Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Αυτοαναφορικότητες


Περνούσαμε δίπλα από τα διυλιστήρια του Βαρδινογιάννη πηγαίνοντας για την Αθήνα με τους δικούς μας. Τότε το ταξίδι ήταν μεγαλύτερο νομίζω. Τα αυτοκίνητα δεν έτρεχαν πολύ, τουλάχιστον όχι το δικό μας, κι εμείς ήμασταν μικροί. Κοιτούσαμε με τον αδερφό μου θαμπωμένοι τα χιλιάδες φωτάκια και τους σωλήνες που μπερδεύονταν ο ένας με τον άλλο σε ποικίλες διακλαδώσεις. Όλο αυτό έμοιαζε σαν ένα τεράστιο πάρκο ή σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο για κάθε εποχή και ώρα. Και ήταν κι αυτές οι τρεις φλόγες στα πανύψηλα φουγάρα που δεν έσβηναν ποτέ κι έμοιαζαν όπως η φλόγα των ολυμπιακών αγώνων της Μόσχας ή φλόγα που δεν έσβηνε ποτέ τα αρχαία χρόνια μέσα στους ναούς. Ήταν αναμφισβήτητα μια πανέμορφη και δυνατή εικόνα. Τα διυλιστήρια ήταν ένα σύνορο με τον έξω κόσμο όταν ήμασταν παιδιά. Κι ο έξω κόσμος ήταν πάντα εξαιρετικά φωτισμένος και πολύβουος. Ύστερα τα διυλιστήρια μεγάλωσαν, μεγάλωσαν κι άλλο, κι εμείς μάθαμε πως η ομορφιά τους σκοτώνει. 

Νομίζω πως μεγαλώνοντας γινόμαστε λίγο ληξίαρχοι, ορίζουμε καθετί με την προέλευσή του, προσθέτοντας πάντα χρονολογία γέννησης και θανάτου, περιγράφοντας την ακμή και την πτώση κάθε ανθρώπου, συναισθήματος, σχέσης και πράγματος. Χθες ήμασταν ανεβασμένοι στην τεράστια καρυδιά στο σπίτι που μεγάλωσα. Με τα μακριά κοντάρια μας κοπανούσαμε το δέντρο αναγκάζοντάς το να αφήσει τα καρύδια του να πέσουν. Ήταν μια δουλειά λίγο αγχωτική βλέποντας τα σύννεφα να πυκνώνουν πάνω μας και τον αέρα να προμηνύει καταιγίδα. Έπιασα τον εαυτό μου περιγράφοντας το δέντρο σε μια φίλη, να μιλάει για το πώς φύτρωσε (μια μεγάλη νεροποντή έφερε καρύδια στο μπροστινό μέρος τους κτήματος, μέσα σε λίγους μήνες είχε φυτρώσει ένα μικρό κλαδάκι δίπλα στο πηγάδι). Της είπα πως πάντα στην περιοχή που μεγάλωσα είχε καρυδιές. Στο διπλανό κτήμα είχε δύο, ανεβαίναμε σε αυτές με τα ξαδέρφια μου και φτιάχναμε σπιτάκια και παίζαμε τους σκαρφαλογατοκυνηγούς όταν ήμασταν παιδιά! Κι ύστερα είχε μια τεράστια καρυδιά και δίπλα στο καλύβι του παππού, και μετά πίσω από το συνεργείο των μπαρμπάδων μου.

Πιάνω τον εαυτό μου συχνά να μην βλέπει αυτά που βλέπει, αλλά να μετράει αυτά που θυμάται. Σαν να προσπαθεί να συγκρατήσει κάπως τη συνοχή των πραγμάτων που αλλάζουν και φθείρονται και σβήνουν. Εντάξει και οι άσβεστες φλόγες κάποια στιγμή δεν έχουν τι άλλο να κάψουν.

***
ο πίνακας είναι της Jane Fisher

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου