Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Το παραμύθι του τελευταίου βιβλιοθηκάριου


Μεταφράστηκε πριν λίγες μέρες από ομάδα ειδικών γλωσσολόγων, μαθηματικών και πληροφορικών ένα παράξενο κείμενο, γραμμένο σε μια άγνωστη γλώσσα πριν πολλά χρόνια. Αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια συντήρησης ενός αρχέτυπου,  είναι γραμμένο με σινική μελάνι σε ένα αντίτυπο της editio princeps του λεξικού του Σούδα που φιλοξενείται στη Βιβλιοθήκη. Οι ειδικοί έδωσαν στη δημοσιότητα τη μετάφραση της περιβόητης "ιστορίας του τελευταίου βιβλιοθηκάριου", όπως ονομάστηκε από τον τύπο το εν λόγω σημείωμα:

"Είχαμε τόσο πολύ συνηθίσει την παρουσία του που ήταν πια σαν να μην υπήρχε για εμάς. Ερχόταν νωρίς το πρωί κι έφευγε τελευταίος όταν σουρούπωνε στον κόσμο των βιβλίων κι έξω. "Τη νύχτα γράφονται τα βιβλία, ας τα αφήσουμε να γεννηθούν" μας έλεγε την ώρα που βυθιζόταν στο σκοτάδι του πηγαιμού του.

Την τελευταία φορά που ήρθε στη βιβλιοθήκη με πλησίασε και μου είπε κάτι παράξενο, το οποίο δεν θα το θυμόμουν αν δεν το είχα αναπόφευκτα συνδυάσει με την εξαφάνισή του: "τα γράμματα γέννησαν το έθνος μας κι όχι το γένος μας τα γράμματα. Εμφανιστήκαμε στον κόσμο γιατί μίλησαν τη γλώσσα μας τα βιβλία, γιατί έγραψαν για εμάς οι συγγραφείς, ζούμε την ιστορία που αφηγήθηκαν οι παραμυθάδες στα παιδιά μια κρύα, βροχερή νύχτα δίπλα στο τζάκι - γι' αυτό καμιά φορά δακρύζουμε χωρίς λόγο κι οι σκέψεις μας θροΐζουν σαν τα φύλλα της βελανιδιάς.

Από εκείνη τη μέρα όλα άρχισαν να αλλάζουν. Εξαφανίζονταν ένας-ένας οι άνθρωποι, ο βασιλιάς κι ο λαός μας, σαν να μην υπήρξαμε ποτέ χάνονταν τα ίχνη μας. Είμαι ο τελευταίος του έθνους μας που παραμένω ζωντανός, νομίζω όμως πως έρχεται και μένα η σειρά μου να βυθιστώ στο σκοτάδι του πηγαιμού μου. Είμαι μόνος πια στη Βιβλιοθήκη. Γράφω αυτό το σημείωμα για να μην χαθεί ποτέ η ιστορία του έθνους μου και ο τρόπος του αφανισμού μας. Δεν ξέρω ποιος θα καταφέρει ποτέ να διαβάσει αυτό το κείμενο, αφού κανείς δεν θα ζει από όσους μίλησαν τη γλώσσα μας, αλλά δεν υπάρχει και κάποια άλλη γλώσσα για να αφηγηθώ την ιστορία αυτή. Αν ποτέ κανείς μπορέσει να διαβάσει αυτή την ιστορία, ίσως το έθνος μας ξαναγεννηθεί."

***
Το χαρακτικό είναι του John DePol

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Σε γνωρίζω από την κόψη του βιβλίου την πλουμιστή...


Τα βιβλία είναι το περιεχόμενό τους. Είναι οι συνθήκες συγγραφής τους. Ο συγγραφέας τους. Ο σχολιαστής, ο μεταφραστής, ο επιμελητής τους. Ο εικονογράφος τους. Ο εκδότης ή/και ο τυπογράφος τους, ο τόπος έκδοσης. Τα χαρτί, το τιράζ. Ο αριθμός έκδοσης ή ανατύπωσης, το εξώφυλλο, το "αυτί" ή η κουβερτούρα τους, οι πληροφορίες στο οπισθόφυλλο, ο κολοφώνας τους. Η βιβλιοδεσία, το δέσιμό τους. Ο χρόνος έκδοσης, το ύψος, το πλάτος τους, οι σελίδες τους, η  έντυπη αφιέρωση του συγγραφέα, η σελίδα τίτλου. Είναι αυτός που τα διάβασε κι αυτός που δεν τα διάβασε, αυτός που τα ολοκλήρωσε και αυτός που τα άφησε στα μισά. Είναι αυτός που τα αγόρασε κι αυτός που τα πούλησε, αυτός που τα χάρισε κι αυτός που του χαρίστηκαν, είναι μια χειρόγραφη αφιέρωση, είναι αυτός που τα μεταπούλησε κι αυτός που τα ξαναγόρασε, είναι ο συστηματικός ή ο επιπόλαιος αναγνώστης, ο συλλέκτης, ο βιβλιόφιλος, ο βιβλιοδέτης. Είναι ο τόπος που έζησαν, τα μέρη που διαβάστηκαν (η παραλία, ένα γραφείο, ένα τραπέζι σε μία αυλή, μια αιώρα δεμένη στη λεμονιά), είναι οι βιβλιοθήκες που τα φιλοξένησαν κι αυτές που τα φιλοξενούν. Είναι ο αριθμός εισαγωγής τους, το ISBN, το ταξιθετικό τους σύμβολο, το barcode στην τελευταία σελίδα ή το RFID, η τιμή τους. Είναι ο σελιδοδείκτης τους (πάνινος, μεταλλικός, χάρτινος), οι τσακισμένες σελίδες τους, οι χειρόγραφες υπογραμμίσεις, οι μουτζούρες, οι σημειώσεις, οι ζωγραφιές τους, ένα ίχνος καφέ που κάποτε χύθηκε δίπλα τους, ένας λεκές λαδιού ή υγρασίας, τα "τούνελ" του βιβλιοσκώληκα. Είναι οι ράχες τους.

Είναι η κόψη των σελίδων τους. Συνήθως λευκή. Όμως κάποιες φορές έγχρωμη. Μονόχρωμη ή ζωγραφιστή, στο χέρι ή με την τεχνική της μαρμαρόκολλας. Και σκέφτεσαι την παράδοξη αγάπη κάποιες φορές των ανθρώπων για τα βιβλία, που τα στολίζει με την τυχαιότητα των χρωμάτων, σαν να ομορφαίνει το μέσα τους ή σαν να υποδεικνύει την ομορφιά των κειμένων, μετατρέποντάς τη σε μια χρωματική πανδαισία στην κόψη του κόσμου.

Μου αρέσει αυτή η κόψη του κόσμου που βρίσκω στις βιβλιοθήκες. Χάνεται μες στο χρόνο. Όμως κάποτε υπήρξε.





























Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

Το παραμύθι του φαντάσματος


Ένα φάντασμα μια νύχτα άφησε έναν αναστεναγμό. Κι ο αναστεναγμός του έγινε άνεμος, κι αντάρα έγινε μεγάλη, κι ήρθαν μαύρα σύννεφα κι έβρεξε βροχή σαν το κλάμα ενός παιδιού που το μαλώσαν άδικα. Και η βροχή έγινε θάλασσα που ερωτεύεται τους ναυτικούς και μέσα της βαθιά τους παίρνει και τους κρατάει μες στη σιωπή της, όπως τα βιβλία κρατούνε μέσα τους τις λέξεις.

Αναστενάζουν τα φαντάσματα καμιά φορά. Όταν η μνήμη της ηδονής και του πόνου τους κόβει την ανάσα, αναστενάζουν. Όταν θυμούνται που είχαν σώμα και σκιά. Και τότε βρέχει στον κόσμο των ανθρώπων κι αντάρα γίνεται μεγάλη!

***
ο πίνακας είναι του Jankel Adler

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Το παραμύθι της Χρυσής!


Ήταν μια ποιήτρια που ήθελε να κατουρήσει. Επειδή όμως ήταν γριά και δεν μπορούσε μονάχη της, ο βασιλιάς έβγαλε ανακοίνωση στο Πανεπιστήμιο ποιος καθηγητής θα ήθελε να βοηθήσει τη διάσημη λογοτέχνη στην ανάγκη της. Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δυο, κανείς δεν απάντησε. Τότε ο βασιλιάς έβγαλε δεύτερη ανακοίνωση στο Πανεπιστήμιο, ποιος φοιτητής θα ήθελε να βοηθήσει τη διάσημη λογοτέχνη στην ανάγκη της. Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δυο, κανείς δεν απάντησε. Ο βασιλιάς παραξενεύτηκε που αν και λάτρευαν οι διανοούμενοι τα ποιήματά της, δεν ήθελαν να την βοηθήσουν να κατουρήσει. Κι επειδή τα πράγματα είχαν αρχίσει να πιέζουν επικίνδυνα και η ποιήτρια έπρεπε οπωσδήποτε να κατουρήσει, έβγαλε ανακοίνωση στο λαό: "η μεγάλη μας ποιήτρια έχει την ανάγκη σας. Πρέπει κάποιος να την καθίσει στην τουαλέτα να κατουρήσει". Πέρασε μια μέρα, και πριν τελειώσει η δεύτερη εμφανίστηκε μπρος στο βασιλιά η Χρυσή, μια δούλα του παλατιού. "Βασιλιά μου", του είπε, "έμαθα πως μια γριά χρειάζεται την ανάγκη μου. Πες μου πού θα τη βρω, γιατί γι' αυτό ήρθα, για να τη βοηθήσω". Γρήγορα ο βασιλιάς έστειλε τα νέα στην ποιήτρια κι ακολούθως έστειλε τη Χρυσή, κι η Χρυσή βοήθησε την ποιήτρια που τόσες μέρες είχε μείνει ακατούρητη να ανακουφιστεί επιτέλους. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κατουρούσε.

Κι ύστερα οργανώθηκε στο Πανεπιστήμιο μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν της ποιήτριας, ήρθε κόσμος πολύς, και οι καθηγητές του Πανεπιστημίου φορώντας τις τηβέννους τους, και οι φοιτητές, ως κι ο βασιλιάς ακόμη, καθισμένος στον χρυσό του θρόνο έδωσε το παρόν. Η ποιήτρια μάλιστα τίμησε τη γιορτή προς τιμήν της βγάζοντας και λόγο " διά την συμβολήν της ποιήσεως εις την πνευματικήν ανόρθωσιν του έθνους" κι όλοι χειροκρότησαν βαθύτατα συγκινημένοι κι εντυπωσιασμένοι με το βάθος των στοχασμών και την ρέουσα σκέψη της.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

***
ο πίνακας είναι του Pablo Picasso

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Το τελευταίο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Ήταν ένας ποιητής. Ένα βράδυ που ξάπλωσε στο κρεβάτι του, τον πήρε ο ύπνος και τον πήγε σε μια χώρα πολύ μακρινή ή πολύ κοντινή, καθόλα διαφορετική ή ολόιδια με τη δική του. Από την αρχή της παρουσίας του εκεί τον κατέλαβε ένα δυσάρεστο συναίσθημα μοναξιάς, ένας φόβος σερνόταν σαν φίδι στα ξερόχορτα τριγύρω του κάνοντας έναν στριγκό και αποτρόπαιο ήχο σαν το ξύσιμο της ψυχής, ένα ημίφως, μάλλον του δειλινού, σκέπαζε και φώτιζε συνάμα τα πάντα. Στο διάβα του άρχισε να συναντά παράξενα όντα που ήταν, λέει, οι κάτοικοι αυτής της χώρας: ένα δαχτυλίδι αρραβώνα, ας πούμε, το χέρι ενός αγάλματος, ένα πεθαμένο παιδί, σεντόνια ενός ερωτικού κρεβατιού κιτρινισμένα απ' το χρόνο και φθαρμένα, έναν αεροπόρο, ελπίδες, πολλές ελπίδες, που περπατούσαν δίπλα του, μιλούσαν, χαιρετιόνταν ή πάλι, αν ήθελαν, έφευγαν σκυφτές και σιωπηλές. Δεν άργησε να καταλάβει το νόημα κι αυτού του κόσμου, ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο τόπος που εξορίζονταν τα υπόλοιπα του κανονικού κόσμου, ο τόπος που έμεναν τα κομμένα μέλη ανθρώπων κι αγαλμάτων, τα χαμένα όνειρα, οι έρωτες που έσβησαν, τα παιδιά που δεν μεγάλωσαν.

Κι όταν πια βεβαιώθηκε ποιος είναι αυτός ο κόσμος, τον κατέλαβε ο πραγματικός κι αχαλίνωτος πανικός. Προσπαθούσε να ξυπνήσει, να φωνάξει, να φύγει ή να διώξει από γύρω του τους παράξενους κατοίκους του παράξενου αυτού κόσμου, τους έβριζε και επιχειρηματολογούσε με ρητορείες και σθένος, όπως οι δικηγόροι στα δικαστήρια των φόνων, πως δεν έχει καμία θέση σε αυτόν τον κόσμο, πως είναι πολίτης του άλλου κόσμου. Κι όλοι γύρω του, ακόμη και τα κομμένα μέλη των αρχαίων αγαλμάτων γελούσαν με συγκατάβαση και με λόγια γλυκά παρηγοριάς του μιλούσαν κι ο λόγος τους σαν ναρκωτικό έπεσε μέσα του και μια μεγάλη θλίψη πήρε πια τη θέση της οργής και της άρνησης στην ψυχή του. Γιατί κατάλαβε πως οι ποιητές είναι το κομμένο χέρι ενός παιδιού που κάποτε κράτησε ένα κόκκινο μπαλόνι.

***
ο πίνακας είναι του Paul Nash

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

Το τρίτο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Ένας άνθρωπος ξεχάστηκε σε ένα παραμύθι που κανείς, ποτέ δεν αφηγήθηκε. Η ζωή του είχε αναμφίβολα ενδιαφέρον, κι οι περιπέτειές του, όμως για κάποιο άγνωστο σ' εμάς λόγο ο συγγραφέας άφησε ημιτελές το παραμύθι, για την ακρίβεια ατελές. Κι ένα παραμύθι χωρίς τέλος, δεν είναι κανονικό παραμύθι, κανείς δεν θέλει να το ακούσει. Τα παραμύθια οφείλουν να είναι αρτιμελή για να είναι αποδεκτά.

Ο άνθρωπος αυτός, ελεύθερος από τη φαντασία και τους εφιάλτες του συγγραφέα του ξεκίνησε έκτοτε ένα μεγάλο ταξίδι στον κόσμο του παραμυθιού, που ήταν τεράστιος, γιατί ένα παραμύθι χωρίς τέλος είναι ένας κόσμος χωρίς σύνορα. Είδε πολλά κι έζησε καλά. Κι εμείς καλύτερα!

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά.

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Το δεύτερο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Ένας άντρας νύσταζε πάντα πάρα πολύ. Ευθύς μόλις ξυπνούσε, ξεκινούσε το βασανιστήριο της αναγκαστικής αγρύπνιας γι' αυτόν. Έπρεπε με κάθε τρόπο να μείνει ξύπνιος, στιγμή να μην κλείσει τα μάτια του, ούτε στο μετρό, ούτε στη δουλειά, ούτε στα μαγαζιά ή στα σούπερ μάρκετ. Οι υπόλοιποι άνθρωποι γύρω του τον κοιτούσαν έκπληκτοι ή θυμωμένοι, όποτε έκανε κάπως να γείρει το κεφάλι του στο τζάμι του τρένου, να ξεκουραστεί σε μια αναπόληση, να κλείσει για λίγο τα μάτια του στο κάθισμα μιας αναμονής ή να ξαπλώσει στις σελίδες του βιβλίου που διάβαζε. Κάποιοι φρόντιζαν να τον σπρώχνουν με τα χέρια τους ή ακόμη και να φωνάζουν απότομα και δυνατά, για να τον ξυπνήσουν, να τον απομακρύνουν από του ύπνου τα απάνεμα λιμανάκια.

Ώσπου ένα πρωί ξύπνησε, ντύθηκε, ήπιε έναν βιαστικό καφέ και βγήκε στης πόλης τους δρόμους - πράγματα που έκανε βέβαια κάθε μέρα. Όμως σαν κάποιος να τους είχε αφαιρέσει τη συνηθισμένη βουή, σαν κάποιος να είχε οδηγήσει των ανθρώπων τα βήματα σε κάποιο άγνωστο τόπο μακρυά κι έξω από αυτήν. Η πόλη έμοιαζε άδεια. Ο άντρας περπατούσε στην αρχή παραξενεμένος, ύστερα φοβισμένος, αναζητούσε απελπισμένα έστω μια ανθρώπινη μορφή, αλλά μάταια: δεν συνάντησε κανέναν. Άρχισε να μπαίνει σε σπίτια, σε μαγαζιά, ιατρεία, σχολεία και σταθμούς, δεν σταμάτησε στιγμή να ψάχνει έναν άνθρωπο. Μετά από χρόνια συνάντησε σε μια βιβλιοθήκη ένα κορίτσι να κοιμάται ακουμπισμένο σε ένα τραπέζι αναγνωστηρίου κι η ευτυχία του ήταν τόση που άρχισε να την σπρώχνει με τα χέρια του και να της φωνάζει "ξύπνα... ξύπνα... ζουν άνθρωποι έξω απ' τα όνειρα".

Και πετάχτηκε. Τα μάτια του άνοιξαν απότομα, αφήνοντας το αδυσώπητο φως να μπει εντός τους, η βουή ορμητικά τον κύκλωσε σαν να επιχειρούσε να του αποκλείσει κάθε δίοδο διαφυγής, η κίνηση γύρω του όρισε το δικό του χώρο στον κόσμο με τη μεγαλύτερη σαφήνεια των συνόρων. Οι άνθρωποι τον χτυπούσαν και του φώναζαν, κι όταν αυτός συνήλθε πια, απότομα, σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα, συνέχισαν κανονικά τη ζωή τους. Αγνοώντας τον.

*
ο πίνακας είναι του Hugo Scheiber

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Το πρώτο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Μια φορά ένα άντρας καθόταν σε ένα τραπέζι μονάχος του στην άκρη μιας μεγάλης πέτρινης παραλίας. Γύρω του δεν ήταν κανείς, κι ίσως να μην έχει και τόση σημασία αν τελικά υπήρχε κανείς ζωντανός στην ευρύτερη περιοχή ή και σε όλη τη γη ακόμη. Το τραπεζάκι ήταν στρογγυλό. Είχε πάνω του ένα μπωλ με κεράσια. Ο άντρας πήρε ένα στα χέρια του, το πλησίασε στο στόμα του, δάγκωσε το μισό, και με το άλλο μισό έβαψε τα χείλη του κόκκινα. Σηκώθηκε απότομα κι έφυγε. Έμεινε πίσω του το τραπέζι με τα κεράσια. Δεν τον ξαναείδε κανείς - ίσως γιατί δεν υπήρχε κανείς ζωντανός στην ευρύτερη περιοχή ή και σε όλη τη γη τελικά να τον δει.

*
το χαρακτικό είναι του Γιάννη Στεφανάκι

Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

Το παραμύθι της Πηνελόπης


Μια φορά κι έναν καιρό η καρέκλα κουράστηκε να κάθεται, το βάρος να σηκώνει των ανθρώπων που κουράστηκαν να περπατούν. Και σηκώθηκε κι έφυγε, τους δρόμους πήρε. Αφού δεν υπήρχε η καρέκλα να ξεκουράζει τους ανθρώπους, οι πιο θαρραλέοι νέοι μας σκόρπισαν στον κόσμο να τη βρουν. Χρόνια μετά ρακένδυτοι και βρώμικοι, νικημένοι από τις κακουχίες και το δρόμο που σβήνει των ανθρώπων την ελπίδα με την τεράστια γομολάστιχά του, τη βρήκαν. Σε ένα βασίλειο, σε ένα παλάτι μακρυά, με χρυσές πόρτες και παχιά χαλιά τη βρήκαν. Πάνω της καθόταν ένα όμορφο βασιλόπουλο κι εκείνοι θύμωσαν κι έκαναν πόλεμο γιατί ήταν μεγάλη προσβολή να κάθεται ένας ξένος στην καρέκλα τους. 10 χρόνια πολεμούσαν εκεί, μέχρι που νίκησαν και γκρέμισαν τους τοίχους κι έκαψαν τα χαλιά και σκότωσαν το όμορφο βασιλόπουλο και πήραν την καρέκλα με άγρια χαρά σαν κεραυνός που καίει τα δέντρα τα ψηλά μια μέρα ανταριασμένη.

Όμως τότε ξεκίνησε ο αποτρόπαιος καυγάς των ανθρώπων ποιος πάνω της θα κάτσει πρώτος, και δεν αργήσανε στα χέρια να πιαστούν, και βγήκανε σπαθιά απ' τα θηκάρια και στα μαλακά υπογάστριά τους τα καρφώσανε με μίσος και φωνή ο ένας του άλλου. Ώσπου δεν έμεινε κανείς να κάτσει στην καρέκλα.

Τα χρόνια πέρασαν και μια μέρα ήρθε ξανά στα μέρη μας η καρέκλα, η μοναξιά έγινε το τίμημα της ελευθερίας της και πεθύμησε το βάρος μας να ξεκουράσει. Ολόχρυση και επιβλητική όπως ήταν, την κάναμε βασίλισσά μας. Και την είπαμε Πηνελόπη. Και ζήσαμε εμείς καλά κι εσείς καλύτερα. Και μην ρωτήσετε αν κάτσαμε ποτέ πάλι πάνω της, γιατί κανείς δεν τολμάει να κάτσει πάνω στη βασίλισσά του. Όλοι το ξέρουν αυτό!

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

Το παραμύθι του εξόριστου συγγραφέα


Ένας συγγραφέας ζούσε σε ένα καλύβι μιας πόλης που είχε φανταστεί κάποτε σε ένα βιβλίο του. Μια μέρα είδε να περνά έξω απ' το σπίτι του η κόρη του βασιλιά. Τα μαλλιά της ήταν άνθη μυγδαλιάς που τα παίρνει ο άνεμος μαζί του περνώντας, τρόπαια της αδυσώπητης σαγήνης του. Το περπάτημά της ήταν λέξεις που τρέχουν στο χαρτί, ατίθασες, αδιάφορες που τις κοιτάς με πάθος που σε κατακλύζει και λέξεις δεν μπορείς να πεις να τις φωνάξεις να τους πεις "εδώ είμαι, εγώ σας είπα, δικές μου είστε", γιατί οι λέξεις που στείλαμε στον πόλεμο σκοτώθηκαν όλες κι ήταν παιδιά μας όμορφα και τώρα ορφανέψαμε από κληρονόμους.

Κι ο συγγραφέας ερωτεύτηκε ευθύς την πριγκιποπούλα κι άνοιξε το στόμα του κι έβγαλε από μέσα του ένα υπέροχο λουλούδι με χιλιάδες χρώματα κι υπερκόσμια λάμψη και της το χάρισε. Και το κορίτσι του χαμογέλασε κι εκείνος την έκανε δικιά του. Κι ο βασιλιάς πολύ θύμωσε που η κόρη του αγάπησε έναν παρακατιανό γραφιά και τον εξόρισε από το βασίλειο, μακρυά να ζήσει και σε αυτό ποτέ να μην ξαναγυρίσει.

Έκτοτε ο συγγραφέας ζει μονάχος του έξω από τις ιστορίες που έχει φανταστεί, ξένος και πρόσφυγας σαν τα λουλούδια που κόψαμε και χαρίσαμε κάποτε σ' ένα κορίτσι κ ύστερα μαράθηκαν στου ήλιου το χάδι και του έρωτα την κάψα κι ύστερα και το κορίτσι μαράθηκε γιατί πιο συχνά ο χρόνος ανάμεσα στο "μια φορά κι έναν καιρό" και στο "ζήσαν αυτοί καλά" είναι απέραντα μεγάλος και τραχύς.

Το χαρακτικό είναι του Abram Krol

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Το παραμύθι του δράκου!


"Όσοι κυβερνούν, αδικούν. Οι περισσότεροι συνειδητά". Ξεκινούσε πάντα με αυτή τη φράση τις ιστορίες του. Εκείνη τη νύχτα μας είπε το παραμύθι του δράκου.

Ήταν τα παλιά χρόνια. Την πολιτεία μας διαφέντευε βασιλιάς τρανός και αποτρόπαιος. Αλίμονο, τη δόξα του την πότιζε το αίμα όχι μόνο των εχθρών μας, αλλά και των υπηκόων του. Τίποτα όμως δεν την χόρταινε. Μια μέρα, ένα κορίτσι βγήκε στην αγορά κι άρχισε να μιλά στον κόσμο και να λέει πως όσοι κυβερνούν, αδικούν, και πως οι άνθρωποι πρέπει να είναι ελεύθεροι και να μην εξουσιάζονται. Τα λόγια της ήταν φωτιά που όσο μεγάλωνε απειλούσε τη δίψα του βασιλιά. Γι' αυτό κι οι άνθρωποι του παλατιού βγήκαν στους δρόμους και στην αγορά και σκότωσαν το κορίτσι. Τα άλλα παραμύθια τελειώνουν εδώ. Ετούτο όμως, όχι.

Οι άνθρωποι της αγοράς είχαν φωτιά μέσα τους. Τα λόγια του κοριτσιού έκαιγαν πια την ψυχή τους. Και μια μέρα μαζευτήκαν, πήραν τα όπλα τους και σκότωσαν το βασιλιά. Κι έγιναν εκείνοι κυβερνήτες της πολιτείας μας. Λίγο καιρό μετά ο παραμυθάς της κυβέρνησης έγραψε ένα παραμύθι που δόθηκε σε όλους του υπηκόους, και τα παιδιά το διάβασαν στο σχολείο τους, κι οι χορευτές κι οι ηθοποιοί το χόρεψαν και το αφηγήθηκαν σε θέατρα: το παραμύθι του δράκου.

Ήταν, λέει, μια πολιτεία. Όλοι οι άνθρωποι ζούσαν ευτυχισμένοι σε αυτήν. Μια μέρα ένας δράκος τρανός και αποτρόπαιος βγήκε στην αγορά κι άρχισε να τρώει τον κόσμο και το στόμα του να βγάζει φωτιές. Τότε ο λαός πήρε τα όπλα και σκότωσε το δράκο. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

"Αυτό το παραμύθι τελειώνει εδώ..., αν και εδώ που τα λέμε δεν έχει τελειώσει ποτέ" μας είπε όταν η αφήγηση τελείωσε. "Να φοβάστε", είπε, "αυτούς που φτιάχνουν τα παραμύθια". Σβήνουν φωτιές σε δράκους.

*
ο πίνακας είναι του Leon Kossoff

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

Το παραμύθι του παραμυθά λύκου


Μια μέρα ο λύκος έφαγε τον παραμυθά και σταμάτησαν τα παραμύθια κι ένιωσε μεγάλη μοναξιά γιατί κανείς πια δεν τον φοβόταν κι ούτε του έδινε σημασία. Κι άρχισε να κλαίει και να φωνάζει μια νύχτα που το φεγγάρι σκέπαζε με το ασημένιο του σεντόνι τον ύπνο των ανθρώπων και των ζώων. Και δεν σταμάτησε έκτοτε να κλαίει μετανιωμένος.

Χρόνια μετά  βρέθηκε ένα μικρό κορίτσι να πει πως παραμυθάς δεν υπήρξε ποτέ και πως ο λύκος έφτιαχνε τα παραμύθια. Οι παλιοί λένε πως τότε ο λύκος θύμωσε κι έφαγε το κορίτσι κι άλλοι είπαν μετά πως δεν έφαγε το κορίτσι, αλλά τη γιαγιά του που του έλεγε παραμύθια.

Ύστερα οι άνθρωποι είπαν πως όλα ετούτα είναι παλιές μπερδεμένες ιστορίες και ξάπλωσαν να κοιμηθούν σκεπασμένοι με το ασημένιο σεντόνι του φεγγαριού. Μόνο το ουρλιαχτό του λύκου τάραζε τον ύπνο τους.

***
ο πίνακας είναι του Victor Brauner

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Χειμωνιάτικο ποίημα


Μια μέρα θ' ανεβώ σε ένα πεσμένο φύλλο
θα φωνάξω ντέεειιιι και θα καλπάσω
προς το δέντρο στην άκρη του δρόμου
θα καθίσω σε κάποιο ψηλό κλαδί του
και θα διαδηλώσω μονάχος μου
φωνάζοντας τα δίκαια των πουλιών
καθότι τα ποιήματα τι άλλο είναι
από κλεμμένα συνθήματα
και φέιγ βολάν σε δρόμους πεταμένα
επαναστατών που δείλιασαν να επαναστατήσουν
ή κουράστηκαν
κι ύστερα θα κρεμαστώ σαν θαυμαστικό
η πιο αποφασιστική διαδήλωση είναι ο θάνατος
κλιμακώνοντας τον αγώνα μου
στο τέλος θα κόψω το δέντρο
και θα ταφώ στη θέση του
για τα επόμενα χρόνια

Μια μέρα..., αλλά όχι σήμερα:
σήμερα τα παιδιά έχουν φροντιστήριο

***
ο πίνακας είναι του Γιάννη Γαΐτη

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Το παραμύθι της κρυμμένης αλήθειας


Η αλήθεια είναι ένα κόκκινο μήλο – όποιος την ανακαλύψει πεθαίνει, τελοσπάντων "ξενιτεύεται", ας το πούμε έτσι. Ζει μαζί με τις ρίζες των δέντρων, ακούει των βράχων τα γρυλίσματα και των υπογείων υδάτων τους στεναγμούς και των νεκρών τα τραγούδια. Μεγαλώνοντας αρχίσαμε να το καταλαβαίνουμε. Ο παππούς σου μάλιστα πρόλαβε να το γράψει σε ένα χαρτί, που τώρα το έχω στα χέρια μου και το γράφω κι εγώ σε αυτό το παραμύθι. Αλλά μην φοβάσαι: κρύβω τη φράση σε μια ιστορία. Έτσι δεν θα είσαι ποτέ σίγουρος αν η αλήθεια είναι αυτή ή κάποια άλλη, αν και σίγουρα θα είναι κάποια από αυτές εδώ τις φράσεις. Το γεγονός πως θα υπάρχει κάπου η αλήθεια σε αυτό το παραμύθι, δεν σημαίνει πως δεν είναι αληθές ό,τι άλλο στην ιστορία αυτή:

Μια φορά λοιπόν ένας παραμυθάς έκρυψε την αλήθεια σε ένα παραμύθι. Κι έζησε εκεί καλά, κι εμείς καλύτερα.

***
Ο πίνακας είναι του Cristophe Hohler

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Το παραμύθι του ευτυχισμένου άντρα


Μια μέρα ένας άντρας που περπατούσε δίπλα στο Βιστούλα ένιωσε να κατουριέται. Στάθηκε λοιπόν, γύρισε προς το ποτάμι κι άρχισε να κατουράει.

Κι ήταν σίγουρος πως αυτή να είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του. Με το μεγάλο ποτάμι ενώθηκε και το μικρό δικό του ποταμάκι και τα πουλιά γύρω του κελαηδούσαν κι ο ήλιος του 'κλεισε το μάτι κι ο άνεμος του χάιδεψε τα μαλλιά.

*
ο πίνακας είναι του Stephen Chambers

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

Το παραμύθι του Νώε


Ήταν ένας άνθρωπος. Βαθιά μέσα του άρχισε μια μέρα ένα ψιλόβροχο ρυθμικό να τρυπάει τη σιωπή και γρήγορα έγινε κανονική βροχή κι αμέσως μετά τρομακτική καταιγίδα και τα νερά της πλημμύρισαν κάθε  δωμάτιο και το υπόγειο ακόμη του νου του. Κι o άνθρωπος ξεβράστηκε από μέσα του και κείται τώρα νεκρός μπροστά στα πόδια μας.

Μόνο ένα περιστέρι σώθηκε, βγήκε απ’ το στόμα του και πέταξε ψηλά στον ουρανό και χάθηκε.

***
το σχέδιο είναι του Andrzej Wróblewski

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Παραμύθι με μία τελεία



Μια μέρα τα παραμύθια τελειώνουν και οι δρόμοι αδειάζουν από φαντάσματα και σκιές ιπποτών και δράκων και οι βασιλοπούλες γίνονται πάλι κολοκύθες και τότε βγαίνουν στους δρόμους οι άνθρωποι που βιάζονται να φτάσουν στον προορισμό τους και δεν ξεχνιούνται στων πουλιών το τιτίβισμα ούτε μπερδεύονται  με των σύννεφων τις παράξενες κουβέντες ούτε σκοτίζονται να ζήσουμε κι εμείς καλύτερα μέχρι να εμφανιστεί ένα αγόρι σε ένα μπαλκόνι ένα πρωινό να ανοίξει τα χέρια του διάπλατα και να αγκαλιάσει τον ήλιο και τότε όλα γίνονται πάλι κανονικά και οι σκιές τρέχουν στους τοίχους και στα όνειρα των ανθρώπων και τα φαντάσματα, αχ τα φαντάσματα, περπατούν δίπλα στους ανθρώπους και τους παραπλανούν κι εκείνοι βρίσκουν νέους προορισμούς και οι κολοκύθες γίνονται πάλι βασιλοπούλες και τα παραμύθια ξαναρχίζουν.

***
ο πίνακας είναι του Τάσου Μαντζαβίνου

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Το παραμύθι του Αλέξανδρου



Στις τρεις χρυσές τρίχες του πανήξερου παππού, ένα τσέχικο παραμύθι που μετέφρασε ο Κάρολος Τσίζεκ και εξέδωσε το Μπιλιέτο το 2006, ζούσε κάποτε ένα παλικάρι, ο Αλέξανδρος. Σε μια πόλη του παραμυθιού ζούσε, σε αυτήν που είχε στερέψει το νερό γιατί ένας βάτραχος μεγάλος και κακός είχε κρυφτεί κάτω απ’ την πηγή κι έπινε μονάχος του όλο το νερό. Ο Αλέξανδρος ήταν ένας νέος άντρας σεβαστικός και σιγομίλητος – οι περισσότεροι που έλεγαν το παραμύθι αυτό δεν είχαν ακούσει τη φωνή του όταν ζύγωναν την αφήγησή τους στα μέρη του. Ούτε ενδιαφέρθηκαν ποτέ να μάθουν πως αυτός ήταν που έβγαλε τον βάτραχο από τα ριζά της βρύσης, αλλά δεν τον σκότωσε καταπώς διέταξε ο βασιλιάς της πολιτείας. Λυπήθηκε την ακόρεστη δίψα του κι εκεί στα σκοτεινά του παραμυθιού πήρε ένα μαχαίρι κι έκοψε τις φλέβες του και του ‘δωσε να πιει το αίμα του. Και πέθανε ο Αλέξανδρος. Κι ο βάτραχος πάλι δεν χόρτασε, κι άφησε το άψυχο σώμα του παλικαριού και γύρισε στης πηγής τα εσώτερα και πάλι στέρεψε το νερό και πάλι ξαναπέρασε ο γιος του καρβουνιάρη και πάλι αρχή του παραμυθιού καλησπέρα σας.

Στων παραμυθιών τον κρυφό βωμό πάντα ένα παλικάρι θυσιάζεται για να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Paris Bordone

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Το παραμύθι του παραμυθιού που έγινε αναγνώστης


Κάποτε ένας αναγνώστης σταμάτησε να ζει την κανονική ζωή του, κουράστηκε με όλη αυτή την ποικιλία και την εναλλαγή που τυραννά τις ψυχές μας, τους ανθρώπους που μπαίνουν και βγαίνουν στην καρδιά μας χωρίς να ρωτήσουν αν αντέχουμε του έρωτα τις διαψεύσεις. Προτιμούσε των βιβλίων τη σιωπή, των παραμυθιών το πάντα ευτυχές τέλος που δικαιώνει των ηρώων του τις ταλαιπωρίες

Μια φορά λοιπόν ο αναγνώστης βρήκε σε μια βιβλιοθήκη ένα παραμύθι πρόθυμο να αλλάξει τη ζωή του με τη δική του. Ένα παραμύθι που ήθελε να ταξιδεύει στων περιπετειών τους απροσδόκητους δρόμους, που δεν δείλιαζε μπροστά στο κακό που αν δεν νικά, πάντα τα καταφέρνει να διαφύγει, να σώσει το τομάρι του (ακόμη κι αν χρειαστεί να το αλλάξει).

Κι έτσι το παραμύθι έγινε αναγνώστης και ο αναγνώστης παραμύθι. Και ζήσαν αυτοί καλά διαλέγοντας ο καθένας τη ζωή του.

*Επειδή αυτή η ιστορία μοιάζει περισσότερο με παραμύθι, θα προσθέσουμε κάποιες λεπτομέρειες που θα ενίσχυαν την πεποίθηση στον αναγνώστη της πως πρόκειται για πραγματικό γεγονός: η αλλαγή ρόλων δεν είναι τόσο αθώα, όσο φαίνεται. Τα παραμύθια είναι δόλια όντα, χρόνια προετοιμάζουν το ύπουλο σχέδιό τους. Βρίσκουν αδύναμους και πονεμένους αναγνώστες, τους δελεάζουν με ευτυχισμένα τέλη, τους θαμπώνουν με ευφάνταστες και ασφαλείς περιπέτειες, τους υπόσχονται έναν παράδεισο καλοσύνης και επιβράβευσης. Κι όταν ο αναγνώστης τους πέσει στην παγίδα, του προτείνουν την περιβόητη αντικατάσταση. Τα παραμύθια που ελευθερώνονται γίνονται αμέσως δαιμόνια όντα, γυμνώνονται και η κολασμένη ομορφιά τους σαν φωτιά απλώνεται γύρω τους, καίει ψυχές και σώματα, τρέχουν στα δάση και στων πόλεων τους σκοτεινούς δρόμους, μπαίνουν στων ονείρων τις αχαλίνωτες γειτονιές και ξέφρενα γλεντούν τη ζωή. Ποτέ δεν είδαμε ένα παραμύθι να γίνεται αναγνώστης, κανένα παραμύθι δεν γύρισε στη βιβλιοθήκη από την οποία δραπέτευσε. Γιατί τα παραμύθια ξέρουν πως το παραμύθι είναι η φυλακή των πονεμένων ψυχών κι όχι ο παράδεισος των ελεύθερων σωμάτων.

***
Το σκίτσο είναι του Sergey Eisenstein

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Το παραμύθι του αναγνώστη που έγινε παραμύθι


Κάποτε ένα παραμύθι σταμάτησε να ζει μέσα στο βιβλίο που ήταν γραμμένο, κουράστηκε να επαναλαμβάνει τη ζωή του αδιάκοπα μέσα στα χρόνια, χωρίς έστω μια μικρή αλλαγή, έναν λιγότερο ή έναν περισσότερο ήρωα, μια έστω αντικατάσταση ρόλων ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Αυτή η τελευταία εναλλαγή, τόσο σημαντική και συνήθης στην κανονική ζωή, έκανε το παραμύθι να νιώθει ολοένα και πιο απομονωμένο από την αλήθεια, όλο και πιο κλεισμένο εντός του. 

Μια φορά λοιπόν το παραμύθι βρήκε σε μια βιβλιοθήκη έναν αναγνώστη πρόθυμο να ανταλλάξει τη ζωή του με τη δική του. Έναν αναγνώστη που ήθελε να γίνει μια ιστορία που θα διαβαζόταν χιλιάδες φορές μέσα στα χρόνια, δεν θα άλλαζε καθόλου, τίποτα δεν θα μπορούσε να απειλήσει την έκβασή του. 

Κι έτσι ο αναγνώστης έγινε παραμύθι και το παραμύθι έγινε αναγνώστης. Και ζήσαν αυτοί καλά διαλέγοντας ο καθένας τη ζωή του.

***
Το σχέδιο είναι του Sergei Eisenstein

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Το παραμύθι των πουλιών


Ζούσε κάποτε ένας άνθρωπος. Το σπίτι του ήταν έξω απ' την πόλη, δεν ήθελε την πολλή συνάφεια με τους ανθρώπους και τα πάθη τους. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, ούτε ποτέ κανείς τον είδε στα καφενεία και τις ταβέρνες να σκορπάει το χρόνο του. Μόνο καθόταν στη βεράντα του σπιτιού του κι άκουγε τα πουλιά. Τόσο πολύ τα άκουγε που έμαθε σιγά-σιγά τη λαλιά τους κι άρχισε δειλά να μιλάει μαζί τους. Περνούσαν τα χρόνια σαν τα πουλιά από τη γη του κι εκείνος μιλούσε με τα πουλιά, τα ρωτούσε για τα ταξίδια τους, γιάτρευε τους μικρούς καημούς τους, μάθαινε τα τεχνίσματά τους στο πέταμα. Μέχρι που μια μέρα άνοιξε κι αυτός τα χέρια του και χάθηκε στον ουρανό.

Όποιος μαθαίνει τη γλώσσα των πουλιών γίνεται πουλί.

***
ο πίνακας είναι του Umetaro Azechi

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Για την "αγάπη των βιβλίων" της Έλλης Δρούλια*



[Οι βιβλιοθηκάριοι είμαστε άνθρωποι με βλάβες… 

Έχετε την εντύπωση πως οι βιβλιοθήκες είναι το βασίλειο της σιωπής. Εμείς όμως το ξέρουμε καλά: στις βιβλιοθήκες βασιλεύουν χιλιάδες φωνές, τις ακούμε συνέχεια. Είναι τα βιβλία που μιλάνε μεταξύ τους, που φωνάζουν. Κάποιες από αυτές τις φωνές καταγράφει στο βιβλίο της η Έλλη Δρούλια. Νομίζω πως αξίζει να τις ακούσουμε] 

Οι βιβλιοθήκες φίλες και φίλοι είναι για τους περισσότερους χώροι συγκέντρωσης και αποθήκευσης βιβλίων, οργάνωσης, τάξης, πρόσβασης ή έστω ένας παράδεισος όπως θα έλεγε ο Μπόρχες. Για εμάς τους βιβλιοθηκάριους είναι νομίζω ένας κατεξοχήν χώρος ερωτημάτων, αναζητήσεων, λοξοδρομήσεων και παραπομπών. Όπως και στα βιβλιοπωλεία έτσι και σε αυτές οι άνθρωποι έρχονται με την αγωνία της ανάγνωσης και φεύγουν με το σπόρο της επόμενης αμφιβολίας. Είμαι εδώ για να σας παρουσιάσω συνοπτικά ως βιβλιοθηκάριος και μπλόγκερ τις βόλτες που δημιούργησαν ένα βιβλίο, το βιβλίο της συναδέλφου μου Έλλης Δρούλια «για την αγάπη των βιβλίων». Ως μπλόγκερ κι εγώ μπορώ να τη φανταστώ να γράφει τα ποστ της κλέβοντας χρόνο από τη δουλειά, ανάμεσα σε καταλογογραφήσεις, δανεισμούς κι αιτήματα, προσπαθώντας να κρατήσει την ιδέα και να τη διατυπώσει με έναν τρόπο καινούριο ως τότε, έχοντας μια υπόγεια απορία αν θα διαβαστούν, αν θα σχολιαστούν, αν θα αλληλεπιδράσουν. 

Τα κείμενα που συγκροτούν το βιβλίο «για την αγάπη των βιβλίων» τα πρωτοδιάβασα χρόνια πριν, τα παρακολουθούσα να γεννιούνται κεφάλαιο το κεφάλαιο σε ένα παράξενο «σπίτι» που το έλεγαν «Tobaccori» κι ύστερα σε ένα άλλο σπίτι που το έλεγαν «Βολτίτσες». Ήταν το 2007, 2008, 2009 και τα μπλογκ του βιβλίου και των βιβλιοθηκών δεν ήταν πολλά. Εκείνη έγραφε στη βιβλιοθήκη της κι εγώ διάβαζα από τη δική μου. Θυμάμαι πότε, πού και υπό ποιες συνθήκες έχω διαβάσει πολλά από τα κεφάλαια αυτού του βιβλίου. Θυμάμαι ποια σχολίασα, τι σχολίασα, σε τι διαφωνήσαμε με την Elli και τη Librarian. Ξαναδιαβάζοντάς τα φέτος το καλοκαίρι, σκέφτηκα δυο τρία πράγματα, και αυτά θέλω να σας καταθέσω απόψε: 

Τι ήταν αυτό το φαινόμενο των ιστολογίων; Ποιος ήταν ο λόγος ύπαρξής τους; Τι πρόσφεραν στο δημόσιο λόγο και πώς τον διαμόρφωσαν; Γιατί τελείωσαν; Τα μπλογκ ήταν μια νέα, ελπιδοφόρα και δημιουργική δημοκρατία του λόγου: ο καθένας μας μπορούσε να «δημοσιογραφεί», να επιδρά, να συνδιαμορφώνει, να σχολιάζει και να αντιδρά. Για εμάς, τους ανθρώπους των βιβλιοθηκών ήταν ένα «επιτέλους να μιλήσουμε γι’ αυτό που αγαπάμε», θα διαβάσετε συχνά στα κείμενα της Έλλης για την πλημμυρίδα των άγραφων κειμένων, τη λαχτάρα να περιγράψει. Σας θυμίζω πως το Ίδρυμα Νιάρχου, δεν είχε απλώσει ακόμη τα επικοινωνιακά του δίχτυα στον ημερήσιο και κυριακάτικο τύπο, η Εθνική Βιβλιοθήκη ήταν ακόμη ντεμοντέ, και όταν απαντούσες στο ερώτημα «τι δουλειά κάνεις;» σε ρωτούσαν «βιβλιο – τι;». Επομένως γράφαμε για τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες γιατί κανείς άλλος δεν έγραφε. Αυτά τα λίγα νησάκια δημόσιου λόγου για τις βιβλιοθήκες δημιούργησαν και μια νέα «κοινότητα» νέων συναδέλφων γύρω από αυτά. Γρήγορα όμως το πράγμα μεγάλωσε και απλώθηκε, οι κοινότητες των ιστολόγων γίναν… πόλεις, φυλές και φιλίες αναπτύχθηκαν, μια ολόκληρη γενιά εκφράστηκε σε μια πυκνή εποχή που τα πράγματα άλλαζαν και κατέρρεαν. Ύστερα ήρθε το twitter, το facebook, το instagram, τα κείμενα μίκρυναν ή εξαφανίστηκαν, την ίδια στιγμή που η γνώμη μας έβρισκε πλέον μεγαλύτερη απήχηση. Νίκησε η ευχέρεια και η ταχύτητα της αλληλεπίδρασης, οι χρήστες του μέσου κοινωνικής δικτύωσης πολλαπλασιάστηκαν. Αυτά τα κείμενα γράφτηκαν υπό αυτές τις συνθήκες, εξυπηρετώντας πάνω-κάτω αυτές τις ανάγκες. 

Η «αγάπη των βιβλίων» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για βιβλία που μιλάνε για βιβλία. Τελικά μιλάει μόνο για βιβλία; Όταν αναφέρεται στις Παιδικές Βιβλιοθήκες (και τον καταργημένο πια λόγω μνημονίων ΟΠΕΒ), λέει για τα μειονοτικά σχολεία της Θράκης και για τα νοσηλευόμενα παιδιά-αναγνώστες του «Αγία Σοφία» και του «Αγλαΐα Κυριακού», όταν αναφέρεται στις βιβλιοθήκες των φυλακών μιλάει για την Κασαβέτεια και το παράδειγμά της (1998…). Οι επιλογές της Έλλης, τα κείμενα που τελικά γεννήθηκαν, ήταν αντίσταση και διαφυγή στους κλυδωνισμούς, στους προσεισμούς εκείνων των χρόνων, ήταν το όνειρο της αγάπης του βιβλίου και η μελαγχολία των προσπαθειών που κατέρρεαν, έμεναν έωλες, ημιτελείς, ασχεδίαστες. Τα βιβλία της Έλλης είναι οι άνθρωποι που τα έγραψαν που τα εξέδωσαν, που τα εικονογράφησαν, που τα μετέφρασαν, τα καταλογογράφησαν, τα δάνεισαν, τα δανείστηκαν, τα πούλησαν και τα αγόρασαν, τα σημείωσαν, τα πλαστογράφησαν. Είναι βόλτες, αποδράσεις σε βιβλιοπωλεία, σελίδες τίτλων, υπογραμμίσεις, παζάρια κι εκθέσεις βιβλίων, είναι σκυταλοδρομίες από βιβλίο σε βιβλίο, είναι μια γεωγραφία του βιβλίου. 

Εν κατακλείδι, το βιβλίο της Έλλης Δρούλια «για την αγάπη των βιβλίων» είναι μια ηθογραφία της ανάγνωσης, το χρονογράφημα μιας βιβλιοφιλίας. Οικοδομείται με μικρά κείμενα σχεδόν άμεσης απεύθυνσης, στις περισσότερες περιπτώσεις στα όρια του προφορικού λόγου. Συνομιλούν με τον αναγνώστη τους, όπως συνομιλούν και με τις πηγές τους. Νομίζω πως αυτό το τελευταίο είναι και μια κληρονομιά του ιστολογικού φαινομένου, που διαφοροποιείται από το δημοσιογραφικό λόγο του παρελθόντος και απέχει από τον όποιο λογοτεχνικό. Τα κείμενα αυτού του βιβλίου δεν επιχειρούν να εξαντλήσουν το θέμα τους, είναι παραπομπές για περαιτέρω αναγνώσεις, είναι και δελεαστικές σιωπές. Όπως λέει κάπου η Έλλη, «έτσι και οι άνθρωποι αναμεταξύ τους, μιλάνε με λόγια και συζητήσεις, μιλάνε και με τις σιωπές τους, μέσα από αυτά που επιλέγουν να μην πουν και αυτά που αφήνουν να σέρνονται με μισόλογα, αναλογίες, αδιόρατες εκφράσεις του προσώπου, σωματικές κινήσεις, άηχους κώδικες, άλλοτε έχοντας συναίσθηση και συνείδηση, άλλοτε όχι, αλλά πάντα συμβαίνει. Οι συνομιλητές πρέπει να είναι σε συνεχή εγρήγορση». 

Θα έλεγα πως τα κείμενα αυτά είναι μια σεμνή καταγραφή μιας «άσεμνης» λατρείας του βιβλιακού πολιτισμού μας, η οποία μας κρατά εν τέλει σε εγρήγορση.

*
Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 25/9/2018. 

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Το παραμύθι του ανθρώπου που έφυγε από το μυαλό του


Μια φορά ένας άνθρωπος βγήκε από το μυαλό του, ήθελε, λέει, να 'ναι ελεύθερος, όμως δεν ήξερε πού να πάει και χάθηκε. Ή έτσι είπαμε όσοι μείναμε πίσω. Όπως και να 'ναι δεν τον ξαναείδαμε στο μυαλό του ή έστω κάπου εκεί τριγύρω. Το πρόβλημα ωστόσο όσων μείναμε πίσω είναι πως ποτέ δεν μάθαμε αν εμείς ζήσαμε στο δικό του ή στο δικό μας μυαλό.

***
ο πίνακας είναι της Gertrude Abercrombie

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Σεπτέμβρης τα κατάφερε


Ο Σεπτέμβρης κατάφερε να 'ρθει
Τον αφήσαμε νομίζω
Tο νιώθεις το βράδυ που κλείνεις τα παντζούρια
μια ζαβολιά
παραμονεύει κάτω από τη λάμπα του δρόμου
Έχει περασμένο στον ώμο
ένα διπλωμένο σακάκι, σου χαμογελάει
Πέφτεις για ύπνο
εκείνος έξω
σφυρίζει ένα παλιό σκοπό από το Orfeu Negro
Τον συναντάς στο πρώτο σου όνειρο
και φεύγετε μαζί
Τα κατάφερε.

***
ο πίνακας είναι του James Harold Noecker