Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Δεν έχει κουρτίνες στο σπίτι της


Δεν έχει κουρτίνες στο σπίτι της – πράγμα που τις περισσότερες μέρες δεν έχει και τόση σημασία, αφού δεν μένει εδώ και τα παντζούρια της συνήθως είναι κλειστά. Μένει μόνη της στο χωριό, κάπου στη Λακωνία, και ανεβαίνει στην Αθήνα για κανά γιατρό ή εξετάσεις. Κι αν βρεθεί με καμιά χήρα της γειτονιάς να ανταλλάξουν επισκέψεις και πεσκέσια, γιατί από τότε που πέθανε ο γιος της δεν έχει κανέναν δικό της. Δύσκολος άνθρωπος, τραχιά και αθυρόστομη, δεν χρωστάει περίσσια κουβέντα. Κάποτε είχε παντρευτεί, όχι από έρωτα και τέτοιες σαχλαμάρες, αλλά γιατί βρήκε κάποιον όμοιό της και κάναν κολεγιά. Φτιάξανε μαζί και σπίτι κάπου στη Λούτσα. Μόλις τελειώσανε εκείνος έπεσε από μια οικοδομή και σκοτώθηκε. Πούλησε το σπίτι, κράτησε τα λεφτά για τα γεράματά της κι έφυγε για το χωριό.

Δεν έχει κουρτίνες στο σπίτι της. Χθες το βράδυ, που ήταν εδώ, βγήκα αργά να κλείσω τα δικά μας παντζούρια. Την είδα μες στη νύχτα να είναι καθισμένη στο κρεβάτι της, το δωμάτιο αδύναμα φωτισμένο, τα χέρια της μπλεγμένα πάνω στα πόδια της, σκυφτή. Πίσω της στον τοίχο μια εικόνα του Χριστού και ένας σταυρός. Αν πίστευα σε θεό θα έλεγα πως κάτι τέτοιες στιγμές μου εμφανίζεται.


***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Ρόρρη

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

""οι άγγελοι είναι οι πόρνες τ' ουρανού"*


Έκανε κρύο χθες στα κείμενα. Τσουχτερό. Κανείς δεν κυκλοφορούσε ανάμεσα στις λέξεις. Μου αρέσει να περπατώ στα κείμενα τέτοιες νύχτες και να σφυρίζω κάποια αγαπημένη μελωδία με τα χέρια στις τσέπες και υψωμένο το γιακά του μπουφάν μου ή άλλοτε ολότελα γυμνός να αυνανίζομαι στις γωνίες, όπως οι σκύλοι κατουράνε στις κολώνες.


Όχι δεν είναι καμιά σπουδαία σηματοδότηση όλο αυτό. Αλλά νομίζω πως τα κείμενα τότε απελευθερώνονται από τα νοήματα τους, όπως οι πόλεις απαλλάσσονται τις κρύες νύχτες από τη βουή των ανθρώπων, τις ελπίδες, τις διαψεύσεις, τα ραντεβού και τους χωρισμούς. Πρέπει να βγεις έξω να δεις αυτή την ομορφιά όταν κάνει κρύο στα κείμενα.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά. Ο τίτλος είναι από ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Το παραμύθι από την πίσω πλευρά


Βεβαίως κι έχουν κανόνες τα παραμύθια. Πρώτος κανόνας, η  πραγματικότητα. Τα παραμύθια είναι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι παραμύθι. Δεύτερος κανόνας, ο χρόνος. Μπορεί τα παραμύθια να λένε μια φορά κι έναν καιρό, αλλά το είπαν χθες, το λένε τώρα, θα το λένε πάντα. Και το τέλος είναι ο τρίτος κανόνας: τα παραμύθια δεν έχουν τέλος. Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν ήταν ένας άνθρωπος ευτυχισμένος - αυτό που οι άλλοι άνθρωποι θα έλεγαν "ευτυχισμένος". Αλλά και τον ίδιο, αν τον ρωτούσες, θα σου απαντούσε "ευτυχισμένος". Ο άνθρωπός μας ήξερε πως η ευτυχία δεν είναι κάποια πλήρωση στόχων, προσδοκιών ή προσπαθειών. Όχι κάτι τέτοιο, προς θεού. Αλλά πως η ευτυχία είναι η επιθυμία. Η επιθυμία να συνεχίζεις. Παράλογη και αβάσιμη επιθυμία. Εσωτερική, όπως η έμπνευση. Η ευτυχία δεν είναι χαρούμενη, το ήξερε καλά. Όπως ήξερε καλά πως δεν θα είχε κανένα λόγο να το πει στους άλλους ανθρώπους αυτό. Εκείνοι προτιμούσαν να αγωνίζονται για την ευτυχία. Δεν τους εκκινούσε η ελπίδα, αλλά η αγωνία. Η αγωνία είναι ο θάνατος, Γι΄αυτό στα παραμύθια πεθαίνουν πάντα οι κακοί.

Λοιπόν έχω μια αγωνία τον τελευταίο καιρό. Αν αξίζει όλη αυτή η ελπίδα που κινεί τον κόσμο, αν αξίζουν τα παραμύθια, αν ο παραμυθάς είναι δίκαιο που δεν είναι ήρωας του παραμυθιού, αλλά αφηγητής του σε πεινασμένους πελάτες, που το τρώνε ικανοποιώντας την ασίγαστη πείνα τους και την αδυσώπητη τεμπελιά τους να ελπίσουν από μόνοι τους. Αν τα παραμύθια τα γράφουν πολλοί, λίγοι ή ένας. Λίγοι ή ένας. Ένας.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παραμυθάς που έφτιαχνε ευτυχισμένα παραμύθια. Παραμύθια γεμάτα ελπίδα δηλαδή. Δεν ήταν καλός άνθρωπος ο παραμυθάς, γιατί είχε αγωνία. Γι΄ αυτό και πέθανε. Και ζήσαν τα παραμύθια του καλά, κι εμείς που ακούμε τα παραμύθια καλύτερα.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες


Αυτό που λες «μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες», που μεγαλώνοντας ξέρεις πως δεν είναι η μάνα σου και τα σώματα με βυζιά και χνούδι ανάμεσα στα πόδια τους. Που μεγαλώνοντας ξέρεις πως οι γυναίκες δεν είναι μόνο αυτή η υπέροχη μυρωδιά και το δέρμα που τρέμει στο άγγιγμά σου, οι γυναίκες που πήδηξες, αυτές που σίγουρα θα πηδήξεις κι αυτές που δεν σου άρεσαν γιατί σε απέρριψαν. Αυτό που λες «μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες» κι εννοείς όλους αυτούς τους τύπους γυναικών που με κάθε τρόπο πια είναι γύρω σου, σε αφορούν, αλληλεπιδρούν, οι γυναίκες που είσαι μαζί τους σε χίλιους δυο τόπους, γυναίκες στη δουλειά, στο σχολείο, στις παρέες, στο δρόμο, μανάδες, κόρες, γιαγιάδες, γυναίκες που ωριμάζουν και σιωπούν και άλλες που μεγαλώνουν και φωνάζουν, ματαιωμένες γυναίκες που ξέχασαν τον έρωτα κι άλλες που τον έκαναν τρυφερότητα και προσφορά στους γύρω, ακαμάτρες και καπάτσες, γατούλες και σκύλες γυναίκες.

Αυτό που λες «μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες» και εννοείς πια αυτά τα βλέμματα θλίψης εγκλωβισμένα σε σώματα γερασμένα δίπλα σε έναν φαφλατά και υπερφίαλο άντρα, ένα μάτσο κρέας γεμάτο εγωισμό, με πεσμένο πούτσο, ζαρωμένο, αδύναμο να χορέψει στου έρωτα τα ξέφρενα μεθύσια, με ακριβό αυτοκίνητο, καλογυαλισμένο σαν τη φαλάκρα του, με ένα γελοίο σαρκαστικό χαμόγελο κολλημένο στα μούτρα του. Αυτές τις γυναίκες που παραδόθηκαν στης διεκδίκησης την ορμή, υποχώρησαν κι έμειναν ένα σπασμένο δοχείο που το γαμάει ένα γουρούνι αγκομαχώντας. Γι’ αυτές τις γυναίκες που είναι ένα πουλί κλεισμένο σε κλουβί.


Μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες δυο λόγια. Που ντρέπονται να ανθίσουν. Γιατί μαράθηκαν τα πέταλά τους.

***
το γλυπτό είναι του Σπύρου Ντασιώτη

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Μονόπρακτα στο περιθώριο


Με έναν τρόπο ήσουν κι εσύ χθες εκεί. Φόρεσα το πουκάμισό σου, κούμπωσα το πρώτο κουμπί και βγήκα στη σκηνή. «Δεν μου λέτε, είστε ξένος εδώ;»

*** 

Την ώρα που έπεσαν οι προβολείς στη σκηνή σκέφτηκα πως μας τυφλώνει εξίσου το φως και το σκοτάδι.

***

Αέρας είναι το θέατρο. Φύσηξε λίγο απόψε. Και μας σκόρπισε στον κόσμο

*** 

Οι άνθρωποι πεθαίνουν σε δόσεις.
Πρώτα πεθαίνει το σώμα τους
Ύστερα το πιάτο τους στο τραπέζι
Ύστερα τα ρούχα και τα παπούτσια τους
Ύστερα τα καλάμια του ψαρέματος
Στο τέλος η οδοντόβουρτσά τους

Μια μέρα πεθαίνουν και οι φωτογραφίες τους

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Η βία του χαμόγελου και τα "Ανοιχτά Σχολεία"


Το χαμόγελο δεν είναι απλά το χαμόγελο. Δεν είναι απλά το χαμόγελο ερωτικής πρόσκλησης, παιδικής ανεμελιάς ή αστικής ευγένειας. Δεν είναι απλά το εσωτερικό χαμόγελο της ψυχής. Και τέλος.

Είναι και το χαμόγελο του marketing, είναι το χαμόγελο της εξυπηρέτησης νέου τύπου, είναι το χαμόγελο της προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών, το χαμόγελο του εμψυχωτή, του διασκεδαστή, του διαφημιστή, το χαμόγελο του βιωματικού σεμιναρίου. Ας το πούμε «το χαμόγελο fast food»: «εξυπηρετείστε όλοι παρακαλώ;».

Εδώ και λίγο καιρό ο Δήμος της Αθήνας αποφάσισε με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Νιάρχου και εκτέλεση από μη κυβερνητικές οργανώσεις και αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες τη δημιουργία ενός προγράμματος ανοίγματος των σχολικών χώρων προκειμένου διάφορες πολιτιστικές, επιμορφωτικές και αθλητικές δράσεις να λάβουν χώρα εκεί. Αφού το πρόγραμμα με τον τίτλο "Ανοιχτά Σχολεία" «επικοινωνήθηκε» με τη δέουσα προπαγάνδα ως πρωτότυπο και καινοτόμο (αν και αφορά μόλις 25 από τα 400 σχολεία του δήμου), ξεκίνησαν οι παρουσιάσεις του στα «επιλεγμένα» (βλέπε «πρόθυμα») σχολεία. Εν μέσω των παρουσιάσεων και αφού δημιουργήθηκε ιστοσελίδα και ένας κόσμος άρχισε να ενημερώνεται, το θέμα της έγκρισης παραχώρησης από το Δήμο των σχολικών χώρων επιτέλους συζητήθηκε στις Σχολικές Επιτροπές που έχουν αυτή την αρμοδιότητα. Με δυο λόγια πρώτα ανακοινώθηκε το πρόγραμμα, πρώτα μπήκαν οι οργανώσεις στα σχολεία για ενημέρωση και μετά πήραν την άδεια να μπουν (μόλις χθες αποφάσισε σχετικά η σχολική επιτροπή πρωτοβάθμιας του δήμου της Αθήνας). Εν τω μεταξύ οι περισσότεροι σύλλογοι γονέων δεν έχουν πάρει ακόμη άδεια να χρησιμοποιούν τους χώρους των σχολείων τους

Ένα από τα σχολεία που θα φιλοξενήσουν του πρόγραμμα επισκέφτηκα χθες, προκειμένου να έχω από κοντά άμεση άποψη. Η παρουσίαση ήταν στημένη με τον τρόπο του προσηλυτισμού, ήταν μια οργανωμένη παράσταση που τοποθετούσε τους συμμετέχοντες στα τραπεζάκια τους, στις ομάδες τους, στη μικροκοινότητά τους, με ταμπελάκια στο στήθος που έγραφαν το όνομά τους (Γιώργος, Μιχάλης, Μαρίνα…) Μπαίνοντας στην αίθουσα την ώρα που ξεκινούσε η παρουσίαση μού ζητήθηκε μεγαλόφωνα από την εμψυχώτρια/συντονίστρια/παρουσιάστρια να επιλέξω σε ποιο τραπέζι θα κάτσω. Απάντησα πως προτιμώ να μείνω όρθιος, και στην επιμονή της να ενταχθώ επέμεινα πως η δική μου θέση είναι αυτή που επέλεξα: όρθιος στην πόρτα δεξιά. Ο μικρός αυτός διάλογος είχε ήδη έναν παράδοξο αρχικά εκνευρισμό που προκάλεσε μάλλον και στους δυο μας αμηχανία, αφού γινόταν εκτός του γενικού πλαισίου ευγένειας και τιθάσευσης: τα περίπου 10 νεαρά παιδιά που θα παρουσίαζαν και θα υποστήριζαν το πρόγραμμα καθόλη τη διάρκεια της υποδοχής και της παρουσίασης ήταν πολύ χαρούμενα για κάποιο λόγο και χαμογελαστά που μας υποδέχονταν στο σχολείο μας και που μας έλεγαν για τη γειτονιά μας και τα ανοιχτά σχολεία μας που ούτως ή άλλως είναι ανοιχτά αφού τα ανοίγουμε εμείς οι γονείς χρόνια τώρα. Οπότε η δική μου άρνηση να τοποθετηθώ στο πλαίσιο και τον κανόνα, παρόλη την επιφανειακή ευγένεια, έμοιαζε να αρνείται το πλαίσιο παρουσίασης. Παρακολουθούσα τους λιγοστούς υπόλοιπους γονείς, λίγο αμήχανους με όλο τούτο το χαρούμενο σινάφι, αλλά προφανώς θετικούς και με αρκετή περιέργεια. Η παρουσίαση δεν ήταν συζήτηση, η ορθότερα δεν ήταν συζήτηση εκτός του πλαισίου. Σκέφτηκα να διατυπώσω τις αντιρρήσεις μου, αλλά θα έπρεπε να διακόψω και να παραβιάσω το χαμόγελο. Θα μπορούσα έστω να ρωτήσω με ποιο τρόπο επιλέχθηκαν τα σχολεία και αν ειδοποιήθηκε και πώς η γειτονιά, τα άλλα σχολεία. Θα μπορούσα ρε παιδί μου να ρωτήσω ποιος σας έδωσε την άδεια να μπείτε, αφού μόλις τώρα έρχομαι από τη συνεδρίαση της σχολικής επιτροπής που γνωμοδότησε θετικά. Θα μπορούσα τέλος να πω πως τα σχολεία τα ανοίγουμε οι σύλλογοι, κάνουμε δράσεις πολιτιστικές και αθλητικές, δράσεις αλληλεγγύης και βοηθάμε το σχολείο να τα βγάλει πέρα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Κι αν έπαιρνα φόρα θα τους έλεγα πως μόνο χτίζοντας τους κοινωνικούς μας δεσμούς συλλογικά από κάτω αυτενεργώντας χτίζουμε τη διεκδίκηση, την ταξική συνείδηση, την αισιοδοξία των ανθρώπων γύρω μας κι εμάς των ίδιων. Ο χορηγός που ξεπλένει με ελεημοσύνες το αίμα και τον ιδρώτα των θυμάτων τόσων χρόνων ποντοπόρας ναυτιλίας αυτό που πετυχαίνει είναι να αντιμετωπίσει μια υπαρκτή ανάγκη δημιουργικότητας και συνοχής αποκοιμίζοντας. Μετατρέπει τους αποδέκτες της προσφοράς του σε παθητικούς συμμέτοχους, κι απαλύνει τις εγκληματικές ελλείψεις του δήμου. Αλλά όλο αυτό θα παραβίαζε το χαμόγελο των οργανωτών (δεν προβλεπόταν εξάλλου η απορία και η αμφισβήτηση στη διαδικασία). Και επίσης θα παραβίαζε την αποδοχή αυτού του πλαισίου από τους λιγοστούς συμμετέχοντες. Τι νόημα θα είχε η παρέμβασή μου;

Κι έτσι, άνοιξα την πόρτα κι έφυγα με το φίλο μου το Γιάννη. Βγαίνοντας, κάποια χαμογελαστά παιδιά μας ρώτησαν γιατί φεύγουμε από το σχολείο μας και ποιοι είμαστε και αν θέλουμε να γράψουμε σε μια φόρμα τα στοιχεία μας. Κι εμείς τους είπαμε πως δεν μας ενδιαφέρει αυτό που γίνεται στην αίθουσα και πως είμαστε από την Ένωση Γονέων της περιοχής μας και πως αυτά που έχουμε να πούμε θα τα πούμε με άλλο τρόπο και πως τελοσπάντων, αν είναι, ας μας δώσουν τη φόρμα να τη δούμε. Και τότε χάθηκε το χαμόγελο και τα πρόσωπα σκληρά απάντησαν «όχι».

Βγήκαμε πια από το σχολείο και είπα στο Γιάννη «η βία του χαμόγελου… η αδυσώπητη βία του χαμόγελου που δεν σου επιτρέπει τίποτε άλλο από το να χαμογελάς και να αποδέχεσαι». Από την πρώτη στιγμή που αρνήθηκα να κάτσω σε ένα τραπέζι ήμουν πια εκτός της κοινότητας. Δεν ήταν συζήτηση, ήταν παρουσίαση. Είναι η τρίτη φορά που συμβαίνει αυτό στη ζωή μου. Η προηγούμενη ήταν όταν ήμουν φαντάρος, στη Λήμνο. Στο στρατό αρνήθηκα επίμονα να συμμετέχω στη στρατιωτική προσευχή που γινόταν κάθε βράδυ πριν πάμε τα καυλωμένα αντράκια στα κρεβάτια μας. Ήμουν ο μόνος που αρνιόμουν τη διαδικασία αυτή, αλλά όλη αυτή η αμήχανη επιμονή μου ήταν μάλλον και μια μικρή προσωπική πράξη αντίστασης στη λογική του στρατού για ομοιομορφία, πατριωτισμό και υπακοή. Δεν ήμουν ο μόνος άθεος ή αριστερός βέβαια – αλλά οι άλλοι προτιμούσαν να μη δίνουν στόχο. Οπότε γύρισε ένας τυπάκος και ρώτησε τον κολλητό μου μια νύχτα «ο Κατσαμάκης γιατί δεν κάνει το σταυρό του;». Εκείνος του απάντησε «είναι άθεος» κι ο τυπάκος μην μπορώντας να καταλάβει τι είναι αυτό επέμεινε: «δηλαδή είναι ιεχωβάς;»

Όλα όμως ξεκίνησαν στις αρχές της… μακρινής δεκαετίας του ’90, μια χρονιά ξηρασίας στη μικρή μας πόλη. Πήγαινα Λύκειο. Και δεν ξέρω πώς αλλά ο δεσπότης Κορίνθου κάλεσε τα σχολεία να έρθουν στην τεράστια μητρόπολη προκειμένου να γίνει λιτανεία να βρέξει. Μου φάνηκε παράλογο όλο ετούτο, αλλά αναγκαστήκαμε να πάμε. Όταν όμως ήρθε η στιγμή και από μικροφώνου το πολυπληθές ιερατείο ζήτησε να προσκυνήσουμε, δεν άντεξα. Σχεδόν τρομαγμένος επέβαλα στον εαυτό μου να μείνει όρθιος. Την ίδια στιγμή εκατοντάδες μαθητές των σχολείων της πόλης γονάτιζαν, και οι καθηγητές όλοι. Και μείναμε όρθιοι τρεις μονάχα: εγώ, ο ξάδερφός μου δίπλα μου και ο μαθηματικός μας. Οι μόνοι που αντιληφθήκαμε την ανυπακοή βεβαίως ήμασταν εμείς κι ο δεσπότης απέναντι που μας κάρφωνε με το θυμωμένο βλέμμα του την ίδια στιγμή που η φωνή του ντυνόταν την παρακλητική κατάνυξη. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν κλείσει τα μάτια, όπως έκανε ο διπλανός τους και ο διπλανός του διπλανού τους και ο διπλανός του διπλανού του διπλανού τους

***
το σχέδιο είναι του Keith Vaughan

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Ημερολόγιο νύχτας VI


Έχουμε μεγάλη αξία για τα όνειρα. Αφού είμαστε οι μόνοι που τα είδαμε, είμαστε κι αυτοί που θα επιβεβαιώσουν ή θα διαψεύσουν την ύπαρξή τους. Με δυο κουβέντες τα έχουμε στα χέρια μας τα όνειρά μας.

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Ημερολόγιο νύχτας V


Γδύνεται τα ρούχα της μέρας και ξαπλώνει γυμνός στο κρεβάτι. Τυλίγεται τα σκεπάσματά του σαν χρυσαλλίδα κι αφήνεται στον ύπνο, όπως αφηνόμαστε στον οργασμό. Κι απ’ το κουκούλι του την άλλη μέρα βγαίνει μια πεταλούδα.

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Ημερολόγιο νύχτας IV


Ο ύπνος δεν είναι ένα λευκό χαρτί. Ένα πεδίο μάχης γεμάτο νεκρούς σκεπασμένους με χιόνι δεν είναι.
Ο ύπνος είναι μια μαύρη νύχτα. Μαύρη γιατί πάνω της γράφτηκαν όσα δεν γράφτηκαν ακόμη κι όσα γράφτηκαν και ξεχάστηκαν. Γιατί πάνω της γράφτηκαν όσα έγιναν και όσα θα γίνουν, όσα δεν έγιναν και όσα δεν θα γίνουν, όλα αυτά για τα οποία μετανιώσαμε και όλα αυτά για τα οποία ελπίζουμε.


Ο ύπνος είναι ένα μαύρο χαρτί. Ένα πεδίο μάχης γεμάτο νεκρούς που θα σκεπάσει η επόμενη μέρα.

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Ημερολόγιο στρώματος ΙΙΙ


Κοιτάω ψηλά – πριν προλάβει το φθινόπωρο και σκεπάσει το βαθύ μπλε με τη στάχτη και τα ξυσμένα μολύβια του. Βγαίνω σε αλάνες και σε παλιές γειτονιές με χαμηλά σπίτια, εκεί που μπορείς να βρεις πολύ από δαύτο και το σκίζω, το τσαλακώνω, το βάζω στην τσέπη μου και φεύγω.


Τις νύχτες απλώνω εντός μου τα μπλε του ουρανού και πετάω.

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Ημερολόγιο στρώματος ΙΙ


Τις νύχτες τον άκουγε να βουρτσίζει τα δόντια του. Μια μέρα το πήρε απόφαση και πέταξε την οδοντόβουρτσά του στα σκουπίδια. Αφού ήταν πια νεκρός, έπρεπε να κόψει αυτή την ενοχλητική συνήθεια.

***
Ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Ημερολόγιο στρώματος I


Ήταν μια νύχτα παράξενη – στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής. Πριν κλείσει τα μάτια του έμοιαζε σαν να πορεύεται σε έναν μακρύ διάδρομο κλείνοντας πόρτες, κλειδώνοντας πίσω του χιλιάδες πρόσωπα που κάτι του έλεγαν ή προσπαθούσαν να του πουν, κάτι περίμεναν από αυτόν ή για κάτι τον κατηγορούσαν. Τελικά ο ύπνος τον πήρε πριν προλάβει να φτάσει στο τέρμα αυτού του διαδρόμου, που λογικά θα υπήρχε. Σωριάστηκε νικημένος – αλλά συνέχισε να κλείνει πόρτες στον ύπνο του. Αθόρυβα σχεδόν.


Την άλλη μέρα ξύπνησε, πλύθηκε, ντύθηκε, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και βγήκε στον κόσμο.

***
Το σχέδιο είναι του Keith Vaughan

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Το παραμύθι του παραμυθά απέναντι στο παράθυρο


Μια νύχτα ένας άντρας ένιωθε μοναξιά, ή τελοσπάντων κάτι τέτοιο. Και κάθισε να γράψει ένα παραμύθι στο γραφείο του. Η λάμπα δίπλα του όριζε το άυλο φωτεινό τρίγωνό της κι εκείνος κοίταξε τον εαυτό του να τον κοιτά από το τζάμι απέναντί του. «Ό,τι και να κάνω, κάποιος θα με κοιτάζει» έγραψε στο χαρτί του, άνοιξε το παράθυρο και το άφησε να φύγει. Ήταν αρχές του φθινοπώρου, που τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους στο χώμα και σκεπάζουν τους νεκρούς.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Δοκίμιο θανάτου



Σήμερα –

Σκεφτόμουν –

Γυναίκα –

Καύλα –


(πώς να σε πείσω πως οι λέξεις αυτές δεν βγήκαν από την ίδια φράση; Δεν είναι καν σε μια λογική σειρά. Θα πεις «φίλε σκεφτόσουν σήμερα μια γυναίκα και καύλωσες». Στην υπεράσπισή μου τουλάχιστον ας καταχωρηθεί πως οι 4 λέξεις συγκροτούν απλά ένα δοκίμιο θανάτου, ψίχουλα στο δρόμο του εφήμερου)

***
Το σχέδιο είναι του Egon Schiele

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Σήμερα πάω κ' εγώ στα ΚΕΥΑ. Η αγαπητή πατρίς θέλει δοκίμους *


Σήμερα πάω κ' εγώ στα ΚΕΥΑ. Η αγαπητή πατρίς θέλει δοκί-
μους. Η μαμά Ελλάς προσφέρει άπειρες παραλλαγές καταπιέ-
σεως στα παιδιά της.
Βέβαιον πως θα με κόψουν. Ο φάκελλος... γελάω μέσα μου.

Έκοψα ένα κλαδάκι μυγδαλιάς και φόρεσα κυριακάτικα φωνή χαμό-
γελο ματιά και βήμα πρωτομαγιάς έγινα ένας πολύ ευχάριστος 
κωμικός έγινα κι απ' την ανάποδη αρχιμουσικός έτσι που πάω 
τελευταίος και μόνος και με το κλαδάκι...




Είσαι ο ήλιος το φεγγάρι και το φως μου
τ' ομορφότερο στολίδι είσαι του κόσμου...



Όμορφο κορινθιακό πρωί ήλιος και θάλασσα και σκόνη σπαρτά και κελαη-
δίσματα ένας λοχίας μαχμουρλής για επικεφαλής κ' εμείς στον 
πάτο του πρωιού βαριοί κι ασήκωτοι μολύβια... Εμείς τα υπό-
λοιπα της 53 σειράς ανυπότακτοι εσωτερικού εξωτερικού εξ ανα-
βολών λόγω σπουδών αληθινών φανταστικών εξ αναβολών για 
λόγους υγείας αληθινούς φανταστικούς διανοούμενοι επιστήμο-
νες παρ' ολίγον επιστήμονες απόφοιτοι χωρίς επάγγελμα στα 
είκοσι πέντε και στα είκοσι εφτά χαλασμένα στομάχια αγύριστα 
κεφάλια φακελωμένοι γερασμένοι άντρες 33 ρετάλια 33 αχρεία-
στοι εκ του ασφαλούς για ένα πολεμοχαρή και υποτίθεται ενδό-
ξου παρελθόντος ελληνικό στρατό...



Εν δυο εν δυο στο ρυθμό του χασάπικου στο ρυθμό του ζεϊμπέ-
κικου μια διμοιρία για γέλια και για κλάματα ένα μάτσο χάλια 
μέσα στο πασίχαρο λουλουδιασμένο πρωί στο δρόμο για τα 
ΚΕΥΑ για τα πάντα και για το τίποτε...

Ο λοχίας σολάρει πηγαίνοντας με τα μάτια κλειστά τινάζοντας 
τις αρβύλες του με βίτσα λυγαριάς...


Μελαχρινή ομορφιά μου

παντοτεινή χαρά μου
Σιγκοάλα Σιγκοάλα Σιγκοάααλααα....



Θωμάς Γκόρπας, Με τον τρόπο του Στέλιου Καζαντζίδη
 (από τη συλλογή "Περνάει ο στρατός")



*
Όταν ήμουν έφηβος συνήθιζα να παίρνω το άτι μου, ένα γέρικο παπί, και εξαφανιζόμουν στους δρόμους και τις εξοχές της μικρής πόλης που μεγάλωσα. Έφτανα συχνά σε ένα παλιό, έρημο στρατόπεδο, στα ΚΕΥΑ. Περιδιάβαινα τα τολ και το διοικητήριο και σκαρφάλωνα από μια σιδερένια σκάλα στην κορφή της δεξαμενής. Κοιτούσα τον κόσμο από ψηλά. Σήμερα πήγα με τα παιδιά να τους το δείξω. Τους είπα πως ένας ποιητής, ο Γκόρπας, έχει γράψει ένα ποίημα για το Κέντρο Εκπαίδευσης Υποψήφιων Αξιωματικών στα Εξαμίλια. Ο τόπος έχει ρημάξει. Ένας ταξιτζής είχε παρκάρει πίσω από τη σκοπιά και πήδαγε μια ξανθιά - τους κάναμε χαλάστρα και φύγαν, Οι βρωμιάρηδες οι ντόπιοι έχουν γεμίσει το στρατόπεδο με κάθε λογής σκουπίδια και μπάζα, κάποιοι εξαφάνισαν κάθε τι μεταλλικό, ακόμη και τη σιδερένια σκάλα. Δεν θα ξαναδώ αυτό τον κόσμο από ψηλά.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Οι μεταπολεμικές κουβερτούρες της ελληνικής λογοτεχνίας και οι Έλληνες εικαστικοί


Ήταν το 1962 όταν στην νεοελληνική πεζογραφία εισβάλει ένας νέος λογοτέχνης που με τη γραφή του αποτέλεσε ξεχωριστή μορφή των γραμμάτων μας, συχνά ενοχλώντας τα μικροαστικά μας ήθη με την εμμονική ανίχνευση των παθών και των απωθημένων μας. Ο Μένης Κουμανταρέας εκδίδει στον Φέξη "τα Μηχανάκια" του με 4 ιστορίες "απροσάρμοστων" εφήβων της δεκαετίας του '50. Το νέο, ανατρεπτικό, αιχμηρό και... αθυρόστομο της γραφής ήρθε να υπηρετήσει ένα μοντέρνο κάλυμμα από τον φίλο του Νίκο Κούνδουρο με την εικόνα στην πρώτη σελίδα από ένα φλιπεράκι ("μηχανάκι"). Δεν μας ξαφνιάζει η εικαστική ματιά του ούτως ή άλλως εικαστικού σκηνοθέτη, την έχουμε δει στις ταινίες του του '54, του '56, του ΄58, του '59, σε σχέση όμως με τα εκδοτικά αισθητικά πρότυπα της εποχής του πρέπει να ήταν εξίσου προκλητικό. Το εξώφυλλο, ή ορθότερα η κουβερτούρα του Κούνδουρου ακόμη συνοδεύει (54 χρόνια μετά) τα μηχανάκια.

μακέτα του Πάρη Πρέκα (εκδ. "ο Κόσμος", 1954)
μακέτα του Πάρη Πρέκα (εκδ. "ο Κόσμος", 1954)




















Η εικόνα ενός βιβλίου είναι συστατική της παρουσίας του, της εμπορικής κίνησής του. Άλλοτε υπηρετεί την αισθητική των συντελεστών του και άλλοτε απευθύνεται στα ποικίλα επιλεκτικά κριτήρια των αγοραστών και των αναγνωστών του, άλλοτε επιχειρεί και τα δύο, άλλοτε φαίνεται να αδιαφορεί για όλα αυτά. Τμήμα της αισθητικής και της λειτουργικότητας του βιβλίου είναι το εξώφυλλο. Το εξώφυλλο δεν υπήρχε από την αρχή της τυπογραφίας, και αυτό που κυρίαρχα ήρθε να υπηρετήσει ήταν η ασφάλεια και προστασία του υλικού σώματος του κειμένου, του βιβλίου, από τη φθορά της χρήσης και των εξωτερικών συνθηκών. Η παρουσία πληροφοριών στο εξώφυλλο έκανε πιο χρηστική και ευχερή την επιλογή του στις βιβλιοθήκες, και άρχισαν να αποτελούν σιγά-σιγά αναπόσπαστα τμήματα του βιβλίου με ολοένα και πιο τυποποιημένα στοιχεία.

κουβερτούρα του Δημήτρη Μυταρά (Εστία, 1965)
Κουβερτούρα της Νόρας Αναγνωστάκη (1962)
Κουβερτούρα του Ε. Σπυρίδωνος (Εστία, 1955)
 Τα χρόνια πέρασαν και τα εξώφυλλα αγκαλιάστηκαν τον 20ο αιώνα από χάρτινα καλύμματα. Πολλοί από εμάς σήμερα πετάμε τα καλύμματα αυτά, όταν τα βρίσκουμε σε βιβλία. Συνήθως είναι τα πρώτα που φθείρονται. Το εξώφυλλο που αποκαλύπτεται από μέσα είναι συχνά πιο "συντηρητικό" και "αυστηρό" από το κάλυμμα, στοιχείο που φανερώνει μια βασική χρήση του καλύμματος στο νου των εκδοτών και των επιμελητών εκδόσεων: το κάλυμμα ή αλλιώς η κουβερτούρα είναι εμπορικός κράχτης, εικαστικό σχόλιο με εμπορικό σκοπό πρώτα και κύρια. Δευτερευόντως μπορεί να είναι μια πρόσθετη μικρή πολυτέλεια, ένα ελαφρύ αλλά λεπταίσθητο σάλι στους ώμους ενός βιβλίου. Τα βιβλία που αγκαλιάζονται από κουβερτούρες είναι συνήθως λογοτεχνικά και σπανιότερα λευκώματα κι εγκυκλοπαίδειες. Πολλές φορές είναι η κουβερτούρα που θυμόμαστε σε μια έκδοση κι όχι το λιτό, μονόχρωμο εξώφυλλο (ποιος θυμάται το εξώφυλλο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους ή της Ελληνικής Μυθολογίας της Εκδοτικής Αθηνών;).

Κουβερτούρα της συγγραφέα (Εστία, 1958)
Κουβερτούρα της συγγραφέα (Εστία, 1960)





Κουβερτούρα του Γιώργη Βαρλάμου (Εστία, 1959)


η εικόνα της κουβερτούρας είναι έργο του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα (1956)
Μεγάλη άνθηση γνώρισαν οι κουβερτούρες τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα. Μια άνθηση που υποστηρίχθηκε από αντίστοιχες επιλογές συγκεκριμένων εκδοτών (Εστία, Δίφρος, Φέξης κ.α.), καθρεφτίζει την ούτως ή άλλως εικαστική ανάπτυξη των χρόνων αυτών και υπηρετεί και μια σημαντική εξέλιξη της λογοτεχνικής μας παραγωγής. Σημαντικοί εικαστικοί (δεν μπορούμε να μιλάμε για γραφίστες ακόμη) πρόσφεραν το ταλέντο τους στα καλύμματα των βιβλίων, άλλοτε συνομιλώντας εικαστικά με το ίδιο το λογοτεχνικό έργο και άλλοτε υπακούοντας στις αισθητικές αντιλήψεις και το εκδοτικό προφίλ των εκδοτών που τους πλήρωναν. Για πολλούς από τους ζωγράφους και χαράκτες των καλυμμάτων της μεταπολεμικής περιόδου (μέχρι τη Χούντα που τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και τεχνολογικά και εμπορικά) η συνεργασία με τους εκδότες και η εικονογράφηση βιβλίων και εξωφύλλων αποτέλεσε σημαντικό πόρο οικονομικής επιβίωσης. Ο παρατηρητής θα εντοπίσει ενδιαφέροντα στοιχεία στην παραγωγή αυτών των χρόνων: περίεργες ασυνέπειες (δεν θα περίμενε κανείς τόσο "συντηρητικά" εξώφυλλα από το Βακαλό), προβλεπόμενες εμμονές (η "μοντέρνα" αισθητική του Χριστάκη, η ελληνικότητα στις κουβερτούρες του Τσαρούχη - βλ. την κουβερτούρα που ακολουθεί - θυμίζει πολύ την εικαστική γλώσσα του σύγχρονου Τάσου Παυλόπουλου), συντηρητικές κουβερτούρες σε προοδευτικά βιβλία και μοντέρνες σε κλασικά.

Κουβερτούρα του Γιάννη Τσαρούχη (Πέργαμος, 1959)

Κουβερτούρα Κώστα Γραμματόπουλου (Φίλοι του Βιβλίου, 1948)

Κουβερτούρα Γιώργου Βακαλό (Φίλοι του Βιβλίου, 1945)
Κουβερτούρα Άννας Γεραλή (Φέξης, 1964)

Κουβερτούρα Πέτρου Αδάμη (Μινώταυρος, 1958)

Κουβερτούρα Μίνου Αργυράκη (Εστία, 1955)

Κουβερτούρα Γιώργου Βακαλό (Ίκαρος, 1946)

Κουβερτούρα Σπύρου Βασιλείου (Εστία, 1954)

Κουβερτούρα Λεωνίδα Χριστάκη (Φέξης, 1961)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1956)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1957)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1954)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1955)

Κουβερτούρα Τάκη Δαρζέντα (Δίφρος, 1958)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δαίδαλος, 1955)

Εξώφυλλο του "Ξένου" με άλλη αισθητική από την κουβερτούρα του

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Κολοφώνες: τα υστερόγραφα της τυπογραφίας


Το 1978 ο ποιητής Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου τύπωσε στη Θεσσαλονίκη, στις εκδόσεις "Εγνατία", τον συγκεντρωτικό τόμο ποιημάτων "ο δύσκολος θάνατος", ο οποίος συγκέντρωσε σε μία έκδοση, σε ένα βιβλίο όσες ποιητικές συλλογές είχε στο μεταξύ κυκλοφορήσει από το 1946 μέχρι το 1974. Σε σημείωμα του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου ο αναγνώστης ενημερώνεται πως "η έκδοση αυτή είναι οριστική και αναιρεί όλα τα προηγούμενα βιβλία τις ανθολογήσεις και τις διάφορες δημοσιεύσεις". Ο κολοφώνας του βιβλίου μας ενημερώνει για το χρόνο, τη φωτοστοιχειοθεσία και το τύπωμα του βιβλίου, αλλά και για δυο ανθρώπους που συνέβαλαν με δευτερεύοντες τρόπους στην έκδοσή του: το Νίκο Χουλιαρά που χάρισε ένα σχέδιό του για το εξώφυλλο (πρέπει να είναι από τις πρώτες εικονογραφήσεις του Χουλιαρά, αν όχι η πρώτη, ένα χρόνο πριν την πρώτη έκδοση του "Λούσια" και αρκετά χρόνια πριν τη συνεργασία με τη "Νεφέλη" στις εικονογραφήσεις) και τον ποιητή Γιώργο Χρονά που επιμελήθηκε την έκδοση.


Η δημιουργική αυτή συνύπαρξη τριών λογοτεχνών είναι μια πληροφορία που καταγράφεται όπως είπαμε στον κολοφώνα και πουθενά αλλού. Είναι μια συνευθύνη που σπάνια ή ποτέ αναφέρεται από τους βιβλιοθηκονόμους ή τους βιβλιογράφους που τείνουν να αδιαφορούν για τα λοιπά, δεύτερα στοιχεία μιας έκδοσης. Πρόκειται για μια κουλτούρα απαξίωσης που αντιλαμβάνεται το βιβλίο μόνο ως έργο του συγγραφέα που κυκλοφορεί υπό την ευθύνη και επωνυμία ενός εκδότη. Η σύγχρονη αγορά του βιβλίου μας έχει συνηθίσει ως καταναλωτές και αναγνώστες σε αυτή τη μεταμοντέρνα αντίληψη, παρά το γεγονός ότι ακόμη επιμένουν κάποιοι να δίνουν σημασία στην εικόνα, την αισθητική, τη λειτουργικότητα του βιβλίου


Οι κολοφώνες είναι μια πρακτική αιώνων στην τυπογραφία. Είναι το τελευταίο κείμενο ενός βιβλίου, η έσχατη σημείωση που αφήνει ο εκδότης πληροφορώντας μας για το τεκμήριο που έχουμε στα χέρια μας, για την υλική υπόσταση του βιβλίου, το χαρτί του, τον αριθμό των αντιτύπων, τον τυπογράφο, τον βιβλιοδέτη, το στοιχειοθέτη, τον εικονογράφο. Παρά την αναμφισβήτητη αξία του και ως διαμεσολαβητές και ως αναγνώστες (ακόμη και ως εκδότες συχνά) συνήθως επιλέγουμε να αδιαφορούμε για τα στοιχεία αυτά. Μια τέτοια απαξίωση δημιουργεί ελλείψεις ωστόσο στην ιστορία των ιδεών, στη στατιστική των βιβλίων, στην ιστορία του εκδοτικού χώρου. Κάποιες βασικές και εύκολες παρατηρήσεις που μπορεί κανείς να κάνει είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες τα πράγματα έχουν βελτιωθεί στην Ελλάδα σε σχέση με τους εκδότες, δίνουν δηλαδή περισσότερη σημασία στην ένταξη κολοφώνων στο τέλος των βιβλίων τους. Πιο εύκολα θα βρει κανείς κολοφώνες στα λογοτεχνικά βιβλία και ιδιαίτερα στις ποιητικές συλλογές, συχνότερα η φροντισμένη τυπογραφική επιμέλεια συμβαδίζει με τους κολοφώνες, θα δεις κολοφώνες σε βιβλία με καλή και προσεγμένη αισθητική. Αυτό που σίγουρα ωστόσο δεν θα δεις είναι να ασχολούνται με τους κολοφώνες οι βιβλιοθήκες. Πρόκειται για μια έλλειψη που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί κάποια στιγμή για να είναι πλήρης η πληροφορία που παρέχουν οι βιβλιοθήκες (κύρια η Εθνική Βιβλιοθήκη) μέσω των καταλόγων τους για την εκδοτική παραγωγή μας και τους ανθρώπους που την υπηρέτησαν και την υπηρετούν.

Το παρόν σημείωμα αφήνεται απλά να ελαφροπατήσει, να δειγματίσει σε αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον και σημαντικό στοιχείο της ιστορίας των βιβλίων, που είναι οι κολοφώνες. Περισσότερο είναι ένα ερέθισμα εκδοτικής ιστορίας για τα υστερόγραφά της...