Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Μεγάλο Σάββατο


"Μα τι με θες;" - του είπε βγαίνοντας στην πίσω αυλή. " Έχω βάλει το λάδι για τα κεφτεδάκια. Θα κάψει". Της ζήτησε μόνο να τη βγάλει μια φωτογραφία με την καινούρια του μηχανή. Εκείνη του χαμογέλασε, πάντα χαμογελούσε στα καμώματά του. Στάθηκε δίπλα στη γλάστρα με την ορτανσία, δεν σκέφτηκε να βγάλει την ποδιά, κοίταξε ντροπαλά το μεταλλικό μαρκούτσι που θα την απαθανάτιζε, έδεσε τα χέρια μπροστά και έγινε πια φωτογραφία. Ύστερα μπήκε ξανά βιαστική στο σπίτι, έριξε τα κεφτεδάκια στο λάδι και τα χρόνια πέρασαν και πέθανε. Και τη θάψαν στο Δεύτερο Νεκροταφείο. Και έβαλαν στον τάφο επάνω τη φωτογραφία δίπλα στην ορτανσία με τα χέρια δεμένα μπροστά. Να κοιτάει ντροπαλά το μαρκούτσι που την απαθανάτιζε.

***
ο πίνακας είναι του Μιχάλη Μαδένη

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Τσαλάκωσε το χαρτί


Ο Γιώργος έφτιαχνε καραβάκια από χαρτί στα εγγόνια του. Ειδικά στη μικρή πρέπει να είχε φτιάξει εκατοντάδες, Η πρώτη ύλη του ήταν τα διαφημιστικά φυλλάδια που άφηναν στην είσοδο οι διάφοροι διανομείς. Εκείνη τα μάζευε και του τα έδινε και όλο το σπίτι γέμιζε ταξίδια φανταστικά και φουρτουνιασμένες θάλασσες. Τώρα όμως ησύχασε για πάντα η θάλασσα μέσα στο σπίτι μας και τα δρομολόγια σταμάτησαν. Χθες βγαίνοντας από το σπίτι έσκυψε να μαζέψει από το πλατύσκαλο το χαρτί κάποιου ενεχυροδανειστηρίου. «Τι το θες;» της είπε θυμωμένος ο πατέρας της. «Να φτιάξουμε καραβάκι!» του απάντησε, «φτιάχναμε καραβάκια με τον παππού…». «Τώρα πια δεν θα φτιάχνουμε» της είπε και τα μάτια του έγιναν μια φουρτουνιασμένη θάλασσα με καραβάκια ναυαγισμένα. Τσαλάκωσε το χαρτί και το πέταξε στον κάδο ανακύκλωσης.

***
ο πίνακας είναι του Αχιλλέα Χρηστίδη

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Το παραμύθι του Ματζαγρά


Μια φορά δυο φίλοι έβαλαν γιάντες κι όποιος έχανε θα έπαιρνε τον άλλο στους ώμους του και θα τον πήγαινε μέχρι την εκκλησία στην άκρη του χωριού. Κι ήταν μικροί, παιδιά ακόμα. Κάθε που έδινε ο ένας στον άλλον κάτι, ο άλλος του απαντούσε «το θυμάμαι» κι έτσι κανείς δεν γιάντιζε. Οι δυο φίλοι μεγάλωσαν κι έγιναν νέοι άντρες κι ο ένας έφυγε μετανάστης στον Καναδά κι έκανε προκοπή εκεί και φαμίλια. Ύστερα από χρόνια γύρισε στην πατρίδα κι όλοι έκαναν μεγάλη χαρά που τον είδαν, όμως εκείνος βιαζόταν να βρει το φίλο του. «Να, δες μια φωτογραφία του εστιατορίου μου» του είπε. «Το θυμάμαι» του είπε ο άλλος και γέλασαν και ήπιαν πολύ και θυμήθηκαν τα παλιά κι ο καθένας γύρισε στη ζωή και τον τόπο του. Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο κι ο μετανάστης ξαναγύρισε στην πατρίδα κι όλοι έκαναν χαρά που τον είδαν, όμως εκείνος πήγε πάλι να βρει το φίλο του. «Σου ‘φερα δώρο» του είπε. «Το θυμάμαι» του είπε ο άλλος και γέλασαν και ήπιαν πολύ και θυμήθηκαν τα παλιά κι ο καθένας γύρισε στη ζωή και τον τόπο του.

Τα χρόνια έπιασαν να φτάνουν στο τέλος τους. Για τον ένα σίγουρα τελείωσαν, αυτόν που είχε μείνει πίσω, αφού πέθανε μια μέρα. Κι όλοι ειδοποίησαν τον άλλο πως πέθανε ο φίλος του κι εκείνος πήρε αμέσως ένα αεροπλάνο κι ήρθε από τον Καναδά στην πατρίδα. «Σου έχει αφήσει ένα γράμμα» του είπαν. «Αγαπιτέ μου φίλε» του έγραφε «φεύγο από αφτήνα τη ζοί. Όμως θέλο να ξέρο πως θα μαστε μαζί εκί στα ξένα που φιγες κε δεν θα χορίσουμε ποτές. Κράτα τη φοτογραφία που ίμαστε πεδιά. Να με θιμάσε». Συγκινημένος ο μπρούκλης πήρε τη φωτογραφία που ήταν στο φάκελο, θυμήθηκε τα παλιά και γέμισαν τα μάτια του με όλες τις βροχές της ξενιτιάς και της μοναξιάς του τόσων χρόνων. Καθώς την κοιτούσε διέκρινε να έχει γραμμένη στην πίσω της πλευρά μια λέξη. Τη γύρισε και διάβασε «ΓΙΑΝΤΕΣ».


Ύστερα ήρθε η ώρα. Σήκωσαν το φέρετρο και το πήγαν στην άκρη του χωριού, στο κοιμητήριο. Κι όλοι σχολίασαν το πείσμα του γέρου να σηκώσει κι αυτός στους ώμους το φίλο του στο τελευταίο του ταξίδι.

***
η φωτογραφία είναι από το Canadian Museum of Immigration at Pier 21

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Το Coppertone


Οι φωνές τους έφταναν επάνω, σ’ εμάς. Αυτό σήμαινε πως η μέρα ξεκινούσε. Οι πρώτοι λουόμενοι, σαν μελίσσι που τρυγούσε λαίμαργα τη θάλασσα, ήταν το ξυπνητήρι που μας σήκωνε πρόθυμα εμένα και τον αδερφό μου από το πατάρι της τσαρδάκας. Η μάνα πάλευε (συνήθως χωρίς αποτέλεσμα) να μας ταΐσει μέχρι να γδυθούμε, να βάλουμε τα μαγιώ μας και να κουτρουβαλήσουμε στην παραλία. Οι πιο φασαριόζοι ήταν οι Έλληνες – «ήρθαν οι Αθηναίοι» λέγαμε κάπως υποτιμητικά κατεβαίνοντας. Κατά κανόνα, αυτοί οι τελευταίοι έφερναν και φαΐ μαζί τους, άνοιγαν μπωλ με κεφτεδάκια, καθάριζαν καρπούζια, φώναζαν κάποια Μαρία και κάποιον Πέτρο να βγουν από τη θάλασσα, να μην πηγαίνουν βαθιά, να ‘ρθουν να φάνε, είχαν σωσίβια και σχεδόν πάντα όταν ξεκουμπίζονταν από την παραλία μας, άφηναν πίσω τους σκουπίδια: φλούδες από φρούτα, αλουμινόχαρτα και συχνά κωλόχαρτα λερωμένα που τα έπαιρνε ο αέρας, τα κολλούσε στις πορτοκαλιές και στα σχίνα αφήνοντας ασκεπείς και μόνους τους πελώριους… «μιναρέδες» τους. Χωρίς αμφιβολία δεν τους θέλαμε τους Έλληνες τους Αθηναίους στην παραλία μας. Την καταλάμβαναν σαν να ήταν δικιά τους και τη λέρωναν.

Η παραλία όμως ήταν δικιά μας, γιατί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 με το που κλείναν τα σχολεία, κατεβαίναμε στο χτήμα του Κουτσογκίλα που ήταν φίλος και συνάδελφος του πατέρα. Το χτήμα γειτόνευε με τρία σημαντικά πράγματα: πρώτον με τον Σαρωνικό, δεύτερον με ένα μεγάλο ξενοδοχείο – από αυτά που αδειοδοτούνταν εύκολα στη Χούντα από τους επαναστάτες στρατιωτικούς που έσωσαν τη χώρα μας από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και τρίτον με ένα μαγαζάκι με τουριστικά προϊόντα που πουλούσε και κόμικ (Ποπάυ και Σεραφίνο). Εμένα πάντως μου άρεσε ο Τιραμόλα περισσότερο. Ο πατέρας κι ο αδερφός του που ήταν και θείος μας είχαν φτιάξει ένα τσαρδάκι, στο οποίο μέναμε όλο το καλοκαίρι, μέχρι να σημάνει περίπου το κουδούνι του σχολείου που θα μας μάντρωνε στον κόσμο της γνώσης ξανά. Τα τσαρδάκια ήταν αυτοσχέδιες ελαφρού τύπου κατασκευές που συνήθως χρησιμοποιούσαν οι αγρότες της περιοχής για ξεκούραση και εποπτεία στις θερινές καλλιέργειες. Κατά κανόνα ήταν ένα υπερυψωμένο πατάρι πάνω σε πασσάλους που καμιά φορά διέθετε και σκέπαστρο από καλάμια. Ένα τέτοιο είχαν φτιάξει λοιπόν στο χτήμα του Κουτσογκίλα ο πατέρας κι ο θείος, το είχαν στηρίξει από τη μια πλευρά στα θεόρατα κυπαρίσσια που ήταν το σύνορο με το ξενοδοχείο. Στο επάνω δώμα κοιμόμασταν. Υπήρχαν δύο «κρεβατοκάμαρες» χωρισμένες με απλωμένο σεντόνι ανάμεσα, μία για το θείο και τη θεία και μία για εμάς. Μια ξύλινη σκάλα μάς κατέβαζε κάτω που ήταν η κουζίνα και η τραπεζαρία, ένα ξύλινο αναδιπλούμενο στρογγυλό τραπέζι δηλαδή, και η τσίγκινη βρυσούλα που έπλεναν τα πιάτα. Η τσαρδάκα ήταν εκατό μέτρα από την παραλία, έπρεπε να περπατήσουμε ανάμεσα στις πορτοκαλιές, τα σχίνα, να ανοίξουμε τη ξύλινη πορτούλα και πλέον ήμασταν εκεί, στο μεγάλο δικό μας μπλε. Όλη τη μέρα ήμασταν εκεί, εκτός που το μεσημέρι μάς μάζευαν για να κοιμηθούμε. Συχνά πήγαιναν τα βράδια εκεί και ο μπαμπάς με τη μαμά και άλλοτε ο θείος με τη θεία, πήγαιναν να κλείσουν την πόρτα έλεγαν, που δεν έπρεπε να μείνει ποτέ ανοιχτή έλεγαν.

Θα πρέπει τώρα να έρθουμε και στα πιο μύχια της ζωής του συγγραφέα που διαφεντεύει ετούτο το κείμενο, που κρύβει και φανερώνει κατά βούληση ό,τι γουστάρει. Γιατί το θέμα αυτού του κειμένου είναι τα βυζιά. Πρώτη φορά είδα βυζιά στην παραλία του Κουτσογκίλα. Μικρά και μεγάλα, γέρικα, αφράτα, νεανικά, με ραγάδες, μικρές και μεγάλες ρώγες, μισοκρυμμένα ή ατίθασα, βρεγμένα και στεγνά βυζιά. Πολλά βυζιά κι εγώ ήμουν κοντά στα 10 και νομίζω πως παντού έβλεπα βυζιά. Νομίζω πως ήταν άλλος ένας λόγος που προτιμούσαμε με τον αδερφό μου τους ξένους θαμώνες του ξενοδοχείου (Γερμανούς και Γάλλους κυρίως, μια φορά είχαμε γνωρίσει και έναν κανονικό Ρώσο που είχε έρθει για δουλειές στην Ελλάδα και πολύ χάρηκε που είδε που είχαμε μια lubitel φωτογραφική μηχανή και τον καλέσαμε στο τσαρδάκι και φάγαμε ψάρια και χταπόδια που έπιαναν οι άντρες αλλά δεν μιλήσαμε σχεδόν καθόλου γιατί ούτε εκείνος, ούτε εμείς ξέραμε αγγλικά). Κυρίως οι Γερμανίδες και οι Γαλλίδες έκαναν μπάνιο τόπλες που έλεγε η μαμά. Καμιά φορά βλέπαμε και καμιά Ελληνίδα, αλλά πάντα καταλαβαίναμε με τον αδερφό μου ότι δεν ήταν ξένη, γιατί οι Ελληνίδες ντρεπόντουσαν και ενώ έβγαζαν το μαγιώ, γυρνούσαν μπρούμυτα μην δει κανείς το άσπρο τους στήθος. Αν θυμάμαι καλά πρέπει να σκεφτόμουν πριν κοιμηθώ τα βράδια πως τους άπλωνα αντηλιακό στην πλάτη και όχι μόνο, πως μου ζητούσαν «ε, μικρέ, μπορείς να μου απλώσεις στην πλάτη αυτό το υγρό» και πως το έλεγαν στη γλώσσα τους κι εγώ το καταλάβαινα και πρόθυμα, πολύ πρόθυμα άπλωνα αυτό το γλιστερό λάδι στο κορμί τους. Τα ίδια πρέπει να σκεφτόταν και ένας μεσήλικας που άραζε λίγο πιο απόμακρα από το σημείο που έκαναν μπάνιο οι ένοικοι του ξενοδοχείου κι έκανε γυμνισμό έλεγε ο μπαμπάς και συνεχώς ασχολιόταν με το πουλί του και ύστερα έφευγε και δεν ασχολιόταν άλλο με το πουλί του. Νομίζω πως και το δικό μου πουλί ξύπναγε με κέφι όταν τα πρωινά που σηκωνόμασταν, το πρωινό αεράκι μάς έφερνε τη μυρωδιά από ινδική καρύδα που άπλωναν στο κορμί τους οι Γαλλίδες και οι Γερμανίδες τουρίστριες στην παραλία.


Τα χρόνια πέρασαν. Το χτήμα έγινε κάμπινγκ. Δεν είναι της μόδας πια τα αντηλιακά με άρωμα καρύδας και ομολογουμένως ο ημιγυμνισμός δεν είναι πια τόσο διαδεδομένος – κάτι η τρύπα του όζοντος, κάτι η καμπή του κινήματος της γυναικείας χειραφέτησης εξαφάνισαν τα βυζιά από τις παραλίες. Εν προκειμένω από την παραλία των παιδικών μου χρόνων.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Η ιστορία του ανθρώπου που αγαπούσε τους χάρτες


Μα του άρεσε πάντα να διαβάζει χάρτες, όχι βέβαια για να σχεδιάζει ταξίδια – τα οποία εξάλλου σπάνια έκανε – αλλά γιατί όπως έλεγε «η μορφή του κόσμου στους χάρτες είναι μια εξουσιαστική αποτύπωση». Χρησιμοποιούσε σαν παράδειγμα έναν παλιό αραβικό χάρτη που είχε στη βιβλιοθήκη, που έδειχνε τον κόσμο «ανάποδα» γιατί είχε φτιαχτεί πριν οι Ευρωπαίοι επιβάλουν τη δική τους θέση στον κόσμο, πριν η Ευρώπη καθιερωθεί ως ο βορράς, πριν κάτσει η Δύση καβάλα στην Αφρική. Μας έλεγε πως οι χάρτες είναι ποιήματα και επιχειρηματολογούσε στην αμήχανη αντίδρασή μας λέγοντας για μια φράση του Καμπανέλλη από το «Μαουτχάουζεν»: δυο έγκλειστοι του στρατοπέδου κάνουν έρωτα πάνω στους χάρτες των ναζί. «Οι χάρτες» έλεγε, «είναι ο καλύτερος τόπος για να κάνουμε έρωτα, παραβιάζοντας τα σύνορα».

Νομίζω πως εδώ βρίσκεται το μυστικό της εμμονής του: διάβαζε τους χάρτες γιατί προσπαθούσε να καταλάβει τα σύνορα. Ή για να  επιβεβαιώσει πως οι άνθρωποι τα βάζουν πάντα για να τα ξεπεράσουν κάποια στιγμή. Όταν ήταν μικρός σχεδίαζε χάρτες φανταστικών χωρών και μετέτρεπε τις σκέψεις και τα βιώματά του σε «διακρατικές» συρράξεις και συμμαχίες. Πολιτεύματα και γλώσσες και θρησκείες, πόλεμοι και ομοσπονδίες ήταν οι ελπίδες και οι φόβοι του, οι διαψεύσεις και οι πόθοι του. Νομίζω πως ένας από τους χάρτες αυτούς κράτησε σε όλη του την εφηβεία. Υπήρξαν φορές που προσπάθησε να σχεδιάσει και τους χάρτες των ονείρων του, να αποτυπώσει το σχήμα των τοπίων που έβλεπαν τα κλειστά του μάτια.


Θυμήθηκα αυτή την ιστορία όταν πριν λίγες μέρες τον είδα στο παιδικό του δωμάτιο. Είχε κάτσει απέναντι στην υδρόγειο σφαίρα, της είχε φορέσει το ψάθινο καπέλο του και της μιλούσε.

***
ο πίνακας είναι του Daniel Barkley

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Ο κινηματογράφος σε ένα σχολείο της Κορινθίας το 1932


"Σχολείον διτάξιον. Μαθηταί 91. Δημοδιδάσκαλοι: 1) Γεώργιος Παπαγεωργίου εκ Κεφαλαρίου Στυμφαλίας, ετών 34, έγγαμος, πατήρ 5 τέκνων…. 2) Πηνελόπη Παπαγεωργίου, εκ Συκιάς, ετών 30, άγαμος…."

Είναι τα πρώτα στοιχεία μιας έκθεσης που συντάσσει ένας συνεπώνυμος των δημοδιδασκάλων επιθεωρητής δημοτικών σχολείων το 1933 για το Σχολείο Μελισσίου (Σικυωνίας). Η έκθεση  στόχο έχει να  αναδείξει το παράδειγμα ενός καλού "λαϊκού σχολείου" και δημοσιεύεται στα "Εκπαιδευτικά Χρονικά' το Φεβρουάριο του 1933.

Θα μπορούσες να σταθείς στο μεγάλο αριθμό μαθητών που είχε στο δημοτικό του σχολείο το Μελίσσι την περίοδο 1931-1932 ή στο δυσανάλογα μικρό αριθμό δασκάλων σε σχέση με τους μαθητές. Η να διερευνήσεις ανούσια το γεγονός της συνεπωνυμίας δασκάλων και επιθεωρητή. Ή θα μπορούσες να χαθείς στην ομορφιά που καμιά φορά έχει αυτή η παλιά λόγια γλώσσα όταν περιγράφει τον κόσμο: "Η διδασκάλισσα… σεμνή το ήθος και φιλόπονος έχει ελκύσει την αγάπην και την εκτίμησην της κοινωνίας ολοκλήρου και των μαθητών. Διδάσκει επιτυχώς εργόχειρα και κεντήματα ως και μηχανήν κεντήματος και ραπτικής. Το σχολείον έχει εφοδιασθή με ραπτομηχανήν κεντήματος Singer". Πιο παρακάτω διαβάσεις πως ο δάσκαλος έχοντας μετεκπαιδευτεί στο «Γεωργικόν Φροντιστήριον» ασχολείται ιδιαίτερα με το σχολικό κήπο και τα μαθήματα γεωργίας των μαθητών του, οι οποίοι πουλώντας σπόρους στους αγρότες της περιοχής εξασφαλίζουν μέχρι και 10000 δραχμές το χρόνο. Με τα χρήματα αυτά αγοράζουν εργαλεία και εξοπλισμό για τον κήπο, εμπλουτίζουν τη σχολική βιβλιοθήκη με βιβλία, προμηθεύονται τετράδια, εικόνες, γραφική ύλη, ως και… κινηματογράφο.

Κι εδώ θα σταθείς: σε ένα «λαϊκό σχολείο» ενός χωριού της Κορινθίας, ανάμεσα στο Κιάτο και το Ξυλόκαστρο, που το 1933 αγοράζει κινηματογράφο. Το υπόλοιπο χρημάτων "εκ της προπαρελθούσης χρήσεως" είναι 1171.50 δραχμές. Μετά το καλοκαίρι οργανώνονται στο χωριό θεατρικές παραστάσεις και τα μετρητά στα χέρια των μαθητών φτάνουν τις 2772.50 δραχμές. Προστίθενται και ατομικά χρήματα και πλέον αγοράζεται «ένας κινηματογραφικός προβολεύς μετά εργαλείων συντηρήσεως, 2 ταινίες ζωολογικού κήπου, 1 ταινία "το κυνήγι των μαϊμούδων" και 3 ταινίες "ο Σαρλό δεν έχει τύχη". Και αφού οι μαθητές είδαν μέχρι και… "επτάκις" τις ταινίες αρχίζουν τις προβολές για τους χωρικούς με ένα μικρό αντίτιμο και με τα κέρδη τους αγοράζουν και άλλες ταινίες και πλήρη τα εξαρτήματα του κινηματογράφου. Και άρχισαν να έρχονται για τον κινηματογράφο και μαθητές των γειτονικών σχολείων: την 6 Νοεμβρίου 1931 τα σχολεία του Μεγάλου Βάλτου, του Μικρού Βάλτου, του Θολερού, του Λαλιώτη, του Θροφαρί και της Συκιάς. Την 18η Νοεμβρίου το σχολείο των Γελληνιάτικων, το Δεκέμβριο το ημιγυμνάσιο του Ξυλοκάστρου. Τον Απρίλιο του 1932 ξανάρχονται όλα να δουν τις νέες ταινίες.

Έγιναν πολλά σε αυτό το σχολείο. Οι αγρότες άρχισαν να συμβουλεύονται τους μαθητές για μια σειρά αγροτικές εργασίες, για μπολιάσματα, φυτεύσεις, κλαδέματα και λιπάσματα. Το 28σέλιδο ανάτυπο τελειώνει με τη φράση: «Ημείς εκ καθήκοντος φέρομεν εις δημοσιότητα τα ειρημένα και οι αρμόδιοι ας αντλήσουν όσα διδάγματα ήθελον νομίσει σκόπιμα και αποτελεσματικά». Τα χρόνια πέρασαν βέβαια όπως κάνουν πάντα. Δεν ξέρω τι διδάγματα άντλησαν οι αρμόδιοι. Στέκομαι σε αυτή την ελπίδα που χρόνια τώρα μας βασανίζει, πως οι αρμόδιοι αντλούν διδάγματα, πως οφείλουμε να δημοσιοποιούμε τα πεπραγμένα μας για να κεντρίσουμε την αντλία των αρμοδίων.


Είναι αστείο κάπως: στη μόνη "συναισθηματική" παρεκτροπή αυτής της έκθεσης, ο συντάκτης της παραπονιέται για την Ακαδημία Αθηνών που αδιαφορεί για το παράδειγμα του «Λαϊκού Σχολείου Μελλισιού Σικυωνίας». Το βιβλίο αυτό το βρήκα στη Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας!


***
το πρωί ανάρτησα στο blog του Συλλόγου Γονέων του σχολείου του γιου μου ένα κείμενο για την κινηματογραφική μας ομάδα που την Παρασκευή κάνει την τελευταία της προβολή στο σχολείο. Το χειμώνα είχαμε παίξει και το "Τσίρκο' του Τσάπλιν. Φαίνεται πως η μαγεία του κινηματογράφου κρατάει χρόνια πολλά ή πως οι αρμόδιοι δεν έχουν ακόμη αντλήσει διδάγματα

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Lucille


Κάθισε πλάι της, πιο κοντά από όσο συνήθιζε να πλησιάζει τους ανθρώπους. Γιατί ήταν το άρωμά της, η ανάγκη του να κλέβει από τις κοντινές μυρωδιές του σώματός της, καύλωνε αμέσως ακούγοντας το δέρμα της να ανασαίνει, το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει, τη φανταζόταν σαν ανοιχτό λουλούδι μπροστά του κι αυτός να μπαίνει μέσα της αρπάζοντας κάθε τι στο πέρασμά του, ρουφώντας λαίμαργα τους χυμούς της.

-        Λοιπόν; Τι έγινε, πάλι ερωτευτήκαμε;
-        Ναι. Είναι έξυπνος, τρυφερός, κούκλος, αστείος, καθαρός, κάνει καλό…
-       Φτάνει! Θα ξεράσω. Δεν φοβάσαι πάλι να αγαπήσεις; Ξέχασες τι έγινε την τελευταία φορά με τον άλλο το μαλάκα;

Θα μπορούσε να είναι σκηνή από ταινία αν δεν ήταν κανονική ζωή, αλλά εκείνη την ώρα το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει τη Lucille του B. B. King. Σταμάτησαν να μιλάνε. «Θυμάσαι;» της είπε. Θυμόταν είπε. (Που ήταν πιτσιρίκια, τρίτη γυμνασίου τέλη της δεκαετίας του ΄80 σε ένα πάρτυ το είχαν χορέψει αγκαλιά, ιδρωμένοι και ζαλισμένοι ο ένας μέσα στον άλλο στο τέλος είχαν φιληθεί στο στόμα το πρώτο τους φιλί). Το πρώτο και τελευταίο του φιλί με γυναίκα. Και βέβαια θυμόταν. Σταμάτησαν να μιλάνε κι άκουγαν μειδιώντας.


«Την τελευταία του πνοή άφησε χθες το βράδυ σε ηλικία 89 ετών ο μεγάλος μουσικός και τραγουδιστής των blues Β. Β. King» ακούστηκε ο εκφωνητής να λέει. «Να πληρώσουμε;» της πρότεινε κάπως απότομα. Τον κοίταξε παραξενεμένη και συναίνεσε με τον τρόπο που πάντα το έκανε μαζί του. «Κερνάω» της είπε.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Το παραμύθι της σκηνής


Θέλω μια μέρα να ανέβω στη σκηνή ενός θεάτρου όλα γύρω να είναι μαύρα μόνο ένα φως κάθετα να φωτίζει τη σκηνή να βγάλω τα ρούχα μου και να γίνω γυμνός και να πω το παραμύθι της ζωής μου

Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που μεγάλωνε όσο μεγάλωνε κρύωνε όσο κρύωνε ντυνόταν ολοένα και με περισσότερα ρούχα

Το παραμύθι δεν θα έχει συνέχεια ούτε κάποιο απροσδόκητο τέλος μόνο η ζωή τελειώνει τα παραμύθια ποτέ

Στο τέλος όμως της παράστασης τα φώτα θα κλείσουν θα με τυλίξει το μαύρο γύρω μου  σαν μήτρα και θα αρνηθώ τη γέννησή μου κι αυτό θα είναι μια κορυφαία πράξη αντίστασης

Οι θεατές δεν είναι απαραίτητοι

***
ο πίνακας είναι του Daniel Barkley

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Το παραμύθι του καθρέπτη


(Μόνο) μια φορά ήταν ένας καθρέπτης μικροαστός, ενσυνείδητος επιστροφέας ειδώλων, τυπικός, εργατικός, ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του οποιουδήποτε ήθελε να γίνει δύο: αυτός που είναι και αυτός που φαίνεται. Όλα διαβεβαίωναν, για την ακρίβεια δεν είχαν λόγο να αμφιβάλλουν, ότι ήταν ένας κανονικός καθρέπτης που σέβεται τη φύση του και τους κανόνες. Κάποια στιγμή όμως τα πράγματα άλλαξαν. Ο ενσυνείδητος καθρέπτης θεώρησε άδεια τη ζωή του ή μάλλον γεμάτη με τις ζωές των άλλων που δεν του άφηναν χώρο να έχει το δικό του πρόσωπο. Κουράστηκε να επιβεβαιώνει ρυτίδες, να εικονοποιεί φαντασιώσεις, να καθησυχάζει κοσμιότητες ή να παρακολουθεί πρόβες εξομολογήσεων (που ούτε καν σε αυτόν απευθύνονταν).

Καιρό τον απασχολούσε ο τρόπος διαφυγής. Στην αρχή σκέφτηκε έναν «διάλογο» με τους ανθρώπους που του απευθύνονταν. Ανέστρεφε κι επέστρεφε τη μορφή τους αλλαγμένη: άλλοτε τους έκανε πιο όμορφους, τα παιδιά τα έκανε μεγάλους, έκρυβε ρυτίδες και μαύριζε μαλλιά, διόρθωνε χαμόγελα. Οι άνθρωποι έμοιαζε να αντιδρούν, ένιωσε πως βρήκε έναν τρόπο να επικοινωνεί μαζί τους. Όμως γρήγορα συνήθισαν τη νέα τους όψη, ήταν αυτό που έβλεπαν και αυτό ήταν πια μια κανονικότητα. Ο καθρέπτης ήξερε πως και αντίστροφα να λειτουργούσε, αν έκανε πιο άσχημους τους ανθρώπους, αν έκανε μωρά τα παιδιά, αν τόνιζε ρυτίδες και άσπριζε μαλλιά, αν χαλούσε τα χαμόγελα των ανθρώπων, εκείνοι θα συνήθιζαν την εικόνα τους και πάλι.

Μια μέρα αποφάσισε να μην επιστρέψει πίσω την μορφή των ανθρώπων και η απόφασή του αυτή προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση. Οι άνθρωποι έρχονταν ανήσυχοι μπροστά του και δεν έβρισκαν το πρόσωπο, τα χέρια, το κορμί τους. Το γεγονός συσσώρευσε πολλούς περίεργους, που έρχονταν να επιβεβαιώσουν το παράξενο φαινόμενο να μην καθρεπτίζονται σε έναν καθρέπτη, κι ο μέσα κόσμος του καθρέπτη γέμισε σχήματα απορίας που άρχισαν να στριμώχνονται, είδωλα εγκλωβισμένα που θορυβούσαν, μια αλλοπρόσαλλη και αποκρουστική Βαβέλ που πολύ τον τάραξε. Έτσι, ένα βράδυ άφησε τα είδωλα να φύγουν κι έμεινε πάλι άδειος κι ευρύχωρος.


Τα χρόνια πέρασαν και οι παραξενιές του καθρέπτη ξεχάστηκαν. Κι εκείνος κατάλαβε πως δεν μπορεί να ξεφύγει από τη φύση του και με τον καιρό έμαθε να αγαπάει αυτό που κάνει. Με έναν τρόπο ήσυχο και στωικό επέστρεφε στους ανθρώπους τα είδωλά τους γράφοντας παράξενες ιστορίες σαν παραμύθια.

***
Το χαρακτικό είναι του Χριστόφορου Κατσαδιώτη

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Το παραμύθι του αναγνώστη*


Μια φορά κι έναν καιρό ένας συγγραφέας παραμυθιών στέγνωσε μέσα του από παραμύθια. Ένας αέρας επίμονος έπιασε να φυσά, σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό της ψυχής του και μια αλλόκοσμη σκοτεινιά άρχισε να εισβάλλει στις ρωγμές της φαντασίας του. Τα λουλούδια των ιστοριών του ξεράθηκαν πρώτα, ύστερα τα δέντρα απογυμνώθηκαν από το φύλλωμά τους, τελευταία έφυγαν τα ζώα μην έχοντας να φάνε. Οι ανεμοθύελλες σήκωναν τεράστια σύννεφα σκόνης, τα βράχια έχασκαν πλέον σαν τα τραύματα της παιδικής μας ηλικίας, χωρίς επούλωση, μολυσμένα και επίμονα. Καμιά φορά έβλεπες κάποιον σκυφτό περαστικό να περνάει τυλιγμένος με μισοσκισμένα ρούχα, με τον καιρό ακόμη και οι κακοί των παραμυθιών έφυγαν και πλέον ο συγγραφέας έγινε ένα μεγάλο νεκροταφείο, μια τρομακτική ερημιά.

Όλοι αναρωτήθηκαν τι συνέβη. Γιατί τελείωσαν τα παραμύθια. Κάποιοι που τους αρέσει να λένε πως τα ξέρουν όλα αρθρογράφησαν στις εφημερίδες υποστηρίζοντας πως πάντα τα παραμύθια τελειώνουν. Ύστερα κάποιοι άλλοι είπαν πως τα παραμύθια είναι για μικρά παιδιά και πως πια ο κόσμος μεγάλωσε. Όπως και να ‘ναι με τον καιρό το θέμα ξεχάστηκε, το σκέπασε η σκόνη του χρόνου.

Μια μέρα στη φαντασία του συγγραφέα παρουσιάστηκε τελείως αναίτια ένας αναγνώστης – ένας νεαρός όμορφος άντρας (παλιότερα θα τον έλεγαν Πρίγκηπα) που έμοιαζε να ψάχνει απελπισμένος στον έρημο κόσμο ιστορίες. Κι ένα δάκρυ συμπόνιας κύλησε στη ψυχή του δημιουργού που ύστερα έγινε βροχή και πότισε τον μέσα κόσμο του κι ο ουρανός καθάρισε και τα κλαδιά των δέντρων μπουμπούκιασαν και φύτρωσαν χόρτα κι η σκόνη κάθισε πάλι στη γη σκεπάζοντας τα βράχια και τα τραύματα της παιδικής μας ηλικίας κι ύστερα ήρθαν τα ζώα, και οι άνθρωποι, ακόμη κι οι κακοί των παραμυθιών.


Δεν χρειάστηκε πολλά για να αρχίσει πλέον να γράφει πάλι παραμύθια ο συγγραφέας παραμυθιών. Μόνο που τώρα ήξερε πως τα παραμύθια τα γεννούν οι αναγνώστες τους, γι’ αυτούς γράφονται και πάντα θα υπάρχει κάπου ένας που θα τους ανοίγει την πόρτα της ψυχής του, θα τα φιλοξενεί, θα τα ταΐζει και θα τους στρώνει να κοιμηθούν.

* αφιερωμένο στον Νίκο.

***
το χαρακτικό είναι του Χριστόφορου Κατσαδιώτη

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Μαρτυρολόγιο (ΙΙ)


Τα φώτα χαμήλωσαν. Κι εμείς γύρω του. Πήρε την κιθάρα στα χέρια. Τα πρώτα τινάγματα των χορδών της σαν σπασμοί οργασμού, σαν την πρώτη ανάσα μια γέννας. Πλησίασε στο μικρόφωνο κι άρχισε το αργόσυρτο τραγούδι του - σαν τον θάνατο αργόσυρτο.

Ύστερα κατέβηκε (ή εμείς σηκωθήκαμε). Τον κοίταξα και αναρωτήθηκα: "πού πήγε αυτός που ήταν μέσα του;"
*** 

Ένα κοριτσάκι με κοτσιδάκια, η Στέλλα, κι ένα αγοράκι με αμυγδαλωτά μάτια παίζουν κρυφτό

μέχρι τα βαθιά τους γεράματα
***

Μια νύχτα ένα κοπάδι λύκους τους έφαγε ένα πρόβατο.

Κανείς τους δεν το περίμενε!

***
(ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά)

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Μαρτυρολόγιο (Ι)

Είναι μια γυναίκα μέσα στη νύχτα. Γύρω στα 60. Στέκεται όρθια μπροστά στην πόρτα μιας πολυκατοικίας και κοιτάζει το δρόμο σαν να περιμένει κάποιον που δεν έρχεται. Κρατάει μια πλαστική σακούλα, γεμάτη ρούχα μάλλον, στο ένα της το χέρι. Με το άλλο κλείνει κάπως το πανωφόρι της, ψηλά, κοντά στο λαιμό.

Την άλλη μέρα το πρωί δεν είναι εκεί. 
***

Είναι ένας άντρας που περιφέρεται όλη τη νύχτα γυμνός μέσα στο σπίτι του – το ιδανικό θα ήταν να πούμε πως είναι νεαρός, λεπτός και όμορφος. Είναι ένας γέρος όμως. Τα χέρια του, τον ανδρισμό, το βλέμμα του τα έχει νικήσει ο χρόνος. Μοιάζει να ανησυχεί. Κάθε λίγο πλησιάζει στο παράθυρο, κοιτάζει έξω, στρέφει το βλέμμα του ψηλά, προφανώς στον ουρανό, και ύστερα γυρίζει πάλι την πλάτη.

Σαν ξημερώνει, βγαίνει στο μπαλκόνι και ποτίζει τα λουλούδια του. 
***

Ο Φ. είναι βιβλιοθηκάριος – όλοι ξέρουμε πως δεν είναι πολύ καλά στα μυαλά του. Δουλεύει χρόνια στο αναγνωστήριο. Του ζητάς να σου φέρει ένα βιβλίο με αυτό το συγκεκριμένο ταξιθετικό αριθμό κι εκείνος επιστρέφει ύστερα από λίγο κρατώντας το στο χέρι. Αν σε συμπαθήσει θα σου φέρει συνήθως αυτό που του ζήτησες. Αν είσαι άντρας έχεις αυξημένες πιθανότητες να σε συμπαθήσει. Το πιθανότερο ωστόσο είναι να σου φέρει το διπλανό βιβλίο στο ράφι, σαν να επιμένει πως τίποτα δεν είναι στη θέση του, πως όλα, τα βιβλία και οι άνθρωποι και τα αισθήματα είναι παρατοποθετημένα. Μια μέρα μπήκε στο αναγνωστήριο ένας όμορφος νεαρός άντρας και ζήτησε από τον Φ. ένα βιβλίο.


Ο Φ. του έφερε ένα βιβλίο του 1903 με τίτλο «Ο ντροπαλός ερωτευμένος: κωμωδία εις πράξιν μίαν». Ο νεαρός του είπε πως έκανε λάθος!

***
Ο πίνακας είναι του Δημήτρη Τζαμουράνη

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Το παραμύθι της κληματαριάς


Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι δυο άνθρωποι κάθονταν στην αυλή κάτω από την κληματαριά κι έτρωγαν αμίλητοι. Ύστερα δεν υπήρχαν. Γιατί είχαν φάει όλο τους το χρόνο.

* ο πίνακας είναι από την Πομπηία

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Καβάτζα


Μια φορά και μια νύχτα ένας άντρας ένιωσε μόνος ξαφνικά. Κάθισε κι έγραψε λοιπόν μια ιστορία να του κάνει συντροφιά. Της είπε για τη ζωή του, τα λάθη και τα πάθη του - πρώτη φορά ήταν τόσο ειλικρινής με ιστορία που γράφεται. 

Λίγο καιρό μετά αυτή την ιστορία κάποιος τη διάβασε, κι όπως είναι γνωστό η ανάγνωση είναι μια δεύτερη γραφή. Στην ιστορία άρχισαν πια να υπάρχουν κενά, απορίες, αμφιβολίες, διαφωνίες. Παραλλαγές. 

Ο χωρισμός τους ήταν πια αναπόφευκτος, χάθηκε η εμπιστοσύνη και ιστορία που ραγίζει δεν ξανακολλά. Κι ο άντρας που μια φορά και μια νύχτα έγραψε μια ιστορία να του κάνει συντροφιά, ένιωσε πάλι μόνος.

*ο πίνακας είναι του Μπάμπη Βενετόπουλου

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Το παραμύθι του τραίνου


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα όμορφο τραίνο. Τα τραίνα ταξιδεύουν – ίσως γι’ αυτό είναι όμορφα. Γνωρίζουν τόπους και το αδιάκοπο πηγαινέλα των επιβατών– η προσδοκία του ταξιδιού κάνει όμορφα τα τραίνα. Και λίγο φαντασμένα ίσως, αφού δεν ξέρουν τι σημαίνει ένα ταξίδι που τελειώνει. Μια μέρα στο σταθμό της μικρής μας πόλης το όμορφο τραίνο συνάντησε έναν νεαρό άντρα. Παραξενεύτηκε λίγο που εκείνος έμεινε στην αποβάθρα, δεν φάνηκε να περιμένει κάποιον επιβάτη, ούτε αποχαιρέτησε κάποιον αγαπημένο – καθώς το τραίνο απομακρυνόταν εκείνος φαινόταν να στέκεται και να το παρακολουθεί. Τη δεύτερη φορά που πέρασε από το σταθμό, ο νεαρός άντρας ήταν πάλι εκεί. Και πάλι δεν επιβιβάστηκε, όμως τώρα πια το τραίνο δεν παραξενεύτηκε. Την Τρίτη φορά ήταν σίγουρο πως θα τον ξανάβλεπε, όπως κι έγινε. Ο χρόνος κυλούσε, οι εποχές άλλαζαν, άνθρωποι έφευγαν κι επέστρεφαν, όμως ο άντρας ήταν πάντα εκεί, στεκόταν στην άκρη του σταθμού, χαμογελούσε όταν το λαμπερό τραίνο σταματούσε και ύστερα έφευγε σκυφτός. Αυτή η συνάντηση έγινε μια συνήθεια και για τους δυο, μια σχέση λίγων λεπτών, χωρίς κουβέντες, χωρίς υποσχέσεις, γεμάτη νοήματα.


Μια μέρα ο άντρας δεν ήταν εκεί. Ούτε την επόμενη. Ούτε ποτέ ξανά. Το τραίνο ξαφνιάστηκε, ύστερα ανησύχησε, στο τέλος πόνεσε. Κι έγινε πιο όμορφο, γιατί η απώλεια ομορφαίνει τα τραίνα. Κι έπαψε να είναι φαντασμένο όταν κατάλαβε πως υπάρχουν και ταξίδια που δεν μπορείς να τα κάνεις.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Ο χρονομέτρης


Μια μέρα ένας άνθρωπος αποφάσισε να μετράει το χρόνο με τις σταγόνες της βροχής. Όμως κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε κι εκείνος πέθανε. Ένας άλλος σκέφτηκε πως το χρόνο θα τον μετράει με τα φιλιά της καλής του. Όμως εκείνη κάποτε έπαψε να τον αγαπάει κι εκείνος πέθανε. Ένας άλλος βλέποντας όλα αυτά σκέφτηκε να μην μετράει το χρόνο και πέθανε στη στιγμή.

Ένας άλλος τότε άρχισε να μετράει το χρόνο με τους θανάτους των ανθρώπων. Κι ακόμη ζει.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Ο άντρας που αγάπησε τη σιωπή


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος. Ένας άντρας που αγάπησε τη σιωπή. Την παντρεύτηκε κι έζησε μαζί της για πάντα. Χωρίς ποτέ ν' ακούσει απ' αυτήν μια επιβεβαίωση πως κι εκείνη τον αγάπησε.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Αντίστροφο παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Γιατί μετά τα πράγματα άλλαξαν. Και τα παραμύθια τελείωσαν

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Το ρολόι


Διάλογος στην κουζίνα με την πεντάχρονη κόρη μου (εκείνη ζωγραφίζει κι εγώ προσπαθώ να φτιάξω κείμενο στο πορτοκαλί μου τετράδιο- περισσεύω μέσα μου και πρέπει να ξεχειλίσω):
Στέλλα: τι γράφεις;
Εγώ: κάποια πράγματα που σκέφτομαι...
Στέλλα: Για ποιον τα γράφεις;
Εγώ:....
Στέλλα: για ποιον;
Εγώ: ... ε... δεν ξέρω... έλα ντε...
Στέλλα: Για τον εαυτό σου; Μπράβο σου!

*********************************************************************************

Εκείνοι επιμένουν για το αντίθετο
όμως εγώ ξέρω καλά
πως κάτι μέσα μου έχει χαλάσει

Και δείχνω πάντα την ίδια ώρα

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Η ιστορία ενός χαμόγελου


Ήταν μια άσχημη γυναίκα. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δηλαδή, όπως λένε τα παραμύθια. Όλο λένε τα παραμύθια πως "μια φορά ετούτο" και "μια φορά το άλλο". Αυτή η ιστορία όμως δεν είναι παραμύθι, κι ας έγινε μια φορά κι έναν καιρό. Αγάπησε λοιπόν έναν όμορφο άντρα. Εκείνος σε μια στιγμή παράφορης ευτυχίας ή ίσως μέθης, της χάρισε ένα χαμόγελο, ένα πραγματικά σαρκώδες, κόκκινο και λαμπερό χαμόγελο. Κι εκείνη πίστεψε πως ήταν δικό της, το πρώτο της ζωής της χαμόγελο. Και το μόνο.

Μέχρι που γέρασε η άσχημη γυναίκα φύλαγε πάντα μέσα της το πολύτιμό της χαμόγελο. Το περιποιούνταν και το φρόντιζε ξοδεύοντας λίγη-λίγη την τρυφερότητα που σιγά-σιγά της τελείωνε. Το γυάλιζε και το ξανάβαζε στη θέση του και ύστερα κάτι πρωινά του Οκτώβρη καθόταν και το κοιτούσε ώρες από το παράθυρο να περνάει στα πρόσωπα των νεαρών αντρών αυτής της πόλης.

Τη βρήκαν μέρες μετά το θάνατό της - εξάλλου δεν ζούσε πια κανένας δικός της να τη νοιαστεί. Οι αστυνομικοί είπαν πως κρατούσε στα χέρια της ένα βιβλίο με παραμύθια.

***
ο πίνακας είναι του Fernando Botero