Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Ημερολόγιο στρώματος ΙΙ


Τις νύχτες τον άκουγε να βουρτσίζει τα δόντια του. Μια μέρα το πήρε απόφαση και πέταξε την οδοντόβουρτσά του στα σκουπίδια. Αφού ήταν πια νεκρός, έπρεπε να κόψει αυτή την ενοχλητική συνήθεια.

***
Ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Ημερολόγιο στρώματος I


Ήταν μια νύχτα παράξενη – στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής. Πριν κλείσει τα μάτια του έμοιαζε σαν να πορεύεται σε έναν μακρύ διάδρομο κλείνοντας πόρτες, κλειδώνοντας πίσω του χιλιάδες πρόσωπα που κάτι του έλεγαν ή προσπαθούσαν να του πουν, κάτι περίμεναν από αυτόν ή για κάτι τον κατηγορούσαν. Τελικά ο ύπνος τον πήρε πριν προλάβει να φτάσει στο τέρμα αυτού του διαδρόμου, που λογικά θα υπήρχε. Σωριάστηκε νικημένος – αλλά συνέχισε να κλείνει πόρτες στον ύπνο του. Αθόρυβα σχεδόν.


Την άλλη μέρα ξύπνησε, πλύθηκε, ντύθηκε, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και βγήκε στον κόσμο.

***
Το σχέδιο είναι του Keith Vaughan

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Το παραμύθι του παραμυθά απέναντι στο παράθυρο


Μια νύχτα ένας άντρας ένιωθε μοναξιά, ή τελοσπάντων κάτι τέτοιο. Και κάθισε να γράψει ένα παραμύθι στο γραφείο του. Η λάμπα δίπλα του όριζε το άυλο φωτεινό τρίγωνό της κι εκείνος κοίταξε τον εαυτό του να τον κοιτά από το τζάμι απέναντί του. «Ό,τι και να κάνω, κάποιος θα με κοιτάζει» έγραψε στο χαρτί του, άνοιξε το παράθυρο και το άφησε να φύγει. Ήταν αρχές του φθινοπώρου, που τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους στο χώμα και σκεπάζουν τους νεκρούς.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Δοκίμιο θανάτου



Σήμερα –

Σκεφτόμουν –

Γυναίκα –

Καύλα –


(πώς να σε πείσω πως οι λέξεις αυτές δεν βγήκαν από την ίδια φράση; Δεν είναι καν σε μια λογική σειρά. Θα πεις «φίλε σκεφτόσουν σήμερα μια γυναίκα και καύλωσες». Στην υπεράσπισή μου τουλάχιστον ας καταχωρηθεί πως οι 4 λέξεις συγκροτούν απλά ένα δοκίμιο θανάτου, ψίχουλα στο δρόμο του εφήμερου)

***
Το σχέδιο είναι του Egon Schiele

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Σήμερα πάω κ' εγώ στα ΚΕΥΑ. Η αγαπητή πατρίς θέλει δοκίμους *


Σήμερα πάω κ' εγώ στα ΚΕΥΑ. Η αγαπητή πατρίς θέλει δοκί-
μους. Η μαμά Ελλάς προσφέρει άπειρες παραλλαγές καταπιέ-
σεως στα παιδιά της.
Βέβαιον πως θα με κόψουν. Ο φάκελλος... γελάω μέσα μου.

Έκοψα ένα κλαδάκι μυγδαλιάς και φόρεσα κυριακάτικα φωνή χαμό-
γελο ματιά και βήμα πρωτομαγιάς έγινα ένας πολύ ευχάριστος 
κωμικός έγινα κι απ' την ανάποδη αρχιμουσικός έτσι που πάω 
τελευταίος και μόνος και με το κλαδάκι...




Είσαι ο ήλιος το φεγγάρι και το φως μου
τ' ομορφότερο στολίδι είσαι του κόσμου...



Όμορφο κορινθιακό πρωί ήλιος και θάλασσα και σκόνη σπαρτά και κελαη-
δίσματα ένας λοχίας μαχμουρλής για επικεφαλής κ' εμείς στον 
πάτο του πρωιού βαριοί κι ασήκωτοι μολύβια... Εμείς τα υπό-
λοιπα της 53 σειράς ανυπότακτοι εσωτερικού εξωτερικού εξ ανα-
βολών λόγω σπουδών αληθινών φανταστικών εξ αναβολών για 
λόγους υγείας αληθινούς φανταστικούς διανοούμενοι επιστήμο-
νες παρ' ολίγον επιστήμονες απόφοιτοι χωρίς επάγγελμα στα 
είκοσι πέντε και στα είκοσι εφτά χαλασμένα στομάχια αγύριστα 
κεφάλια φακελωμένοι γερασμένοι άντρες 33 ρετάλια 33 αχρεία-
στοι εκ του ασφαλούς για ένα πολεμοχαρή και υποτίθεται ενδό-
ξου παρελθόντος ελληνικό στρατό...



Εν δυο εν δυο στο ρυθμό του χασάπικου στο ρυθμό του ζεϊμπέ-
κικου μια διμοιρία για γέλια και για κλάματα ένα μάτσο χάλια 
μέσα στο πασίχαρο λουλουδιασμένο πρωί στο δρόμο για τα 
ΚΕΥΑ για τα πάντα και για το τίποτε...

Ο λοχίας σολάρει πηγαίνοντας με τα μάτια κλειστά τινάζοντας 
τις αρβύλες του με βίτσα λυγαριάς...


Μελαχρινή ομορφιά μου

παντοτεινή χαρά μου
Σιγκοάλα Σιγκοάλα Σιγκοάααλααα....



Θωμάς Γκόρπας, Με τον τρόπο του Στέλιου Καζαντζίδη
 (από τη συλλογή "Περνάει ο στρατός")



*
Όταν ήμουν έφηβος συνήθιζα να παίρνω το άτι μου, ένα γέρικο παπί, και εξαφανιζόμουν στους δρόμους και τις εξοχές της μικρής πόλης που μεγάλωσα. Έφτανα συχνά σε ένα παλιό, έρημο στρατόπεδο, στα ΚΕΥΑ. Περιδιάβαινα τα τολ και το διοικητήριο και σκαρφάλωνα από μια σιδερένια σκάλα στην κορφή της δεξαμενής. Κοιτούσα τον κόσμο από ψηλά. Σήμερα πήγα με τα παιδιά να τους το δείξω. Τους είπα πως ένας ποιητής, ο Γκόρπας, έχει γράψει ένα ποίημα για το Κέντρο Εκπαίδευσης Υποψήφιων Αξιωματικών στα Εξαμίλια. Ο τόπος έχει ρημάξει. Ένας ταξιτζής είχε παρκάρει πίσω από τη σκοπιά και πήδαγε μια ξανθιά - τους κάναμε χαλάστρα και φύγαν, Οι βρωμιάρηδες οι ντόπιοι έχουν γεμίσει το στρατόπεδο με κάθε λογής σκουπίδια και μπάζα, κάποιοι εξαφάνισαν κάθε τι μεταλλικό, ακόμη και τη σιδερένια σκάλα. Δεν θα ξαναδώ αυτό τον κόσμο από ψηλά.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Οι μεταπολεμικές κουβερτούρες της ελληνικής λογοτεχνίας και οι Έλληνες εικαστικοί


Ήταν το 1962 όταν στην νεοελληνική πεζογραφία εισβάλει ένας νέος λογοτέχνης που με τη γραφή του αποτέλεσε ξεχωριστή μορφή των γραμμάτων μας, συχνά ενοχλώντας τα μικροαστικά μας ήθη με την εμμονική ανίχνευση των παθών και των απωθημένων μας. Ο Μένης Κουμανταρέας εκδίδει στον Φέξη "τα Μηχανάκια" του με 4 ιστορίες "απροσάρμοστων" εφήβων της δεκαετίας του '50. Το νέο, ανατρεπτικό, αιχμηρό και... αθυρόστομο της γραφής ήρθε να υπηρετήσει ένα μοντέρνο κάλυμμα από τον φίλο του Νίκο Κούνδουρο με την εικόνα στην πρώτη σελίδα από ένα φλιπεράκι ("μηχανάκι"). Δεν μας ξαφνιάζει η εικαστική ματιά του ούτως ή άλλως εικαστικού σκηνοθέτη, την έχουμε δει στις ταινίες του του '54, του '56, του ΄58, του '59, σε σχέση όμως με τα εκδοτικά αισθητικά πρότυπα της εποχής του πρέπει να ήταν εξίσου προκλητικό. Το εξώφυλλο, ή ορθότερα η κουβερτούρα του Κούνδουρου ακόμη συνοδεύει (54 χρόνια μετά) τα μηχανάκια.

μακέτα του Πάρη Πρέκα (εκδ. "ο Κόσμος", 1954)
μακέτα του Πάρη Πρέκα (εκδ. "ο Κόσμος", 1954)




















Η εικόνα ενός βιβλίου είναι συστατική της παρουσίας του, της εμπορικής κίνησής του. Άλλοτε υπηρετεί την αισθητική των συντελεστών του και άλλοτε απευθύνεται στα ποικίλα επιλεκτικά κριτήρια των αγοραστών και των αναγνωστών του, άλλοτε επιχειρεί και τα δύο, άλλοτε φαίνεται να αδιαφορεί για όλα αυτά. Τμήμα της αισθητικής και της λειτουργικότητας του βιβλίου είναι το εξώφυλλο. Το εξώφυλλο δεν υπήρχε από την αρχή της τυπογραφίας, και αυτό που κυρίαρχα ήρθε να υπηρετήσει ήταν η ασφάλεια και προστασία του υλικού σώματος του κειμένου, του βιβλίου, από τη φθορά της χρήσης και των εξωτερικών συνθηκών. Η παρουσία πληροφοριών στο εξώφυλλο έκανε πιο χρηστική και ευχερή την επιλογή του στις βιβλιοθήκες, και άρχισαν να αποτελούν σιγά-σιγά αναπόσπαστα τμήματα του βιβλίου με ολοένα και πιο τυποποιημένα στοιχεία.

κουβερτούρα του Δημήτρη Μυταρά (Εστία, 1965)
Κουβερτούρα της Νόρας Αναγνωστάκη (1962)
Κουβερτούρα του Ε. Σπυρίδωνος (Εστία, 1955)
 Τα χρόνια πέρασαν και τα εξώφυλλα αγκαλιάστηκαν τον 20ο αιώνα από χάρτινα καλύμματα. Πολλοί από εμάς σήμερα πετάμε τα καλύμματα αυτά, όταν τα βρίσκουμε σε βιβλία. Συνήθως είναι τα πρώτα που φθείρονται. Το εξώφυλλο που αποκαλύπτεται από μέσα είναι συχνά πιο "συντηρητικό" και "αυστηρό" από το κάλυμμα, στοιχείο που φανερώνει μια βασική χρήση του καλύμματος στο νου των εκδοτών και των επιμελητών εκδόσεων: το κάλυμμα ή αλλιώς η κουβερτούρα είναι εμπορικός κράχτης, εικαστικό σχόλιο με εμπορικό σκοπό πρώτα και κύρια. Δευτερευόντως μπορεί να είναι μια πρόσθετη μικρή πολυτέλεια, ένα ελαφρύ αλλά λεπταίσθητο σάλι στους ώμους ενός βιβλίου. Τα βιβλία που αγκαλιάζονται από κουβερτούρες είναι συνήθως λογοτεχνικά και σπανιότερα λευκώματα κι εγκυκλοπαίδειες. Πολλές φορές είναι η κουβερτούρα που θυμόμαστε σε μια έκδοση κι όχι το λιτό, μονόχρωμο εξώφυλλο (ποιος θυμάται το εξώφυλλο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους ή της Ελληνικής Μυθολογίας της Εκδοτικής Αθηνών;).

Κουβερτούρα της συγγραφέα (Εστία, 1958)
Κουβερτούρα της συγγραφέα (Εστία, 1960)





Κουβερτούρα του Γιώργη Βαρλάμου (Εστία, 1959)


η εικόνα της κουβερτούρας είναι έργο του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα (1956)
Μεγάλη άνθηση γνώρισαν οι κουβερτούρες τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα. Μια άνθηση που υποστηρίχθηκε από αντίστοιχες επιλογές συγκεκριμένων εκδοτών (Εστία, Δίφρος, Φέξης κ.α.), καθρεφτίζει την ούτως ή άλλως εικαστική ανάπτυξη των χρόνων αυτών και υπηρετεί και μια σημαντική εξέλιξη της λογοτεχνικής μας παραγωγής. Σημαντικοί εικαστικοί (δεν μπορούμε να μιλάμε για γραφίστες ακόμη) πρόσφεραν το ταλέντο τους στα καλύμματα των βιβλίων, άλλοτε συνομιλώντας εικαστικά με το ίδιο το λογοτεχνικό έργο και άλλοτε υπακούοντας στις αισθητικές αντιλήψεις και το εκδοτικό προφίλ των εκδοτών που τους πλήρωναν. Για πολλούς από τους ζωγράφους και χαράκτες των καλυμμάτων της μεταπολεμικής περιόδου (μέχρι τη Χούντα που τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και τεχνολογικά και εμπορικά) η συνεργασία με τους εκδότες και η εικονογράφηση βιβλίων και εξωφύλλων αποτέλεσε σημαντικό πόρο οικονομικής επιβίωσης. Ο παρατηρητής θα εντοπίσει ενδιαφέροντα στοιχεία στην παραγωγή αυτών των χρόνων: περίεργες ασυνέπειες (δεν θα περίμενε κανείς τόσο "συντηρητικά" εξώφυλλα από το Βακαλό), προβλεπόμενες εμμονές (η "μοντέρνα" αισθητική του Χριστάκη, η ελληνικότητα στις κουβερτούρες του Τσαρούχη - βλ. την κουβερτούρα που ακολουθεί - θυμίζει πολύ την εικαστική γλώσσα του σύγχρονου Τάσου Παυλόπουλου), συντηρητικές κουβερτούρες σε προοδευτικά βιβλία και μοντέρνες σε κλασικά.

Κουβερτούρα του Γιάννη Τσαρούχη (Πέργαμος, 1959)

Κουβερτούρα Κώστα Γραμματόπουλου (Φίλοι του Βιβλίου, 1948)

Κουβερτούρα Γιώργου Βακαλό (Φίλοι του Βιβλίου, 1945)
Κουβερτούρα Άννας Γεραλή (Φέξης, 1964)

Κουβερτούρα Πέτρου Αδάμη (Μινώταυρος, 1958)

Κουβερτούρα Μίνου Αργυράκη (Εστία, 1955)

Κουβερτούρα Γιώργου Βακαλό (Ίκαρος, 1946)

Κουβερτούρα Σπύρου Βασιλείου (Εστία, 1954)

Κουβερτούρα Λεωνίδα Χριστάκη (Φέξης, 1961)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1956)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1957)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1954)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1955)

Κουβερτούρα Τάκη Δαρζέντα (Δίφρος, 1958)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δαίδαλος, 1955)

Εξώφυλλο του "Ξένου" με άλλη αισθητική από την κουβερτούρα του

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Κολοφώνες: τα υστερόγραφα της τυπογραφίας


Το 1978 ο ποιητής Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου τύπωσε στη Θεσσαλονίκη, στις εκδόσεις "Εγνατία", τον συγκεντρωτικό τόμο ποιημάτων "ο δύσκολος θάνατος", ο οποίος συγκέντρωσε σε μία έκδοση, σε ένα βιβλίο όσες ποιητικές συλλογές είχε στο μεταξύ κυκλοφορήσει από το 1946 μέχρι το 1974. Σε σημείωμα του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου ο αναγνώστης ενημερώνεται πως "η έκδοση αυτή είναι οριστική και αναιρεί όλα τα προηγούμενα βιβλία τις ανθολογήσεις και τις διάφορες δημοσιεύσεις". Ο κολοφώνας του βιβλίου μας ενημερώνει για το χρόνο, τη φωτοστοιχειοθεσία και το τύπωμα του βιβλίου, αλλά και για δυο ανθρώπους που συνέβαλαν με δευτερεύοντες τρόπους στην έκδοσή του: το Νίκο Χουλιαρά που χάρισε ένα σχέδιό του για το εξώφυλλο (πρέπει να είναι από τις πρώτες εικονογραφήσεις του Χουλιαρά, αν όχι η πρώτη, ένα χρόνο πριν την πρώτη έκδοση του "Λούσια" και αρκετά χρόνια πριν τη συνεργασία με τη "Νεφέλη" στις εικονογραφήσεις) και τον ποιητή Γιώργο Χρονά που επιμελήθηκε την έκδοση.


Η δημιουργική αυτή συνύπαρξη τριών λογοτεχνών είναι μια πληροφορία που καταγράφεται όπως είπαμε στον κολοφώνα και πουθενά αλλού. Είναι μια συνευθύνη που σπάνια ή ποτέ αναφέρεται από τους βιβλιοθηκονόμους ή τους βιβλιογράφους που τείνουν να αδιαφορούν για τα λοιπά, δεύτερα στοιχεία μιας έκδοσης. Πρόκειται για μια κουλτούρα απαξίωσης που αντιλαμβάνεται το βιβλίο μόνο ως έργο του συγγραφέα που κυκλοφορεί υπό την ευθύνη και επωνυμία ενός εκδότη. Η σύγχρονη αγορά του βιβλίου μας έχει συνηθίσει ως καταναλωτές και αναγνώστες σε αυτή τη μεταμοντέρνα αντίληψη, παρά το γεγονός ότι ακόμη επιμένουν κάποιοι να δίνουν σημασία στην εικόνα, την αισθητική, τη λειτουργικότητα του βιβλίου


Οι κολοφώνες είναι μια πρακτική αιώνων στην τυπογραφία. Είναι το τελευταίο κείμενο ενός βιβλίου, η έσχατη σημείωση που αφήνει ο εκδότης πληροφορώντας μας για το τεκμήριο που έχουμε στα χέρια μας, για την υλική υπόσταση του βιβλίου, το χαρτί του, τον αριθμό των αντιτύπων, τον τυπογράφο, τον βιβλιοδέτη, το στοιχειοθέτη, τον εικονογράφο. Παρά την αναμφισβήτητη αξία του και ως διαμεσολαβητές και ως αναγνώστες (ακόμη και ως εκδότες συχνά) συνήθως επιλέγουμε να αδιαφορούμε για τα στοιχεία αυτά. Μια τέτοια απαξίωση δημιουργεί ελλείψεις ωστόσο στην ιστορία των ιδεών, στη στατιστική των βιβλίων, στην ιστορία του εκδοτικού χώρου. Κάποιες βασικές και εύκολες παρατηρήσεις που μπορεί κανείς να κάνει είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες τα πράγματα έχουν βελτιωθεί στην Ελλάδα σε σχέση με τους εκδότες, δίνουν δηλαδή περισσότερη σημασία στην ένταξη κολοφώνων στο τέλος των βιβλίων τους. Πιο εύκολα θα βρει κανείς κολοφώνες στα λογοτεχνικά βιβλία και ιδιαίτερα στις ποιητικές συλλογές, συχνότερα η φροντισμένη τυπογραφική επιμέλεια συμβαδίζει με τους κολοφώνες, θα δεις κολοφώνες σε βιβλία με καλή και προσεγμένη αισθητική. Αυτό που σίγουρα ωστόσο δεν θα δεις είναι να ασχολούνται με τους κολοφώνες οι βιβλιοθήκες. Πρόκειται για μια έλλειψη που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί κάποια στιγμή για να είναι πλήρης η πληροφορία που παρέχουν οι βιβλιοθήκες (κύρια η Εθνική Βιβλιοθήκη) μέσω των καταλόγων τους για την εκδοτική παραγωγή μας και τους ανθρώπους που την υπηρέτησαν και την υπηρετούν.

Το παρόν σημείωμα αφήνεται απλά να ελαφροπατήσει, να δειγματίσει σε αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον και σημαντικό στοιχείο της ιστορίας των βιβλίων, που είναι οι κολοφώνες. Περισσότερο είναι ένα ερέθισμα εκδοτικής ιστορίας για τα υστερόγραφά της...