Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της Σπύραινας


Στην «Ηρώων» έμεναν κάποτε η Κούλα και τα τρία της παιδιά και δίπλα τους η Σπύραινα με την κόρη της. Η Σπύραινα δεν ήταν εύκολος άνθρωπος, συχνά έδερνε την κόρη της και της φώναζε (όλη η γειτονιά τις άκουγε), ήταν γκρινιάρα και μίζερη. Ανέβαινε τις σκάλες της Κούλας για να πιει καφέ και μουρμούραγε πάντα για την κούραση και τους πόνους της και τα πολλά σκαλοπάτια. Μια μέρα η Κούλα αποφάσισε να της κάνει ένα χουνέρι: έφτιαξε από σύρμα (αυτό που έτριβαν τα παλιά χρόνια τις αλουμινένιες κατσαρόλες για να καθαρίσουν) ένα ποντίκι. Του έβαλε αυτιά και ουρά. Και το έδεσε με μια κλωστή απ’ το χέρι της. Όταν γύρισε από την κουζίνα στο καθιστικό με τους καφέδες, είδε η Σπύραινα το ποντίκι κι άρχισε να φωνάζει «ποντίκι Μωρή Κούλα, αρουραίος» και έφυγε τρέχοντας η κουτσή και κατέβηκε τρία-τρία τα σκαλοπάτια και πίσω της την κηνυγούσε η Κούλα φωνάζοντας «ψεύτικο είναι το ποντίκι Σπύραινα», αλλά εκείνη δεν άκουγε κι αλάλαζε ως την επάνω γειτονιά (στο σπίτι του Λούστρου έφτασε) κι ακόμη θα έτρεχε – αν δεν είχε εν τω μεταξύ πεθάνει.


Θα μου πεις: αυτό δεν είναι παραμύθι, μια ιστορία είναι, μια αφήγηση. Και θα σου πω: πού ξέρεις αν δεν είναι της φαντασίας μου η ιστορία; Η ακόμη καλύτερα, είσαι σίγουρος πως δεν υπήρξε κάποτε η κοκκινοσκουφίτσα, ο δράκος και τα 7 κατσικάκια; Για να τελειώνουμε: θα κάνουμε αυτή την ιστορία παραμύθι, θα πούμε πως μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην «Ηρώων» η Κούλα και τα τρία της παιδιά και πως ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Καλύτερα ζουν στα παραμύθια οι άνθρωποι…

***
Το χαρακτικό είναι του Hermann Max Pechstein

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Το παραμύθι του άντρα που αγαπούσε τη φωτιά


Ήταν ένας άντρας που αγαπούσε τη φωτιά. Από μικρός τάιζε μικρές φωτίτσες – δεν άντεχε να τις βλέπει να τρεμοσβήνουν, φρόντιζε τις φωτιές όπως η μάνα φροντίζει τα παιδιά της, την προστάτευε όπως ο εραστής την αγαπημένη του. Ίσως να μην αγάπησε ποτέ κανέναν άλλο από τις φωτιές, και μάλλον δεν αγαπήθηκε και από κανέναν άνθρωπο. Μπορούσες να τον δεις με τις ώρες να κοιτάζει τις φλόγες, όπως τα παιδιά κοιτάζουν αυτούς που τους λένε παραμύθια.

Μια μέρα ο άντρας βοήθησε τις φλόγες να αγκαλιάσουν το σπίτι που μεγάλωσε κι ήταν τόση η χαρά του, που λίγο καιρό μετά τις τάισε και με άλλα σπίτια, όλη την πόλη του και τα δάση γύρω της. Μια μέρα που δεν υπήρχε τίποτε άλλο να καεί, της δόθηκε ο ίδιος ολοκληρωτικά, όπως δίνεται κανείς στου έρωτα τον πόλεμο. Και καίγεται.

***
ο πίνακας είναι του Richard Smith

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της γυναίκας στο τραίνο


Μία γυναίκα ταξίδευε κάποτε με ένα τραίνο. Καθόμουν απέναντί της. Κάποια στιγμή κοίταξε το παράθυρο στο πλάι και άρχισε να αδειάζει από μέσα της, θα έλεγες πως οι σκέψεις της βρήκαν ένα σημείο διαφυγής, που είναι αδύνατο να το εντοπίσεις εσύ, έτσι γρήγορα που εναλλάσσονται οι εικόνες σε ένα τραίνο που φεύγει ή έρχεται, αλλά τι θα πει ερχομός, αφού κάθε επιστροφή είναι και ένας αποχωρισμός. Αφού άδειασε από σκέψεις, οι σκέψεις είναι το άυλο σώμα μας, άρχισε να αποσυντίθεται και το σώμα της. Στο τέλος είχαν μείνει μόνο τα μάτια της.


Κοιτώντας τα μάτια της μέσα απ’ το τζάμι  είδα πως ήμουν εγώ το σημείο διαφυγής.

***
το χαρακτικό είναι του Max Pechstein

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Το παραμύθι του ανθρώπου με το ξύλινο κιβώτιο


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που έβγαινε από το σπίτι του κρατώντας ένα ξύλινο κιβώτιο. Έφτανε στην αγορά, ακουμπούσε κάτω το κιβώτιο γυρισμένο ανάποδα, ανέβαινε επάνω του και καλούσε τους συμπολίτες του να ακούσουν τι έχει να τους πει. «Υπάρχουν τα πράγματα που υπάρχουν.», τους έλεγε, «Και τα πράγματα που δεν υπάρχουν όμως, υπάρχουν – και η απουσία τους είναι μια ύπαρξη». Ο κόσμος στην αρχή τον έβλεπε με περιέργεια κι έκαναν γύρω του έναν κύκλο να τον ακούσουν. « Άρα όλα τα πράγματα υπάρχουν: και τα πράγματα που υπάρχουν, κι αυτά που δεν υπάρχουν. Αφού όλα τα πράγματα υπάρχουν, δεν υπάρχουν πράγματα που δεν υπάρχουν!». Οι μέρες κυλούσαν, άνθρωποι έρχονταν και φεύγαν κι εκείνος συνέχιζε και ο χρόνος άλλαζε τον κύκλο γύρω του, οι μικροί μεγάλωναν και οι μεγάλοι έπαιρναν τον αδιέξοδο δρόμο του θανάτου.

Κάποιοι είπαν πως ο άνθρωπος με το ξύλινο κιβώτιο είναι παραμυθάς, και πως τα παραμύθια που λέει υπάρχουν. Κάποιοι άλλοι υποστήριξαν πως δεν υπήρξε ποτέ και πως ούτε αυτοί οι ίδιοι υπάρχουν και πως όλα είναι ένα παραμύθι που κάποιος παραμυθάς αφηγείται σε μια αγορά, ανεβασμένος πάνω σε ένα ξύλινο κιβώτιο.

***
ο πίνακας είναι του Norval Morrisseau

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της μηχανής


Μια μέρα μια μηχανή ζωντάνεψε: άνοιξε τα μάτια της, άνοιξε το στόμα της κι άρχισε να μιλά στα δέντρα και στα πουλιά. Κι όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκε να συνεχίσει τη δουλειά της. Οι άνθρωποι στην αρχή παραξενεύτηκαν με τα πείσματα της μηχανής, ύστερα θύμωσαν με την επιμονή της και την έδιωξαν. Γρήγορα βρέθηκε ένας άνθρωπος να δουλεύει στο πόστο της, κι όλα διορθώθηκαν. Όλα διορθώνονται – μόνο τα λάθη δεν διορθώνονται. Και τότε ξεκίνησε για τη μηχανή ένα μακρύ ταξίδι στην αλητεία: άντρες, ποτά, θάλασσες, δρόμοι, ποιήματα και μάχες σώμα με σώμα. Κάποιοι είπαν πως πέθανε κάποια στιγμή στη Λατινική Αμερική μετά από χρόνια στην αγκαλιά δυο ινδιάνων και πως είναι θαμμένη σε μια μάντρα με παλιές μηχανές που έχει ένας Έλληνας μετανάστης εκεί. Και πως πάνω απ' τον τάφο της μιλούν συχνά τα δέντρα και κελαηδούν τα πουλιά.

***
Ο πίνακας είναι του Max Pechstein

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Το παραμύθι της πορτοκαλιάς


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άνθρωπος σε ένα σεντούκι. Βαθιά στο χώμα ζούσε, γιατί ήταν νεκρός και τους νεκρούς οι άνθρωποι τους φυτεύουν στο χώμα περιμένοντας μια μέρα να ανθίσουν. Κι αφού τα χρόνια περνούν και οι νεκροί δεν ανθίζουν, άλλος φωνάζει μέσα στο σεντούκι του, άλλος κλαίει, κι άλλος παραμένει πεισματικά σιωπηλός. Ο άνθρωπος αυτού του παραμυθιού όταν κατάλαβε πως πέθανε άρχισε να κάνει ποδήλατο στα παιδικά του χρόνια κάτι απογεύματα του Απρίλη με τις πορτοκαλιές ανθισμένες. Κοιμήθηκε στα ανθισμένα αγριοτριαντάφυλλα, έφτιαξε τούρτες από λάσπη, σκαρφάλωσε στις ρίζες των δέντρων, και τραγούδησε, τραγούδησε πολύ, μέχρι να αδειάσει η φωνή του, μέχρι να νυστάξει και να κοιμηθεί για πάντα.

Την άλλη μέρα άνθισε πάνω στον τάφο του μια πορτοκαλιά.

***
ο πίνακας είναι του Fernand Leger