Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Το παραμύθι του βιβλιοθηκάριου, του λαουτιέρη και του παραμυθά


Ζούσε ένας βιβλιοθηκάριος. Ανάμεσα στα βιβλία που περίμεναν να διαβαστούν και στους ανθρώπους που τα αναζητούσαν ζούσε. Και κανόνιζε τα συνοικέσια του πνεύματος κι ήταν και οι άνθρωποι γι’ αυτόν βιβλία, «ο καθένας, και μια ιστορία ειπωμένη» συνήθιζε να λέει. Και όταν γέρασε πολύ, έλεγε πως «δεν υπάρχουν άνθρωποι, μόνο βιβλία υπάρχουν». 

Ζούσε ένας λαουτιέρης. Ανάμεσα στο λαούτο του που κελαηδούσε τα βάσανα των ανθρώπων και στους ανθρώπους που βασανίζονταν ζούσε. Και κανόνιζε τα συνοικέσια της μουσικής και οι άνθρωποι γι’ αυτόν ήταν τραγούδια, «ο καθένας και μια ιστορία τραγουδισμένη» συνήθιζε να λέει. Και όταν γέρασε πολύ, έλεγε πως «δεν υπάρχουν άνθρωποι, μόνο τραγούδια υπάρχουν». 

Ζούσε ένας παραμυθάς. Έλεγε πως δεν υπάρχουν άνθρωποι, μόνο παραμύθια υπάρχουν.

***
ο πίνακας είναι του Xul Solar

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Το παραμύθι των δυο πηγών



Μια φορά ήταν μια πηγή στην κορυφή ενός λόφου. Κόσμος και ντουνιάς, άνθρωποι, πουλιά και ζωντανά έρχονταν να ξεδιψάσουν από το νερό της, άλλος γλυκός και τρυφερός, άλλος λαίμαργα πίνοντας, άλλος με το ραμφάκι του και άλλος με τις χούφτες απλωμένες. Κι όλοι φεύγαν ευχαριστημένοι που χόρταιναν τη δίψα τους. Κι η πηγή ήταν ευτυχισμένη. Όχι για όλη ετούτη τη ζωή και τη βουή τριγύρω της, αλλά για το νερό που πήγαζε από μέσα της, γιατί οι πηγές για ‘τούτο θα χαίρονται και τίποτα άλλο δεν θα τις νοιάζει μάλλον. Μια μέρα στην πηγή ήρθε κι έκατσε ένα όμορφο παλικάρι, έσκυψε, τα χείλη του φιλήσαν το νερό και τα χέρια του το χάιδεψαν, όπως χαϊδεύουν άγουρα αυτά άγουρο στήθος με άγουρο έρωτα, σύγκορμα τρέμοντας και τρίζει ο ουρανός και του Άδη ακόμη και τα πιο σκοτεινά λαγούμια. Κι ύστερα κάθισε στο πλάι και πήραν στα μάτια του να τρέχουν δάκρυα κι ένα τραγούδι αρχίνισε να λέει για του έρωτα τα πάθη, για την αγάπη που προδόθηκε.

Πέρασε καιρός. Ο νέος δεν έφυγε ποτέ από ‘κει. Με τα χρόνια γέρασε, τα γένια, τα μαλλιά του ασπρίσαν και μακρύναν, βρύα φυτρώσαν στα χείλη του και σαλιγκάρια σύρθηκαν στα χέρια του. Το τραγούδι του σώπασε, όμως τα μάτια του ποτέ δεν στέρεψαν. Μια νύχτα η σελήνη τον σκέπασε το μαγικό της σάλι κι έγινε ευθύς πέτρινη πηγή κι αυτός. Κι οι άνθρωποι, τα πουλιά και τα ζωντανά έρχονταν να ξεδιψάσουν πια στις δυο πηγές στην κορυφή του λόφου.

Υπάρχουν πηγές που χαίρονται να αναβλύζουν το κρυστάλλινο νερό, κι άλλες που δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

***
ο πίνακας είναι του Grand Wood

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Το παραμύθι του μεταχειρισμένου πουκάμισου



Ήταν μια φορά ένα πουκάμισο αντρικό, κρεμασμένο στην καρέκλα ενός υπνοδωματίου. Κάποια στιγμή μπήκε στο δωμάτιο  ένας άντρας, άνοιξε ένα παράθυρο και ξανάφυγε. Ένα αεράκι τάραξε την ακινησία του χώρου, τα πάντα εκεί μέσα ανατρίχιασαν, και το πουκάμισο άρχισε να φουσκώνει σαν μπουμπούκι που βιάζεται ν’ ανθίσει  ή σαν πουλί που ετοιμάζεται να πετάξει. Κι αλήθεια λίγη ώρα μετά άρχισε να πετάει μες στο δωμάτιο, πλησίασε στο ανοιχτό παράθυρο και ύστερα χάθηκε στο φως της μέρας. Πετούσε για ώρες πάνω από την πολιτεία μαζί με τα πουλιά και με τα σύννεφα κι ήταν αληθινά πολύ ευτυχισμένο. Κι όταν χόρτασε πια όλη ετούτη τη χαρά κι είχε πάρει να πλησιάζει η νύχτα, βρήκε ένα σπίτι στην άκρη της πόλης με απλωμένα ρούχα στην αυλή του και πήγε και κρεμάστηκε στο σκοινί του κουρασμένο. Η γυναίκα του σπιτιού μάζεψε τα ρούχα, όμως ο γιος της ζήτησε ένα πουκάμισο καθαρό. Απόψε θα έβγαινε βόλτα με το κορίτσι του κι ήθελε να είναι όμορφος. Η μάνα πήρε το κοιμισμένο πουκάμισο, το σιδέρωσε και του το έδωσε. Το έβαλε εκείνος κι έφυγε. Κι εκείνη στάθηκε για λίγο στο κατόπι του παρακολουθώντας τον να σβήνει μες στη νύχτα. Κι ύστερα έκλεισε πίσω της την πόρτα και πήγε να ξαπλώσει.

Να αγαπάτε τα μεταχειρισμένα πουκάμισα– κάποτε ταξίδεψαν μαζί με τα πουλιά και τα σύννεφα.

***
ο πίνακας είναι του Richard Diebenkorn

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Το παραμύθι του Αγίου που έπεσε στη γη


Ήταν μια μέρα ένας Άγιος. Ακροπατώντας στα σύννεφα αφηρημένος, σκόνταψε, και τσουπ έπεσε στη γη. «Έργο του θεού μου είναι κι αυτή» σκέφτηκε και άφησε να τον παρασύρει η χαρούμενη ανάμνηση της ζωής καθώς περπατούσε: χιλιάδες λουλούδια, εκατομμύρια, λογιών λογιών χρώματα και σχήματα κι οσμές και γύρω πεταλούδες και ζουζούνια που πίναν λαίμαργα τους χυμούς της άνοιξης και ξάφνου... Ξάφνου εμπρός του είδε ένα νέο ξαπλωμένο στο χορτάρι, με το κεφάλι γυρτό στο πλάι και τα χέρια απλωμένα και λυγισμένα πίσω στο σβέρκο και το πουκάμισό του ανοιχτό και τα μάτια του κλειστά. Κι ο Άγιος θυμήθηκε τι είναι ο έρωτας και μια μεγάλη ταραχή τον έπιασε που θα έπρεπε να επιστρέψει στην αγάπη του θεού του.

Τότε, έσκυψε, πήρε στην αγκαλιά του τον κοιμισμένο νέο και ανελήφθη εις τους ουρανούς. Οι άνθρωποι λένε πως ο θεός παίρνει κοντά του τους ανθρώπους που αγαπά, όμως εμείς το ξέρουμε καλά πως τους παίρνει κοντά του γιατί δεν θέλει να χάνει τους Αγίους του.

***
ο πίνακας είναι του Grand Wood

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Is there anybody inside here?



Τα φώτα χαμηλώνουν, ακούς την ανάσα των θεατών που περιμένουν το έργο να αρχίσει, ακούς την καρδιά σου ν’ αδημονεί όπως αδημονούσε ν’ αγγίξει ή έστω να δει την έφηβη σάρκα χρόνια πριν σαν δευτερόλεπτα. Η μουσική των Pink Floyd σβήνει αναπάντητη, «είναι κανείς εκεί έξω;». Θες να βγεις στη σκηνή, εγκλωβισμένος στον φωτεινό κύκλο του φόλοου σποτ (ή προστατευμένος σε αυτόν) και να ρωτήσεις ευγενικά «είναι κανείς εδώ μέσα;». Έχεις την αγωνία πως κάποιος είναι εντός σου, τον ξύπνησες και γυροφέρνει ψάχνοντας, δεν ξέρεις τι, δεν ξέρεις γιατί, ακούς το σούρσιμο από τις παντόφλες του, η ανάσα του βρωμάει αλκοόλ, τα χείλη του φλέγονται, τα μάτια του πνίγονται, τα χέρια του σκάβουν βαθειά στη γη και ξεριζώνουν τους νεκρούς. Κάποια στιγμή κάθεται εντός σου, ανοίγει την εφημερίδα του και σε ρωτάει σχεδόν βαριεστημένα «λοιπόν Τζωρτζ πώς είσαι;». Οι σκέψεις σου σε πάνε και φεύγεις, βγαίνεις στη σκηνή, ρητορεύεις για την κοινωνική αδικία και την καλλιέργεια του ωραίου. Μέσα σου όμως σήκωσε αέρα, μια αγωνία ξεμυτίζει, σιγά-σιγά σε πλημμυρίζει:

Στην ερώτηση που τελικά δεν έκανες, μην υπάρξει απάντηση. Υπάρχει κανείς εδώ μέσα;



Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Το παραμύθι της Σίλιας



Μια φορά ήταν ένα κορίτσι που δεν χωρούσε στο σώμα του. Δεν υπέφερε την ακινησία του ύπνου τα βράδια με πανσέληνο, δεν συμφωνούσε σχεδόν ποτέ με τις διαδρομές των ποδιών της, δεν συναινούσε στις αγκαλιές, τις χειραψίες και τα χάδια των χεριών της. Και  μια μέρα σηκώθηκε κι έφυγε από το σώμα της κι άρχισε να χορεύει, να χορεύει σε σπίτια κι αυλές και δρόμους, έμπαινε κι έβγαινε από καθρέφτες πυροβολώντας τα είδωλα των ανθρώπων με άναρθρες κραυγές ή άλλοτε στεκόταν κουλουριασμένη στο ταβάνι της κρεβατοκάμαράς της για ώρες μουρμουρίζοντας ακατάληπτες φράσεις ή ξάπλωνε γυμνή στους τάφους των επιφανών στα νεκροταφεία και άνθιζε το στήθος της ανάμεσα στα κυπαρίσσια.

Οι άνθρωποι λένε πως τα φαντάσματα είναι άνθρωποι που αρνήθηκαν τον έρωτα, όμως εγώ λέω πως είναι οι χορευτές του ανείπωτου.

***
Το έργο είναι του Antonio Berni

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Ένας Βρετανός περιηγητής στην Ελλάδα του 1946


Ήταν το 1947 όταν στο Λονδίνο τυπώθηκε από τον John Murray ένα κάπως ιδιαίτερο ταξιδιωτικό βιβλίο με τον τίτλο "Classical Landscape with figures". Συγγραφέας του ήταν ο Βρετανός γελοιογράφος, συγγραφέας, ιστορικός της αρχιτεκτονικής και σκηνογράφος Osbert Lancaster. Θέμα του βιβλίου η Ελλάδα, μια περιήγηση στα τοπία και τους ανθρώπους της " από την εποχή του Αγαμέμνονα μέχρι τον Παπανδρέου". Το ταξίδι του Λάνκαστερ έγινε αμέσως μετά τον Πόλεμο και εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Το δεύτερο δηλώνεται και αισθητικά καθώς ανοίγοντας το βιβλίο πέφτεις πάνω σε ένα δίφυλλο πολιτικών συνθημάτων (αρκετά ανορθόγραφων είναι η αλήθεια) από τους τοίχους της Αθήνας που εμφατικά αντικατοπτρίζει την πόλωση της εποχής.



Οι περιοχές που περιδιαβαίνει στις σελίδες του ο συγγραφέας είναι βέβαια η Αθήνα και η Αττική, η Βοιωτία και η Εύβοια, η Φωκίδα, η Θεσσαλονίκη και κάποια από τα νησιά (Κέρκυρα, Κρήτη, Σάμος, Χίος, Μυτιλήνη). Είναι η "Childe Harold country", οι περιοχές που στο ποίημά του "Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ" περιγράφει ο λόρδος Μπάυρον (Μετέωρα, Γιάννενα, Δωδώνη, Άρτα, Μεσολόγγι). Στον πρόλογό του ο συγγραφέας ευχαριστεί κάποιους ανθρώπους για τη βοήθεια και τη στήριξή τους, μεταξύ αυτών το Γιώργο Σεφέρη και τον καθηγητή βυζαντικής αρχαιολογίας Ανδρέα Ξυγγόπουλο. Ποιος ήταν όμως ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, ποιος ήταν ο Osbert Lancaster;








Ο Sir Osbert Lancaster γεννήθηκε το 1908 στο Λονδίνο. Υπήρξε κορυφαίος γελοιογράφος, ιστορικός της αρχιτεκτονικής και σκηνογράφος, ενώ έγραψε και πολλά βιβλία εκλαΐκευσης της αρχιτεκτονικής. Γελοιογράφησε από το 1939 ως το 1981 στη Daily Express, αρθρογράφησε για πολλά χρόνια στο "The Architectural Review" και δημοσίευσε κριτικές τέχνης στον Observer. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου δούλεψε στο Υπουργείο Πολέμου κι ύστερα στο Υπουργείο Εξωτερικών. Το Δεκέμβρη του 1944 ορίστηκε Ακόλουθος Τύπου στη Βρετανική Πρεσβεία στην Αθήνα. Το 1946 έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, την οποία ερωτεύτηκε. Η σχέση του αυτή με το ελληνικό τοπίο και τους ανθρώπους κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Προϊόν του έρωτα αυτού ήταν το Classical Landscape with figures, για το οποίο μίλησε εγκωμιαστικά ο παγκόσμιος τύπος, και το οποίο έγινε αφορμή για ένα νέο διεθνές βλέμμα στην ελληνική πραγματικότητα. Η ζωή του μετά την Ελλάδα χαρακτηρίστηκε από δημιουργικό οργασμό, βιβλία, τοποθετήσεις, συγκρούσεις και υπεράσπιση της βρετανικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, σκηνογραφίες. Πέθανε το 1986. Η μόνη περίοδος που αρνήθηκε να επισκεφθεί την Ελλάδα ήταν η επταετία της Χούντας. 








Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Τα βλέμματα καμιά φορά


Τα βλέμματα είναι δρόμοι που φεύγουν 
Στρίβουν και χάνονται μακρυά
Δεν θα φτάσω ποτέ πριν απ’ αυτούς στην άκρη του κόσμου 
Αυτοί θα με οδηγούν, δεν θα ξεφύγω 
Θα τρέχω ξωπίσω τους 
Άλλοτε με λαχτάρα κι άλλοτε 
Με απελπισία 
Μια μέρα θα σταματήσω στη μέση του δρόμου νικημένος 
Θα ξαπλώσω στην ιδρωμένη άσφαλτο 
Και θα κλείσω τα μάτια 

Τα βλέμματα καμιά φορά είναι δρόμοι αδιέξοδοι

***
ο πίνακας είναι του John Rogers Cox

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Το παραμύθι του κυκλάμινου


Μια φορά κι έναν καιρό ένας άντρας στάθηκε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο της νύχτας. Κοίταξε από ψηλά τους δρόμους και τα φώτα τους και τις σκιές των ανθρώπων που περπατούσαν σκυφτές, σέρνονταν σε γωνίες και τοίχους και χάνονταν στα σκοτεινά σοκάκια – μόνο τη νύχτα οι σκιές αφήνουν τα σώματα και κυκλοφορούν μονάχες τους ελεύθερες και κολασμένες. Η σκοτεινή ανάσα χάιδευε απαλά το καλοσχηματισμένο γυμνό κορμί του, ήχοι ονείρων και μαχών σε τσαλακωμένα κρεβάτια του ψιθύριζαν υποσχέσεις, όμως εκείνος έκλεισε το παράθυρο, έσβησε το φως και κοιμήθηκε. Μια σκέψη τον βασάνιζε απ’ το πρωί: που είδε ένα παιδί να κόβει ένα λουλούδι από ένα κυκλάμινο, να το δείχνει στη μαμά του κι ύστερα να το αφήνει να πέσει πίσω του αδιάφορα. "Τόση ομορφιά και να κόβεται εύκολα από τα πιο μικρά χέρια", σκεφτόταν. "Και τη δική μου ομορφιά ένα χέρι θα την υμνεί, κι ένα άλλο θα την κόψει μια μέρα". Από εκείνη τη νύχτα κανείς δεν τον ξανάδε στο παράθυρο. Κάποιος είπε πως οι σκιές είναι άνθρωποι που αρνήθηκαν να μοιραστούν την ομορφιά τους και κάποιος άλλος πως όλα αυτά είναι φαντασίες των ποιητών.
***
Ο πίνακας είναι του Julian Trevelyan

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Πώς να γράφεις ποιήματα


Αν σκοτώσεις τον έρωτα
Το μαχαίρι μέσα του εισχωρώντας
Όπως οι λέξεις παραβιάζουν το βλέμμα
Αν τον σκοτώσεις
Αφήνοντας ανυπεράσπιστο το άψυχο κορμί του
Όπως το βλέμμα που πέφτει στο πάτωμα
Αν τον σκοτώσεις
Και πλύνεις ύστερα τον τόπο του εγκλήματος
Από τα αίματα με ένα σφουγγάρι

Αυτό που θα μείνει θα είναι το ποίημα:
Μια απροσδιόριστη οσμή του εγκλήματος

***
ο πίνακας είναι του Robert Colquhoun

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Δίκτυο Σχολικών Βιβλιοθηκών Δημόσιων Δημοτικών Σχολείων: μια επική μπαρούφα του Υπουργείου Παιδείας.


Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου στις 28 Φεβρουαρίου 2018 (Αριθμ Φ.14/22511/Δ1) ιδρύεται λέει «Δίκτυο Σχολικών Βιβλιοθηκών Δημόσιων Δημοτικών Σχολείων». Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να τελειώσει πριν καν αρχίσει, μόνο με την αναφορά των «λαμβανόντων υπόψη» του υπουργού και συγκεκριμένα του 16ου «λαμβάνοντος υπόψη»: «το γεγονός ότι από την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού».

«Χωρίς… δαπάνες πώς θα παντρευτούμε Μανωλιό μου, πώς θα βάλουμε στεφάνι» δηλαδή. Δηλαδή μετά από άπειρες εξαγγελίες των χρόνων διακυβέρνησης της πρώτης και δεύτερης φοράς Αριστεράς τελικά παραδίδουμε στην πολύπαθη σχολική κοινότητα ένα κακογραμμένο θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο με πολλές ελλείψεις και τρομερές στρεβλώσεις. Θα φτιάξουμε, λέει, δίκτυο σχολικών βιβλιοθηκών χωρίς λεφτά, με αγορές χωρίς λεφτά, εξοπλισμό χωρίς λεφτά, προσβασιμότητα χωρίς λεφτά και τρίωρη λειτουργία την εβδομάδα…

Για να δούμε λοιπόν τι ρυθμίζεται με την εν λόγω απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου, άμεσα εφαρμόσιμης από το τρέχον σχολικό έτος (2017-2018).

Μετά από μια εκτενή έκθεση ιδεών σχετικά με τους σκοπούς του συστήματος δικτύου και το κανονιστικό πλαίσιο, ερχόμαστε στο πρώτο καταγεγραμμένο… gap: χρήστες των εν λόγω βιβλιοθηκών ορίζονται τα μέλη των σχολικής κοινότητας: οι μαθητές, το διδακτικό και βοηθητικό προσωπικό, ενώ η βιβλιοθήκη λειτουργεί προς όφελός τους… Στα μέλη της σχολικής κοινότητας είναι γνωστό πως μέλη της είναι και οι γονείς, τόσο σε θεσμικό επίπεδο (σύλλογοι, ενώσεις, ομοσπονδίες γονέων, σχολικά συμβούλια, συμβούλια σχολικής κοινότητας, σχολικές επιτροπές), όσο και πρακτικό. Η εξαίρεσή τους από τις υπηρεσίες των σχολικών βιβλιοθηκών αποκαλύπτει το συνήθη συντεχνιακό «ιδρυματισμό» των φωστήρων του Υπουργείου Παιδείας. Αν αναλογιστεί μάλιστα κανείς τις προκυβερνητικές ρητορείες περί «ανοιχτών σχολείων» στη γειτονιά και την κοινωνία, καταλαβαίνουμε πόσο η όποια πράξη απομακρύνεται από την όποια ρητορεία.

Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση του Υπουργού:

Είναι εντυπωσιακές οι αρμοδιότητες που αποδίδονται στους επί 3 ωρών εβδομαδιαίως ασχολούμενους δασκάλους του δικτύου των βιβλιοθηκών: οι εν λόγω ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα μαθαίνουν και θα κοινωνικοποιούν τους χρήστες τους, θα συγκεντρώνουν την παγκόσμια πνευματική κληρονομιά, θα συγκεντρώνουν, οργανώνουν και παρέχουν αποθετήρια «μορφωτικού υλικού», θα αναπτύσσουν τον επιστημονικό διάλογο, θα διακινούν τη γνώση, θα δίνουν πρόσβαση σε έναν «ανοιχτό κόσμο πληροφοριών (άρθρο 3, §δ) την ίδια στιγμή που η «ανοιχτότητα» του κόσμου αυτού θα περιορίζεται από προεπιλεγμένες προσβασιμότητες (από ποιους και με ποια κριτήρια) και θεματικές ιστοσελίδες (άρθρο 4, §ε).

Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα αναπτύσσουν στρατηγικές αναζήτησης και εντοπισμού της πληροφορίας, θα αξιολογούν τις πληροφοριακές πηγές, θα αντιμετωπίζουν κριτικά τις ανακτημένες πληροφορίες μέσα από διαδικασίες ανάλυσης, γενίκευσης, αξιολόγησης της ακρίβειας και της σχετικότητας, της οργάνωσης και της σύνθεσης των επιλεγμένων πληροφοριών…

Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα μετατρέψουν με την τρίωρη εργασία τους, που θα λογίζεται ως διδακτική, τη βιβλιοθήκη από χώρο συγκέντρωσης και διαχείρισης (;) τεκμηρίων σε υβριδική με ολοκληρωμένη (;) μεν, ελεγχόμενη δε, πρόσβαση σε φυσικούς και ψηφιακούς χώρους πληροφόρησης. Οι επι τρίωρο εβδομαδιαίως ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα συντάσσουν κανονισμούς, θα δανείζουν υλικό, θα φτιάχνουν τις κάρτες μέλους, θα παράγουν φωτοαντίγραφα, θα ταξινομούν το έντυπο υλικό (με ποιο σύστημα;), θα εκπαιδεύουν μαθητές και εκπαιδευτικούς στην αναζήτηση βιβλιογραφίας, θα σχεδιάζουν την ανάπτυξη και επέκταση της συλλογής, θα αγοράζουν, ανταλλάσσουν, παράγουν βιβλία και θα υποδέχονται τις δωρεές, θα ελέγχουν, θα σφραγίζουν και θα καταγράφουν στον «Ηλεκτρονικό Κατάλογο Εισαγωγής» (βάση δεδομένων) το εισερχόμενο έντυπο υλικό, θα κόβουν τα ενωμένα φύλλα των εντύπων, θα προσθέτουν ετικέτες και αντικλεπτικά και θα καταγράφουν στον ηλεκτρονικό κατάλογο της βιβλιοθήκης τα τεκμήρια (προφανώς εφαρμόζοντας τους διεθνείς βιβλιοθηκονομικούς κανόνες).

Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα απογράφουν το υλικό κάθε 4 χρόνια σε συνεργασία με άλλους δύο συναδέλφους τους ανειδίκευτους «βιβλιοθηκάριους» και θα αποσύρουν το υλικό είτε που δεν χρησιμοποιήθηκε (!), είτε που έχει φθαρεί ή καταστραφεί, συντάσσοντας ηλεκτρονικό κατάλογο αποσύρσεων και μεριμνώντας για την αποθήκευση ή διανομή σε άλλες βιβλιοθήκες του αποσυρμένου υλικού. Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα φροντίζουν για τη διατήρηση του έντυπου υλικού και την προληπτική συντήρησή του και θα ψηφιοποιούν τεκμήρια ευαίσθητα ως προς τη χρήση τους δημιουργώντας βάση δεδομένων που θα έχει και όνομα (…) , θα λέγεται «Ψηφιοθήκη». Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα μεριμνούν ιδιαίτερα για τις σπάνιες ή πολύτιμες συλλογές.

Μπορεί κάποιος κακοπροαίρετος να αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν απόφοιτοι παιδαγωγικής σχολής, γυμναστές, μουσικοί, καθηγητές ξένων γλωσσών ή πληροφορικοί να διαθέτουν αυτές τις δεξιότητες που περιγράφονται στην καταθλιπτική μπαρούφα του Υπουργείου Παιδείας, αλλά μάλλον ξεχνούν: α) το 16ο στοιχείο που έλαβε υπόψη ο υπουργός στην εν λόγω απόφαση β) ποιος τη σχεδίασε γ) πόσο συνήθης είναι η πρακτική από το σχολείο να εξοβελίζεται όποιος δεν εντάσσεται στο στενό πυρήνα των εκπαιδευτικών (ακόμη και οι γονείς απαγορεύεται να μπουν στο σχολείο), την ίδια στιγμή που και εν καιρώ ελλείψεων στα σχολεία εκατοντάδες εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας είναι αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου, αρχεία και βιβλιοθήκες.

Μπορεί κάποιος κακοπροαίρετος να πει πως σε αυτή την οχτασέλιδη μπαρούφα υπάρχουν ιδέες, κοινοτοπίες και βερμπαλισμοί, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία: α) με βάση ποιες διεθνείς προδιαγραφές θα οργανωθούν βιβλιοθηκονομικά οι βιβλιοθήκες των δημοτικών σχολείων; β) πώς, από ποιους και για πόσο χρόνο θα μορφωθούν οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» προκειμένου να αποκτήσουν τις απαιτούμενες από την περιγραφή των εργασιών δεξιότητες; γ) Με ποια κριτήρια θα επιλέγονται οι υπεύθυνοι των βιβλιοθηκών; δ) με ποιο τρόπο θα υλοποιηθεί το δίκτυο των βιβλιοθηκών, ποιος θα καλύψει τα έξοδα της δημιουργίας του δικτύου; ε)τι θα γίνει με τα σχολεία που δεν θα καταφέρουν να συγκροτήσουν συλλογές και βιβλιοθήκες ή που δεν έχουν χώρο για δημιουργία βιβλιοθήκης; Θα δημιουργηθούν σχολεία δύο ταχυτήτων; στ) ποιες προδιαγραφές πρέπει να έχει ο χώρος μιας σχολικής βιβλιοθήκης; ζ) ποιος θα χρηματοδοτεί τις αγορές βιβλίων, αφού η ανάπτυξη συλλογής δεν είναι στις επιλέξιμες δαπάνες των Σχολικών Επιτροπών; η) ποιος θα καλύψει το κόστος της υλικοτεχνικής υποδομής των βιβλιοθηκών των σχολείων; θ) επαρκούν τρεις ώρες λειτουργία εβδομαδιαίως για τις σχολικές βιβλιοθήκες προκειμένου «να αποτελέσουν βασικό πυλώνα της διά βίου μάθησης και της εκπαίδευσης για το περιβάλλον και την αειφορία»; (;) ι)σε τρεις ώρες εβδομαδιαίως οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα κάνουν όλα αυτά που περιγράφει η… έκθεση ιδεών του Υπουργού;

Είναι σαφές πως σχολεία χωρίς δασκάλους δεν μπορούν να υπάρξουν. Πως νοσοκομεία χωρίς γιατρούς και νοσηλευτές επίσης. Γιατί θεωρεί το Υπουργείο Παιδείας πως μπορούν να υπάρξουν βιβλιοθήκες χωρίς βιβλιοθηκονόμους; Γιατί θεωρεί το Υπουργείο Παιδείας πως κάθε… σύναξη βιβλίων είναι βιβλιοθήκη; Γιατί θεωρεί το Υπουργείο Παιδείας πως με… αερολογίες βάφονται αυγά και με εκθέσεις ιδεών φτιάχνονται βιβλιοθήκες; Αυτός είναι ο σχεδιασμός και η πολιτική του για το βιβλίο; Τι εξυπηρετεί η γενικόλογη έκθεση ιδεών εν τω μέσω της σχολικής χρονιάς, έτσι μόνη της, χωρίς άλλες ανακοινώσεις, σχεδιασμούς, υποσχέσεις έστω;

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Εμπρός όλοι μαζί τα πεζοδρόμια να ανθίσουμε!


Κυριακή πρωί. Γωνία Σιτάκης και Τέω, έξω από το Νηπιαγωγείο. Η Τέως ήταν αρχαία πόλη της Μικράς Ασίας, νοτιοδυτικά της Σμύρνης. Ήταν η πατρίδα του λυρικού ποιητή Ανακρέοντα (6ος π.Χ. αιώνας). Και η Σιτάκη ήταν λέει μια μεγάλη και πολυάνθρωπη πόλη της Βαβυλωνίας., ακουμπούσε στον Τίγρη. 

Μάρτιος 2018. Στη διασταύρωση δύο αρχαίων πόλεων ένας γέρος άντρας στέκεται. Κρατάει στα χέρια του μια πλαστική σακούλα γεμάτη χαρτιά. Την ακουμπάει σε ένα αυτοκίνητο, βγάζει από μέσα ένα χαρτί, έχει πάνω του γραμμένο κάτι, το κολλάει στο καφάο του ΟΤΕ με χαρτοταινία. Περνάει ένας άντρας, τον κοιτάζει και προφανώς τον επιτιμά για τον «βανδαλισμό». Ακούω τον γέρο άντρα να απαντάει κάτι «για την επικοινωνία με τους ανθρώπους». 

Το βράδυ περνάω από το σημείο της τοιχοκόλλησης. Είναι κολλημένο ένα φωτοτυπημένο ποίημα, σε κάποιο σημείο του είναι γραμμένο με το χέρι το όνομα του ποιητή: «Γιάννης Γκούμας». Χρόνια τώρα στη Λαμπρινή και στην Κυπριάδου βρίσκω κολλημένα ποιήματα σε κολώνες και καφάο. 

«Εμπρός όλοι μαζί 
Τα πεζοδρόμια 
Να ανθίσουμε 
Και μια ζωή 
Καλύτερη μπορούμε 
Να τη ζήσουμε» 

Γυρίζοντας σπίτι ψάχνω να βρω στοιχεία για τον ποιητή. Δεν βρίσκω και λίγα: βιογραφικό και εργογραφία στη βιβλιονέτ, ποιήματά του στο «ποείν», μια συνέντευξή του στη Βασιλική Ψαρρά. Ο γέροντας που είδα το πρωί ζει στην περιοχή μου, είναι ποιητής και τοιχοκολλά ποιήματα στους δρόμους αυτής της πόλης για να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους!

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Σκιές ενός άλλου κόσμου



Είναι κάτι μέρες που μοιάζουν με ασπρόμαυρη ταινία του βωβού κινηματογράφου. Οι άνθρωποι τρέχουν, οι σκιές αποχωρίζονται το φως και ανεξαρτητοποιούνται, το πρόσωπο του ήρωα μεγαλώνει και αλλάζει όπως η καταιγίδα που πλησιάζει ή η θάλασσα που ανταριάζει. Περπατάς στην Αθήνα. Στην οδό Αριστοφάνους ένας άντρας πλησιάζει τα κάγκελα των σπιτιών και τους ψιθυρίζει. Αναρωτιέσαι ποιο μυστικό κρατούνε πια εχέμυθα τα κάγκελα αυτής της πόλης. Στρίβεις στην Ευριπίδου, λίγο πιο πάνω γίνεται διανομή τροφίμων. Βλέπεις τα πρόσωπα που στέκουν περιμένοντας να έρθει η σειρά τους και γύρω τους ανθρώπους, τους υπόλοιπους, που διασταυρώνονται βιαστικοί. Λες πως οι άνθρωποι που περιμένουν και που χρειάζονται θα έπρεπε να κινούνται γρήγορα και οι άνθρωποι που βιάζονται να πάνε στις δουλειές τους θα έπρεπε να στέκουν ακίνητοι μέχρι η βιασύνη τους να τελειώσει. Έτσι θα έπρεπε να είναι οι φυσικοί και οι κοινωνικοί νόμοι. Βγήκες σήμερα γυμνός πάλι στους δρόμους της πόλης και περπατάς, στη σκηνή του κόσμου σου παίζονται τα ίδια έργα κι εσύ είσαι ο μόνος θεατής αυτής της παράστασης. 

Μια γριά στην Πανεπιστημίου τσακώνεται με ένα σκύλο. Εκείνος της απαντά γαβγίζοντας. Ένας ζητιάνος χαμογελά κι εγώ δεν είμαι ζωγράφος – θα ήθελα να είμαι ζωγράφος. Μόνο φωτογραφίζω πράγματα μες στο μυαλό μου που είναι παράξενα, που αν και συμβαίνουν εδώ και τώρα, δεν είναι του κόσμου ετούτου. Περισσότερο τα λες σκιές ενός άλλου κόσμου. Περάσματα φαντασμάτων από καθρέφτες πεταμένους στο πεζοδρόμιο.

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Θυμώνω με τη σκόνη των βιβλιοθηκών


Τον τελευταίο καιρό με αφορμή αυτοψίες σε συλλογές και βιβλιοθήκες προκειμένου να εντοπιστούν βιβλία της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα για τη Βιβλιογραφία της περιόδου που ετοιμάζουμε, έρχομαι σε επαφή με την τραγική κατάσταση που υπάρχει σε αρκετές από τις ειδικές βιβλιοθήκες. Νόμιζα αφελώς πως όλα αυτά, παρά τα τρομερά οικονομικά προβλήματα των μνημονιακών χρόνων, τα είχαμε κάπως ασαφώς αφήσει πίσω μας. Διαπιστώνω όμως πως πορευόμαστε αλματωδώς προς το κακό παρελθόν μας παρά τους ειδικούς που διαθέτουμε, παρά τα αμπαλαρίσματα των διαφόρων δράσεων χορηγών και υπηρεσιών, τις χρηματοδοτήσεις κι όλα αυτά. 

Είδα καταπληκτικά πράγματα στη βιβλιοθήκη του Πολεμικού Μουσείου (έντυπα εγχειρίδια χειρισμού όπλων), στην Ένωση Σμυρναίων (σχολικά βιβλία της Σμύρνης), στο Σύλλογο των Αθηναίων, στο Τάγμα των Ιησουιτών (κανονισμούς και εγκυκλίους των καθολικών των Κυκλάδων). Δεν είδα τίποτα από την άλλη στο τραγικό αρχείο της ΟΛΜΕ. Άκουσα για μια ορφανή συλλογή στρατιωτικών εντύπων στη Λέσχη Αξιωματικών, έχω μια καλή εικόνα χρόνων της δουλειάς και των προβλημάτων των ΑΣΚΙ. Εν κατακλείδι μιλάμε για φορείς που για διάφορους λόγους υπερασπιζόμενοι την όποια αυτάρεσκη αυτονομία τους, δεν έχουν ή δεν διαθέτουν πια χρήματα για την οργάνωση των βιβλιακών ή αρχειακών συλλογών τους. Που δεν υποστηρίζουν τη σταθερή λειτουργία με ειδικευμένο προσωπικό των βιβλιοθηκών και των Αρχείων τους. Μιλάμε συχνά για μια μεγάλη ομάδα φορέων που τους νέμονται διάφορα "ερευνητικά αρπακτικά", μικρές οάσεις της ιστορίας ή του πολιτισμού μας που για ερευνητικούς λόγους δεν είναι προσβάσιμοι στους πολλούς, στους "έξω". Μιλάμε και για περιπτώσεις, όπως αυτές που ανέφερα παραπάνω, που υποστηρίζονται με ψυχή και πείσμα από ανθρώπους (συνήθως μη ειδικούς), εθελοντικά.

Σήμερα είδα μια τέτοια περίπτωση: το "Ωδείον Αθηνών". Έναν καταπληκτικό οργανισμό στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα στο Λύκειο του Αριστοτέλη, ο οποίος παρήγαγε εξαιρετικό πολιτισμό από το 1871 που ξεκίνησε να λειτουργεί, που τον υπηρέτησαν άνθρωποι εξαιρετικά σημαντικοί στην ιστορία της μουσικής. Είδα εγκατάλειψη αλλά και φροντίδα (από ψυχωμένους εθελοντές), είδα αρχεία σκονισμένα σε κούτες, δεκάδες τεύχη με παρτιτούρες του προηγούμενου και προπροηγούμενου αιώνα, φωτογραφίες, προγράμματα συναυλιών, προσωπικά αρχεία, συλλογές βιβλίων επιφανών μουσικών, δεκάδες ρολά για πιανόλα, επιστολές, πρακτικά συνεδριάσεων, δίσκους βινυλίου. Σκόνη, σκόνη, σκόνη και κούτες σε τοίχους και διαδρόμους. Και κάποιους μουρλούς που παλεύουν με αυτή, αλλά και με την απουσία χρηματοδότησης. Έμαθα πως έχουν κατατεθεί προτάσεις για χρηματοδότηση από ΕΣΠΑ, αλλά και πάλι νομίζω πως μιλάμε για αμφίβολες σωστικές παρεμβάσεις.

Και θλίβομαι και θυμώνω με όλα αυτά. Που τόσες δεκαετίες δεν πείσαμε οι βιβλιοθηκονόμοι και οι αρχειονόμοι πως είμαστε οι ειδικευμένοι θεματοφύλακες του πολιτισμού και της ιστορίας μας, που ολόκληρα κομμάτια του πολιτισμού και της ιστορίας μας κρύβονται στη σκόνη και διασώζονται είτε από τύχη, είτε από δόλο και κέρδος. Θυμώνω που κάνουμε πανηγύρι μια μετακόμιση της Εθνικής Βιβλιοθήκης την ίδια στιγμή που δεν είναι αυτονόητο πως αυτή θα έπρεπε να έχει ρόλο ενεργό στη διάσωση, επεξεργασία και ανάδειξη του βιβλιακού μας πολιτισμού. Θυμώνω που το Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών δεν έχει δέσει την κυβέρνηση σε μια δεσμευτική, μακρόπνοη πολιτική βιβλίου, αρχείων και βιβλιοθηκών. Που οργανώνουμε παγκόσμιο συνέδριο βιβλιοθηκών την ίδια στιγμή που οι πανεπιστημιακές μας βιβλιοθήκες δεν αγοράζουν βιβλία τα τελευταία χρόνια λόγω έλλειψης κονδυλίων. Που θα γιορτάσουμε την Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου στην Αθήνα που φιλοξενεί ακόμη βιβλιοθήκες κρυμμένες στη σκόνη και την απαξίωση. Που έχουμε δεκάδες συναδέλφους με διδακτορικά και ανακοινώσεις στα μεταδεδομένα, τις οντολογίες και τη διαχείριση της πληροφορίας και της γνώσης, την ίδια στιγμή που τα δεδομένα της πραγματικότητας του επαγγέλματός μας είναι απαξίωση, η μη χρηματοδότηση, η πλήρης απουσία προσλήψεων εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, η στελέχωση βιβλιοθηκών με ανειδίκευτους εκπαιδευτικούς (που λείπουν από τα σχολεία), η σκόνη, η σκόνη, η σκόνη...

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Το παραμύθι της Γιόνας



Μια φορά κι έναν καιρό φύτρωσε μέσα σε ένα παλιό βιβλίο ένα λουλούδι, ένα μικρό κατακόκκινο κεφαλάκι με ανακατωμένα μαλλιά, σαν ζαβολιάρικο παιδί που βγαίνει έξω να παίξει ξεχνώντας πίσω του ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού του. Οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν, αλλά γρήγορα βρήκαν μια επιστημονικοφανή εξήγηση κι ερμήνευσαν το παράδοξο φαινόμενο – πάντα το κάνουν αυτό: εξηγούν ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν. Κι ύστερα η θεσπέσια μυρωδιά του λουλουδιού έκαμψε τις σκέψεις να ξεριζωθεί από το βιβλίο, οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι σε κάτι τέτοια. Η μεγαλύτερη αναστάτωση προκλήθηκε όμως στους κατοίκους του βιβλίου, στο μεγάλο σοβαρό φιλοσοφικό δοκίμιο και στις λέξεις που το συγκροτούσαν. Στην αρχή ακούγονταν σκόρπιοι ψίθυροι διαμαρτυρίας, ύστερα έβλεπες παρέες-παρέες τις λέξεις να μιλούν αναμεταξύ τους εκνευρισμένες. Μια νύχτα, σε μια άκρη του βιβλίου συγκλήθηκε γενική συνέλευση των λέξεων προκειμένου να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον ξένο που εισέβαλε στη χώρα τους. Πρώτη μίλησε η λέξη «Ον»: «κύριοι», είπε, «όλοι ξέρετε πως τόσα χρόνια ζούμε αρμονικά σε αυτό το βιβλίο, λέξεις που δεν συμφωνούμε απαραίτητα μεταξύ μας, λέξεις με διαφορετικές καταγωγές, αλλά που όλες μαζί υπηρετούμε πιστά το κείμενο που μας έφερε εδώ και τις ιδέες του που είναι και δικές μας ιδέες. Αυτές τις μέρες όμως εμφανίστηκε ανάμεσά μας ένας νέος κάτοικος, ένας απείθαρχος πρόσφυγας, που δεν είναι λέξη όπως εμείς αλλά ένα παράξενο σχήμα, μια ατίθαση νέα ιδέα. Ένα λουλούδι! Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ για να διατρανώσουμε την αντίθεσή μας στην ύπαρξη του λουλουδιού, να καταγγείλουμε την ασυνέπειά του στις ιδέες και την ιστορία μας…». «Ένα λουλούδι δεν είναι λέξη» φώναξε η λέξη Λουλούδι. «Θα μολύνει τα παιδιά μας η μυρωδιά του, οι λέξεις δεν έχουν μυρωδιά» ακούστηκε από τις τελευταίες σειρές η φωνή της Πίστης. Με τη σειρά λίγο-πολύ τοποθετήθηκαν όλες οι λέξεις. Ακόμη και το Όχι συμφώνησε πως το λουλούδι δεν έχει σχέση με τις λέξεις, ενώ το Ναι είπε πως πρέπει να πουν όχι στην παρουσία του ανάμεσά τους.

Τελευταία μίλησε η λέξη Σιωπή. «Τι πρέπει να κάνουμε κύριοι;» αναρωτήθηκε. «Πρέπει να σκοτώσουμε το λουλούδι. Πρέπει τα λουλούδια να μάθουν πως δεν μπορούν να μπαίνουν απρόσκλητα στα βιβλία μας και να παραμένουν ανάμεσά μας». Κι όλοι συμφώνησαν.

Και ύστερα όλοι πήγαν στη θέση τους, το κείμενο απόκτησε πάλι μια συνοχή κι ένα νόημα και για αιώνες το βιβλίο έζησε μες στη σιωπή των λέξεων. Το λουλούδι λίγο μετά ξεράθηκε, όπως πεθαίνουν οι άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ από κανέναν. Η σιωπή είναι ο θάνατος των λουλουδιών, όχι των λέξεων.

***
ο πίνακας είναι του Jean Pierre Ruel

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Το παραμύθι της Μελίνας


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα που έφτιαχνε ιστορίες στο μυαλό της, αλλά δεν τις έγραφε σε βιβλία όπως κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Ο κόσμος λοιπόν έλεγε πως είναι τρελή, πως φαντάζεται πράγματα και καταστάσεις που δεν υπάρχουν, και πως ζούσε στον μυστικό της κόσμο. Ένα πρωί πίνοντας τον καφέ της είδε να σχηματίζεται στην επιφάνεια της κούπας της η μορφή ενός δράκου με απλωμένα φτερά. Χαμογέλασε κι άρχισε να τον πίνει βιαστικά, σαν να έπρεπε οπωσδήποτε να προλάβει κάτι, ή σαν να φοβόταν (τι παράλογη σκέψη κι αυτή) μήπως ο δράκος φύγει από την κούπα της. Κι ύστερα φόρεσε ένα πανωφόρι, πήρε τα κλειδιά της από το σκρίνιο στο οφίς και βγήκε στο δρόμο κι άνοιξε το στόμα της και απ’ τα εσώψυχά της βγήκε μια αμείλικτη φλόγα που κατέκαψε τους ανθρώπους και γκρέμισε τα σπίτια τους.

***
ο πίνακας είναι Jean-Pierre Ruel

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Ανάσες


Η Ελένη δίπλα μου δίνει παράγγελμα: «ανάσες». Ο ένας στον άλλο αυτές τις μέρες υπενθυμίζει πως ζούμε. Να μην ξεχνάμε να ανασαίνουμε, να μην ξεχνάμε!

 Το πρωί που βγήκα από το σπίτι, το βλέμμα μου έφυγε στην άκρη του ορίζοντα. Κι ένιωσα μια ξεχασμένη γλύκα κι έναν πόνο παράδοξο. Έχω ξεχάσει πως ζω σε μια πόλη. Αγαπάω τις πόλεις, τα σπίτια, τις αυλές, τις σκάλες, τα πρωινά τους, τα μαγειρέματά τους, τα κλειστά παντζούρια, τα ανοιχτά παράθυρα, τα απλωμένα ρούχα, τα παιδιά που πάνε σχολείο.

Συνήθισα να ζω σε  διαδρομές αυτό τον καιρό, στο πηγαινέλα των ποδιών ή του μυαλού μου, ανάμεσα σε αφετηρίες και προορισμούς. Λες και η ζωή μου δεν είναι τυχαιότητα και επιλογές, αλλά συνδέσεις. Σαν να είμαι ένα λινκ στην εκτεταμένη αυτά τα χρόνια κοινωνικότητά μου. Συνδέω ανθρώπους, συνδέω καταστάσεις, συνδέω σκέψεις, ανάγκες, ρόλους, απαιτήσεις. Χωρίς σταματημό. Κουράστηκα.


Το ξέρω καλά πως η ζωή είναι μια ράθυμη χειμωνιάτικη βόλτα στο λόφο του Μάη-Θανάση, ανάμεσα στα ξεραμένα χόρτα, τους φλόμους, τα σπαράγγια. Και τίποτε άλλο. Μόνο που φοβάμαι μην κάποια μέρα το ξεχάσω.

***
ο πίνακας είναι του Jean Pierre Ruel

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι των φυλακισμένων

 

Μια φορά σε ένα αποτρόπαιο κτίριο που έκανε πολύ κρύο ένας άνθρωπος έβγαλε τα ρούχα του και στάθηκε γυμνός μπροστά στους συνανθρώπους του που δεν παραξενεύτηκαν από την πράξη αυτή– μόνο που κάποιοι έσκυψαν πήραν τα ρούχα του τα έσκισαν μικρά μικρά κομμάτια και τα μοίρασαν σε όλους. Σαν να μπορούσε ένα κομμάτι ύφασμα να νικήσει την παγωνιά της φυλακής ή σαν να μπορούσε η θυσία ενός ανθρώπου να σώσει τον κόσμο.

***
ο πίνακας είναι του Jean-Pierre Ruel

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Τα ποιήματα είναι δάσος


Τα ποιήματα είναι δάσος
οι φλέβες μου είναι τα κλαδιά τους 
οι ρίζες τους τρέφονται από την καρδιά μου 
στρατιώτες φυλλοβόλοι και αειθαλείς 
που τρέχουν παίζουν κολυμπούν σαν παιδιά πριν απ' τη μάχη
σπαθιά που σηκώνονται σαν αστραπή
και χέρια που ζητούν βοήθεια
είναι συστάδες που κρύβουν το φως
και ξέφωτα που φοβίζουν τις σκιές
οι σκιές δεν ανασαίνουν
φίδια που σέρνονται είναι
στο στόμα τους κρατούν ένα μήλο
το στήθος σου το δάγκωσα Εύα.

Τα ποιήματα είναι δάσος
τις νύχτες αλυχτούν οι λύκοι
τα δόντια τους είναι ρινίσματα του φεγγαριού
οι κουκουβάγιες μας κοιτούν
με απορία που περπατούμε στο χιόνι
όπως οι λέξεις περπατούν χαμένες σε ξεχασμένες υποσχέσεις
επιστρέφοντας από του έρωτα τη χαμένη μάχη.

Τα ποιήματα είναι ξεχασμένες υποσχέσεις
το μήλο το έφαγε τελικά ένα σκουλήκι
και οι σκιές που κρύφτηκαν στη νύχτα.

***
Η εικόνα είναι από την ταινία του Alejandro Jodorowsky "Poesia sin fin"

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του φόνου


Μια φορά ένα κορίτσι το πήρε ο ύπνος. Τα στήθη του σαν μπουμπούκια ανοίχτηκαν καθώς έγυρε στο πλάι. Ονειρεύτηκε ένα αγόρι γυμνό να πλησιάζει η ανάσα του ήταν της κόλασης υπόσχεση και το καυλί του χαρμόσυνη καμπάνα της Κυριακής.

Την άλλη μέρα τον ονειρεύτηκε πάλι και κάθε βράδυ εκείνος ερχόταν στα όνειρά της. Κι εκείνη τον αγάπησε και στην ημέρα έπαψε πια να ζει και στου ύπνου τον κόσμο συνήθισε να περιφέρεται αναζητώντας τον. Και τα στήθη της ωρίμασαν σαν πορτοκάλια που έφτασε η ώρα να τα κόψεις απ' το δέντρο καθώς έγερνε στο πλάι και το αγόρι κάθε βράδυ σαν χαρμόσυνη Κυριακή ερχόταν και τα χρόνια περνούσαν και μια νύχτα η ανάσα του ήταν της νύχτας το ψυχρό αγέρι και η καμπάνα του ήχησε πένθιμα τρεις φορές και πλησιάζοντας την έπιασε σφιχτά με τα χέρια του απ' το λαιμό και την έπνιξε.

Κι η κόρη από τότε δεν ονειρεύτηκε ξανά. Μόνο παντρεύτηκε κι έκανε πολλά παιδιά κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Aldo Bahamonde

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του άδικου


Mια φορά κι έναν καιρό ένα παλικάρι πήρε τ' όπλο του και βγήκε να πολεμήσει το άδικο. Όμως οι σφαίρες του τελείωσαν, και το άδικο νίκησε. Γιατί το άδικο φτιάχνει τις σφαίρες.

Την επόμενη μέρα το παλικάρι πήρε πένα και χαρτί κι έκατσε κι έγραψε για το άδικο που φτιάχνει τις σφαίρες. Όμως το χαρτί του τελείωσε. Γιατί το άδικο φτιάχνει το χαρτί.

Στο τέλος το παλικάρι πήγε στα εργοστάσια που φτιάχνουν σφαίρες και χαρτί και μίλησε στους εργάτες για το άδικο που κυβερνά τον κόσμο. Και οι εργάτες το σκότωσαν. Γιατί το άδικο δίνει δουλειά.

Και τότε ένα άλλο παλικάρι πήρε το όπλο του και βγήκε να πολεμήσει το άδικο. Γιατί το άδικο φτιάχνει τους δίκαιους αυτού του κόσμου που το πολεμούν.

***
ο πίνακας είναι του Georges Rouault

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του κόκκινου έρωτα


Οι έρωτες ζουν ακόμη κι όταν τελειώσουν, ακόμη κι αν δεν εκπληρωθούν, αν απορριφθούν ή και μετά τη ματαίωσή τους. Μόνοι τους ζουν, αφού οι άνθρωποι που τους γέννησαν επουλώνονται και άλλοτε πλήρως γιατρεμένοι κι άλλοτε κουτσά-στραβά συνεχίζουν τη ζωή τους. Κάποιοι μπορεί να ξαναγαπήσουν, ό,τι κι αν γίνει όμως, οι άνθρωποι ξεχνούν. Οι έρωτες όμως συνεχίζουν μόνοι, σαν σκιές που απελευθερώθηκαν από σώματα, σαν φιλιά που δεν θα επιστρέψουν ποτέ σε χείλη, αιώνιοι συνοδοιπόροι της ζωής αόρατοι στους πολλούς, μόνο στους σαλεμένους ορατοί. Έρωτες που δεν ωρίμασαν, έρωτες που έμειναν παιδιά, ανήλικοι έρωτες. Έρωτες χωρίς σώμα, αλλά με μνήμη του σώματος που αγάπησαν. Γι' αυτό και η μορφή τους δεν είναι σε όλους ίδια. Με τον καιρό αλλάζουν, μεταμορφώνονται σε αυτό που τους γέννησε, στην αφορμή του πόθου: δυο μάτια, ένα στήθος, γλουτοί, χαμόγελο, ανάσα, χείλη, μπράτσα, φωνή.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας έρωτας ανεκπλήρωτος. Όταν ορφάνεψε, άρχισε το μάταιο ταξίδι του στον κόσμο. Με τον καιρό έγινε η φωνή που τον γέννησε κι ως φωνή ταξίδευε στον κόσμο μόνος. Ως τραγούδι τραγουδήθηκε, ως σιωπή στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βάθη, ως κλάμα και κραυγή, ως ψίθυρος, ως πένα που γδέρνει το χαρτί ματώνοντάς το. Στη ζωή του ο έρωτας αυτός είδε κι έζησε πολλά. Μια μέρα συνάντησε έναν νεαρό άντρα. Τον σκότωσε και λούστηκε στο αίμα του κι από τότε άλλαξε μορφή κι έγινε αίμα. Οι συγγραφείς όταν τον βλέπουν να πλησιάζει, στρέφουν το βλέμμα τους τρομαγμένοι για το έγκλημα. Γι' αυτό κανείς ποτέ δεν έγραψε για τον κόκκινο έρωτα ένα παραμύθι.

***
ο πίνακας είναι του Max Weber

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι αφιερωμένο στο γιο μου


Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένα αγόρι. Ήταν Χριστούγεννα, φύτρωναν δέντρα στα σαλόνια των σπιτιών κι ελπίδες στις ψυχές των ανθρώπων, τα σπίτια μοσχοβολούσαν, έμποροι και παπάδες ήταν σε μεγάλες φούριες. Το αγόρι του παραμυθιού ετοιμαζόταν να βγει από το παραμύθι – ήταν έφηβος πια, παιδί δηλαδή και άντρας μαζί. Έγραψε γράμμα στον Άγιο Βασίλη λοιπόν ζητώντας του ένα δώρο, και το έκρυψε  σε ένα μικρούτσικο καλτσάκι που ήταν κρεμασμένο στο δέντρο. Κι ο Άγιος, που γράφει αυτό το παραμύθι, άνοιξε το χαρτάκι και τα μάτια του γεμίσαν δάκρυα. Τα γράμματα ορισμένες φορές είναι εκρήξεις και πλημμύρες και σεισμοί. Κι άλλοτε πάλι αεράκι που σβήνει των ανθρώπων τα λάθη ή χάδι που καταπραΰνει των ανθρώπων τα πάθη.


Έγραψε λοιπόν ο πιτσιρίκος: «Άγιε Βασίλη ίσως είναι η τελευταία φορά που σου γράφω γράμμα. Δεν είμαι πια μικρό παιδί». Ήθελα να του πω να προσέχει το «ίσως» του, είναι πολύτιμο, να μην το χάσει. Αυτό το παραμύθι δεν θα έχει τέλος. Έτσι αποφάσισε ο παραμυθάς. Γούστο του, καπέλο του!

***
ο πίνακας είναι του Egon Schiele

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

5η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Αγαπητέ Νίκο,

μερικές φορές εντός μου εμφανίζονται ρωγμές κι αφήνουν να βγει ή να μπει το φως ή το σκοτάδι των πραγμάτων, των σχέσεων, των σκέψεων. Μπερδεύομαι όταν συμβαίνει αυτό, άτσαλα συνδέω πράγματα, επανατοποθετώ τον κόσμο σε μια δική μου κανονικότητα - διόλου συμβατή με την κανονική κανονικότητα.

Έχουμε καιρό να μιλήσουμε, το ξέρεις όμως πως κι αυτή η καρτ-ποστάλ δεν είναι κανονική συνομιλία. Είναι βέβαια αυτό που συνήθως ήταν παλιά μια καρτ-ποστάλ, ένα περίπου "είμαι εδώ", "υγιαίνω, το αυτό επιθυμώ και δι' υμάς".

Χθες το βράδυ φίλε σε σκέφτηκα, σε θυμήθηκα. Άκουγα την Εαρινή Συμφωνία του Ρίτσου μελοποιημένη από το Μαρκόπουλο, αυτό το "άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε" (απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο και τραγουδάμε). Κι άνοιξε μέσα μου μια ρωγμή, που προφανώς ήθελε να ανοίξει. Να δες: λέει κάπου "Αγαπούμε τη γη, τους ανθρώπους και τα ζώα, τα ερπετά, τον ουρανό και τα έντομα" κι εγώ ξαναθυμήθηκα τα λόγια του κου Γουέμπ στη Μικρή μας πόλη του Θόρντον Γουάϊλντερ, που λέει "όμως εδώ πρέπει να σας πω πως έχουμε κι εμείς ορισμένα πράγματα που τα χαιρόμαστε με το δικό μας τρόπο. Μας αρέσει ο ήλιος όταν βγαίνει το πρωί απ' τα βουνά. Κι όλοι μας προσέχουμε τα πουλιά, τα παρακολουθούμε πολύ. Και τα δέντρα και τα λουλούδια". Κι είναι παράξενο, γιατί έβαλα το τραγούδι να παίξει και να ξαναπαίξει και για κάποιο λόγο θυμήθηκα το "My lady d'Arbnaville" του Cat Stevens και σκέφτηκα πως αυτά τα τραγούδια συνδέονται με κάποιον τρόπο, πως τα ηχοχρώματα κάπως μπερδεύονται, πως μέσα στο ένα ακούς το άλλο. 

Είχες σηκώσει λοιπόν κάποια στιγμή στο blog σου ένα βίντεο μιας χειμωνιάτικης ή ανοιξιάτικης (πάντως όχι καλοκαιρινής) θάλασσας αφηνιασμένης,  ξαναμμένης αφήνοντάς μας να την παρακολουθούμε για κάποια λεπτά με τα δικά σου μάτια κι ήταν τότε σαν να μπαίναμε εμείς στις ρωγμές σου. Είναι ωραίες οι ρωγμές των ανθρώπων. Γι' αυτό σε θυμήθηκα πάλι φίλε. Αναπολώντας τις ρωγμές σου.

Γεια σου φίλε!

Γιώργος


Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Το παραμύθι του Φιδιού, του Λύκου και της Γυναίκας


Πριν αρχίσουν τα παραμύθια ζούσε ένας νέος άντρας. Η ορμή του έφτιαχνε τον κόσμο και σήκωνε τον ήλιο ψηλά στον ουρανό, ξυπνούσε τα λουλούδια και τα πουλιά, κι όταν η κούραση του λίγωνε τα μέλη, ο ήλιος έπαιρνε να γέρνει στην άκρη του ορίζοντα.  Κι ερχόταν η νύχτα να του πλύνει το κορμί με τα όνειρά της και να χαϊδέψει την ψυχή του με τα πάθη της.

Μια μέρα ο άντρας συνάντησε στο χωράφι του το Φίδι – τότε το φίδι είχε πόδια και χέρια, σαν άνθρωπος ήταν κανονικός, μα το φαρμάκι του ήταν τα λόγια που είπε: "Ακόμη κι αν είσαι ένα κόκκινο μήλο, που ο καθένας λαχταράει να δαγκώσει, μια μέρα θα σκορπίσεις στο χώμα, μαραζωμένος, θα ταΐσεις τα σκουλήκια". Ο νέος άντρας δάκρυσε και το δάκρυ του έγινε ποταμάκι κι έφυγε μακρυά.

Την επόμενη μέρα ο άντρας συνάντησε στην πόλη το Λύκο – τα δόντια του δεν ήταν ακόμη κοφτερά, μα ήταν τα λόγια του:
"Ακόμη κι αν είσαι ένα λευκό προβατάκι που χοροπηδά στα χωράφια μου, μια μέρα ο μαύρος καβαλάρης χωρίς σκιά θα σου κόψει το λαιμό και κόκκινο θα βάψει το στέρνο σου". 
Ο νέος άντρας δάκρυσε και το δάκρυ του έγινε λίμνη που κούρνιασε ανάμεσα στα βουνά.

Την Τρίτη μέρα ο άντρας βρήκε στο κρεβάτι του ξαπλωμένη τη Γυναίκα – τα χείλη της ήταν κόκκινα, τα στήθια της ανθισμένα.
"Ακόμη κι αν παλέψαμε τη νύχτα και τα κορμιά μας ενωθήκαν, τα μήλα μου ποτέ δεν θα τα πάρεις γιατί είμαι ο μαύρος καβαλάρης χωρίς σκιά", του είπε.
Κι o άντρας ένιωσε μόνος, απόλυτα μόνος στον κόσμο και δάκρυσε και το δάκρυ του έγινε παραμύθι.

***
ο πίνακας είναι του Matthijs Röling

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Το κορίτσι μέσα στο κουτί


Μια φορά ήταν ένα κορίτσι που ζούσε μέσα σε ένα κουτί. Δεν γεννήθηκε εκεί, μόνο μια μέρα που ήταν παιδί, το είδε, μπήκε μέσα του κι έκτοτε δεν βγήκε ποτέ. Τα χρόνια περνούσαν και το κορίτσι θα μεγάλωνε, όμως δεν την είδαμε για να ξέρουμε αν είχε γίνει μια όμορφη ή άσχημη γυναίκα κι εδώ που τα λέμε και οι άνθρωποι που τη θυμόνταν μικρή, πια είχαν ξεχάσει τη μορφή της. Όλοι έλεγαν «το κορίτσι μέσα στο κουτί». Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να δει αν όντως μέσα στο κουτί ζούσε το κορίτσι, δεν αναρωτήθηκε αν τελικά μπήκε κάποτε εκεί ή πότε έφυγε, αν ζει ή πέθανε. Μόνο κάποια στιγμή είπαν πως πέρασαν εκατοντάδες χρόνια και πως θα έχει πια πεθάνει. Ε και την έθαψαν με μια σεμνή τελετή στο νεκροταφείο της μικρής μας πόλης.

*** 
ο πίνακας είναι του Nuri Iyem

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Το παραμύθι του εισιτηρίου


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας που ξυπνούσε το πρωί, έφευγε για τη δουλειά του, επέστρεφε στο σπίτι του το μεσημέρι και στα παιδιά του και ζούσε μια ζωή λίγο-πολύ συμβατική. Αν και ανήσυχη. Σε όλη αυτή την πορεία του στους χώρους και τους δρόμους της καθημερινότητας, αλλά και στο χρόνο που σιγά-σιγά περνούσε, είχε μαζί του ένα εισιτήριο. Που δεν του χρησίμευε ωστόσο σε αυτό το πηγαινέλα. Άλλαζε τσάντες κάθε τόσο, πετούσε σκουπιδάκια που είχαν ξεμείνει σε εσοχές και θήκες, τσαλακωμένα, βρώμικα, βασανισμένα, που δεν είχαν κάποια αξία ή χρησιμότητα πια, που κάποια τεμπελιά δεν τα είχε οδηγήσει έγκαιρα στην απόρριψη. Όμως το εισιτήριο ευλαβικά σχεδόν το μετέφερε από τσάντα σε τσάντα. Όχι γιατί σε κάποιο ταξίδι προσέβλεπε με μια αδυσώπητη επιθυμία. Όχι, τίποτα τέτοιο. Αλλά γιατί του θύμιζε ένα ταξίδι – όχι το προφανές: ένα ταξίδι που έκανε στη Βαρσοβία πριν λίγα χρόνια.


Υπάρχουν εισιτήρια και από ταξίδια που δεν κάναμε, και από λέξεις που δεν είπαμε και από στόματα που δεν μας χαμογέλασαν. Αυτά τα εισιτήρια μένουν εντός μας. Μέχρι που κάποιο χέρι κάποια στιγμή θα τα πετάξει γιατί καμία αξία ή χρησιμότητα δεν θα ‘χουν πια.

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Η Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου ως επικοινωνιακό βαρελότο;

[Αναδημοσίευση άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 18/11/2017]


Αυτές τις μέρες αρχίζει σιγά σιγά να ξεφυλλίζεται στον δημόσιο χώρο ένα ιδιότυπο βιβλίο. Το εξώφυλλό του λέει «Αθήνα - Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου», όμως εμείς ακόμη δεν ξέρουμε τον συγγραφέα ή τον εκδότη του, αλλά και για τον τίτλο του ακόμη δεν είμαστε σίγουροι. Και για το περιεχόμενο, μόνο γενικόλογες εξαγγελίες γνωρίζουμε. Αλλά και κάποιες ανησυχητικές λεπτομέρειες…

Η Αθήνα θα είναι από τον ερχόμενο Απρίλιο και για έναν χρόνο η 18η Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου. Αυτό απoφάσισε η UNESCO έπειτα από την αξιολόγηση της πρότασης του δήμου της Αθήνας και την αξιόλογη δουλειά της αντιπροέδρου (τότε) του ΟΠΑΝΔΑ, Αβας Χαλκιαδάκη.

Η ανάληψη ξάφνιασε προφανώς τον δήμο, ο οποίος κατέφυγε για τον σχεδιασμό των δράσεων σε μια δοκιμασμένη λύση: απευθύνθηκε στον Γιάννη Τροχόπουλο, τον αποπεμφθέντα τρόπον τινά από το Ιδρυμα Νιάρχου (θα θυμάστε εκείνες τις άστοχες δηλώσεις του σε εκδήλωση της Τραπέζης της Ελλάδος – «δεν είμαι σίγουρος ότι η (Εθνική) Βιβλιοθήκη θα μπορέσει να μπει και να λειτουργήσει, ούτε μπορώ να σας το διαβεβαιώσω. Αλλά δεν θα μου είναι δυσάρεστο αν δεν μπορέσει να λειτουργήσει»).

Η διοργάνωση αμέσως προκάλεσε το ενδιαφέρον των ανθρώπων του βιβλίου στη χώρα μας και παρά την «πικρή» προϋπηρεσία σε φαραωνικές διοργανώσεις, όλοι υποδέχτηκαν την είδηση με θέρμη, διάθεση συμμετοχής και ιδέες. Η οικονομική κρίση έχει δοκιμάσει φρικτά και τον χώρο του βιβλίου αυτά τα χρόνια και τους ανθρώπους του. Τι θα περίμενε λοιπόν κανείς από την «Αθήνα – Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου»;

Καταρχάς την ανάδειξη της βιβλιακής ιστορίας μας, με τα τοπικά και διεθνή χαρακτηριστικά της. Η έκθεση του τοπικού στοιχείου στο διεθνές κοινό είναι μια εξωστρεφής κίνηση. Θα μπορούσε κανείς να περιμένει και το αντίστροφο, το διεθνές δηλαδή να κάνει στάση στην Αθήνα, η Αθήνα να γίνεται σταθμός για τα βιβλία του κόσμου.

Κρίσιμο στοιχείο της διοργάνωσης είναι επίσης η Αθήνα να επιδιώξει να γίνει πρέσβης και της υπόλοιπης Ελλάδας. Να μιλήσει στην παγκόσμια κοινότητα για λογαριασμό συνολικά του ελληνικού βιβλιακού πολιτισμού. Συναφές επίσης, ο τόπος της διοργάνωσης να μην είναι μόνο ο δήμος της Αθήνας, αλλά και οι περιφερειακοί δήμοι του λεκανοπεδίου ή και άλλοι δήμοι της χώρας.

Εν τέλει, ποιοι θα δουλέψουν για όλα αυτά, ποιοι καλούνται να συμβάλουν με ιδέες, ανθρώπους, υλικό, δράσεις, υποδομές και χρήμα; Ποια θα είναι η συμμετοχή βιβλιοθηκών, εκδοτικών οίκων, συγγραφέων, εικονογράφων, μεταφραστών, βιβλιοδετών, βιβλιοπωλείων, παλαιοβιβλιοπωλείων, πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, σχολείων και δασκάλων, καλλιτεχνικών φορέων, μουσείων, επιμελητηρίων στον σχεδιασμό και την υλοποίηση της διοργάνωσης;

Από τους διοργανωτές μιας τέτοιας διοργάνωσης θα περίμενε κανείς κοινωνική αγωνία, οραματικό πλαίσιο και αίσθημα ευθύνης. Η Αθήνα του 2018 είναι η Αθήνα της Κρίσης, πρωτεύουσα πρώτα μιας χρεοκοπημένης χώρας και ύστερα του βιβλίου. Πώς εργαλειοποιούνται τα στοιχεία για τη χαμηλή φιλαναγνωσία των Ελλήνων, την υποχρηματοδότηση των βιβλιοθηκών, τις ζημιές και τα χρέη της εκδοτικής παραγωγής στον σχεδιασμό της διοργάνωσης;

Ποια κοινωνικά ζητήματα συνδέονται με τα βιβλία και τους ανθρώπους τους στην παγκόσμια πρωτεύουσα της κρίσης; Η φτώχεια, ο ρατσισμός, η ανεργία, οι μετανάστες, τα ΜΜΕ και ο ρόλος τους, η σεξουαλικότητα, το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα;

Τι έχει γίνει λοιπόν μέχρι τώρα; Σχεδόν κανείς δεν ξέρει. Οι βιβλιοθήκες της Αθήνας, πλην της Δημοτικής, δεν έχουν κληθεί να συμμετάσχουν. Οι εκδότες απορούν όταν τους ρωτάς και οι συγγραφείς το ίδιο. Ποιος σχεδιάζει λοιπόν όσα θα γίνουν και με ποιους θα παρουσιάσει στον διεθνή χώρο την Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου;


Από ό,τι φαίνεται, το κλειδί το έχει στα χέρια του κυρίως ο… μοναχικός Γιάννης Τροχόπουλος. Αυτός ξέρει, αυτός εισηγείται, αυτός οργανώνει και αυτός θα μοιράσει το χρήμα σε όσους θα συνεργαστούν μαζί του. Ποια θα είναι η Παγκόσμια Πρωτεύουσα;

Η «Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου» θα είναι λοιπόν πέντε αφιερώματα: μελοποιημένη ποίηση (έξι εκδηλώσεις λόγου και μουσικής), η προσφυγιά και η μετανάστευση μέσα από τη λογοτεχνία (παρουσίαση έργων), ιστορία της Αθήνας (συζητήσεις, έκθεση βιβλίων και καρτ-ποστάλ, προβολή ντοκιμαντέρ), η ελληνική ιστορία στη λογοτεχνία (συζητήσεις, έκθεση βιβλίων) και οι περιηγητές στην Αθήνα του χθες (αναγνώσεις κειμένων).

Θα είναι επίσης πέντε εκθέσεις: ιαπωνικών χαρακτικών, καλλιγραφίας και χαρακτικών, τέχνης και τυπογραφίας, έκθεση βιβλίων του Αλέξη Ακριθάκη, έκθεση χειρόγραφων επιστολών από και προς τη γνωστή λαογράφο Αγγελική Χατζημιχάλη. Η «Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου» θα είναι επίσης μια συναυλία με μελοποιημένα ποιήματα του Λόρκα και τρία προγράμματα «δημιουργικής μάθησης ενηλίκων» (δραματοποίηση αποσπασμάτων λογοτεχνικών έργων, χορωδιακές εκδηλώσεις μελοποιημένης ποίησης, δημιουργική γραφή).

Οι χώροι που θα φιλοξενήσουν τις δράσεις είναι η Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας, η Δημοτική Πινακοθήκη, το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης, χώροι αποκλειστικής χρήσης και ιδιοκτησίας του Δήμου Αθηναίων.

Οι εκδηλώσεις αυτές θα κοστίσουν στον δήμο της Αθήνας 620.000 ευρώ. Τα πέντε αφιερώματα, οι πέντε εκθέσεις, η συναυλία και τα «προγράμματα δημιουργικής μάθησης» θα στοιχίσουν συνολικά 128.000 ευρώ. 72.000 ευρώ έχει κόστος ο «συντονισμός και η οργάνωση των διαδικασιών για την εκπόνηση των δράσεων» (;) και 300.000 ευρώ η επικοινωνία για τις δράσεις. 120.000 ευρώ είναι ο ΦΠΑ.

Για όσους θα έψαχναν κάτι αντίστοιχο με τον τίτλο της διοργάνωσης, τις τυμπανοκρουσίες της ανάληψης, τη φήμη των οργανωτών, δυστυχώς το ταξίδι τελειώνει εδώ. Αυτή θα είναι η Αθήνα ως Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου και ίσως κάποιες επιπλέον παράλληλες δράσεις Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, χρηματοδοτούμενες από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος για λογαριασμό των «Ανοιχτών Σχολείων» (το πρόγραμμα που συντονίζει και εισηγείται η αντιδήμαρχος για το Παιδί, Μαρία Ηλιοπούλου).

Τι μπορεί να συμπεράνει κανείς από όσα σχεδιάζονται, κυκλοφορούν σε οργανισμούς, Περιφέρεια και υπουργεία και σύντομα θα ανακοινωθούν; Καταρχάς διαπιστώνουμε παντελή απουσία του χώρου του βιβλίου, τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην οργάνωση των δράσεων: πουθενά οι εκδότες, οι βιβλιοθήκες, οι συγγραφείς, οι εικονογράφοι, οι μεταφραστές, τα βιβλιοπωλεία. Επειτα, είναι αποκαλυπτική και διαυγής η αντίληψη της διοργάνωσης κυρίαρχα ως ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα (όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακό εδώ που τα λέμε), παρά ως ένα ουσιαστικό εγχώριο ή διεθνές αποτύπωμα στον χώρο του βιβλίου.

Η διοργάνωση θα δαπανήσει για τις δράσεις της μόνο το 25% των χρημάτων από τον προβλεπόμενο προϋπολογισμό. 14% για κάτι που μάλλον ερμηνεύεται ως οργανωτικό κόστος και 61% για επικοινωνία. Οι Αθηναίοι δημότες δηλαδή θα χρεωθούν 300.000 ευρώ για να τους πει ο δήμος της Αθήνας τι θα τους δείξει… Ακόμη κι έτσι έχει ενδιαφέρον πόσοι θα φάνε ψωμί ή παντεσπάνι από τη διακίνηση αυτού του χρήματος: εργαζόμενοι, καλλιτέχνες και δημιουργοί ή τελικά φιλικές εταιρείες επικοινωνίας (ή προπαγάνδας αν θέλετε);


Από την ανάλυση όσων σχεδιάζονται μπορεί κανείς να εξαγάγει και άλλα συμπεράσματα ή να αναπτύξει εύλογες απορίες: η διοργάνωση δεν θα απλωθεί σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας, παρά μόνο σε αυτές όπου υπάρχουν δημοτικά κτίρια (η 5η Δημοτική Κοινότητα δεν θα φιλοξενήσει καμία).

Η διοργάνωση δεν θα ασχοληθεί «με τη διάδοση της ανάγνωσης, με τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη γνώση και την πληροφορία, την επέκταση του δικτύου των βιβλιοθηκών, τη μετάφραση Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό, την τουριστική ανάπτυξη της Αθήνας, την αύξηση του συνεδριακού τουρισμού και τελικά την ανάδειξη της Αθήνας σε προορισμό σύγχρονου πολιτισμού», όπως είχε υποσχεθεί πέρυσι ο Γιώργος Καμίνης παρουσιάζοντας την ελληνική πρόταση για την Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου.

Σε όσα σχεδιάζονται δεν συμμετέχουν ή δεν ρωτήθηκαν ή δεν κλήθηκαν οι βιβλιοθήκες της Αθήνας. Αβλεψία ή άποψη από τον Γιάννη Τροχόπουλο; Ούτε καν η Εθνική Βιβλιοθήκη! Ακόμη κι αν κάποιοι εκδότες ρωτήθηκαν αν θα έβαζαν τις παρουσιάσεις και τις εκδηλώσεις τους την ερχόμενη χρονιά κάτω από τη μαρκίζα ή το «καπέλο» της Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Βιβλίου, το αρνήθηκαν, αφού αυτό δεν αποτελεί επ’ ουδενί συνεργασία. Ο βιβλιακός πολιτισμός που θα αναδειχθεί (…) την ερχόμενη χρονιά είναι μονάχα ο κόσμος της λογοτεχνίας;

Πού είναι οι επιστήμες; Πού είναι τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα; Στις… πασέ συναυλίες μελοποιημένης ποίησης προφανώς δεν χωρούν το ψηφιακό βιβλίο, ο κοινωνικός χώρος της ανάγνωσης, η ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών (και όχι των ΜΚΟ), η προσβασιμότητα στη γνώση και τα μέσα της, τα συνέδρια βιβλιοθηκών ή συγγραφέων. Σε όσα σχεδιάζονται, τέλος, δεν μιλάμε για υποδομές, αλλά για δράσεις, δεν μιλάμε για βάσεις, αλλά για αέρα που γρήγορα θα σκορπίσει.

Αν όσα σχεδιάζονται και έπεσαν στην αντίληψή μας είναι και όσα τελικά θα υλοποιηθούν την ερχόμενη χρονιά, είναι πολύ πιθανό (αν όχι απόλυτα βέβαιο) πως θα μιλάμε για μια ερασιτεχνική, σκανδαλώδη και παρακατιανή διοργάνωση που μετέτρεψε μια καλή ιδέα, μια χρήσιμη ευκαιρία, σε one man show αξίας 620.000 ευρώ (με ΦΠΑ)!

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Το παραμύθι του προσώπου στον καθρέφτη


Ένα πρωί ένας άνθρωπος σηκώθηκε από το κρεβάτι του για να πάει στη δουλειά του. Μισοκοιμισμένος ντύθηκε, έδεσε τα κορδόνια των παπουτσιών του και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Για λίγο στάθηκε σαν να επιβεβαίωνε πως είναι αυτός που βλέπει απέναντί του ή έστω το είδωλό του. Σκέφτηκε πως τα μάτια του ίσως είχαν χάσει τη σπίθα που θυμόταν, τα μαλλιά έμοιαζαν κάπως σαν πρόχειρα βαμμένα σε παιδική ζωγραφιά, άσπρες γραμμές πρόβαλαν ανάμεσα στις μαύρες. Έσκυψε το κεφάλι σαν ηττημένος, άπλωσε βιαστικά το παγωμένο νερό πάνω του και σκουπίστηκε με την πετσέτα που κρεμόταν στο πλάι. Έκλεισε τα φώτα, κλείδωσε την πόρτα και βγήκε στους δρόμους του κόσμου. Αφήνοντας πίσω το πρόσωπό του, όπως έκανε χρόνια τώρα.


***
το πορτραίτο είναι της Käthe Kollwitz

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Με λένε Έμιλυ!


Καιρό τώρα ζω στη μικρή σας πόλη. Στον έρωτα στο θάνατο, στις αποχρώσεις μιας περίπου τελετουργικής καθημερινότητας με τις βιασύνες και τις αγωνίες της, τις ελπίδες και τις αποτυχίες της, με νέους που μπαίνουν ενθουσιώδεις κι αψίκοροι και παλιούς που αποσύρονται σοφοί, χωρίς πνοή όταν έχει «σπουδαίο φεγγάρι». Στη μέση μιας συνέλευσης του συλλόγου γονέων φωνάζω «πού είναι το κορίτσι μου; Πού είναι το κορίτσι μου που έχει τα γενέθλιά του;» κι ύστερα προβάρω ένα νυφικό ή σέρνω την αγελάδα μου τη Μπέσυ στην Πανεπιστημίου και το γονατάκι μου δεν λέει ψέματα ποτέ, κερνάω παγωτά το κορίτσι μου και τρέχω να φέρω λεφτά για να πληρώσω τον κύριο Μόργκαν κι επιστρέφω ακριβώς σε δέκα χρόνια, ούτε μέρα παραπάνω. Ο ρόλος μου θα έπρεπε να είναι… θα ήθελα να είμαι ο Διευθυντής Σκηνής: με μια ειρωνική τρυφερότητα, μια απόκοσμη αποστασιοποίηση να περιγράφω τους πόθους και τα πάθη σας, να εναλλάσσω τις σκηνές της ζωής σας ορίζοντας και τα σκηνικά της (γι’ αυτούς που πιστεύουν πως πρέπει να υπάρχουν σκηνικά). Ένας θεός πιο φιλεύσπλαχνος, που αγαπάει την άγνοιά σας, διόλου διδακτικός ή θυμωμένος, με μια διακριτική μελαγχολία κι αναπόληση. Κι ύστερα, εκεί στο τέλος να σας καληνυχτίζω γιατί είναι 11 η ώρα στο Γκρόβερς Κόρνερς κι είδατε δυο ώρες μπροστά σας να περνάει η ζωή κι ο θάνατός σας κι αύριο θα δώσουμε άλλη μία παράσταση.

Όμως στ’ αλήθεια… είμαι η Έμιλυ. Σηκώνομαι απότομα στη βιβλιοθήκη που δουλεύω και σηκώνω τα χέρια, φέρνω ένα γύρω σαν να χορεύω στη Μελωδία της Ευτυχίας, αγκαλιάζω τον κόσμο, το φως, τα βουνά και ρωτάω τους ενοχλημένους αναγνώστες που διαβάζουν σκυφτοί: «Μπορώ να γυρίσω και να ξαναζήσω όλες αυτές τις μέρες. Γιατί όχι;» Ε μητέρα;

[Αν σ’ ενοχλεί που παίζω έτσι αυτή τη σκηνή, δεν με νοιάζει. Μπαίνω και βγαίνω γλυκιά μου από μέσα μου, τρυπάω το σώμα μου, πλακώνω στις μπουνιές την ψυχή μου, με πρησμένα μάτια σε κοιτάζω και σε βλέπω, εγώ βλέπω και πιο μέσα, στη φοβισμένη και δειλή και μίζερη σκοτεινιά σου. Ενώ εσύ δεν βλέπεις τίποτα. Τυφλή στ’ αυτιά, στα μάτια, στο μυαλό.]

Γι’ αυτό και είμαι η Έμιλυ: για την ορμή της ζωής. Κομμένη αρτηρία είμαι που βάφει κόκκινο τον ορίζοντα και πλημμυρίζει το βλέμμα των ανθρώπων κόκκινα δάκρυα, κόκκινες λέξεις, κόκκινες σιωπές.

Σήμερα το πρωί βγήκα στο δρόμο, στην οδό Σιτάκης – η χθεσινή βροχή είχε πλύνει τον κόσμο κι ένας ήλιος λαμπρός, πεντακάθαρος απλωνόταν σιγά-σιγά παντού. Πρόβαρα τα λόγια της πρώτης σκηνής. Ο κύριος Γουέμπ, παίζω τον κύριο Γουέμπ, απευθύνεται στο κοινό και τους λέει:


«Όχι κυρία μου, δεν έχουμε και πολύ καλλιέργεια του ωραίου, όμως εδώ ίσως πρέπει να σας πω, ότι έχουμε και ‘μεις πράγματα που χαιρόμαστε με τον τρόπο μας. Μας αρέσει ο ήλιος όταν βγαίνει το πρωί από τα βουνά και όλοι μας προσέχουμε τα πουλιά, τα παρακολουθούμε πολύ, όπως και τα δέντρα και τα λουλούδια. Και προσέχουμε και τις εποχές της φύσης! Ναι, αυτά τα ξέρουμε και τα χαιρόμαστε όλοι. Όμως για τα άλλα, έχετε δίκιο κυρία μου! Λίγα πράγματα.»

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι της μικρής μας πόλης


Ήταν μια γυναίκα που περπατούσε στη μικρή μας πόλη. Όλοι μας ξέραμε πως δεν ήταν μόνη της. Μέσα της περπατούσαν δεκάδες άλλοι άνθρωποι, δεν πήγαιναν όλοι μαζί της, κάποιοι απλά περνούσαν από μέσα της προς διάφορες κατευθύνσεις, άλλοι στέκονταν ψάχνοντας προσανατολισμό, σκοπό, λόγο, άνθρωποι που αρνούνταν να αλλάξουν θέση, να φύγουν ή να επιστρέψουν, νεκροί ή ερωτευμένοι. Ένας ολόκληρος κόσμος εντός της, συχνά αναρωτιόμασταν πώς μπορούσε να σηκώνει το βάρος του.


Μια μέρα η γυναίκα που περπατούσε στη μικρή μας πόλη πέθανε. Κι όλος αυτός ο κόσμος που ήταν μέσα της, βγήκε έξω στο φως. Άνθρωποι σαν κι εμάς, νεκροί κι ερωτευμένοι και αργόσχολοι και βιαστικοί, παιδιά, γριές κι εργαζόμενοι. Κι η πόλη μας μεγάλωσε ξαφνικά κι η κίνηση εντός της αυξήθηκε. Άνθρωποι που έφευγαν, άλλοι που έρχονταν και κάποιοι που στέκονταν. Καμιά φορά σκέφτομαι πως η πόλη μας είναι το σώμα μιας γυναίκας, μέσα της περπατούμε. Προς διάφορες κατευθύνσεις.

***
Το σχέδιο είναι του Paul Delvaux

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι του άντρα της βροχής


Μια νύχτα που έβρεχε, από τον ουρανό έπεσε ένας άντρας. Τον είδαμε από τα παράθυρα των σπιτιών μας να περπατάει γυμνός στους δρόμους. Και την άλλη μέρα να κοιμάται του καλού καιρού στο πάρκο, σ’ ένα παγκάκι. Κάποιος του έδωσε δυο ρούχα να φορέσει, όχι για να μην κρυώνει, αλλά για να καλύψει τη γύμνια του. Αφού δεν είχε όνομα κι ούτε προφανώς τον ενδιέφερε να έχει (πάντως κανείς μας δεν τον ρώτησε) τον είπαμε «ο άντρας της βροχής».


Όποτε βρέχει τις νύχτες, εκείνος περπατάει στους δρόμους, όμως ούτε γυμνός είναι, ούτε ανώνυμος πια. Κι εμείς κοιμόμαστε ήσυχοι στα κρεβάτια μας, αφού μόνο ό,τι δεν κρύβεται ή δεν έχει όνομα μπορεί να μας κρατήσει ξύπνιους.

***
το σχέδιο είναι του Pablo Picasso 

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Το παραμύθι των παραμυθιών και των ονείρων


Κάποτε τα παραμύθια κουράστηκαν να παραμυθιάζουν τους ανθρώπους. Δεν είναι πως δεν είχαν όρεξη πια να πουν ιστορίες, ν’ αφηγηθούν μάχες του πολέμου και του έρωτα, δοκιμασίες και κατορθώματα. Όχι δεν είναι κάτι τέτοιο. Είναι που δεν άντεχαν πια τον πόνο και την αγωνία, που δεν άντεχαν πια να σπέρνουν, να φροντίζουν, να καλλιεργούν, να κλαδεύουν, να ποτίζουν και τελικά να θερίζουν ελπίδα για τις ψυχές των ανθρώπων. Ο πόνος των ανθρώπων ήταν αχόρταγος και τα παραμύθια είχαν πια εξαντληθεί, δούλευαν ασταμάτητα, αυξάνοντας μέρα με τη μέρα την παραγωγή τους. Ώσπου μια μέρα έπεσαν λιπόθυμα κάτω.


Όταν τα παραμύθια σταματούν, εκκινούν τα όνειρα. Μετά το τέλος των παραμυθιών τα όνειρα έφυγαν από τον ύπνο των ανθρώπων, δραπέτευσαν από το υποσυνείδητο κι ορμητικά ξεχύθηκαν στα λόγια και τις σκέψεις τους, κι ο κόσμος πήρε πάλι μπροστά κι αναστάτωση μεγάλη έγινε κι όλοι άρχισαν να σπέρνουν την ελπίδα, γιατί τα όνειρα δεν έχουν τέλος, έχουν μονάχα αρχή. Κι η ελπίδα ξανάρθε στις ψυχές των ανθρώπων και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

***
ο πίνακας είναι του Max Ernst