Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Με λένε Έμιλυ!


Καιρό τώρα ζω στη μικρή σας πόλη. Στον έρωτα στο θάνατο, στις αποχρώσεις μιας περίπου τελετουργικής καθημερινότητας με τις βιασύνες και τις αγωνίες της, τις ελπίδες και τις αποτυχίες της, με νέους που μπαίνουν ενθουσιώδεις κι αψίκοροι και παλιούς που αποσύρονται σοφοί, χωρίς πνοή όταν έχει «σπουδαίο φεγγάρι». Στη μέση μιας συνέλευσης του συλλόγου γονέων φωνάζω «πού είναι το κορίτσι μου; Πού είναι το κορίτσι μου που έχει τα γενέθλιά του;» κι ύστερα προβάρω ένα νυφικό ή σέρνω την αγελάδα μου τη Μπέσυ στην Πανεπιστημίου και το γονατάκι μου δεν λέει ψέματα ποτέ, κερνάω παγωτά το κορίτσι μου και τρέχω να φέρω λεφτά για να πληρώσω τον κύριο Μόργκαν κι επιστρέφω ακριβώς σε δέκα χρόνια, ούτε μέρα παραπάνω. Ο ρόλος μου θα έπρεπε να είναι… θα ήθελα να είμαι ο Διευθυντής Σκηνής: με μια ειρωνική τρυφερότητα, μια απόκοσμη αποστασιοποίηση να περιγράφω τους πόθους και τα πάθη σας, να εναλλάσσω τις σκηνές της ζωής σας ορίζοντας και τα σκηνικά της (γι’ αυτούς που πιστεύουν πως πρέπει να υπάρχουν σκηνικά). Ένας θεός πιο φιλεύσπλαχνος, που αγαπάει την άγνοιά σας, διόλου διδακτικός ή θυμωμένος, με μια διακριτική μελαγχολία κι αναπόληση. Κι ύστερα, εκεί στο τέλος να σας καληνυχτίζω γιατί είναι 11 η ώρα στο Γκρόβερς Κόρνερς κι είδατε δυο ώρες μπροστά σας να περνάει η ζωή κι ο θάνατός σας κι αύριο θα δώσουμε άλλη μία παράσταση.

Όμως στ’ αλήθεια… είμαι η Έμιλυ. Σηκώνομαι απότομα στη βιβλιοθήκη που δουλεύω και σηκώνω τα χέρια, φέρνω ένα γύρω σαν να χορεύω στη Μελωδία της Ευτυχίας, αγκαλιάζω τον κόσμο, το φως, τα βουνά και ρωτάω τους ενοχλημένους αναγνώστες που διαβάζουν σκυφτοί: «Μπορώ να γυρίσω και να ξαναζήσω όλες αυτές τις μέρες. Γιατί όχι;» Ε μητέρα;

[Αν σ’ ενοχλεί που παίζω έτσι αυτή τη σκηνή, δεν με νοιάζει. Μπαίνω και βγαίνω γλυκιά μου από μέσα μου, τρυπάω το σώμα μου, πλακώνω στις μπουνιές την ψυχή μου, με πρησμένα μάτια σε κοιτάζω και σε βλέπω, εγώ βλέπω και πιο μέσα, στη φοβισμένη και δειλή και μίζερη σκοτεινιά σου. Ενώ εσύ δεν βλέπεις τίποτα. Τυφλή στ’ αυτιά, στα μάτια, στο μυαλό.]

Γι’ αυτό και είμαι η Έμιλυ: για την ορμή της ζωής. Κομμένη αρτηρία είμαι που βάφει κόκκινο τον ορίζοντα και πλημμυρίζει το βλέμμα των ανθρώπων κόκκινα δάκρυα, κόκκινες λέξεις, κόκκινες σιωπές.

Σήμερα το πρωί βγήκα στο δρόμο, στην οδό Σιτάκης – η χθεσινή βροχή είχε πλύνει τον κόσμο κι ένας ήλιος λαμπρός, πεντακάθαρος απλωνόταν σιγά-σιγά παντού. Πρόβαρα τα λόγια της πρώτης σκηνής. Ο κύριος Γουέμπ, παίζω τον κύριο Γουέμπ, απευθύνεται στο κοινό και τους λέει:


«Όχι κυρία μου, δεν έχουμε και πολύ καλλιέργεια του ωραίου, όμως εδώ ίσως πρέπει να σας πω, ότι έχουμε και ‘μεις πράγματα που χαιρόμαστε με τον τρόπο μας. Μας αρέσει ο ήλιος όταν βγαίνει το πρωί από τα βουνά και όλοι μας προσέχουμε τα πουλιά, τα παρακολουθούμε πολύ, όπως και τα δέντρα και τα λουλούδια. Και προσέχουμε και τις εποχές της φύσης! Ναι, αυτά τα ξέρουμε και τα χαιρόμαστε όλοι. Όμως για τα άλλα, έχετε δίκιο κυρία μου! Λίγα πράγματα.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: