλουμε στις προθήκες που παλιότερα τοποθετούσαμε άλλα βιβλία. Μπορούμε να οργανώσουμε βιβλιοπαρουσιάσεις, θεματικές συζητήσεις, προβολή ντοκυμαντέρ, λέσχες ανάγνωσης στο χώρο της βιβλιοθήκης μας και να μιλήσουμε ανοιχτά για όσα προασπίζεται η αντιφασιστική στράτευση. Μπορούμε να οργανώσουμε υπηρεσίες που θα απευθύνονται στους μετανάστες, που θα επιχειρούν να τους βοηθήσουν στην ένταξη στον κοινωνικό μας ιστό, που θα «μιλούν»  τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους.


Νομίζω όμως πως πριν βρούμε τι θέλουμε να κάνουμε θα πρέπει να απαντήσουμε αν θέλουμε να κάνουμε κάτι για τον επελαύνοντα φασισμό.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η κα Τζίνα: η πρώτη αγάπη

Η πρώτη αγάπη είναι ύπουλο θέμα. Είναι έρωτας; Είναι σκίρτημα, εμμονή, τρυφερότητα, καύλα, ηδονή, αφοσίωση, υποταγή, φαντασίωση; Μήπως κάθε αγάπη είναι η πρώτη αγάπη, τι το ιδιαίτερο έχει λοιπόν η πραγματικά πρώτη, τι καθορίζει ή καθορίζεται σε αυτήν; Μπορεί η πρώτη αγάπη να είναι μια Σάσα με αστεράκια στο στήθος της που κάποια μέρα βρήκες στην άκρη του δρόμου; Ή ίσως μια ερωτική σκηνή στον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας» που διάβαζες και ξαναδιάβαζες για μήνες, ή μια γυμνή γυναίκα στο εξώφυλλο του βιβλίου της Ζωγράφου με τίτλο «μου χαρίζετε ένα βασιλόπουλο παρακαλώ;». Μπορεί να είναι η Ξένια Καλογεροπούλου στη Λοκαντιέρα του Γκολντόνι, ένα σκίτσο του Manara ή το λήμμα για την ανατομία της γυναίκας στη «Δομή». Μπορεί να είναι ένας συμμαθητής σου στο δημοτικό, η «γιαγιά» σου στο Βαθύ, ο Αρχίδαμος (ο γάτος) ή τα παιδιά σου. Αγάπες σημαδεύουν τη ζωή μας, τι νόημα έχει λοιπόν να μιλήσω για την πρώτη;

Πριν λίγες μέρες ήρθε στο σπίτι ένας φίλος του γιου μας. Είχαν να τα πουν όλο το καλοκαίρι και ήταν ενθουσιασμένοι. Κάποια στιγμή άρχισαν να μιλούν για Εκείνη, την κοινή τους αγάπη. Ο Παναγιώτης αποκάλυψε πως την φίλησε κι εκείνος στο στόμα. ΚΑΙ εκείνος; Γιατί ποιος άλλος; Ο κανακάρης μας την είχε λέει φιλήσει την άνοιξη, ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μας και έπαιζαν, νόμιζε πως δεν θα του αρέσει με τα σάλια, αλλά τελικά του άρεσε και μετά δεν σκουπίστηκε. Και του Παναγιώτη του άρεσε όμως καλύτερα ο δικός μας να τα φτιάξει με την Άλλη που τον θέλει για να έχουν ο καθένας από μία και να μην μοιράζονται την ίδια.

Ώστε έτσι λοιπόν- ζούσα στο σκοτάδι λοιπόν, ο μικρός αγάπησε λοιπόν και αγαπήθηκε (λοιπόν). Και μιλάει (μήνες μετά) με τρυφερότητα για το φιλί με ένα κορίτσι και το αποζητάει, το ακολουθεί κι άλλοτε κάνει πως αδιαφορεί κι άλλοτε δέχεται την περιποίησή της και κάθονται μαζί και μιλούν και γελούν και τσακώνονται και δεν είναι πια μικρά παιδιά και «τα φτιάχνουν».


Η δική μου πρώτη αγάπη λοιπόν δεν ήταν σαν του γιου μου - οι δικές μου αγάπες ήταν πάντα κομματάκια παζλ μιας αγάπης. Διαπιστώνω πως πάντα αγαπούσα τις δασκάλες μου (όχι όλες) και τις φιλολόγους μου (όλες). Μια σχέση εξουσιαστική δηλαδή (κάπου είχα βάλει τον Φρόυντ) μια υποκατάσταση του συναισθήματος από την… πνευματικότητα. Όλα αυτά όμως ξεκίνησαν από την κα Τζίνα. Η πρώτη αγάπη ήταν σαφώς η κα Τζίνα. Η κα Τζίνα ήταν η νηπιαγωγός μου. Η ιστορία λέει πως λάτρευα να πηγαίνω στο νηπιαγωγείο για να τη δω. Πως με κανάκευε, πως με φιλούσε κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι. Κι εγώ τη στόλιζα με θαυμασμό. Κι όταν την 25η Μαρτίου ως Παλαιών Πατρών Γερμανός αναφώνησα στη σχολική γιορτή «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή» εκείνη κοιτούσα, για εκείνη το έλεγα κι εκείνη με κοιτούσε και με επιβράβευσε με ένα φιλί. Η πρώτη μου αγάπη ήταν μια επιβράβευση λοιπόν. Αργότερα κατάλαβα πως η αγάπη δεν είναι επιβράβευση, ούτε ο έρωτας βεβαίως.

Νομίζω λοιπόν πως αυτό είναι η πρώτη αγάπη: το πρώτο βήμα στον κόσμο, το πρώτο τραύμα, η πρώτη φορά που βγήκες από μέσα σου επιδιώκοντας να κυνηγήσεις το θήραμά σου που θα θρέψει τη μοναξιά, την αγωνία, το φόβο σου. Πανάκριβο μοιάζει αυτό, πολύτιμο και καθοριστικό στη ζωή σου. Εξάλλου σημασία τελικά δεν έχει αν θυμάσαι την πρώτη σου αγάπη, αλλά πώς τη θυμάσαι.


Ο Βιβλιοθηκάριος συμμετέχει στο αφιέρωμα για την «πρώτη αγάπη» μαζί με τους:

Ο ήχος του ανέμου: ο πρώτος έρωτας
Η ποδηλάτισσα: Πρώτη αγάπη
Kidscloud: Η πρώτη αγάπη αλλά και η πρώτη απογοήτευση
Το καραντί: Αγάπη
Rubies  and Clouds (RubinakiM): Έρωτες
Rubies  and Clouds (Nefosis): Σ' αγαπώ μα δεν το κχέρεις
Κυνοκέφαλοι: Ο Ταρζάν κι η αβωνιάρα
Ερυθρό καγκουρώ: Ραβασάκι και σκαμπίλι
Αναγεννημένη: πρώτο σκίρτημα
Kos Panti: Δυο αγάπες κι ένα ταξίδι στο μέλλον
Τσαλαπετεινός: Αχ Ελισσάκι
EvZin: Η Τριανταφυλλένη
Kizilkum: Αν ήσουν
Polyanna' s days:  Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο
Χαμένα επεισόδια: And burn your bridges down
Μια καπότα γράφει: η πρώτη αγάπη
Μπανάνα: Η λάθος μπλούζα
Old Boy: Το μαντηλάκι

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Τρωτοί λοιπόν...

Στο ‘χω ξαναπεί πως μου αρέσουν οι συναντήσεις- αυτές οι συναντήσεις που μετράνε το χρόνο και ζυγίζουν τα συναισθήματα. Και μου αρέσουν και οι άνθρωποι που είναι ευάλωτοι σε αυτές, που λυγίζουν το βλέμμα τους όταν αναμετρώνται με την επιμονή τους.



Το καλοκαίρι που μας πέρασε -τα καλοκαίρια περνάνε- έγινε μια τέτοια συνάντηση. Μια συνάντηση σε έναν τόπο που παράδοξα μας δένει κοντά του με ποικίλους τρόπους, τα Πούλιθρα Αρκαδίας (στη Νότια Κυνουρία). Έμαθα πως έχει σπίτι εκεί ο γλύπτης Γιώργος Χουλιαράς και δόθηκε μια μέρα η αφορμή και βρεθήκαμε. Είναι ένα σπίτι στην άκρη του χωριού (στην άκρη των πόλεων μένουν συνήθως οι πουτάνες και οι ποιητές), στη ρίζα του βουνού. Καθίσαμε, ήπιαμε καφέ, μιλήσαμε για τις «ασήμαντες ιστορίες» που γράφουν στη ψυχή μας, για τους Ηπειρώτες συγγραφείς και τους γλύπτες, μιλήσαμε για τον αδερφό του Γιώργου, τον αγαπημένο Νίκο Χουλιαρά. Ξεφυλλίζοντας επιτόπου κάποιους καταλόγους με έργα του, το είδα: είναι ένα γλυπτό, στη λίμνη των Ιωαννίνων. Πριν 15 χρόνια ήμουν φαντάρος εκεί. Στο Πέραμα. Συνήθιζα να περπατάω ώρες ατέλειωτες δίπλα στη λίμνη. Μια Κυριακή πρωί κάθισα σε ένα παγκάκι κι έγραψα στην καλή μου που ήταν τότε στην Αγγλία ένα γράμμα. Κοιτούσα το άγαλμα που ήταν μπροστά μου, την αγκαλιασμένη του μορφή και την ένιωθα κοντά μου, μοιραζόμουν τη μοναξιά μου με ένα άγαλμα ένα κυριακάτικο πρωινό στα Γιάννενα. Ψέλλισα κάπως άτσαλα «το ξέρω αυτό το άγαλμα, το θυμάμαι»- και σιώπησα μετά. Πόσα πράγματα πια μπορεί να σε δένουν με τους Χουλιαράδες.


Ετοιμάζοντας αυτή την ιστορία σκέφτηκα να την «παντρέψω» με το γράμμα εκείνο που Της είχα στείλει τότε. Ανέβηκα στο πατάρι και άρχισα να ψάχνω. Χάθηκα εκεί για ώρα σκάβοντας στις πίσω-πίσω κούτες. Τελικά δεν το βρήκα. Ίσως γιατί άρχισα άθελά μου να διαβάζω κάποια γράμματα του στρατού, γράμματα  δικά της, ή της μάνας, της Μόνας, της Φρόσως, της Στέλλας, της Πολίνας, της Ελένης… Κάποια στιγμή άνοιξα κι ένα του Ισαάκ του Σούση, το διάβασα και χαμογέλασα. Ήταν αυτό ακριβώς που μου έγραφε ο φίλος μου: «… Δεν νομίζω ότι χάνεις και πολλά στην Αθήνα και σίγουρα πιστεύω ότι αν είσαι ανοιχτός – στο μυαλό εννοώ – θα χαρείς και θα συγκινηθείς αλλιώς από την κρυστάλλινη μαγεία της Ηπείρου. Ούτε ο στρατός είναι όπως παλιά, ούτε οι νέοι (ασχολίαστο προς το παρόν), αλλά η ποιητική ματιά βρίσκει τις αφορμές και τις αιτίες που θα τη σημαδέψουνε για πάντα, εκεί ακριβώς που ο μέσος όρος είναι ανίκανος να παρατηρήσει το παράδοξο, το αλλιώτικο και το αξιόλογο. Μην περιμένεις ενθάρρυνση από το περιβάλλον και μυστικά σημάδια για να φανερωθείς, άφησε την ψυχή σου τρωτή σε όλα τα βέλη - ….».


Τρωτοί λοιπόν, για τούτο ζωντανοί



*η πρώτη φωτογραφία είναι της φίλης μου, της Ντίνας Βιτζηλαίου

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Τι γυρεύει ο Μίσσιος στο Αμβούργο;

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 15/9/2013]

 

Η εποχή αυτή της αντιπαροχής, όπου κατεδαφίζονται δικαιώματα και παροχές για να χτιστεί ένας πολυώροφος καπιταλισμός είναι και εποχή αντιστάσεων. Μικρών, αδύναμων, ασυντόνιστων ίσως. Όμως αντιστάσεων.

Διαβάζω πληροφορίες σχετικές με τις βιβλιοθήκες που με τρομάζουν. Η Telegraph σε άρθρο της στις 7 Αυγούστου αναφέρεται στην απόφαση των ελβετικών αρχών να απαγορέψουν στους αιτούντες άσυλο στη χώρα να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και χώρους όπως το κέντρο των πόλεων, εκκλησίες, πισίνες ή βιβλιοθήκες. Με τον τρόπο αυτό, ισχυρίζονται, θα επιτυγχάνεται η ειρηνική συνύπαρξη με τους ντόπιους!

Στις ειδήσεις αυτές έρχονται να απαντήσουν άλλες, με σημάδια αντίστασης. Οι βιβλιοθήκες του Δήμου Θεσσαλονίκης με τη βοήθεια πολιτών συγκροτούν αυτές τις μέρες τμήματα εκμάθησης αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής, ιταλικής, ισπανικής , ρωσικής , τουρκικής , βουλγαρικής, σερβικής και κινεζικής γλώσσας. Αρωγοί σε αυτή την πρωτοβουλία (που οργανώνει ο Δήμος και όχι πάλι κάποιος χορηγός) είναι απόφοιτοι ή μεταπτυχιακοί φοιτητές του αντίστοιχου τμήματος ξένης Φιλολογίας, ή καθηγητές.

Πριν λίγες μέρες έμαθα για την κίνηση των ελληνικών βιβλίων στη δημόσια βιβλιοθήκη του Αμβούργου. Έχουμε ξαναγράψει εδώ για τη συνεργασία του Γερμανικού Βιβλιοπωλείου στην Αθήνα με τη συγκεκριμένη βιβλιοθήκη και για τη δημιουργία ελληνικής συλλογής που η τελευταία συγκροτεί τα τελευταία τρία χρόνια λόγω της αύξησης των Ελλήνων μεταναστών στην πόλη. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε, αφού πρώτα ξεπεράσουμε την έκπληξή μας για την έγνοια της δημόσιας αυτής βιβλιοθήκης προς τους νέους, μορφωμένους Έλληνες μετανάστες, ποια βιβλία κινούνται περισσότερο. Τι διαβάζουν στη γλώσσα μας στη δημόσια βιβλιοθήκη αυτής της πόλης οι Έλληνες μετανάστες. Δεν θα περίμενε κανείς το πιο διαβασμένο βιβλίο να είναι το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου (87 δανεισμοί). Ανάμεσα στις συνήθεις παρουσίες (και επομένως χρήσεις) του καταλόγου θα βρει κανείς Καζαντζάκη («Αναφορά στο Γκρέκο» (64), «Ασκητική» (23)), Παπαδιαμάντη («τα ρόδινα ακρογιάλια και άλλα διηγήματα» (49)) και Ροΐδη («η πάπισσα Ιωάννα» (40)). Θα βρει όμως και το Middlesex του Ευγενίδη (45), την «κάθοδο των εννιά» του Βαλτινού (68), βιβλία του Ταχτσή, του Δήμου, της Φακίνου, του Θέμελη, του Μάρκαρη, της Βαμβουνάκη. Θα βρει κανείς και ξένα μεταφρασμένα στην ελληνική, κάποια με καλές «αποδόσεις», όπως «ο θεός των μικρών πραγμάτων» της Roy (35), το «περιστέρι» του Ζίσκιντ (33) ή ο «αλχημιστής» του Κοέλιο (24). Και αν κάπου σε όλα αυτά θες να διακρίνεις το όνειρο που παραμονεύει, θα δεις πως στις πρώτες θέσεις των δανεισμένων βιβλίων στη βιβλιοθήκη μιας γερμανικής πόλης είναι και μια έκδοση με «ηπειρώτικα παραμύθια»…

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Ιστορία ενός λαού.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λαός που ζούσε σε ένα βιβλίο. Στις άσπρες του σελίδες γεννήθηκε και μεγάλωσε κι εξαπλώθηκε- ανάμεσα στις λέξεις και τα νοήματά του ζούσε. Ώσπου αποφάσισαν πως δεν χωρούν σε μια ιστορία που κάποτε άρχιζε και κάπου τέλειωνε. Ήθελαν να μάθουν και να δουν. Και βρήκαν τρόπο κι άφησαν το βιβλίο. Και οι φράσεις έφυγαν σιγά-σιγά σιωπηλά καραβάνια και οι λέξεις σκόρπισαν. Ώσπου άδειασε σχεδόν το λευκό. Μονάχα κάτι χηρεμένα "αν" και "τότε" ξαπόμειναν (μέχρι που πέθαναν κι αυτά από αμφιβολία ή αναπόληση).

Αναζητώντας μια νέα ευρύχωρη πατρίδα ο λαός πλανήθηκε αιώνες στον κόσμο- καμιά πατρίδα δεν περίσσεψε γι' αυτούς. Μπορείς να τους δεις ακόμη να ψάχνουν. Να περνούν από βιβλίο σε βιβλίο περιπλανώμενοι. Σαν τις ιδέες.

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

η Κατίνα η Κρητικιά


Η Κατίνα η Κρητικιά είναι ένα ποίημα που τ' άκουσα μια μέρα να τραγουδάει πηγαίνοντας. Υπάρχουν κι αυτά τα ποιήματα. Που γέρασαν και περπατούν με το μπαστούνι τους στην άκρη του δρόμου και τραγουδούν τις χαρές μας και ο αέρας παρασέρνει τα λίγα τους μαλλιά- όπως ο χρόνος αδυνατίζει τη μνήμη.

Η Κατίνα η Κρητικιά είναι ένα ποίημα που όπως λένε οι παλιοί  της οδού "Ηρώων 1912" δούλευε στην άκρη της πόλης το '50. Ύστερα κάποιος την αγάπησε και την έφερε στη γειτονιά. Υπάρχουν και τα σπιτωμένα ποιήματα. Που τα γερνάει ο χρόνος - όπως ο αέρας στεγνώνει τα χείλη.

Χήρα πια, γριά και μόνη η Κατίνα είναι ένα ποίημα που δεν το έγραψε ποτέ κανείς.