Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Οι σερπατίνες της Νίκης-Ρεβέκκας Παπαγεωργίου


Τύχη αγαθή η ανακάλυψη (για μένα) της ποίησης της Νίκης-Ρεβέκκας Παπαγεωργίου, και να είναι καλά η Παυλίνα Μάρβιν που μου τη "σύστησε" και η Mikela Chartoulari που μου τη δώρισε. Από την πρώτη στιγμή, από το πρώτο ποίημα κατακτήθηκα, χωρίς να με νοιάζει αν μένω ανυπεράσπιστος στη σαλή της ευαισθησία, αν τυφλώνει την σκοτεινή κάμαρα της ψυχής μου η διάτρητη αντίληψή της, αν χάνομαι στο πανικόβλητο θέριεμα της πανίδας και της χλωρίδας των πεζών ποιημάτων της. Αν μπορούσα να βρω κάτι παρόμοιο στην πεζογραφία θα προσέγγιζα τη Λουτσία Μπερλίν - κι αυτής η παράξενη ενσυναίσθηση με κατέκτησε, με ενθουσίασε. Για χρόνια αναρωτιόμουν γιατί δεν βρίσκω γυναίκες ποιήτριες, μόνο κάτι σκόρπια νησιά σαν τη Κατερίνα Αγελάκη-Ρουκ, που να ορίζουν την αναγνωστική μου οδύσσεια με τρόπο παραπλανητικό. "Μα εγώ φοβόμουν το σακατιλίκι και την κλεισούρα", γράφει στη δική της "οδύσσεια" η Παπαγεωργίου. Νομίζω πως για κάποιο παράξενο λόγο μας τρομάζει η "γυναικεία ποίηση", ή καλύτερα η γυναικεία ψυχή. Η Παπαγεωργίου ξεχάστηκε εν τέλει σε κάποιο δικό της μοναδικό νησί ή σύννεφο πέφτοντας στο κενό της πίσω πλευράς του σπιτιού της το 2000, κατοικώντας για πάντα "σ' ένα παλιό βιβλίο με κιτρινισμένες σελίδες, όπου δεν είναι γραμμένο τίποτε απολύτως εκτός απ' αυτήν". Αυτό είναι η συλλογή "του Λιναριού τα πάθη - ο μυρμηκοφάγος" (Άγρα, 1993, 2017).

Τα ποιήματα της Παπαγεωργίου είναι υπαρξιακές εκρήξεις. Δομούνται από αυτά που στο μικρό "φυλαχτό" αναφέρει:
"Αυτά που πετούσαν οι άλλοι, αστόχαστα, ένα ένα τα μάζευα εγώ στην καρδιά μου. Μια μέρα φωτεινή, μια νύχτα σκοτεινή, μήπως φτιάξω, σκεφτόμουν, με κείνα, κάτι σα φυλαχτό". Και κατοικούνται από σαλεμένη πανίδα: φίδια, ελέφαντες, γατιά, μονόκερους, κουνέλια, πυγολαμπίδες, σπάνια πουλιά, τριζόνια, αχινούς, λαγούς, μυρμηκοφάγους, πασχαλίτσες, άλογα, μύγες, πέστροφες, χρυσόψαρα, αρκούδες και χρυσόμυγες, γρύλους κι αλεπούδες. Παράλληλα φύουν οργιαστικές ντοματιές, κερασιές, φρέζες, κρόκοι και βολβοί, φράουλες, αναλφάβητα χαμομήλια και διανοούμενα κυπαρίσσια, ταξιανθίες και δάση ολόκληρα.

Ανάμεσά τους κατοικεί η Παπαγεωργίου, μάλλον από παλιά και σίγουρα για πάντα. Παίζοντας στα ποιήματά της με όλα τα ασήμαντα που σημαίνουν πράγματα ασφυκτικά, αδιέξοδα τρομακτικά και αποκαλύψεις λυτρωτικές: φελλούς, κατσαβίδια, κουμπιά, βραχιόλια, καρφίτσες, δακτυλήθρες, βελόνια, κλωστές, σβούρες, φυλαχτά, τραπουλόχαρτα, κάρβουνα, σερπατίνες και χαρακάκια. Ίσως όλα να είναι ένα καταφύγιο για όλα αυτά που λέει στην τελευταία της "προσφώνηση": "Ω άνδρες Αθηναίοι, Κορίνθιοι, Ψυχίατροι και άλλοι! Με σακατέψατε". Θα έλεγες τι κρίμα η ζωή της να χαθεί, αλλά τι εξαίσιο αποτύπωμα άφησε πίσω της με αυτό το "καρναβάλι":
"Δεν έχω χρήματα. Θα σας πληρώσω όμως με χαρτοπόλεμο. Έτσι για να καταλάβετε κι εσείς Αποκριές. Μήπως θα προτιμούσατε σερπατίνες;"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου