Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Public 2015: βραβεία βιβλίου


Μια ενδιαφέρουσα συγκυρία μού επέτρεψε πριν λίγες μέρες να συμμετέχω ως μέλος σε μια επιτροπή βράβευσης του εκδότη της χρονιάς για λογαριασμό ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου. Από μόνη της αυτή η δυνατότητα έχει σημαντικά στοιχεία: καταρχάς επιλέχθηκα ως άνθρωπος του βιβλίου, ως εκπρόσωπος ενός χώρου που έχει να κάνει με αυτό. Θεωρώ χρήσιμο για το επάγγελμά μου και τις βιβλιοθήκες την «αναγνώριση» αυτού του τύπου. Έπειτα, με την ευθύνη της επιλογής αντιλαμβάνεται κανείς πως τα πράγματα δεν είναι εύκολα, πως χρειάζονται κριτήρια και γνώσεις που δεν θα αδικήσουν κάποιον, πως προφανώς η βράβευση ενός εκδότη δεν έχει πολλά κοινά με την ψηφοφορία για το τραγούδι της Eurovision (ή μήπως όχι;). Βασική έλλειψη, η γνώση της αγοράς. Ενώ εσύ προκρίνεις τον εκδότη που επιμένει στην Κρίση να εκδίδει ποίηση, μαθαίνεις (γιατί ρωτάς) πως ο ίδιος ούτε ρισκάρει γι’ αυτό (όποιος πληρώνει, εκδίδεται), ούτε καν επιλέγει (αφού όποιος πληρώνει, εκδίδεται). Επίσης, μπορείς να βραβεύσεις έναν γνωστό στην πιάτσα των μεταφραστών, επιμελητών, εικονογράφων κακοπληρωτή; Ρωτάς να μάθεις λοιπόν, και συγκεντρώνοντας πληροφορίες αντιλαμβάνεσαι τελικά πως οι βιβλιοθήκες είμαστε πολύ πιο κοντά στον αναγνώστη από ό,τι στο συγγραφέα ή τον εκδότη. Είμαστε μάλλον ένας αφελής ναός την ανάγνωσης, παρά σουπερμάρκετ του βιβλίου, πως εμείς δεν είμαστε οι δημιουργοί, αλλά οι τιμητές του βιβλίου.


 Η βράβευση έχει από μόνη της μια ελαστική ηθική. Επιτρέπει τον Έναν που θα τιμηθεί ως ο καλύτερος. Διάτρητη πάντα αυτή η επιλογή. Είναι όμως και μια αναγνώριση και απόδοση τιμής και παρότρυνση στο δημιουργό να συνεχίσει. Τι γίνεται όμως όταν ο φορέας που θα βραβεύσει είναι ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο, ένα υπερκατάστημα που πουλάει βιβλία, video games, gadget και cd; Σε μια αγορά διαλυμένη από την οικονομική κρίση και τις μεταβάσεις που ούτως ή άλλως συμβαίνουν διεθνώς στο εμπόριο (και) του βιβλίου, αυτού του τύπου τα πολυκαταστήματα συγκεντρώνουν τη διακίνηση του βιβλίου και εν πολλοίς καθορίζουν και το χρηματιστήριο των ευπώλητων.


 Στον ελληνικό μικρόκοσμο του βιβλίου διάφοροι επιχειρούν αυτό τον καιρό να πλασαριστούν ως τιμητές της δημιουργίας. Δεν είναι μόνο το Public. Σε λίγες μέρες για παράδειγμα και ο Αναγνώστης θα ανακοινώσει τα βραβεία του. Ας κρίνουμε τι έγινε φέτος με τα βραβεία του Public, τη δεύτερη χρονιά αυτού του «θεσμού» (ένθετο σχόλιο: απαξιώνονται από κάθε κατεύθυνση οι δημόσιοι θεσμοί, για να υμνηθούν επίμονα οι ιδιωτικοί που τους αντικαθιστούν). Το ατού των βραβείων αυτών, όπως επισημάνθηκε και τη βραδιά που ανακοινώθηκαν και δόθηκαν (26/5/2015) στο Μέγαρο Μουσικής, είναι ότι «ψήφισε ο λαός», «ψήφισαν οι αναγνώστες». Αυτό με κάποιον τρόπο νομιμοποιεί το αποτέλεσμα. Ακόμη και αν λίγο γκρινιάρικα πούμε πως μάλλον θα έπρεπε να λέμε «ψήφισαν οι καταναλωτές». Πάνω από 100.000 άνθρωποι «νομιμοποίησαν’ με τη συμμετοχή τους τα βραβεία του Public. Η μετα-δημοκρατία όμως σταματάει εκεί: η αρχική, μεγάλη λίστα των υποψηφίων δεν προέκυψε από τον «λαό», αλλά από τους εκδότες. Οι κατηγορίες δεν προέκυψαν από το «λαό», αλλά από τους οργανωτές. Όλα αυτά κρίνονται και πρέπει να κρίνονται. Έχει ενδιαφέρον πως το μη λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό βιβλίο στριμώχνεται σε μία κατηγορία, στο «δοκίμιο». Την ίδια ώρα η λογοτεχνία απλώνεται σε 7 βραβεία (6 πεζογραφία, 1 ποίηση). Η ανάγνωση σύμφωνα με τη σημειολογία του Public είναι κυρίως απόλαυση και πολύ λίγο γνώση. Τι γίνεται λοιπόν αν σκεφτείς πως ο τρόπος της ψηφοφορίας έτσι όπως διεξάγεται, είναι μια εμπορική κι επικοινωνιακή ευκολία;


 Ποιος θα κρίνει τους κριτές και την επιλογή τους όταν είναι τόσοι πολλοί; Πόσο απέχει η Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη  στην κατηγορία «ο πιο ερωτικός χαρακτήρας» από το μιντιακό απόφθεγμα «δίνουμε στο λαό αυτό που προτιμάει;». Παρεμπιπτόντως δεν μπόρεσα παρακολουθώντας τη βραβευθείσα μπεστσελλερίστρια να ευχαριστεί το κοινό συγκινημένη να μην θυμηθώ τη Μέριλ Στριπ στη «διαβολογυναίκα»! Τι σημαίνει η συνυποψηφιότητα του μεταφυσικού δοκιμίου «Υπάρχει θεός» με το πολιτικό «η γένεση της μνημονιακής Ελλάδας» του Γιάνη Βαρουφάκη; Τελικά η μεταφυσική νίκησε την πολιτική στην Ελλάδα του Public το 2015 (βραβεύθηκε ο Φιλοκτήτης Διακομανώλης της Ιωλκού).


 Αν για τον τρόπο και τη σημειολογία της ψηφοφορίας των «λαϊκών» βραβείων του Public μπορεί προφανώς κανείς να πει πολλά, θα πρέπει κάπως να περιγράψουμε και το event της βράβευσης, που νομίζω πως συμπληρώνει το παζλ. Στήθηκε λοιπόν στο Μέγαρο ένα μικρό σόου, ένα νευρωτικό πηγαινέλα σε μια κανονική πασαρέλα,  με δόσεις ποιότητας κλεμμένες από τη θεατρική συγκυρία της Αθήνας και ένθετες στη «βαρετή» διαδικασία του ανοίγματος των φακέλων με τα αποτελέσματα και των αναπόφευκτων ευχαριστιών των βραβευθέντων. Από μόνο του το βιβλίο είναι επικοινωνιακά αδύναμο, επομένως πρέπει να στήσουμε μια φωτογραφήσιμη κατάσταση που δεν θα εστιάζει στο έργο, αλλά στα πρόσωπα. Θα φέρουμε τον αναβαπτισμένο ποιοτικά σταρ Ρουβά να βραβεύσει τον σταρ Τριβιζά που όμως δεν ήρθε από την Αγγλία να παραλάβει το βραβείο του (αντίθετα, η αγγλίδα Natalie Meg Evans μπόρεσε να έρθει). Και την ίδια ώρα που ο ποπ Ρουβάς δίνει το βραβείο της παιδικής λογοτεχνίας, η προβλεπόμενη και πάντα πρόθυμη Λαμπράκη-Πλάκα βραβεύει το "εκδοτικό αποτύπωμα', και η Μάγια Τσόκλη, πρώην βουλεύτρια του ΠΑΣΟΚ, το ΕΥ ΖΗΝ (που προφανώς υπηρέτησε, όταν υπερψήφιζε στη Βουλή τις μνημονιακές πολιτικές…) στο πρόσωπο του τηλεοπτικού μάγειρα Άκη Πετρετζίκη. Την ίδια ώρα παρόντες στην εκδήλωση και με τη μικρή ή μεγάλη αγωνία της βράβευσης στο πρόσωπό τους διέκρινες τόσο τον ιστορικό και μέλος την Ακαδημίας Αθηνών Κωνσταντίνο Σβολόπουλο (υποψήφιο, αλλά όχι νικητή στην κατηγορία του δοκιμίου), αλλά και τη Χρυσηίδα τη Δημουλίδου (υποψήφια στο «ελληνικό μυθιστόρημα», συνυποψήφια στην ίδια κατηγορία με την ομότεχνή της Λένα Μαντά, η οποία Μαντά όμως ήταν υποψήφια και στο βραβείο «ο πιο ερωτικός χαρακτήρας). Στο καλοστημένο σκηνικό της βραδιάς υπήρξαν δύο καταφανή φάουλ: το πρώτο (εντοπίστηκε από τον μεταφραστή Γιώργο Δεπάστα) όταν αγνοήθηκε εντελώς τόσο από τα Public, όσο και από τον εκδότη της (Μεταίχμιο), η μεταφράστρια του βραβευθέντος Ian Rankin Βάσια Τζανακάρη. Το δεύτερο, όταν η επιτροπή του ειδικού βραβείου για το εξώφυλλο της χρονιάς βράβευσε ένα εξώφυλλο που δεν είδαμε στις οθόνες της εκδήλωσης.


 Κι έτσι μια γλυκιά σούπα διασημοτήτων και φιλότιμων, σεμνών δημιουργών γίνεται δελτίο τύπου και φωτογραφίες στις πολιτιστικές σελίδες των εφημερίδων και των portal. Μακριά ίσως από τη συγκίνηση της ανάγνωσης και τη δημιουργία στήνεται ένα κοσμικό γεγονός. Θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι άλλο; Είναι τα πράγματα μονοσήμαντα; Δικαιολογώντας κάπως τη δική μου συμμετοχή στο ειδικό βραβείο του «εκδοτικού αποτυπώματος» και στην επιτροπή που επέλεξε τον εκδότη της χρονιάς νομίζω πως μπορώ να υπερασπιστώ την άποψη που λέει πως δεν είναι μονοσήμαντα τα πράγματα. Χωρίς να γνωρίζω ποιοι συγκροτούν την επιτροπή, χωρίς να μπορώ να μιλήσω μαζί τους και να συσκεφτώ, χωρίς καν να μπορώ ελεύθερα να επιλέξω τον εκδότη που επιθυμώ (αφού όπως μας ειπώθηκε δεν αποδέχθηκαν όλοι την πρόσκληση των Public, επομένως η επιλογή γινόταν από μια λίστα), ψήφισα τους εκδότες που δεν βραβεύτηκαν. Έναν εκδότη της Θεσσαλονίκης που εκδίδει παιδικά βιβλία, έναν εκδότη της Αθήνας που εκδίδει δοκίμιο κι έναν πιο mainstream εκδότη που επιμένει στην τυπογραφική ποιότητα των εκδόσεών του. Κυρίως όμως ψήφισα για την αναγκαία (κατά τη γνώμη μου) εμπειρία ενός τέτοιου γεγονότος και γιατί ένιωθα πως είναι τιμή σε αυτές τις βιβλιοθήκες και τους ανθρώπους τους να συμμετέχουν σε μια διαδικασία ανάδειξης του βιβλίου, έστω εμπορική. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της βραδιάς, σκεφτόμουν πώς θα ήταν, ποια θα ήταν τα βραβεία που θα έδιναν οι συνάδελφοί μου στις δεκάδες βιβλιοθήκες της χώρας αν με κάποιο τρόπο αποφασίζαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο συλλογικά…

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Αναπηρίες


Πρωινό Σαββάτου. Η πόλη νυσταγμένη, τεντώνεται να ξεπιαστεί κι ύστερα βυθίζεται πάλι στη ράθυμη απόλαυση του ύπνου. Λίγα μαγαζιά ανοιχτά, δυο καφετέριες και ο γρουσούζης ο βιβλιοπώλης που δεν γνωρίζει σχόλες και αργίες. Λιγοστά αυτοκίνητα στο δρόμο ακόμη, οι εργαζόμενοι του Σαββάτου που πάνε στις δουλειές τους. Δυο ηλικιωμένοι περπατούν, «περπατούν» που λέει ο λόγος. Κουτσαίνοντας και σιγά-σιγά σπάνε την ακινησία του πρωινού. Συναντιούνται στη γωνία. Αλλάζουν δυο κουβέντες, κάτι σαν «καλημέρα Μιχάλη! Καλημέρα Χρήστο» ή «τι κάνεις; Καλά!» και συνεχίζουν τον προορισμό τους.

Τους παρατηρώ τόση ώρα. «Ο καθένας κουτσαίνει με τον δικό του τρόπο» σκέφτομαι και αμέσως μου ‘ρχεται στο νου η πρώτη φράση από την «Άννα Καρένινα»: «όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη όμως, είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο». Ύστερα παίρνω κι εγώ τον δικό μου δρόμο. Θα πάμε για μπάνιο σήμερα. Η μικρή είναι χαρούμενη.


Νομίζω πως κι εγώ καμιά φορά κουτσαίνω μέσα μου.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Ο κινηματογράφος σε ένα σχολείο της Κορινθίας το 1932


"Σχολείον διτάξιον. Μαθηταί 91. Δημοδιδάσκαλοι: 1) Γεώργιος Παπαγεωργίου εκ Κεφαλαρίου Στυμφαλίας, ετών 34, έγγαμος, πατήρ 5 τέκνων…. 2) Πηνελόπη Παπαγεωργίου, εκ Συκιάς, ετών 30, άγαμος…."

Είναι τα πρώτα στοιχεία μιας έκθεσης που συντάσσει ένας συνεπώνυμος των δημοδιδασκάλων επιθεωρητής δημοτικών σχολείων το 1933 για το Σχολείο Μελισσίου (Σικυωνίας). Η έκθεση  στόχο έχει να  αναδείξει το παράδειγμα ενός καλού "λαϊκού σχολείου" και δημοσιεύεται στα "Εκπαιδευτικά Χρονικά' το Φεβρουάριο του 1933.

Θα μπορούσες να σταθείς στο μεγάλο αριθμό μαθητών που είχε στο δημοτικό του σχολείο το Μελίσσι την περίοδο 1931-1932 ή στο δυσανάλογα μικρό αριθμό δασκάλων σε σχέση με τους μαθητές. Η να διερευνήσεις ανούσια το γεγονός της συνεπωνυμίας δασκάλων και επιθεωρητή. Ή θα μπορούσες να χαθείς στην ομορφιά που καμιά φορά έχει αυτή η παλιά λόγια γλώσσα όταν περιγράφει τον κόσμο: "Η διδασκάλισσα… σεμνή το ήθος και φιλόπονος έχει ελκύσει την αγάπην και την εκτίμησην της κοινωνίας ολοκλήρου και των μαθητών. Διδάσκει επιτυχώς εργόχειρα και κεντήματα ως και μηχανήν κεντήματος και ραπτικής. Το σχολείον έχει εφοδιασθή με ραπτομηχανήν κεντήματος Singer". Πιο παρακάτω διαβάσεις πως ο δάσκαλος έχοντας μετεκπαιδευτεί στο «Γεωργικόν Φροντιστήριον» ασχολείται ιδιαίτερα με το σχολικό κήπο και τα μαθήματα γεωργίας των μαθητών του, οι οποίοι πουλώντας σπόρους στους αγρότες της περιοχής εξασφαλίζουν μέχρι και 10000 δραχμές το χρόνο. Με τα χρήματα αυτά αγοράζουν εργαλεία και εξοπλισμό για τον κήπο, εμπλουτίζουν τη σχολική βιβλιοθήκη με βιβλία, προμηθεύονται τετράδια, εικόνες, γραφική ύλη, ως και… κινηματογράφο.

Κι εδώ θα σταθείς: σε ένα «λαϊκό σχολείο» ενός χωριού της Κορινθίας, ανάμεσα στο Κιάτο και το Ξυλόκαστρο, που το 1933 αγοράζει κινηματογράφο. Το υπόλοιπο χρημάτων "εκ της προπαρελθούσης χρήσεως" είναι 1171.50 δραχμές. Μετά το καλοκαίρι οργανώνονται στο χωριό θεατρικές παραστάσεις και τα μετρητά στα χέρια των μαθητών φτάνουν τις 2772.50 δραχμές. Προστίθενται και ατομικά χρήματα και πλέον αγοράζεται «ένας κινηματογραφικός προβολεύς μετά εργαλείων συντηρήσεως, 2 ταινίες ζωολογικού κήπου, 1 ταινία "το κυνήγι των μαϊμούδων" και 3 ταινίες "ο Σαρλό δεν έχει τύχη". Και αφού οι μαθητές είδαν μέχρι και… "επτάκις" τις ταινίες αρχίζουν τις προβολές για τους χωρικούς με ένα μικρό αντίτιμο και με τα κέρδη τους αγοράζουν και άλλες ταινίες και πλήρη τα εξαρτήματα του κινηματογράφου. Και άρχισαν να έρχονται για τον κινηματογράφο και μαθητές των γειτονικών σχολείων: την 6 Νοεμβρίου 1931 τα σχολεία του Μεγάλου Βάλτου, του Μικρού Βάλτου, του Θολερού, του Λαλιώτη, του Θροφαρί και της Συκιάς. Την 18η Νοεμβρίου το σχολείο των Γελληνιάτικων, το Δεκέμβριο το ημιγυμνάσιο του Ξυλοκάστρου. Τον Απρίλιο του 1932 ξανάρχονται όλα να δουν τις νέες ταινίες.

Έγιναν πολλά σε αυτό το σχολείο. Οι αγρότες άρχισαν να συμβουλεύονται τους μαθητές για μια σειρά αγροτικές εργασίες, για μπολιάσματα, φυτεύσεις, κλαδέματα και λιπάσματα. Το 28σέλιδο ανάτυπο τελειώνει με τη φράση: «Ημείς εκ καθήκοντος φέρομεν εις δημοσιότητα τα ειρημένα και οι αρμόδιοι ας αντλήσουν όσα διδάγματα ήθελον νομίσει σκόπιμα και αποτελεσματικά». Τα χρόνια πέρασαν βέβαια όπως κάνουν πάντα. Δεν ξέρω τι διδάγματα άντλησαν οι αρμόδιοι. Στέκομαι σε αυτή την ελπίδα που χρόνια τώρα μας βασανίζει, πως οι αρμόδιοι αντλούν διδάγματα, πως οφείλουμε να δημοσιοποιούμε τα πεπραγμένα μας για να κεντρίσουμε την αντλία των αρμοδίων.


Είναι αστείο κάπως: στη μόνη "συναισθηματική" παρεκτροπή αυτής της έκθεσης, ο συντάκτης της παραπονιέται για την Ακαδημία Αθηνών που αδιαφορεί για το παράδειγμα του «Λαϊκού Σχολείου Μελλισιού Σικυωνίας». Το βιβλίο αυτό το βρήκα στη Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας!


***
το πρωί ανάρτησα στο blog του Συλλόγου Γονέων του σχολείου του γιου μου ένα κείμενο για την κινηματογραφική μας ομάδα που την Παρασκευή κάνει την τελευταία της προβολή στο σχολείο. Το χειμώνα είχαμε παίξει και το "Τσίρκο' του Τσάπλιν. Φαίνεται πως η μαγεία του κινηματογράφου κρατάει χρόνια πολλά ή πως οι αρμόδιοι δεν έχουν ακόμη αντλήσει διδάγματα

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Από το ημερολόγιο ενός μεσήλικα


Η αίσθηση πως έχει αρχίσει να «χαλάει» είναι ενοχλητικά κυρίαρχη τα τελευταία δύο-τρία χρόνια. Δεν είναι μόνο όσα έτυχαν στον ίδιο ή οι αλλαγές που παρακολουθεί στο σώμα του, αλλά και όσα συμβαίνουν γύρω του, στους κοντινούς του ανθρώπους. Είχε συνηθίσει να είναι τέλειος, απρόσβλητος, ακμαίος, ακέραιος. Από όταν θυμάται τον εαυτό του, ένιωθε νέος, πράγμα που όσο αυτονόητο και αν είναι, για τον ίδιο ήταν μια κυρίαρχη διάθεση που εκτός των άλλων ανέβαλε τα όνειρά του σε έναν πιο δόκιμο μελλοντικό χρόνο. Προφανώς δεν είναι μόνο ότι το σώμα του «χαλάει» – προτιμά αυτό τον όρο από το «μεγαλώνει» ή «ωριμάζει» - αλλά και η βεβαιότητα ότι τα σχέδια που έκανε μια ζωή, τώρα του ζητούν το λόγο. Κάποια από αυτά εξαιρετικά αποδυναμωμένα: προφανώς δεν βρίσκει νόημα να γίνει πρωθυπουργός ή επαναστάτης, αλλά και συγγραφέας ή ποιητής. Η ζωή του, λέει, είναι αρκετά στρωμένη και συμβατική για να έχει να αφηγηθεί ιστορίες και η εξουσία τελικά δεν τον ενδιαφέρει, του φαίνεται άδεια.

Ροχαλίζει. Είναι σε αυτό το κάτι πολύ τοις εκατό των αντρών που μετά τα 40 το κάνουν. Όπως και ο πατέρας του. Και ο ίδιος είναι πατέρας όπως ο πατέρας του. Και όπως ο πατέρας του, συχνά δεν καταλαβαίνει το γιο του που ψάχνει χώρο να βρει για τη δικιά του ζωή που μεγαλώνει άτρωτη και σφριγηλή. Δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα ποτέ να είναι ερωτεύσιμος, όμως τώρα ανησυχεί πότε θα πάψει να είναι. Αυτό το τελευταίο όχι πως τον ενδιαφέρει να το αξιοποιήσει, απλά να θα ήθελε να ξέρει πως ακόμη μπορεί. Προχθές σκεφτόταν πως καλώς εχόντων των πραγμάτων έχει μπροστά του άλλα τόσα χρόνια ζωής και ήδη όσα έχει ζήσει του φαίνονται πολλά. Αν και αυτό φαντάζει αισιόδοξη σκέψη, ξέρει καλά πως ο χρόνος όταν είσαι παιδί διαρκεί περισσότερο, πως ο χρόνος μεγαλώνοντας ολοένα και πιο βιαστικός γίνεται.


Πριν λίγες μέρες βρέθηκε σε κάτι «κινηματικές διαδικασίες»,. Κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα να κατουρήσει. Τελειώνοντας γύρισε στο νιπτήρα να πλυθεί και από συνήθεια κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και χαμογέλασε. Τουλάχιστον ακόμη μπορούσε να κάνει ζαβολιές.

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Lucille


Κάθισε πλάι της, πιο κοντά από όσο συνήθιζε να πλησιάζει τους ανθρώπους. Γιατί ήταν το άρωμά της, η ανάγκη του να κλέβει από τις κοντινές μυρωδιές του σώματός της, καύλωνε αμέσως ακούγοντας το δέρμα της να ανασαίνει, το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει, τη φανταζόταν σαν ανοιχτό λουλούδι μπροστά του κι αυτός να μπαίνει μέσα της αρπάζοντας κάθε τι στο πέρασμά του, ρουφώντας λαίμαργα τους χυμούς της.

-        Λοιπόν; Τι έγινε, πάλι ερωτευτήκαμε;
-        Ναι. Είναι έξυπνος, τρυφερός, κούκλος, αστείος, καθαρός, κάνει καλό…
-       Φτάνει! Θα ξεράσω. Δεν φοβάσαι πάλι να αγαπήσεις; Ξέχασες τι έγινε την τελευταία φορά με τον άλλο το μαλάκα;

Θα μπορούσε να είναι σκηνή από ταινία αν δεν ήταν κανονική ζωή, αλλά εκείνη την ώρα το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει τη Lucille του B. B. King. Σταμάτησαν να μιλάνε. «Θυμάσαι;» της είπε. Θυμόταν είπε. (Που ήταν πιτσιρίκια, τρίτη γυμνασίου τέλη της δεκαετίας του ΄80 σε ένα πάρτυ το είχαν χορέψει αγκαλιά, ιδρωμένοι και ζαλισμένοι ο ένας μέσα στον άλλο στο τέλος είχαν φιληθεί στο στόμα το πρώτο τους φιλί). Το πρώτο και τελευταίο του φιλί με γυναίκα. Και βέβαια θυμόταν. Σταμάτησαν να μιλάνε κι άκουγαν μειδιώντας.


«Την τελευταία του πνοή άφησε χθες το βράδυ σε ηλικία 89 ετών ο μεγάλος μουσικός και τραγουδιστής των blues Β. Β. King» ακούστηκε ο εκφωνητής να λέει. «Να πληρώσουμε;» της πρότεινε κάπως απότομα. Τον κοίταξε παραξενεμένη και συναίνεσε με τον τρόπο που πάντα το έκανε μαζί του. «Κερνάω» της είπε.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Μάιντ δε γκαπ



«Προσοχή στο κενό» της λέω, επαναλαμβάνοντας αυτολεξεί το μήνυμα από τα μεγάφωνα του τραίνου. Ναι, με –αι- θα γράφω το τραίνο και σε όποιον γουστάρει. «Μάιντ δε γκαπ» συνεχίζω στα αγγλικά, σαν να έχει κάποιο νόημα αυτή η μετάφραση που σε ‘κείνη τίποτα δεν δηλώνει βέβαια, όμως για κάποιο λόγο την κάνω. Κι ενώ είναι ευνόητο έστω ότι προστατεύω την κόρη μου μην πέσει στο κενό ανάμεσα στο τραίνο και την αποβάθρα, είμαι σίγουρος πως αυτό το αγγλόφωνο στραβοπάτημα είναι τελικά για μένα. Γιατί νομίζω πως μεγαλώσαμε πέφτοντας πάντα στο κενό, τόσο που πια πιστεύουμε πως δεν υπάρχει αποβάθρα ή που αν υπάρχει, από αυτήν θα πρέπει να προσέχουμε. Γιατί αν πέσουμε στην αποβάθρα το τραίνο θα φύγει. Και το κενό θα γίνει τεράστιο. Έλεγα λοιπόν πως πέφτουμε στο κενό. Στο κενό της διάψευσης. Οι διαψεύσεις είναι το μετέωρο χρονικό σημείο που φτάνεις στον προορισμό σου και πρέπει να αποχωριστείς τον τρόπο ή την επιθυμία που σε έφερε σε αυτόν. Με τα χρόνια η διάψευση είναι ο προορισμός σου, το ξέρεις. Φορτωμένος τα μπαγκάζια σου, με διπλωμένη την εφημερίδα στη μασχάλη και την κόρη στο ένα σου χέρι. Η γιαγιά σάς περιμένει . Ανοίγει τα χέρια της, και η μικρή χάνεται στην αγκαλιά της. «Θα πάμε για μπάνιο;» της λέω.

***
Ο πίνακας είναι του Μιχάλη Μανουσάκη

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Η γυναίκα που αγαπούσε τους βατράχους


Μια φορά κι έναν καιρό ο σύζυγος μιας γυναίκας έγινε βάτραχος. Εντελώς ξαφνικά άλλαξε μορφή, αν και όπως της εξήγησε πάντα το ήθελε, ποτέ του δεν ένιωσε άνθρωπος αληθινός. Όπως και να είναι, ο γάμος τους τελείωσε. Εξάλλου εκείνος προτιμούσε τη λιμνούλα εκεί κοντά και τα κοάσματα

Η γυναίκα δεν μπόρεσε ποτέ πια στο εξής να ερωτευτεί άνθρωπο, με το φόβο μήπως μια μέρα μεταμορφωθεί κι αυτός. Κι έκτοτε αγαπούσε μόνο τους βατράχους.

Τα χρόνια πέρασαν και οι άνθρωποι άλλαξαν την αρχική ιστορία. Συνήθως οι άνθρωποι αλλάζουν τις ιστορίες και τις κάνουν παραμύθια για μικρά παιδιά.

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Άννυ


Η ελληνική κοινωνία συνηθίζει να σοκάρεται όταν εγκλήματα με ειδεχθή χαρακτηριστικά βγαίνουν στο φως από τα αιμοδιψή Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Δείχνει έκπληκτη, μένει εμβρόντητη, προσφεύγει σε εξαιρετικά βίαιους αφορισμούς, προκειμένου να αποκαταστήσει τη μνήμη των θυμάτων ή να αποδώσει δικαιοσύνη όπως εκείνη την αντιλαμβάνεται.

Το σύστημα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κάτω από την επικοινωνιακή επίδραση και των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι ένας ενδιαφέρον καθρέφτης σε τέτοιες περιπτώσεις: αποτυπώνεται εμφατικά το είδωλο μιας πρωτόγονης και αμόρφωτης κοινωνίας με ένστικτα αμείλικτα και αγελαία αντίληψη που έχει πλέον χάσει τους κοινωνικούς της δεσμούς και που ούτε στοιχειωδώς δεν διαθέτει κοινωνικό φρόνημα. Η ευκολία της έκφρασης, η ευκολία της απερίσκεπτης συμφωνίας καταδικάζει την κριτική σκέψη, αντικαθιστώντας τη με ένα αχαλίνωτο συναίσθημα που βίαια απαιτεί το αίμα, τη θυσία του ενόχου, την εξιλέωση μέσω του κανιβαλισμού.

Μία συγγραφέας παιδικών βιβλίων με αφορμή τη δολοφονία της τετράχρονης Άννυ έγραψε χθες στο προφίλ της στο facebook: 

«Είναι ντροπή για την Ελληνική δικαιοσύνη να μην υπάρχει παραδειγματική ποινή για όποιον κάνει φρικαλέα εγκλήματα όπως ο πατέρας της μικρούλας, όπως στην Καβάλα εκείνος που έκαψε αφού βίασε την φοιτήτρια, όπως πχ τα εγκλήματα των σατανιστών που αφέθηκαν ελεύθεροι....
Αλήθεια πως θα ησυχάσει η ψυχούλα της μικρής? ξέροντας πως σε λίγα χρόνια θα βγει έξω και πιθανότατα θα το ξανακάνει, ενώ όσο καιρό ζει στις φυλακές θα τον πληρώνουμε να τρώει και να πίνει τσάμπα και θα επιδίδεται πιθανότατα και στο προσφιλές του σπορ τη διακίνηση ναρκωτικών...
Αντί να περιμένουμε τη "δικαιοσύνη" των φυλακών ,όπως στην περίπτωση του Δουρή ,καλό θα ήταν πχ να σκεφτεί ο υπουργός δικαιοσύνης να επαναφέρει πχ το κώνειο....
Δεν πιστεύω να θεωρεί κανείς πως αυτό το τέρας οφείλει να ζήσει????». 

Ακόμη και ο "αριστερός" Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη είπε σχετικά με τον πατέρα-θύτη ««Συνήθως αυτοκτονούν ή έχουν κάποιον βίαιο θάνατο από αλλού. Δεν αντέχεται αυτό ούτε από τον ίδιο που το έκανε» και συνέχισε λέγοντας «δεν μπορεί κανείς ούτε να το αναλύσει εγκληματολογικά, ούτε ποινικά, ούτε κοινωνικά. Μιλάμε για μια ακραία, μη ανθρώπινη συμπεριφορά, πολλώ μάλλον που ήταν και παιδί του…».

Ας μην αφεθούμε όμως στο τι έγραψε ο καθένας ή είπε αυτές τις μέρες που αποκαλύφθηκε η δολοφονία της Άννυ από τον πατέρα της. Και ας σταθούμε μόνο στο πνεύμα αυτών των αντιδράσεων. Είναι μάλλον αφελές να περιμένουμε ευαισθησία από μια συγγραφέα παιδικών βιβλίων ή γνώση από έναν εγκληματολόγο υπουργό – οπότε ας μην σταθούμε και στο ποιοι μίλησαν και μιλούν για το θέμα, μόνο και μόνο για να πούμε ποια ευθύνη έχουν δημοσιολογώντας και ποιες οι συνέπειες των δημόσιων τοποθετήσεών τους.

Πολλοί είναι αυτοί λοιπόν που ζητούν «παραδειγματική τιμωρία» του ενόχου, εννοώντας καταδίκη σε θάνατο του εγκληματία. Σε κάποιες περιπτώσεις ακούγονται και προτάσεις για αφαίρεση των ζωτικών του οργάνων ή και μεταμόσχευσης σε παιδιά που τα έχουν ανάγκη και άλλα τέτοια πολλά… Η χρήση των λέξεων σε συγχρωτισμό με τη διαχείριση των συναισθημάτων δημιουργεί πάντα ενδιαφέρουσες απόψεις: η θανάτωση του εγκληματία θα παραδειγματίσει τους επίδοξους εγκληματίες. Αν θανατωθεί ο πατέρας της Άννυ κανείς άλλος δεν θα σκοτώσει, θα βράσει και θα τεμαχίσει το παιδί του. Μα πουθενά στον κόσμο δεν σταμάτησαν να σκοτώνονται άνθρωποι, κάποιες φορές να τεμαχίζονται και σπανιότερα να βράζονται πριν τεμαχιστούν μόνο και μόνο γιατί η θανατική καταδίκη φόβισε τους επίδοξους εγκληματίες.

Πολλές φορές η θανάτωση του ενόχου ντύνεται τον "παραδειγματισμό", μόνο και μόνο για να μην φανεί πως αυτό που ζητάμε είναι τελικά η «απόδοση δικαιοσύνης» ή αυτό που λέει η συγγραφέας «να ησυχάσει η ψυχή» του θύματος. Δεν θα σταθούμε εδώ στις ιδεοληψίες περί ψυχής, αλλά στην ενδιαφέρουσα πάλι άποψη ότι η ψυχή ενός θύματος είναι ανήσυχη και ησυχάζει όταν ο θύτης χάσει κι αυτός τη ζωή του (για την ψυχή του θύτη ας μην αναρωτηθούμε τι παθαίνει όταν του αφαιρέσουμε τη ζωή…). Στην ουσία όμως ούτε για τις ψυχές ενδιαφερόμαστε. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να εξαφανίσουμε, να εξοντώσουμε το υποκείμενο του εγκλήματος γιατί με τον τρόπο αυτό θεωρούμε ότι κλείνουμε δίκαια την εκκρεμότητα που αφήνει η τέλεσή του στην κοινωνική ζωή και αντίληψη. Στην ουσία ενώ δεν θέλουμε να επαναληφθεί το έγκλημα τελειώνουμε με αυτόν που ήδη το έχει τελέσει.


 Μια ακόμη σκέψη γεννάει το αρχικό κείμενο που παρατίθεται εδώ, αυτό της συγγραφέα παιδικών βιβλίων. Ποιος είναι ο ρόλος των φυλακών και του σωφρονιστικού μας συστήματος; Μήπως είναι να «ταΐζει τσάμπα» τους εγκληματίες πριν τους βγάλει λίγο μετά πάλι στην κοινωνία; Αυτό φαίνεται να είναι μια διάχυτη εντύπωση στον «κόσμο» γύρω, και μάλιστα κυρίαρχη σε συγκυρίες σαν αυτή. «Πληρώνουμε για να τρώνε τσάμπα» λένε για εγκληματίες, «πρεζόνια» και «λαθρομετανάστες» συνειδητοί και ασυνείδητοι φασίστες γύρω μας. Είναι σαν το «πληρώνουμε τους δημόσιους υπαλλήλους για να κάθονται» που ακούστηκε πολύ τα τελευταία χρόνια που χρειάστηκε οι κοινωνικοί αυτοματισμοί να βοηθήσουν τις μνημονιακές πολιτικές των κυβερνήσεων. Ο σωφρονισμός είναι τουλάχιστον άγνωστη έννοια για τους περισσότερους από εμάς και η αποστολή των φυλακών είναι μάλλον συντεχνιακό μυστικό όσων με οποιοδήποτε τρόπο συνδέονται με το σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης εργασιακά. Η άγνοια αυτή ωστόσο, γιατί φυλακίζουμε τους ενόχους και τι προσδοκούμε με το σωφρονισμό,  είναι ένα ζήτημα που πρέπει κάπως να αντιμετωπίσουμε. Πρέπει να ξέρουμε και ας κρίνουμε κατά την πεποίθησή μας.

Τι καταδικάζουμε σε ένα έγκλημα αφαίρεσης ζωής; Την αφαίρεση της ζωής ή τον τρόπο που αυτή έγινε; Είναι φρικιαστικές, «απάνθρωπες» οι περιγραφές που αφορούν στην προσπάθεια εξαφάνισης του πτώματος της Άννυ από τον πατέρα της. Δεν τις χωράει προφανώς ο νους μας. Αλλά το κύριο είναι η αφαίρεση της ζωής του παιδιού. Η αφαίρεση της ζωής είναι το έγκλημα. Πάνω σε αυτό αρχίσουν να προστίθενται στοιχεία που βαραίνουν την αντιμετώπισή του από εμάς: το θύμα είναι παιδί, ο θύτης είναι ο πατέρας, η πράξη περιλαμβάνει τεμαχισμό και βράσιμο του σώματος (προσβολή της σωρού). Πώς ιεραρχούμε τα εγκλήματα; Πιο θάνατος είναι ο θάνατος μιας γυναίκας από ενός άντρα, ενός παιδιού από ενός ενηλίκου, ενός ηλικιωμένου από ενός μεσήλικα; Πιο θύτης είναι ένας πατέρας από έναν περαστικό, μια μάνα από έναν πατέρα, ένας ενήλικος από έναν ανήλικο, μια γυναίκα από έναν άντρα; Πιο έγκλημα είναι μια δολοφονία με υπολογισμό από μια δολοφονία εν βρασμώ, μια δολοφονία συνοδεία προσβολής της σωρού από μια δολοφονία σκέτη; Και αν όλα αυτά έχουν μια αντικειμενική, γραφειοκρατική ιεράρχηση ο πατέρας δολοφόνος ενός κοριτσιού πρέπει να θανατωθεί, ενώ ο περαστικός δολοφόνος ενός μεσήλικα δεν πρέπει; Χιλιάδες απελπισμένοι άνθρωποι αυτοκτόνησαν τα τελευταία χρόνια της Κρίσης στην Ελλάδα. Πολλοί από αυτούς έχασαν τις δουλειές τους και απότομα αντιμετώπισαν την ανεργία και τη φτώχεια. Αυτούς τους δολοφόνησε κανείς; Το αφεντικό τους ίσως ή η κυβέρνηση; Ποιος θα τιμωρηθεί γι’ αυτές τις δολοφονίες, αν τις θεωρήσουμε δολοφονίες;

Ποιος «οφείλει να ζει»; Υπάρχουν άνθρωποι που δεν οφείλουν; Η ζωή είναι μια οφειλή; Τέρας είναι όποιος δολοφονεί ή όποιος τρώει το θύμα του μετά τη δολοφονία; Είναι ανθρώπινη η δολοφονία, αλλά τερατώδης ο κανιβαλισμός; Τι εξυπηρετούν όλες αυτές οι αξιολογήσεις, ιεραρχήσεις, ταξινομήσεις της παραβατικότητας και των εγκλημάτων, ποιους αφορούν και σε ποιους είναι γνωστές;


Τελικά αν ξεσκίσουμε το κτήνος που σκότωσε την Άννυ θα ξεμπερδέψουμε με την αποτρόπαιη δολοφονία ανθρώπων ή με την ένοχη συνείδησή μας που επιτρέπει την αδιαφορία στις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων δίπλα μας και στην ολιγωρία των υπηρεσιών να αντιμετωπίσουν τα αίτια της εγκληματικότητας και να παρέμβουν στη λειτουργία των κοινωνικών δομών (οικογένεια, σχολείο κ.ο.κ.) προκειμένου να προφυλάξουν πιθανά θύματα;

***
Οι πίνακες είναι του Andrzej Wróblewski

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Warsaw Session VII: Koniec


Έχουν περάσει δύο βδομάδες από το τέλος το ταξιδιού. Νομίζω πως πολύ άντεξε αυτή η αίσθηση που σου αφήνουν τα ταξίδια, μια πραγματικότητα εσωτερική που δεν έχει ακόμη εντοπιστεί στο παρόν και στο εδώ, μια λίγο αφηρημένη παράλληλη ανάσα που τρέφεται από τη μνήμη των αισθήσεων. Τις εντυπώσεις από όσα είδες, αντικαθιστούν όσα ένιωσες. Και ίσως αυτό το τελευταίο να είναι το πιο πολύτιμο, αυτό που περισσότερο πρέπει να προστατέψεις σε αυτή τη σκληρή, απαιτητική και λαίμαργη πραγματικότητά σου.

Τις νύχτες, λίγο πριν δεχθεί να σε πάρει ο ύπνος, επιστρέφεις στο παράθυρό σου στο Dworzec Gdansky και για λίγο κοιτάς τους φίλους σου: το Γιώργο να γράφει στο μικρό του σημειωματάριο ένα απόγευμα καθισμένος σε ένα παγκάκι σε ένα πάρκο, τη Σταυρούλα να εκστασιάζεται κάθε φορά που στο δρόμο συναντούσαμε το σήμα που έλεγε “koniec” θυμίζοντάς μας πώς τέλειωνε το παιδικό των παιδικών μας χρόνων, ο Μπόλεκ και ο Λόλεκ. Τη Ρούμπη να υπομένει την αδηφάγα περιέργειά μας να δούμε τα πάντα και να μας φροντίζει. Τη Χάρις που ήθελε να ανέβει στην «αράχνη» σε ένα πάρκο και που κατεβήκαμε από το τραμ μόνο και μόνο για να το κάνουμε. Τη Λίνα που αποζητούσε τη Βαρσοβία για μικρούς στο Μουσείο του Κοπέρνικου γελώντας με τον ενθουσιασμό μας να της πούμε τι είδαμε, τι φάγαμε, πού πήγαμε την πρώτη μέρα που δεν ήταν μαζί μας. Τη Μαριαλένα που έμεινε πίσω αλλά σαν να ήταν μαζί μας. Το πρωινό στην Κρακοβία και τις μουσικές του Γιώργου, τη χαρά μας για την κόκκινη σούπα borsch, τους πίνακες στο μουσείο μοντέρνας τέχνης και στο εθνικό μουσείο, το υπόγειο ιρλανδέζικο εστιατόριο που φάγαμε την πρώτη μέρα, τη βόλτα με το τραμ, τις σέλφι που στέλναμε στη Μαριαλένα, περπατώντας 8.5 χιλιόμετρα στην παλιά πόλη, την πόλη από τον ουρανοξύστη του Στάλιν, το τραίνο που διάβαζε επιστρέφοντας από την Κρακοβία, τις μανόλιες στο κάστρο στην Κρακοβία, το Άουσβιτς. Μα πιο πολύ που ένα βράδυ καθίσαμε στο καναπεδάκι στο μπαλκόνι και πιάσαμε κουβέντα για τον έρωτα και το φόβο. Σαν να ήμασταν μόνοι στον κόσμο εμείς για λίγο. Σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο να πούμε.


Έχουν περάσει δύο βδομάδες από το τέλος του ταξιδιού και προφανώς πρέπει να σταματήσω να μιλώ γι’ αυτό. Κοιτάζω τις φωτογραφίες που τράβηξα και πέφτω πάνω σε μία: ένα ποδήλατο ακουμπισμένο σε μια ταμπέλα που γράφει “piesi”. Ένα διάλειμμα ήταν όλο αυτό. Επιστρέφοντας ένιωσες ένοχος που μπόρεσες να το κάνεις, που δεν έμαθες εν τω μεταξύ για τους πνιγμένους πρόσφυγες στη Λαμπεντούζα και για την πορεία της διαπραγμάτευσης της ελληνικής κυβέρνησης. Ένιωσες ένοχος που ξέφυγες από την αβάσταχτη και παντού παρούσα πίεση της καθημερινότητας της δικής σου, των αγαπημένων σου, όλων τριγύρω. Στην “piesi” της φωτογραφίας διάβασες τη δική σου «πίεση», πριν δεις τελικά πως στα πολωνικά “piesi” σημαίνει απλά «πεζοί»….