Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Σε ένα ποταμάκι φωτεινό

Πιτσιρικάς που ήμουν κάπως έμπλεξα με  μια χορωδία, ή μάλλον με δύο. Και τελικά με καμία. Ήταν πάνω που άλλαζε η φωνή μου και το πράγμα μπερδεύτηκε άθελά μου. Πρώτα πήγα στην παιδική χορωδία, αλλά ήμουν μπάσος για παιδική. Οπότε μετά πήγα στους ενήλικους που ήταν χρόνια στο χορωδιακό κουρμπέτι... και η φωνή μου ήταν τενόρου μεν, αλλά παιδική και ασχημάτιστη. Οπότε κι εκεί άκουγα και δεν τραγουδούσα. Αφού βαρέθηκα να ακούω και να μην τραγουδώ στις χορωδίες της μικρής μας πόλης, αποφάσισα να φύγω. Κι εκεί τελείωσε η χορωδιακή μου... περιπέτεια. Χρόνια μετά βρεθήκαμε με τη Φάλια, τη μαέστρο πια και των 2 χορωδιών της πόλης. Της είπα τον καημό μου και γελάσαμε.

Δεν της είπα όμως πως από τότε θυμάμαι ένα γερμανικό τραγούδι που λέγανε. Το είχα μάθει, χωρίς βέβαια να καταλαβαίνω τι λέω. Και ακόμη το μουρμουράω καμιά φορά όταν είμαι μόνος μου. Σήμερα ήρθα στη δουλειά λοιπόν με το τρόλεϊ. Πήρα μαζί μου και το βιβλίο που διαβάζω αυτό τον καιρό, τη "Μίλενα από την Πράγα" της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν (μετάφραση: Τούλα Σιετή. Εκδ. Κίχλη & Τα Πράγματα, 2015). Σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου, που αναφέρεται στις εμπειρίες στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ, η Μπούμπερ-Νόυμαν γράφει τα εξής: "Κάποια Κυριακή, ο Ες Ες στο φυλάκιο ήταν στις καλές του και μας εξέπληξε ευχάριστα με μουσική. Κατηύθυνε τους ήχους του ραδιοφώνου προς το στρατόπεδο. Από τα μεγάφωνα αντηχούσε το "κουιντέτο της πέστροφας" του Σούμπερτ. Εντελώς μαγεμένες, περπατούσαμε πάνω κάτω στον κεντρικό δρόμο του στρατοπέδου στον ρυθμό της μουσικής, καταμεσής στις χιλιάδες ριγέ γυναίκες, σαν σε μακρύ εφιαλτικό κόρσο... από τα μεγάφωνα μετά τον Σούμπερτ ακολούθησαν τα μισητά ναζιστικά εμβατήρια". Η αφήγηση προχωράει με τις ηρωίδες να βρίσκουν διέξοδο σε ένα ιατρείο, να μένουν επιτέλους μόνες εκεί. "...Τα αδιαφανή, γραμμωτά τζάμια του δωματίου λαμπύριζαν και σπινθηροβολούσαν σαν ηλιόλουστη επιφάνεια λίμνης. Καθόμασταν δίπλα-δίπλα πάνω σε ένα τραπέζι με τα πόδια κρεμασμένα να αιωρούνται και είχαμε ξεχάσει όλη την προηγούμενη οργή. Όταν είσαι αναγκασμένος να κινείσαι πάντα μέσα σε πλήθος, το να είσαι μόνος σ' ένα δωμάτιο μετατρέπεται σε υπέρτατη απόλαυση. Είχα όρεξη για τραγούδι κι έπιασα να τερετίζω σιγανά: "In einem Bachlein helle..."*.

Ξαφνιάζομαι. "Αυτό το ξέρω" προλαβαίνω να σκεφτώ. Διαβάζω τη βιβλιογραφική παραπομπή: "Σε ποταμάκι φωτεινό...": ο πρώτος στίχος της πρώτης στροφής από το ποίημα "Die Forelle" ("η πέστροφα") του Σούμπαρτ (1739-1791), μελοποιημένο από τον Φραντς Σούμπερτ (1797-1828)...".

Ξέρω - ξέρω. Δεν είναι σπουδαία πράγματα αυτά, αυτά τα δύστυχα και παράξενα πρωινά ετούτου του χειμώνα. Νομίζω πως δεν μπορώ καν να μοιραστώ τέτοιες ιστορίες. Όμως για κάποιους παράξενους μάλλον λόγους είμαι τόσο χαρούμενος που ξανασυνάντησα ένα τραγούδι-σκευή της παιδικής μου ηλικίας. Ξέροντας πια πως είναι ένα τραγούδι του Σούμπερτ που μιλάει για μια πέστροφα σε ένα ποταμάκι.

Κατέβηκα από το τρόλεϊ τερετίζοντάς το κι εγώ. Ένα κρύο πρωινό του Γενάρη του 2016


Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Αναρχικά παλίμψηστα


Βλέποντας τους τοίχους αυτά τα χρόνια να στέκουν σκέφτομαι
«δεν τους γκρεμίσαμε,
αλλά τουλάχιστον γράψαμε πάνω τους συνθήματα».
Που τα σβήνει η βροχή.

Και οι νοικοκυραίοι

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Blue Monday


Είναι κι αυτή η θαλπωρή που σε τραβάει πίσω ή που δεν θέλει να φύγεις. Μην την αφήσεις, θα σου θυμώσει. Θα σου κρατήσει μούτρα. Οι θαλπωρές επιμένουν να γίνεται το δικό τους σαν κακομαθημένα μοναχοπαίδια. Είναι κι αυτή η θαλπωρή που σε παρακαλεί δευτεριάτικα, στα μέσα του Γενάρη, «μην βγεις έξω, κάνει παγωνιά. Κάτσε μαζί μου, σκεπάσου ως πάνω με το πάπλωμα κι αφήσου.». Δεν είναι η θαλπωρή. Είναι που θες να λυγίσεις μέσα στα σκεπάσματα, σαν έμβρυο, να κοιμηθείς, να μην σκέφτεσαι, να ζήσεις όσο περισσότερο γίνεται στον ύπνο σου και στα όνειρά σου. Να τα λέμε αυτά: πάντα σου άρεσε να κοιμάσαι, τώρα μάλλον το προτιμάς.


Είναι βέβαια και το άλλο. Που ξυπνούσες παλιότερα τις Δευτέρες καυλωμένος να κατακτήσεις τον κόσμο. Προχθές έγραψες στο… "τετράδιο νυχτός": "Μεγάλωσα – πολύ αργά για να πεθάνω νέος"

***
Ο πίνακας είναι του Mateja Petcovic

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Κομμάτια


Κομματάκια. Κομματάκια χαρτί. Λευκό χαρτί που τεμαχίζεις και τεμαχίζεις μέχρι να μην μπορείς άλλο να το μικρύνεις και να το πολλαπλασιάσεις. Παίρνεις μια κόλλα χαρτί, την κόβεις κομματάκια και τα σκορπάς, τα σκορπάς στο κεφάλι σου και στο γυμνό σου σώμα και όλο χαρά χοροπηδάς και τρέχεις φωνάζοντας «χιονίζει, χιονίζει»
Και ύστερα απότομα σταματάς. Γιατί γύρω σου κι άλλοι πολλοί κάνουν το ίδιο. Τρέχουν γυμνοί φωνάζοντας «χιονίζει-χιονίζει» σε σπίτια, βιβλιοθήκες, γραφεία, οικοδομές. Στους δρόμους και τις πλατείες. Με κομματάκια χαρτί μπερδεμένα στα μαλλιά τους. Κοίτα. Είμαστε όλοι κομμάτια πια , μας χώρισαν τον ένα από τον άλλο, μας έσκισαν φίλε μου, τώρα σκορπάμε σαν το λευκό χιόνι σε γυμνά κορμιά. Για να λιώσουμε αμέσως από τη θέρμη των σωμάτων και να ξεχαστεί που ήμασταν ένα μικρό λευκό χάδι πριν από λίγο.


Μια μέρα να ρωτήσουμε τη δασκάλα τι βαθμό έβαλε στη ζωή της ή αν παρέδωσε λευκή κόλλα.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Κομοδίνο


Ακούγοντάς τον να ροχαλίζει σκέφτηκες: "πιο πολύ θόρυβο έκανε στη ζωή του κοιμισμένος, παρά ξύπνιος".