Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Πρόσωπο του 2015: ο Μικρός Πρίγκηπας της Λέσβου


Στριμώχνονται πολλά πράγματα στο λευκό χαρτί, στη λευκή οθόνη έστω. Και πράγματα που θέλω ή πρέπει να ειπωθούν και κυρίως αυτά που δεν θέλω να πω. Ο «Βιβλιοθηκάριος» σε λίγες μέρες συμπληρώνει  7 χρόνια διαδικτυακής παρουσίας και 721 αναρτήσεις. Τι νόημα έχει να συνεχίσω να υπάρχω μέσα σε αυτόν; Ποιον αφορούν αυτά που γράφω; Εν τω μεταξύ η «κοινότητα» των ιστολόγων έχασε τον ενθουσιασμό ή την πίστη της, έχασε το ενδιαφέρον της αλληλεπίδρασης, έχασε τη συνοχή της. Νιώθω λίγο μόνος πια ιστολογικά. Πολιτικά το 2015 ήταν μια χρονιά πυκνή, έγιναν πολλά, διαψεύστηκαν προσδοκίες, επιβεβαιώθηκαν κριτικές, προδόθηκαν ελπίδες από την πρώτη φορά Αριστερά στο κυβερνητικό τιμόνι. Όλο ετούτο διέλυσε φιλίες σε φυσική και ψηφιακή μορφή…, ειπώθηκαν κουβέντες, έγιναν επιθέσεις, αμφισβητήθηκαν προθέσεις. Μια κοινότητα ανθρώπων που μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προσπάθησε, και σε πολλές περιπτώσεις το πέτυχε, να δώσει έναν αγώνα λόγου απέναντι στις πολιτικές των τελευταίων χρόνων, στη βία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και στις τακτικές των οπαδών του, βρίσκεται πια σπασμένη σε ποικίλα κομμάτια από ‘δω κι από ‘κει, πικραμένη, θυμωμένη, παραιτημένη, σαρκαστική.

Δεν καβαλήσαμε την ιστορία, δεν ξεσηκώσαμε, δεν ενθουσιάσαμε, δεν ενεργοποιήσαμε, δεν συστρατεύσαμε ή κι αν το κάναμε με αυτό το περιβόητο «ΟΧΙ» του δημοψηφίσματος γρήγορα το μετατρέψαμε σε μια μοιραία παραδοχή και στη στρέβλωση της ίδιας της πραγματικότητας που επέβαλε ο συμβιβασμός μας. Η παλιά μου φίλη η Κροτ στο τελευταίο της ποστ λέει πως ίσως να πρέπει να παίρνουμε τα πράγματα ελαφρύτερα, τον εαυτό μας λιγότερο στα σοβαρά κι έτσι να διορθώνουμε γρηγορότερα τα λάθη μας. Με θύμωσε πολλές φορές φέτος η καλή μας Κροτ, όπως τότε που προέτρεψε να πέφτει ξύλο στους Συριζαίους στις πορείες. Κι άλλοι πολλοί με θύμωσαν και ίσως τους θύμωσα, εννοώ διαδικτυακοί φίλοι και blogger. Χάλασαν φιλίες με κουβέντες κοφτερές.

Ευτυχώς δεν κατοικούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στα κόμματα. Συνεχίζω ωστόσο να νιώθω πως τα κόμματα είναι φυσικοί χώροι συλλογικότητας και μέμφομαι αυτούς που τα κρίνουν από την ασφάλεια της όποιας ιδιωτικότητάς τους. Καμιά φορά νιώθω πως σχεδόν δεν δικαιούνται να μιλούν σαν εξαπατημένες γκόμενες ή ανικανοποίητοι πελάτες του όποιου πολιτικού προϊόντος. Πικρή χρονιά το 2015 – ειπώθηκαν ή κρύφτηκαν πολλές κακίες. Υπήρξαν όμως και στιγμές τρυφερές, ανθρώπινες, φωτεινές. Γνώρισα ανθρώπους, έκανα φιλίες, διεκδίκησα στιγμές γαλήνης, διάβασα ενδιαφέροντα πράγματα, έπαιξα θέατρο και ήπια. Και ταξίδεψα. Το ταξίδι στη Βαρσοβία και το Άουσβιτς ακόμη με τροφοδοτεί με συγκίνηση και εικόνες. Κυρίως όμως γνώρισα ανθρώπους.

Συνήθως το τελευταίο ποστ της χρονιάς αναφέρεται με αυτή τη διάθεση της ανασκόπησης στο πρόσωπο της χρονιάς που φεύγει. Το 2009 ήταν η Ανεργία, το 2010 ο Χαμιντουλάν Νατζαφί, το 2011 ο Αχιλλέας Μ., το 2013 η ΕΡΤ, το 2014 το κορίτσι που μαζεύει βιβλία στη Γάζα. Η φετινή χρονιά είχε πολλά πρόσωπα: το μισητό πρόσωπο του Σόιμπλε, το φιλάρεσκο του Βαρουφάκη, το υπεροπτικό της Προέδρου της Βουλής, το αμφισβητούμενο του Τσίπρα, το τραγικό του Βαγγέλη Γιακουμάκη, το συγκλονιστικό του Αϊλάν, το φοβισμένο των κάπιταλ κοντρόλ, το αληθινό ευρωπαϊκό του Ντάισελμπλουμ, το αλληλέγγυο της Λέσβου, της Κω, της Καλύμνου, της Αθήνας, της Ειδομένης. Το πρόσωπο της τρομοκρατίας των τζιχαντιστών στο Παρίσι. Υπάρχει και ένα πρόσωπο πιο κοντινό, που με κυκλώνει χρόνο με το χρόνο, το βλέπω σε κοντινούς μου ανθρώπους: το πρόσωπο του καρκίνου.


Αν δεν υπήρχε αυτή η εικόνα, αν δεν την είχε σχολιάσει το «Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών» σε μια ανάρτησή του στο facebook, ίσως να επέλεγα ένα από τα πρόσωπα που προανέφερα. Όμως τώρα δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο. Πρόσωπο του 2015 ήταν ο Μικρός Πρίγκηπας της Λέσβου.

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Το παραμύθι των παραμυθιών


Ήταν μια φορά ένα παραμύθι που ξεκινούσε. Πάντα όταν τελειώνει ένα παραμύθι, ένα άλλο αρχινά. Μια φορά το ένα και μια φορά το άλλο μέχρι το τέλος του κόσμου.

Ήταν μια φορά ένα παραμύθι που τελείωνε. Τόσο θλιμμένο που βρήκε ένα ψέμα να πει για να τελειώσει – αυτό που λένε «παραμύθιασμα».

Μια μέρα τα παραμύθια θα απαλλαγούν από τον τρόπο που αρχινάνε και από τον τρόπο που τελειώνουν. Θα είναι μόνο η ιστορία που έχουν να πουν και τίποτε άλλο. Και τότε τα παραμύθια θα ζήσουν καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Ηλία Παπανικολάου

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Το παραμύθι του παράξενου βασιλείου


Μία φορά υπήρχε ένα παράξενο βασίλειο που ήταν όλοι βασιλιάδες και βασίλισσες και υπήκοος ήταν μονάχα ένας. Εκείνος δούλευε όλη μέρα, άλλοτε στα χωράφια, άλλοτε στα μαγαζιά και άλλοτε στα εργαστήρια της πόλης, και όταν πια ερχόταν η νύχτα έπεφτε κατάκοπος να κοιμηθεί. Οι βασιλιάδες όλη μέρα επισκέπτονταν ο ένας τον άλλο και οι βασίλισσες έπιναν τσάι και φλυαρούσαν για τον καιρό και τη νέα μόδα στα βασιλικά ρούχα. Και ύστερα όταν πια ερχόταν η νύχτα δεν τους κολλούσε ύπνος, γιατί δεν ήταν κουρασμένοι και γιατί δεν είχαν τίποτε να ονειρευτούν. Και μες στα βάθη της τριγυρνούσαν από δωμάτιο σε δωμάτιο στα τεράστια ανάκτορά τους ανήμποροι να γαληνέψουν. Ο ύπνος προτιμά αυτούς που ονειρεύονται και μόνο οι άνθρωποι που δεν έχουν πολλά να χάσουν ονειρεύονται. Μία φορά ένας δεν είχε τίποτα πια να χάσει και κοιμήθηκε για πάντα.

***
ο πίνακας είναι του Carolus-Duran

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Ένας μικροαστός στολίζει το δέντρο


Είναι ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι, μια χαρτονένια μικρή εκκλησίτσα περίπου 40 χρόνων. Λίγο παράταιρη σε σχέση με όλα τα άλλα που κρέμονται στο δέντρο. Εκείνα λάμπουν με αυτή την εύθραυστη υπερβολή της νεότητάς τους, εκείνη είναι μόνο μια κυκλική λευκή κατασκευή από χαρτί, με πράσινο τρούλο και πράσινα παραθυράκια στο πλάι. Εδώ που τα λέμε όλο το δέντρο είναι μια σπουδή στο χρόνο: άλλα στολίδια του ’80 (κάποια λίγα ασημόχρωμα γυάλινα κουκουνάρια και δυο τσαρούχια στο χρώμα του μπρούτζου), άλλα του ’90, του ΄00 (είναι κάτι κόκκινες μπάλες που κρεμούσες στο εργένικο σπίτι σου στην Αλεξάνδρας) ή μετά από αυτό. Τώρα πια θα βρεις και κάποια που φτιάξαν τα παιδιά σου στο σχολείο με ζυμάρι ή πηλό. Θα θυμηθείς, την ώρα που τα σκορπάς στο δέντρο, άλλες χρονιές που τα κρεμούσες ή πότε τα πήρες κι από πού, πόσοι ήσασταν τότε ή που με άφατο πόνο τα αποκαθήλωνες πριν δυο χρόνια έχοντας μόλις μάθει πως ο καρκίνος χτύπησε την πόρτα και του δικού σου σπιτιού. Κι όλη αυτή η ιστορία να στολίσεις το δέντρο καταλαβαίνεις πως χρόνια τώρα δεν είναι η χαρά της γιορτής που ένιωθες σαν ήσουν παιδί, αλλά άλλη μια τελετή για να ξορκίσεις την απώλεια και τη φθορά, είναι για να πεις στον εαυτό σου πως «να, άλλη μια φορά στολίζουμε το δέντρο» όπως τότε που περίμενες τον Άγιο Βασίλη να φέρει όσα ποθούσες κι ας ήξερες πως δεν υπάρχουν Άγιοι Βασίληδες. Στολίζεις το δέντρο και είναι σαν να προσπαθείς άλλο ένα μαγικό που δεν σου βγαίνει, αλλά εσύ δεν θα σταματάς να το επιχειρείς.

Το Δεκέμβρη του ’08 σε σημάδεψε το καιόμενο δέντρο στο Σύνταγμα. Η Αθήνα φλεγόταν από την οργή της δολοφονίας του παιδιού από το μπάτσο κι εσύ φλεγόσουν που όλη αυτή η αμπαλαρισμένη γιορτινή ψευτιά του δημάρχου γινόταν στάχτη με αυτό τον πανέμορφο τρόπο του εμπρησμού. Και με οίηση χόρευες γύρω από τη φωτιά τραγουδώντας «κόβε πριονάκι μου κι η ώρα πλησιάζει, Χριστούγεννα ζυγώνουνε το αίμα μας και βράζει». Και είπες τότε πως τα πιο ωραία χριστουγεννιάτικα δέντρα είναι τα δέντρα που τους βάλαμε φωτιά.


Είναι ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι, μια χαρτονένια μικρή εκκλησίτσα περίπου 40 χρόνων. Παράταιρη μέσα στα άλλα στολίδια. Δεν θέλεις πια να την κάψεις, δεν θέλεις να καεί κι αυτή. Και την κρεμάς στην πιο περίοπτη θέση (νομίζεις), για να την βλέπουν όλοι. Ίσως να είσαι μικροαστός - αυτό δηλώνει μάλλον η ανάγκη σου αυτή. Γιατί οι επαναστάτες, όπως ξέρεις, καίνε τις ψευδαισθήσεις, δεν τις επιδεικνύουν.

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Το παραμύθι του κοινωνικού αυτοματισμού


Μια φορά κι έναν καιρό ένας όμορφος άντρας γύρω στα πενήντα, με ένα ιδιαίτερο, ενοχλητικά διερευνητικό και επιφυλακτικά αγενές, βλέμμα πήγε σε μια βιβλιοθήκη της Αθήνας και ζήτησε να μελετήσει κάποια βιβλία φιλοσοφίας των επιστημών. Κάθισε στο αναγνωστήριο για περίπου τρεις ώρες και φεύγοντας έγραψε στο βιβλίο επισκεπτών κάτω από το όνομα ενός άλλου χρήστη (που δήλωνε τραπεζικός υπάλληλος) τα εξής:


«Γεώργιος Α. Κ.      Άνεργος (υποθέτω λόγω κυρίων σαν τον ανωτέρω  επισκέπτη σας που έχουν καταντήσει τη ζωή μας παίγνιο και την ευγενή αξία μας εμπόρευμα).

- Τι τα θες. Σε μερικά παραμύθια δεν μπορείς να πεις "και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα"

***
ο πίνακας είναι του Τάσου Μαντζαβίνου