Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι του σπιτιού από λέξεις


Μια φορά κι έναν καιρό ένας ποιητής έφτιαξε ένα σπίτι με λέξεις, που είχε μαζέψει χρόνια ολόκληρα αλητεύοντας στα πάθη των ανθρώπων και στους εφιάλτες τους. Οι λέξεις είναι το μόνο οικοδομικό υλικό που αναγνωρίζουν οι ποιητές. Ήθελε να έχει μια σκεπή όταν βρέχει, κι ένα κρεβάτι να κοιμηθεί όταν η νύχτα έσβηνε της μέρας τα έργα. Ήθελε κι αυτός ένα σπίτι, όπως όλοι οι άνθρωποι. Για να κρύβεται. Το σπίτι είχε πόρτες και παράθυρα, κουρτίνες, ντουζιέρες, ντουλάπες, τραπέζι και ψυγείο από λέξεις φτιαγμένα. Ακόμη και το κουτάλι που χρησιμοποιούσε στη σούπα του ήταν μια φράση που γέμιζε από λέξεις, τις οδηγούσε στο στόμα του κι εκείνος τις κατάπινε. Όταν όλα τελειώσαν, στο σπίτι του έμεινε έγκλειστος πια για χρόνια. Κανείς δεν έμαθε ποτέ γι' αυτόν, ούτε διάβασε κάποιο καινούριο ποίημά του. Γιατί το σπίτι είναι ο τάφος του ποιητή - το ταξίδι του στις λέξεις τελειώνει. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα!

Ο θάνατος είναι ένα μπουκάλι που γέμισε, ένας ποιητής που δεν μαζεύει λέξεις, ένας έφηβος που σταμάτησε να παίζει.

***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Ρόρρη

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Γκραβούρες σε παιδικά βιβλία


Είναι η 82η έκδοση ενός γαλλικού βιβλίου, εκδόθηκε το 1922 από τον Armand Colin. Μια Ελληνίδα μαθήτρια το χρησιμοποίησε για να ασκηθεί στη γλώσσα, μελετώντας μικρά αφηγηματικά κείμενα. Θα καταλάβαινες τη χρήση και από τις μουντζούρες που έχει κάνει στις τελευταίες σελίδες - δεν έχεις δει βιβλίο με εκπαιδευτική χρήση των τελευταίων 2 αιώνων που να μην έχει βανδαλιστεί κάπως (ή έστω "εμπλουτιστεί αισθητικά") από τους μαθητές που το χρησιμοποίησαν... 

Το βιβλίο είναι του Γάλλου φιλόσοφου και ποιητή Ζαν Μαρί Γκυγιώ (Jean-Marie Guyau), ο τίτλος του είναι "L'annee preparatoire de lecture courante". Πρόκειται για ένα εγχειρίδιο που με εντολή του γαλλικού Υπουργείου Παιδείας διανεμήθηκε σε όλες τις σχολικές βιβλιοθήκες της εποχής και σε κάποια γαλλικά σχολεία χρησιμοποιήθηκε ως σχολικό. Ο Γκυγιώ θεωρείται από τους προδρόμους της κοινωνιολογίας της τέχνης και από κάποιους αποκαλείται "ο Νίτσε της Γαλλίας". 

Δεν είναι όλα αυτά τα στοιχεία ο λόγος ή ο στόχος αυτού του κειμένου. Είναι η εικονογράφηση του βιβλίου: 300 μικρές γκραβούρες (5x3 cm κατά μέσο όρο ή και μικρότερες) στις 214 σελίδες του! Μια πανδαισία εικόνων για ένα "σχολικό" βιβλίο των τελών του 19ου αιώνα (πρωτοεκδόθηκε το 1875). Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μικρή σχέση με τις γκραβούρες στα βιβλία, είναι λίγα αυτά που διαβάσαμε και τις περιείχαν. Ίσως μόνο αυτά του Ιουλίου Βερν, οι Έλληνες εκδότες ακόμη περιέχουν τις αρχικές γκραβούρες στις επανεκδόσεις που κάνουν. Σε κάποιες περιπτώσεις και κάποιοι κλασσικοί, κάποιος Ουγκώ, Ζολά ή Μπαλζάκ. Δεν είναι μόνο η αισθητική φροντίδα ενός βιβλίου, αντιλαμβάνεσαι πως για τα παιδιά της εποχής η εικόνα ήταν ένα πολύτιμο και σπάνιο παράθυρο στον κόσμο, μια πανίσχυρη ώθηση στη φαντασία, μια καλλιτεχνική προπαίδεια (ίσως και η μόνη). Φαντάζεσαι τη σπουδή και τον κόπο του χαράκτη (στη συγκεκριμένη έκδοση δεν ήταν μονάχα ένας), δεν είναι λίγες 300 εικόνες, όσο απλές και "λαϊκές " και αν είναι. Αντιλαμβάνεσαι με τον πιο απτό τρόπο δευτερεύοντα στοιχεία της εποχής: τα ρούχα, τις συνήθειες, την αρχιτεκτονική, τον τρόπο ζωής, την κοινωνική συμπεριφορά. Μαζί με όλα αυτά, αυτό που θαυμάζεις είναι η ομορφιά των λιτών μέσων, η δύναμη μέσα στην οικονομία, το μέγα μέσα στο μικρό. Γιατί πρωταρχικά αυτό είναι η χαρακτική.













Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι του ζωγράφου


Μια φορά ζούσε ένας άνθρωπος που ζωγράφιζε ηλιοβασιλέματα σε λευκούς μουσαμάδες. Ανέβαινε στην ταράτσα της πολυκατοικίας που έμενε, έστρεφε το βλέμμα του στη δύση κι έκλεβε χρώματα από τη μέρα που αργοπέθαινε, «για να τα σώσει» έλεγε. Κι εκεί ανάμεσα στα τσιμεντένια κουφάρια της μεγάλης πόλης μια μέρα τον συνάντησε ο θάνατος – μια δύση έμεινε ανολοκλήρωτη στο μουσαμά του.

Το ίδιο εκείνο απόγευμα ο ήλιος έσκυψε πάλι στην άκρη του ορίζοντα. Τα σύννεφα μάτωσαν και τα πουλιά σιωπήσαν. Λίγο μετά η νύχτα είχε κλέψει όλα τα χρώματα του ουρανού. 

***
ο πίνακας είναι του Wifredo Lam

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι των ακοίμητων παραμυθάδων


Μια φορά κι έναν καιρό η μέρα δεν ξημέρωσε στη χώρα των παραμυθιών. Ο βασιλιάς δεν ξύπνησε στο παλάτι του ψηλά στο λόφο, αλλά και η αγορά έμεινε κλειστή, οι αγρότες δεν βγήκαν στα χωράφια τους και τα παιδιά δεν πήγαν στα σχολειά τους. Όλοι κοιμόνταν μέχρι να ξημερώσει, μέχρι οι ηλιαχτίδες να χαϊδέψουν πρόσωπα, μηρούς και ξέσκεπα στήθη, μέχρι τα κοκόρια να σημάνουν εγερτήριο. Μόνος που ήταν ξύπνιος, σκυφτός πάνω σε ένα σωρό πυκνογραμμένων χαρτιών όλη τη νύχτα, ήταν ο παραμυθάς του βασιλείου. Γιατί οι παραμυθάδες είναι οι απογραφείς των ονείρων. Κι αγρυπνούν όταν οι άνθρωποι ονειρεύονται.

Όταν ξημέρωσε, ο παραμυθάς έγειρε πάνω στα χαρτιά του κι αποκοιμήθηκε κουρασμένος. Οι υπόλοιποι άνθρωποι σηκώθηκαν από τα κρεβάτια τους, χαρούμενοι βγήκαν στους δρόμους και στις πλατείες, έσκαψαν τα χωράφια τους, παίξανε στα σχολειά και συσκέφθηκαν στα παλάτια τους. Γιατί η ζωή είναι το όνειρο που βλέπουν οι παραμυθάδες όταν κοιμούνται. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Robert Dickerson

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Το παραμύθι της καθαρίστριας


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια μικροκαμωμένη γυναίκα που καθάριζε τις βρωμιές των ανθρώπων. Όλη της τη ζωή κυκλοφορούσε ανάμεσά τους και εξαφάνιζε ό,τι αφήναν πίσω τους, ό,τι δεν χρειάζονταν πια και ό,τι δεν ήθελαν να θυμούνται. Γι΄αυτό και οι άνθρωποι δεν την έβλεπαν, οι περισσότεροι στην εφημερίδα που δούλευε ούτε το όνομά της δεν ήξεραν.

Μια μέρα την ειδοποίησαν πως ο άντρας της πέθανε ανοιχτά της Σομαλίας, ήταν μεγάλος σε ηλικία, μετρούσε λίγα ένσημα για να βγει στη σύνταξη. Όμως δεν πρόλαβε. "Μαζί στη ζωή, μαζί και στο θάνατο" είπε η γυναίκα, και σαν κραυγή που σβήνει και πνίγεται στη σιωπή των ανθρώπων, έπεσε στη θάλασσα.

Στην εφημερίδα την άλλη μέρα έγραψαν: "πτώμα γυναίκας, αγνώστων λοιπών στοιχείων, εντοπίστηκε τις πρωινές ώρες ανοιχτά του Αλίμου...". Και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα και μια άλλη γυναίκα καθαρίζει τώρα τις βρωμιές των ανθρώπων. Να μην ήταν αλήθεια τα παραμύθια...

***
Το χαρακτικό είναι του Karl Schmidt-Rottluff