Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Το παραμύθι των πουλιών


Ζούσε κάποτε ένας άνθρωπος. Το σπίτι του ήταν έξω απ' την πόλη, δεν ήθελε την πολλή συνάφεια με τους ανθρώπους και τα πάθη τους. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, ούτε ποτέ κανείς τον είδε στα καφενεία και τις ταβέρνες να σκορπάει το χρόνο του. Μόνο καθόταν στη βεράντα του σπιτιού του κι άκουγε τα πουλιά. Τόσο πολύ τα άκουγε που έμαθε σιγά-σιγά τη λαλιά τους κι άρχισε δειλά να μιλάει μαζί τους. Περνούσαν τα χρόνια σαν τα πουλιά από τη γη του κι εκείνος μιλούσε με τα πουλιά, τα ρωτούσε για τα ταξίδια τους, γιάτρευε τους μικρούς καημούς τους, μάθαινε τα τεχνίσματά τους στο πέταμα. Μέχρι που μια μέρα άνοιξε κι αυτός τα χέρια του και χάθηκε στον ουρανό.

Όποιος μαθαίνει τη γλώσσα των πουλιών γίνεται πουλί.

***
ο πίνακας είναι του Umetaro Azechi

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Για την "αγάπη των βιβλίων" της Έλλης Δρούλια*



[Οι βιβλιοθηκάριοι είμαστε άνθρωποι με βλάβες… 

Έχετε την εντύπωση πως οι βιβλιοθήκες είναι το βασίλειο της σιωπής. Εμείς όμως το ξέρουμε καλά: στις βιβλιοθήκες βασιλεύουν χιλιάδες φωνές, τις ακούμε συνέχεια. Είναι τα βιβλία που μιλάνε μεταξύ τους, που φωνάζουν. Κάποιες από αυτές τις φωνές καταγράφει στο βιβλίο της η Έλλη Δρούλια. Νομίζω πως αξίζει να τις ακούσουμε] 

Οι βιβλιοθήκες φίλες και φίλοι είναι για τους περισσότερους χώροι συγκέντρωσης και αποθήκευσης βιβλίων, οργάνωσης, τάξης, πρόσβασης ή έστω ένας παράδεισος όπως θα έλεγε ο Μπόρχες. Για εμάς τους βιβλιοθηκάριους είναι νομίζω ένας κατεξοχήν χώρος ερωτημάτων, αναζητήσεων, λοξοδρομήσεων και παραπομπών. Όπως και στα βιβλιοπωλεία έτσι και σε αυτές οι άνθρωποι έρχονται με την αγωνία της ανάγνωσης και φεύγουν με το σπόρο της επόμενης αμφιβολίας. Είμαι εδώ για να σας παρουσιάσω συνοπτικά ως βιβλιοθηκάριος και μπλόγκερ τις βόλτες που δημιούργησαν ένα βιβλίο, το βιβλίο της συναδέλφου μου Έλλης Δρούλια «για την αγάπη των βιβλίων». Ως μπλόγκερ κι εγώ μπορώ να τη φανταστώ να γράφει τα ποστ της κλέβοντας χρόνο από τη δουλειά, ανάμεσα σε καταλογογραφήσεις, δανεισμούς κι αιτήματα, προσπαθώντας να κρατήσει την ιδέα και να τη διατυπώσει με έναν τρόπο καινούριο ως τότε, έχοντας μια υπόγεια απορία αν θα διαβαστούν, αν θα σχολιαστούν, αν θα αλληλεπιδράσουν. 

Τα κείμενα που συγκροτούν το βιβλίο «για την αγάπη των βιβλίων» τα πρωτοδιάβασα χρόνια πριν, τα παρακολουθούσα να γεννιούνται κεφάλαιο το κεφάλαιο σε ένα παράξενο «σπίτι» που το έλεγαν «Tobaccori» κι ύστερα σε ένα άλλο σπίτι που το έλεγαν «Βολτίτσες». Ήταν το 2007, 2008, 2009 και τα μπλογκ του βιβλίου και των βιβλιοθηκών δεν ήταν πολλά. Εκείνη έγραφε στη βιβλιοθήκη της κι εγώ διάβαζα από τη δική μου. Θυμάμαι πότε, πού και υπό ποιες συνθήκες έχω διαβάσει πολλά από τα κεφάλαια αυτού του βιβλίου. Θυμάμαι ποια σχολίασα, τι σχολίασα, σε τι διαφωνήσαμε με την Elli και τη Librarian. Ξαναδιαβάζοντάς τα φέτος το καλοκαίρι, σκέφτηκα δυο τρία πράγματα, και αυτά θέλω να σας καταθέσω απόψε: 

Τι ήταν αυτό το φαινόμενο των ιστολογίων; Ποιος ήταν ο λόγος ύπαρξής τους; Τι πρόσφεραν στο δημόσιο λόγο και πώς τον διαμόρφωσαν; Γιατί τελείωσαν; Τα μπλογκ ήταν μια νέα, ελπιδοφόρα και δημιουργική δημοκρατία του λόγου: ο καθένας μας μπορούσε να «δημοσιογραφεί», να επιδρά, να συνδιαμορφώνει, να σχολιάζει και να αντιδρά. Για εμάς, τους ανθρώπους των βιβλιοθηκών ήταν ένα «επιτέλους να μιλήσουμε γι’ αυτό που αγαπάμε», θα διαβάσετε συχνά στα κείμενα της Έλλης για την πλημμυρίδα των άγραφων κειμένων, τη λαχτάρα να περιγράψει. Σας θυμίζω πως το Ίδρυμα Νιάρχου, δεν είχε απλώσει ακόμη τα επικοινωνιακά του δίχτυα στον ημερήσιο και κυριακάτικο τύπο, η Εθνική Βιβλιοθήκη ήταν ακόμη ντεμοντέ, και όταν απαντούσες στο ερώτημα «τι δουλειά κάνεις;» σε ρωτούσαν «βιβλιο – τι;». Επομένως γράφαμε για τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες γιατί κανείς άλλος δεν έγραφε. Αυτά τα λίγα νησάκια δημόσιου λόγου για τις βιβλιοθήκες δημιούργησαν και μια νέα «κοινότητα» νέων συναδέλφων γύρω από αυτά. Γρήγορα όμως το πράγμα μεγάλωσε και απλώθηκε, οι κοινότητες των ιστολόγων γίναν… πόλεις, φυλές και φιλίες αναπτύχθηκαν, μια ολόκληρη γενιά εκφράστηκε σε μια πυκνή εποχή που τα πράγματα άλλαζαν και κατέρρεαν. Ύστερα ήρθε το twitter, το facebook, το instagram, τα κείμενα μίκρυναν ή εξαφανίστηκαν, την ίδια στιγμή που η γνώμη μας έβρισκε πλέον μεγαλύτερη απήχηση. Νίκησε η ευχέρεια και η ταχύτητα της αλληλεπίδρασης, οι χρήστες του μέσου κοινωνικής δικτύωσης πολλαπλασιάστηκαν. Αυτά τα κείμενα γράφτηκαν υπό αυτές τις συνθήκες, εξυπηρετώντας πάνω-κάτω αυτές τις ανάγκες. 

Η «αγάπη των βιβλίων» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για βιβλία που μιλάνε για βιβλία. Τελικά μιλάει μόνο για βιβλία; Όταν αναφέρεται στις Παιδικές Βιβλιοθήκες (και τον καταργημένο πια λόγω μνημονίων ΟΠΕΒ), λέει για τα μειονοτικά σχολεία της Θράκης και για τα νοσηλευόμενα παιδιά-αναγνώστες του «Αγία Σοφία» και του «Αγλαΐα Κυριακού», όταν αναφέρεται στις βιβλιοθήκες των φυλακών μιλάει για την Κασαβέτεια και το παράδειγμά της (1998…). Οι επιλογές της Έλλης, τα κείμενα που τελικά γεννήθηκαν, ήταν αντίσταση και διαφυγή στους κλυδωνισμούς, στους προσεισμούς εκείνων των χρόνων, ήταν το όνειρο της αγάπης του βιβλίου και η μελαγχολία των προσπαθειών που κατέρρεαν, έμεναν έωλες, ημιτελείς, ασχεδίαστες. Τα βιβλία της Έλλης είναι οι άνθρωποι που τα έγραψαν που τα εξέδωσαν, που τα εικονογράφησαν, που τα μετέφρασαν, τα καταλογογράφησαν, τα δάνεισαν, τα δανείστηκαν, τα πούλησαν και τα αγόρασαν, τα σημείωσαν, τα πλαστογράφησαν. Είναι βόλτες, αποδράσεις σε βιβλιοπωλεία, σελίδες τίτλων, υπογραμμίσεις, παζάρια κι εκθέσεις βιβλίων, είναι σκυταλοδρομίες από βιβλίο σε βιβλίο, είναι μια γεωγραφία του βιβλίου. 

Εν κατακλείδι, το βιβλίο της Έλλης Δρούλια «για την αγάπη των βιβλίων» είναι μια ηθογραφία της ανάγνωσης, το χρονογράφημα μιας βιβλιοφιλίας. Οικοδομείται με μικρά κείμενα σχεδόν άμεσης απεύθυνσης, στις περισσότερες περιπτώσεις στα όρια του προφορικού λόγου. Συνομιλούν με τον αναγνώστη τους, όπως συνομιλούν και με τις πηγές τους. Νομίζω πως αυτό το τελευταίο είναι και μια κληρονομιά του ιστολογικού φαινομένου, που διαφοροποιείται από το δημοσιογραφικό λόγο του παρελθόντος και απέχει από τον όποιο λογοτεχνικό. Τα κείμενα αυτού του βιβλίου δεν επιχειρούν να εξαντλήσουν το θέμα τους, είναι παραπομπές για περαιτέρω αναγνώσεις, είναι και δελεαστικές σιωπές. Όπως λέει κάπου η Έλλη, «έτσι και οι άνθρωποι αναμεταξύ τους, μιλάνε με λόγια και συζητήσεις, μιλάνε και με τις σιωπές τους, μέσα από αυτά που επιλέγουν να μην πουν και αυτά που αφήνουν να σέρνονται με μισόλογα, αναλογίες, αδιόρατες εκφράσεις του προσώπου, σωματικές κινήσεις, άηχους κώδικες, άλλοτε έχοντας συναίσθηση και συνείδηση, άλλοτε όχι, αλλά πάντα συμβαίνει. Οι συνομιλητές πρέπει να είναι σε συνεχή εγρήγορση». 

Θα έλεγα πως τα κείμενα αυτά είναι μια σεμνή καταγραφή μιας «άσεμνης» λατρείας του βιβλιακού πολιτισμού μας, η οποία μας κρατά εν τέλει σε εγρήγορση.

*
Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 25/9/2018. 

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Το παραμύθι του ανθρώπου που έφυγε από το μυαλό του


Μια φορά ένας άνθρωπος βγήκε από το μυαλό του, ήθελε, λέει, να 'ναι ελεύθερος, όμως δεν ήξερε πού να πάει και χάθηκε. Ή έτσι είπαμε όσοι μείναμε πίσω. Όπως και να 'ναι δεν τον ξαναείδαμε στο μυαλό του ή έστω κάπου εκεί τριγύρω. Το πρόβλημα ωστόσο όσων μείναμε πίσω είναι πως ποτέ δεν μάθαμε αν εμείς ζήσαμε στο δικό του ή στο δικό μας μυαλό.

***
ο πίνακας είναι της Gertrude Abercrombie

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Σεπτέμβρης τα κατάφερε


Ο Σεπτέμβρης κατάφερε να 'ρθει
Τον αφήσαμε νομίζω
Tο νιώθεις το βράδυ που κλείνεις τα παντζούρια
μια ζαβολιά
παραμονεύει κάτω από τη λάμπα του δρόμου
Έχει περασμένο στον ώμο
ένα διπλωμένο σακάκι, σου χαμογελάει
Πέφτεις για ύπνο
εκείνος έξω
σφυρίζει ένα παλιό σκοπό από το Orfeu Negro
Τον συναντάς στο πρώτο σου όνειρο
και φεύγετε μαζί
Τα κατάφερε.

***
ο πίνακας είναι του James Harold Noecker


Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Το παραμύθι του Άρη Μ.


Την ιστορία αυτή την ακούσαμε μια μέρα στο καφενείο, στην πλατεία του χωριού. Μας την είπε ο μπάρμπα – Άρης και τη συμπλήρωσαν από τα διπλανά τραπέζια σε κάτι ασήμαντες λεπτομέρειές της οι υπόλοιποι γέροντες. Θα προσπαθήσω από μνήμης να τη γράψω εδώ, αποφεύγοντας όλα αυτά τα τεχνάσματα της γραφής, τις αποσιωπήσεις, τους συμβολισμούς και τις ανατροπές. Γεγονός είναι ωστόσο πως αυτή η εξιστόρηση μας αναστάτωσε όλους, τόσο αυτούς που την αφηγήθηκαν, όσο κι εμάς που την ακούσαμε. Το χρόνο που ακολούθησε οι περισσότεροι προτίμησαν να την ξεχάσουν και κανείς πάλι δεν έκανε κουβέντα γι’ αυτήν.

Τα παλιά χρόνια ζούσε στα μέρη μας ένας ξακουστός παραμυθάς, οι ιστορίες του είχαν ταξιδέψει στα πέρατα του κόσμου, αυτές άκουγαν με μάτια γεμάτα ελπίδα οι αγρότες και γεμάτα τρόμο οι βασιλιάδες. Στις βιβλιοθήκες τις μελετούσαν οι γραμματιζούμενοι κι έγραφαν βιβλία γι’ αυτές, κάποιος μια μέρα ανακοίνωσε πως ο πραγματικός κόσμος δεν είναι αυτός που ζούμε, αλλά αυτός που ζει και πεθαίνει στα παραμύθια. Μια μέρα ο παραμυθάς πήγε στο γιατρό και του παραπονέθηκε πως τον πονούσε η κοιλιά του, πως ένιωθε να φουσκώνει χωρίς να έχει έχει φάει πολύ, πως αυτή η δυσάρεστη αίσθηση δεν τον άφηνε σχεδόν να αναπνεύσει. Ο γιατρός του είπε πως στην ηλικία του θα έπρεπε να προσέχει πιο πολύ τη διατροφή του, να ξεκουράζεται και να κοιμάται πολύ. Ο γέρος παραμυθάς γύρισε στο σπίτι του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του, έκλεισε τα μάτια του και αποκοιμήθηκε. Οι μέρες περνούσαν και κανείς δεν τον είδε να βγαίνει από εκεί. Μόνο που μια μέρα ένας μεγάλος κρότος ξύπνησε τους χωριανούς κι ένας σεισμός τους σήκωσε απ’ τις καρέκλες και τα κρεβάτια τους. Βγαίνοντας έξω αναστατωμένοι είδαν το σπίτι του παραμυθά γκρεμισμένο κι ένα μικρό παράξενο βουνό στη θέση του, σαν πυκνό μαύρο σύννεφο. Κάποιοι πρόσεξαν πως όλο αυτό το σκοτεινό και απειλητικό σύννεφο δεν ήταν παρά ο παραμυθάς, ή μάλλον η κοιλιά του. Την αρχική έκπληξη θα την είχε διαδεχθεί η αδιαφορία, γιατί οι άνθρωποι συνηθίζουν και στα πιο παράξενα πράγματα που δεν τους απειλούν, αν δεν συνέχιζε να μεγαλώνει η κοιλιά του παραμυθά μέρα με τη μέρα, νύχτα με τη νύχτα. Σύντομα πέρασε τα σύνορα του κτήματός του, γκρέμισε τα διπλανά σπίτια, κατέλαβε όλο το χωριό και συνέχιζε να μεγαλώνει. Η πεδιάδα που ζούσαμε ήταν πια για τους περιηγητές ένας μικρός λόφος και καθώς περνούσαν τα χρόνια η κοιλιά του παραμυθά έγινε το μεγάλο μας βουνό και τότε σταμάτησε να μεγαλώνει. Δέντρα φύτρωσαν πάνω της και πουλιά σταθήκαν στα κλαδιά τους και τα χιόνια που έλιωναν στην κορυφή της έφτιαξαν ποτάμια που κατέβαιναν απ’ τις κοιλάδες της, ώσπου κάποια στιγμή ξαναχτίσαμε το χωριό μας.

Όλα θα είχαν ξεχαστεί, γιατί συνηθίζουμε και στα πιο παράξενα πράγματα, όμως ένα βράδυ έγινε κάτι που θα θυμούνται πάντα οι άνθρωποι: η κοιλιά του παραμυθά έσκασε και από μέσα της βγήκαν δράκοι και ληστές κι έσφαξαν κι έκλεψαν τα ζωντανά μας και πήραν τις κόρες μας μακρυά, και τέρατα παράξενα, ψάρια με φτερά, κι άλογα σαρκοβόρα και πουλιά με σιδερένια ράμφη και γυάλινες κραυγές μας κυνηγούσαν σε βουνά και σε λαγκάδια να μας φάνε. Γλίτωσαν από εμάς μονάχα όσοι κατάφεραν και κρύφτηκαν στις σπηλιές. Μέρες μετά ξαναγυρίσαμε στο ρημαγμένο τόπο μας και ξαναχτίσαμε τα σπίτια και το βιος μας.

Δεν ξαναφήσαμε έκτοτε να μείνει παραμυθάς στον τόπο μας, γιατί όσα κρύβει το μυαλό του παραμυθά τα φανερώνει η κοιλιά του.

***
ο πίνακας είναι του Antonio M. Ruiz ("El Corcito")

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Το παραμύθι του ζητιάνου







Μια μέρα ήρθε στην πόλη μας ένας ζητιάνος και κάθισε φαρδύς-πλατύς στα σκαλιά του ναού. Οι ζητιάνοι ξέρουν καλά πως δεν θα τους βοηθήσει κανένας θεός, μόνο αυτοί που ζητάνε τη βοήθεια του θεού θα τους βοηθήσουν. Είχε μέρα και νύχτα απλωμένο το χέρι του και την παλάμη του ανοιχτή στρέφοντάς τη σε όποιον περνούσε. Κάποιοι του έδιναν χρήματα, όμως εκείνος έδειχνε να αδιαφορεί που γέμισε η χούφτα του στην αρχή, κι ύστερα ξεχείλισε. Οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν με αυτή του τη συμπεριφορά, ένας μια μέρα τον ρώτησε θυμωμένος: 
- «Τι θέλεις επιτέλους άνθρωπέ μου;» 
"Δεν θέλω να πάρω" απάντησε ο ζητιάνος. "Τι έχεις να δώσεις;" τον ρώτησε με χλευασμό ο άνθρωπος του θεού. "Το χέρι μου" του είπε ο ζητιάνος και πήρε ένα τσεκούρι, έκοψε το χέρι του και του το έδωσε.

Την επόμενη μέρα ο ζητιάνος κάθισε στην ίδια θέση κι άρχισε να τραγουδάει. Οι πιστοί σιγά-σιγά του έδιναν πάλι τη βοήθειά τους, ακόμη πιο φιλεύσπλαχνα, αφού η μουσική πάντα μαλακώνει τους ανθρώπους. Και πάλι εκείνος όμως δεν έδινε σημασία, και τα κέρματα έγιναν ένα μικρό βουνό στο πλάι του. Οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν με αυτή του τη συμπεριφορά, ένας μια μέρα τον ρώτησε θυμωμένος: 
- «Τι θέλεις επιτέλους άνθρωπέ μου;» 
«Δεν θέλω να πάρω», απάντησε ο ζητιάνος. «Τι έχεις να δώσεις;» τον ρώτησε με χλευασμό ο άνθρωπος του θεού. «Τη φωνή μου» του είπε ο ζητιάνος και πήρε ένα τσεκούρι, έκοψε τη γλώσσα του και του την έδωσε. 

Την επόμενη μέρα ο ζητιάνος κάθισε στην ίδια θέση. Δεν μιλούσε, δεν άπλωνε το χέρι του, μόνο κοιτούσε τους περαστικούς. Και οι πιστοί του έδιναν τη βοήθειά τους, γιατί οι άνθρωποι φοβούνται τα μάτια που τους κοιτούν. Όπως και τις άλλες φορές ο ζητιάνος δεν έδινε σημασία στα χρήματα και τις προσφορές κι οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν με αυτή του τη συμπεριφορά. Ένας μια μέρα τον ρώτησε θυμωμένος: 
- «Τι άλλο έχεις επιτέλους να δώσεις άνθρωπέ μου;» 
Και τότε σηκώθηκε ο ζητιάνος, πήρε ένα τσεκούρι και του ‘κοψε το κεφάλι. 

Την επόμενη μέρα η θέση του ζητιάνου ήταν άδεια, ούτε τον ξαναείδαμε ποτέ.

***
ο πίνακας είναι του Πάβλου Χαμπίδη

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Το παραμύθι της λίμνης



Μια φορά ήταν μια λίμνη ψηλά στα βουνά. Τα νερά της ήταν κρυστάλλινα κι η όψη της γαλήνια σαν το νανούρισμα που λένε τη νύχτα οι μανάδες στα μωρά τους. Ο ουρανός με τα σύννεφα και τα κέφια του περνούσε καμιά φορά από πάνω της. Μια μέρα κοίταξε τη λίμνη κι είδε σε αυτήν τον εαυτό του και τόσο πολύ του άρεσε αυτό που είδε, πού όποτε περνούσε από ‘κει έριχνε ένα βλέμμα, ολοένα και πιο συχνά, ολοένα και πιο πολύ. Με τον καιρό πια κάθε μέρα ο ουρανός ήταν εκεί, με τον καιρό δεν ξανάφυγε, έμεινε για πάντα πάνω από τη λίμνη να κοιτά και να θαυμάζει το καθρέφτισμά του. Μια μέρα πέρασε από ‘κει ένα παιδί. Είδε στη λίμνη τον ουρανό κι είδε ψηλά τον ουρανό και ρώτησε τη λίμνη ποιος ουρανός από τους δυο είναι ο αληθινός. Κι η λίμνη δεν απάντησε, γιατί οι λίμνες δεν απαντούν. Και τότε το παιδί είπε πως οι λίμνες έχουν δυο ουρανούς και πως κι οι δυο είναι αληθινοί. Και πήρε το δρόμο του να μεγαλώνει όπως κάνουν οι άνθρωποι περπατώντας στους δρόμους.

Κι ο ουρανός άκουσε τι είπε το παιδί και θύμωσε. «Μόνο εγώ υπάρχω, μόνο εγώ είμαι αληθινός» φώναξε. Κι ένιωσε απότομα τόσο μόνος.

***
ο πίνακας είναι του Allana Davie

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

Το παραμύθι του ενεχυροδανειστηρίου



Μια μέρα ένας άγγελος πετούσε πάνω από την πόλη μας, είδε έναν νέο από ψηλά και τον αγάπησε. Κατέβηκε στη γη και του ζήτησε την αγάπη του. Ο νέος του έδωσε την καρδιά του, μα ζήτησε ως ενέχυρο τα φτερά του. 

Την επόμενη μέρα ο νέος περπατούσε δίπλα στη λίμνη, είδε ένα ψάρι όμορφο πολύ και το αγάπησε. Βούτηξε στο νερό και ζήτησε την αγάπη του. Το ψάρι του έδωσε τη σιωπή του, μα ζήτησε ως ενέχυρο τα φτερά του αγγέλου. 

Την επόμενη μέρα το ψάρι κολυμπούσε ανάμεσα στα νούφαρα, είδε έναν βάτραχο να στέκει ακίνητος και τον αγάπησε. Ανέβηκε στο νούφαρο και ζήτησε την αγάπη του. Ο βάτραχος του έδωσε τη φωνή του, μα ζήτησε ως ενέχυρο τα φτερά του αγγέλου. 

Την επόμενη μέρα ο βάτραχος χοροπηδούσε στον κήπο του αγγέλου, τον είδε να στέκεται λυπημένος σε μιαν άκρη του και τον αγάπησε. Στάθηκε πλάι του και ζήτησε την αγάπη του. Ο άγγελος του έδωσε τα μάτια του νέου μα ζήτησε ως ενέχυρο τα φτερά του. 

Κι ύστερα πέταξε ψηλά πάνω απ’ την πόλη μας και χάθηκε. Και δεν αγάπησε ξανά κανέναν. 

Συμπέρασμα πρώτο: είμαστε το ενεχυροδανειστήριο των ερώτων μας 
Συμπέρασμα δεύτερο: τα ψάρια αγαπάνε τους βατράχους
Συμπέρασμα τρίτο: Το πιο πολύτιμο ενέχυρο στην αγάπη είναι η ελευθερία.



***
ο πίνακας είναι του John Wilde

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Το παραμύθι του λουλουδιού που άνθισε


Μια μέρα ένα λουλούδι άνθισε κι ήταν τόση η χαρά του, που μοσχοβόλησε ο τόπος γύρω του και τα ζουζούνια του αγρού και οι μέλισσες ήρθαν και τρύγησαν το νέκταρ του και το γονιμοποίησαν. Και τα πουλιά που περάσαν από ‘κει ή στάθηκαν στα κλαδιά των κοντινών δέντρων είδαν όλο αυτό το ξέφρενο πηγαινέλα κι αρχίσαν το τραγούδι. Και τα σύννεφα ακούσαν το τραγούδι των πουλιών και πλεχτήκαν στο χορό τους κάνοντας παράξενα σχήματα ψηλά στον ουρανό, που έμοιαζαν με μάχες κι έρωτες και άλλα τέτοια μπερδέματα. Τα είδαν οι παραμυθάδες, που παρακολουθούν με τις ώρες συνήθως πράγματα φευγαλέα και παράλογα, κι έγραψαν παραμύθια. Για δράκους και παλικάρια και κορίτσια και περιπέτειες σε δάση και βασίλεια έγραψαν.

Τα παραμύθια είναι η ηχώ μιας ανθοφορίας.

***
Ο πίνακας είναι του Xul Solar

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Το παραμύθι του βιβλιοθηκάριου, του λαουτιέρη και του παραμυθά


Ζούσε ένας βιβλιοθηκάριος. Ανάμεσα στα βιβλία που περίμεναν να διαβαστούν και στους ανθρώπους που τα αναζητούσαν ζούσε. Και κανόνιζε τα συνοικέσια του πνεύματος κι ήταν και οι άνθρωποι γι’ αυτόν βιβλία, «ο καθένας, και μια ιστορία ειπωμένη» συνήθιζε να λέει. Και όταν γέρασε πολύ, έλεγε πως «δεν υπάρχουν άνθρωποι, μόνο βιβλία υπάρχουν». 

Ζούσε ένας λαουτιέρης. Ανάμεσα στο λαούτο του που κελαηδούσε τα βάσανα των ανθρώπων και στους ανθρώπους που βασανίζονταν ζούσε. Και κανόνιζε τα συνοικέσια της μουσικής και οι άνθρωποι γι’ αυτόν ήταν τραγούδια, «ο καθένας και μια ιστορία τραγουδισμένη» συνήθιζε να λέει. Και όταν γέρασε πολύ, έλεγε πως «δεν υπάρχουν άνθρωποι, μόνο τραγούδια υπάρχουν». 

Ζούσε ένας παραμυθάς. Έλεγε πως δεν υπάρχουν άνθρωποι, μόνο παραμύθια υπάρχουν.

***
ο πίνακας είναι του Xul Solar

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Το παραμύθι των δυο πηγών



Μια φορά ήταν μια πηγή στην κορυφή ενός λόφου. Κόσμος και ντουνιάς, άνθρωποι, πουλιά και ζωντανά έρχονταν να ξεδιψάσουν από το νερό της, άλλος γλυκός και τρυφερός, άλλος λαίμαργα πίνοντας, άλλος με το ραμφάκι του και άλλος με τις χούφτες απλωμένες. Κι όλοι φεύγαν ευχαριστημένοι που χόρταιναν τη δίψα τους. Κι η πηγή ήταν ευτυχισμένη. Όχι για όλη ετούτη τη ζωή και τη βουή τριγύρω της, αλλά για το νερό που πήγαζε από μέσα της, γιατί οι πηγές για ‘τούτο θα χαίρονται και τίποτα άλλο δεν θα τις νοιάζει μάλλον. Μια μέρα στην πηγή ήρθε κι έκατσε ένα όμορφο παλικάρι, έσκυψε, τα χείλη του φιλήσαν το νερό και τα χέρια του το χάιδεψαν, όπως χαϊδεύουν άγουρα αυτά άγουρο στήθος με άγουρο έρωτα, σύγκορμα τρέμοντας και τρίζει ο ουρανός και του Άδη ακόμη και τα πιο σκοτεινά λαγούμια. Κι ύστερα κάθισε στο πλάι και πήραν στα μάτια του να τρέχουν δάκρυα κι ένα τραγούδι αρχίνισε να λέει για του έρωτα τα πάθη, για την αγάπη που προδόθηκε.

Πέρασε καιρός. Ο νέος δεν έφυγε ποτέ από ‘κει. Με τα χρόνια γέρασε, τα γένια, τα μαλλιά του ασπρίσαν και μακρύναν, βρύα φυτρώσαν στα χείλη του και σαλιγκάρια σύρθηκαν στα χέρια του. Το τραγούδι του σώπασε, όμως τα μάτια του ποτέ δεν στέρεψαν. Μια νύχτα η σελήνη τον σκέπασε το μαγικό της σάλι κι έγινε ευθύς πέτρινη πηγή κι αυτός. Κι οι άνθρωποι, τα πουλιά και τα ζωντανά έρχονταν να ξεδιψάσουν πια στις δυο πηγές στην κορυφή του λόφου.

Υπάρχουν πηγές που χαίρονται να αναβλύζουν το κρυστάλλινο νερό, κι άλλες που δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

***
ο πίνακας είναι του Grand Wood

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Το παραμύθι του μεταχειρισμένου πουκάμισου



Ήταν μια φορά ένα πουκάμισο αντρικό, κρεμασμένο στην καρέκλα ενός υπνοδωματίου. Κάποια στιγμή μπήκε στο δωμάτιο  ένας άντρας, άνοιξε ένα παράθυρο και ξανάφυγε. Ένα αεράκι τάραξε την ακινησία του χώρου, τα πάντα εκεί μέσα ανατρίχιασαν, και το πουκάμισο άρχισε να φουσκώνει σαν μπουμπούκι που βιάζεται ν’ ανθίσει  ή σαν πουλί που ετοιμάζεται να πετάξει. Κι αλήθεια λίγη ώρα μετά άρχισε να πετάει μες στο δωμάτιο, πλησίασε στο ανοιχτό παράθυρο και ύστερα χάθηκε στο φως της μέρας. Πετούσε για ώρες πάνω από την πολιτεία μαζί με τα πουλιά και με τα σύννεφα κι ήταν αληθινά πολύ ευτυχισμένο. Κι όταν χόρτασε πια όλη ετούτη τη χαρά κι είχε πάρει να πλησιάζει η νύχτα, βρήκε ένα σπίτι στην άκρη της πόλης με απλωμένα ρούχα στην αυλή του και πήγε και κρεμάστηκε στο σκοινί του κουρασμένο. Η γυναίκα του σπιτιού μάζεψε τα ρούχα, όμως ο γιος της ζήτησε ένα πουκάμισο καθαρό. Απόψε θα έβγαινε βόλτα με το κορίτσι του κι ήθελε να είναι όμορφος. Η μάνα πήρε το κοιμισμένο πουκάμισο, το σιδέρωσε και του το έδωσε. Το έβαλε εκείνος κι έφυγε. Κι εκείνη στάθηκε για λίγο στο κατόπι του παρακολουθώντας τον να σβήνει μες στη νύχτα. Κι ύστερα έκλεισε πίσω της την πόρτα και πήγε να ξαπλώσει.

Να αγαπάτε τα μεταχειρισμένα πουκάμισα– κάποτε ταξίδεψαν μαζί με τα πουλιά και τα σύννεφα.

***
ο πίνακας είναι του Richard Diebenkorn

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Το παραμύθι του Αγίου που έπεσε στη γη


Ήταν μια μέρα ένας Άγιος. Ακροπατώντας στα σύννεφα αφηρημένος, σκόνταψε, και τσουπ έπεσε στη γη. «Έργο του θεού μου είναι κι αυτή» σκέφτηκε και άφησε να τον παρασύρει η χαρούμενη ανάμνηση της ζωής καθώς περπατούσε: χιλιάδες λουλούδια, εκατομμύρια, λογιών λογιών χρώματα και σχήματα κι οσμές και γύρω πεταλούδες και ζουζούνια που πίναν λαίμαργα τους χυμούς της άνοιξης και ξάφνου... Ξάφνου εμπρός του είδε ένα νέο ξαπλωμένο στο χορτάρι, με το κεφάλι γυρτό στο πλάι και τα χέρια απλωμένα και λυγισμένα πίσω στο σβέρκο και το πουκάμισό του ανοιχτό και τα μάτια του κλειστά. Κι ο Άγιος θυμήθηκε τι είναι ο έρωτας και μια μεγάλη ταραχή τον έπιασε που θα έπρεπε να επιστρέψει στην αγάπη του θεού του.

Τότε, έσκυψε, πήρε στην αγκαλιά του τον κοιμισμένο νέο και ανελήφθη εις τους ουρανούς. Οι άνθρωποι λένε πως ο θεός παίρνει κοντά του τους ανθρώπους που αγαπά, όμως εμείς το ξέρουμε καλά πως τους παίρνει κοντά του γιατί δεν θέλει να χάνει τους Αγίους του.

***
ο πίνακας είναι του Grand Wood

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Is there anybody inside here?



Τα φώτα χαμηλώνουν, ακούς την ανάσα των θεατών που περιμένουν το έργο να αρχίσει, ακούς την καρδιά σου ν’ αδημονεί όπως αδημονούσε ν’ αγγίξει ή έστω να δει την έφηβη σάρκα χρόνια πριν σαν δευτερόλεπτα. Η μουσική των Pink Floyd σβήνει αναπάντητη, «είναι κανείς εκεί έξω;». Θες να βγεις στη σκηνή, εγκλωβισμένος στον φωτεινό κύκλο του φόλοου σποτ (ή προστατευμένος σε αυτόν) και να ρωτήσεις ευγενικά «είναι κανείς εδώ μέσα;». Έχεις την αγωνία πως κάποιος είναι εντός σου, τον ξύπνησες και γυροφέρνει ψάχνοντας, δεν ξέρεις τι, δεν ξέρεις γιατί, ακούς το σούρσιμο από τις παντόφλες του, η ανάσα του βρωμάει αλκοόλ, τα χείλη του φλέγονται, τα μάτια του πνίγονται, τα χέρια του σκάβουν βαθειά στη γη και ξεριζώνουν τους νεκρούς. Κάποια στιγμή κάθεται εντός σου, ανοίγει την εφημερίδα του και σε ρωτάει σχεδόν βαριεστημένα «λοιπόν Τζωρτζ πώς είσαι;». Οι σκέψεις σου σε πάνε και φεύγεις, βγαίνεις στη σκηνή, ρητορεύεις για την κοινωνική αδικία και την καλλιέργεια του ωραίου. Μέσα σου όμως σήκωσε αέρα, μια αγωνία ξεμυτίζει, σιγά-σιγά σε πλημμυρίζει:

Στην ερώτηση που τελικά δεν έκανες, μην υπάρξει απάντηση. Υπάρχει κανείς εδώ μέσα;



Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Το παραμύθι της Σίλιας



Μια φορά ήταν ένα κορίτσι που δεν χωρούσε στο σώμα του. Δεν υπέφερε την ακινησία του ύπνου τα βράδια με πανσέληνο, δεν συμφωνούσε σχεδόν ποτέ με τις διαδρομές των ποδιών της, δεν συναινούσε στις αγκαλιές, τις χειραψίες και τα χάδια των χεριών της. Και  μια μέρα σηκώθηκε κι έφυγε από το σώμα της κι άρχισε να χορεύει, να χορεύει σε σπίτια κι αυλές και δρόμους, έμπαινε κι έβγαινε από καθρέφτες πυροβολώντας τα είδωλα των ανθρώπων με άναρθρες κραυγές ή άλλοτε στεκόταν κουλουριασμένη στο ταβάνι της κρεβατοκάμαράς της για ώρες μουρμουρίζοντας ακατάληπτες φράσεις ή ξάπλωνε γυμνή στους τάφους των επιφανών στα νεκροταφεία και άνθιζε το στήθος της ανάμεσα στα κυπαρίσσια.

Οι άνθρωποι λένε πως τα φαντάσματα είναι άνθρωποι που αρνήθηκαν τον έρωτα, όμως εγώ λέω πως είναι οι χορευτές του ανείπωτου.

***
Το έργο είναι του Antonio Berni

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Ένας Βρετανός περιηγητής στην Ελλάδα του 1946


Ήταν το 1947 όταν στο Λονδίνο τυπώθηκε από τον John Murray ένα κάπως ιδιαίτερο ταξιδιωτικό βιβλίο με τον τίτλο "Classical Landscape with figures". Συγγραφέας του ήταν ο Βρετανός γελοιογράφος, συγγραφέας, ιστορικός της αρχιτεκτονικής και σκηνογράφος Osbert Lancaster. Θέμα του βιβλίου η Ελλάδα, μια περιήγηση στα τοπία και τους ανθρώπους της " από την εποχή του Αγαμέμνονα μέχρι τον Παπανδρέου". Το ταξίδι του Λάνκαστερ έγινε αμέσως μετά τον Πόλεμο και εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Το δεύτερο δηλώνεται και αισθητικά καθώς ανοίγοντας το βιβλίο πέφτεις πάνω σε ένα δίφυλλο πολιτικών συνθημάτων (αρκετά ανορθόγραφων είναι η αλήθεια) από τους τοίχους της Αθήνας που εμφατικά αντικατοπτρίζει την πόλωση της εποχής.



Οι περιοχές που περιδιαβαίνει στις σελίδες του ο συγγραφέας είναι βέβαια η Αθήνα και η Αττική, η Βοιωτία και η Εύβοια, η Φωκίδα, η Θεσσαλονίκη και κάποια από τα νησιά (Κέρκυρα, Κρήτη, Σάμος, Χίος, Μυτιλήνη). Είναι η "Childe Harold country", οι περιοχές που στο ποίημά του "Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ" περιγράφει ο λόρδος Μπάυρον (Μετέωρα, Γιάννενα, Δωδώνη, Άρτα, Μεσολόγγι). Στον πρόλογό του ο συγγραφέας ευχαριστεί κάποιους ανθρώπους για τη βοήθεια και τη στήριξή τους, μεταξύ αυτών το Γιώργο Σεφέρη και τον καθηγητή βυζαντικής αρχαιολογίας Ανδρέα Ξυγγόπουλο. Ποιος ήταν όμως ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, ποιος ήταν ο Osbert Lancaster;








Ο Sir Osbert Lancaster γεννήθηκε το 1908 στο Λονδίνο. Υπήρξε κορυφαίος γελοιογράφος, ιστορικός της αρχιτεκτονικής και σκηνογράφος, ενώ έγραψε και πολλά βιβλία εκλαΐκευσης της αρχιτεκτονικής. Γελοιογράφησε από το 1939 ως το 1981 στη Daily Express, αρθρογράφησε για πολλά χρόνια στο "The Architectural Review" και δημοσίευσε κριτικές τέχνης στον Observer. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου δούλεψε στο Υπουργείο Πολέμου κι ύστερα στο Υπουργείο Εξωτερικών. Το Δεκέμβρη του 1944 ορίστηκε Ακόλουθος Τύπου στη Βρετανική Πρεσβεία στην Αθήνα. Το 1946 έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, την οποία ερωτεύτηκε. Η σχέση του αυτή με το ελληνικό τοπίο και τους ανθρώπους κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Προϊόν του έρωτα αυτού ήταν το Classical Landscape with figures, για το οποίο μίλησε εγκωμιαστικά ο παγκόσμιος τύπος, και το οποίο έγινε αφορμή για ένα νέο διεθνές βλέμμα στην ελληνική πραγματικότητα. Η ζωή του μετά την Ελλάδα χαρακτηρίστηκε από δημιουργικό οργασμό, βιβλία, τοποθετήσεις, συγκρούσεις και υπεράσπιση της βρετανικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, σκηνογραφίες. Πέθανε το 1986. Η μόνη περίοδος που αρνήθηκε να επισκεφθεί την Ελλάδα ήταν η επταετία της Χούντας. 








Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Τα βλέμματα καμιά φορά


Τα βλέμματα είναι δρόμοι που φεύγουν 
Στρίβουν και χάνονται μακρυά
Δεν θα φτάσω ποτέ πριν απ’ αυτούς στην άκρη του κόσμου 
Αυτοί θα με οδηγούν, δεν θα ξεφύγω 
Θα τρέχω ξωπίσω τους 
Άλλοτε με λαχτάρα κι άλλοτε 
Με απελπισία 
Μια μέρα θα σταματήσω στη μέση του δρόμου νικημένος 
Θα ξαπλώσω στην ιδρωμένη άσφαλτο 
Και θα κλείσω τα μάτια 

Τα βλέμματα καμιά φορά είναι δρόμοι αδιέξοδοι

***
ο πίνακας είναι του John Rogers Cox

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Το παραμύθι του κυκλάμινου


Μια φορά κι έναν καιρό ένας άντρας στάθηκε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο της νύχτας. Κοίταξε από ψηλά τους δρόμους και τα φώτα τους και τις σκιές των ανθρώπων που περπατούσαν σκυφτές, σέρνονταν σε γωνίες και τοίχους και χάνονταν στα σκοτεινά σοκάκια – μόνο τη νύχτα οι σκιές αφήνουν τα σώματα και κυκλοφορούν μονάχες τους ελεύθερες και κολασμένες. Η σκοτεινή ανάσα χάιδευε απαλά το καλοσχηματισμένο γυμνό κορμί του, ήχοι ονείρων και μαχών σε τσαλακωμένα κρεβάτια του ψιθύριζαν υποσχέσεις, όμως εκείνος έκλεισε το παράθυρο, έσβησε το φως και κοιμήθηκε. Μια σκέψη τον βασάνιζε απ’ το πρωί: που είδε ένα παιδί να κόβει ένα λουλούδι από ένα κυκλάμινο, να το δείχνει στη μαμά του κι ύστερα να το αφήνει να πέσει πίσω του αδιάφορα. "Τόση ομορφιά και να κόβεται εύκολα από τα πιο μικρά χέρια", σκεφτόταν. "Και τη δική μου ομορφιά ένα χέρι θα την υμνεί, κι ένα άλλο θα την κόψει μια μέρα". Από εκείνη τη νύχτα κανείς δεν τον ξανάδε στο παράθυρο. Κάποιος είπε πως οι σκιές είναι άνθρωποι που αρνήθηκαν να μοιραστούν την ομορφιά τους και κάποιος άλλος πως όλα αυτά είναι φαντασίες των ποιητών.
***
Ο πίνακας είναι του Julian Trevelyan

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Πώς να γράφεις ποιήματα


Αν σκοτώσεις τον έρωτα
Το μαχαίρι μέσα του εισχωρώντας
Όπως οι λέξεις παραβιάζουν το βλέμμα
Αν τον σκοτώσεις
Αφήνοντας ανυπεράσπιστο το άψυχο κορμί του
Όπως το βλέμμα που πέφτει στο πάτωμα
Αν τον σκοτώσεις
Και πλύνεις ύστερα τον τόπο του εγκλήματος
Από τα αίματα με ένα σφουγγάρι

Αυτό που θα μείνει θα είναι το ποίημα:
Μια απροσδιόριστη οσμή του εγκλήματος

***
ο πίνακας είναι του Robert Colquhoun

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Δίκτυο Σχολικών Βιβλιοθηκών Δημόσιων Δημοτικών Σχολείων: μια επική μπαρούφα του Υπουργείου Παιδείας.


Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου στις 28 Φεβρουαρίου 2018 (Αριθμ Φ.14/22511/Δ1) ιδρύεται λέει «Δίκτυο Σχολικών Βιβλιοθηκών Δημόσιων Δημοτικών Σχολείων». Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να τελειώσει πριν καν αρχίσει, μόνο με την αναφορά των «λαμβανόντων υπόψη» του υπουργού και συγκεκριμένα του 16ου «λαμβάνοντος υπόψη»: «το γεγονός ότι από την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού».

«Χωρίς… δαπάνες πώς θα παντρευτούμε Μανωλιό μου, πώς θα βάλουμε στεφάνι» δηλαδή. Δηλαδή μετά από άπειρες εξαγγελίες των χρόνων διακυβέρνησης της πρώτης και δεύτερης φοράς Αριστεράς τελικά παραδίδουμε στην πολύπαθη σχολική κοινότητα ένα κακογραμμένο θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο με πολλές ελλείψεις και τρομερές στρεβλώσεις. Θα φτιάξουμε, λέει, δίκτυο σχολικών βιβλιοθηκών χωρίς λεφτά, με αγορές χωρίς λεφτά, εξοπλισμό χωρίς λεφτά, προσβασιμότητα χωρίς λεφτά και τρίωρη λειτουργία την εβδομάδα…

Για να δούμε λοιπόν τι ρυθμίζεται με την εν λόγω απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου, άμεσα εφαρμόσιμης από το τρέχον σχολικό έτος (2017-2018).

Μετά από μια εκτενή έκθεση ιδεών σχετικά με τους σκοπούς του συστήματος δικτύου και το κανονιστικό πλαίσιο, ερχόμαστε στο πρώτο καταγεγραμμένο… gap: χρήστες των εν λόγω βιβλιοθηκών ορίζονται τα μέλη των σχολικής κοινότητας: οι μαθητές, το διδακτικό και βοηθητικό προσωπικό, ενώ η βιβλιοθήκη λειτουργεί προς όφελός τους… Στα μέλη της σχολικής κοινότητας είναι γνωστό πως μέλη της είναι και οι γονείς, τόσο σε θεσμικό επίπεδο (σύλλογοι, ενώσεις, ομοσπονδίες γονέων, σχολικά συμβούλια, συμβούλια σχολικής κοινότητας, σχολικές επιτροπές), όσο και πρακτικό. Η εξαίρεσή τους από τις υπηρεσίες των σχολικών βιβλιοθηκών αποκαλύπτει το συνήθη συντεχνιακό «ιδρυματισμό» των φωστήρων του Υπουργείου Παιδείας. Αν αναλογιστεί μάλιστα κανείς τις προκυβερνητικές ρητορείες περί «ανοιχτών σχολείων» στη γειτονιά και την κοινωνία, καταλαβαίνουμε πόσο η όποια πράξη απομακρύνεται από την όποια ρητορεία.

Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση του Υπουργού:

Είναι εντυπωσιακές οι αρμοδιότητες που αποδίδονται στους επί 3 ωρών εβδομαδιαίως ασχολούμενους δασκάλους του δικτύου των βιβλιοθηκών: οι εν λόγω ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα μαθαίνουν και θα κοινωνικοποιούν τους χρήστες τους, θα συγκεντρώνουν την παγκόσμια πνευματική κληρονομιά, θα συγκεντρώνουν, οργανώνουν και παρέχουν αποθετήρια «μορφωτικού υλικού», θα αναπτύσσουν τον επιστημονικό διάλογο, θα διακινούν τη γνώση, θα δίνουν πρόσβαση σε έναν «ανοιχτό κόσμο πληροφοριών (άρθρο 3, §δ) την ίδια στιγμή που η «ανοιχτότητα» του κόσμου αυτού θα περιορίζεται από προεπιλεγμένες προσβασιμότητες (από ποιους και με ποια κριτήρια) και θεματικές ιστοσελίδες (άρθρο 4, §ε).

Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα αναπτύσσουν στρατηγικές αναζήτησης και εντοπισμού της πληροφορίας, θα αξιολογούν τις πληροφοριακές πηγές, θα αντιμετωπίζουν κριτικά τις ανακτημένες πληροφορίες μέσα από διαδικασίες ανάλυσης, γενίκευσης, αξιολόγησης της ακρίβειας και της σχετικότητας, της οργάνωσης και της σύνθεσης των επιλεγμένων πληροφοριών…

Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα μετατρέψουν με την τρίωρη εργασία τους, που θα λογίζεται ως διδακτική, τη βιβλιοθήκη από χώρο συγκέντρωσης και διαχείρισης (;) τεκμηρίων σε υβριδική με ολοκληρωμένη (;) μεν, ελεγχόμενη δε, πρόσβαση σε φυσικούς και ψηφιακούς χώρους πληροφόρησης. Οι επι τρίωρο εβδομαδιαίως ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα συντάσσουν κανονισμούς, θα δανείζουν υλικό, θα φτιάχνουν τις κάρτες μέλους, θα παράγουν φωτοαντίγραφα, θα ταξινομούν το έντυπο υλικό (με ποιο σύστημα;), θα εκπαιδεύουν μαθητές και εκπαιδευτικούς στην αναζήτηση βιβλιογραφίας, θα σχεδιάζουν την ανάπτυξη και επέκταση της συλλογής, θα αγοράζουν, ανταλλάσσουν, παράγουν βιβλία και θα υποδέχονται τις δωρεές, θα ελέγχουν, θα σφραγίζουν και θα καταγράφουν στον «Ηλεκτρονικό Κατάλογο Εισαγωγής» (βάση δεδομένων) το εισερχόμενο έντυπο υλικό, θα κόβουν τα ενωμένα φύλλα των εντύπων, θα προσθέτουν ετικέτες και αντικλεπτικά και θα καταγράφουν στον ηλεκτρονικό κατάλογο της βιβλιοθήκης τα τεκμήρια (προφανώς εφαρμόζοντας τους διεθνείς βιβλιοθηκονομικούς κανόνες).

Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα απογράφουν το υλικό κάθε 4 χρόνια σε συνεργασία με άλλους δύο συναδέλφους τους ανειδίκευτους «βιβλιοθηκάριους» και θα αποσύρουν το υλικό είτε που δεν χρησιμοποιήθηκε (!), είτε που έχει φθαρεί ή καταστραφεί, συντάσσοντας ηλεκτρονικό κατάλογο αποσύρσεων και μεριμνώντας για την αποθήκευση ή διανομή σε άλλες βιβλιοθήκες του αποσυρμένου υλικού. Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα φροντίζουν για τη διατήρηση του έντυπου υλικού και την προληπτική συντήρησή του και θα ψηφιοποιούν τεκμήρια ευαίσθητα ως προς τη χρήση τους δημιουργώντας βάση δεδομένων που θα έχει και όνομα (…) , θα λέγεται «Ψηφιοθήκη». Οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα μεριμνούν ιδιαίτερα για τις σπάνιες ή πολύτιμες συλλογές.

Μπορεί κάποιος κακοπροαίρετος να αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν απόφοιτοι παιδαγωγικής σχολής, γυμναστές, μουσικοί, καθηγητές ξένων γλωσσών ή πληροφορικοί να διαθέτουν αυτές τις δεξιότητες που περιγράφονται στην καταθλιπτική μπαρούφα του Υπουργείου Παιδείας, αλλά μάλλον ξεχνούν: α) το 16ο στοιχείο που έλαβε υπόψη ο υπουργός στην εν λόγω απόφαση β) ποιος τη σχεδίασε γ) πόσο συνήθης είναι η πρακτική από το σχολείο να εξοβελίζεται όποιος δεν εντάσσεται στο στενό πυρήνα των εκπαιδευτικών (ακόμη και οι γονείς απαγορεύεται να μπουν στο σχολείο), την ίδια στιγμή που και εν καιρώ ελλείψεων στα σχολεία εκατοντάδες εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας είναι αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου, αρχεία και βιβλιοθήκες.

Μπορεί κάποιος κακοπροαίρετος να πει πως σε αυτή την οχτασέλιδη μπαρούφα υπάρχουν ιδέες, κοινοτοπίες και βερμπαλισμοί, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία: α) με βάση ποιες διεθνείς προδιαγραφές θα οργανωθούν βιβλιοθηκονομικά οι βιβλιοθήκες των δημοτικών σχολείων; β) πώς, από ποιους και για πόσο χρόνο θα μορφωθούν οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» προκειμένου να αποκτήσουν τις απαιτούμενες από την περιγραφή των εργασιών δεξιότητες; γ) Με ποια κριτήρια θα επιλέγονται οι υπεύθυνοι των βιβλιοθηκών; δ) με ποιο τρόπο θα υλοποιηθεί το δίκτυο των βιβλιοθηκών, ποιος θα καλύψει τα έξοδα της δημιουργίας του δικτύου; ε)τι θα γίνει με τα σχολεία που δεν θα καταφέρουν να συγκροτήσουν συλλογές και βιβλιοθήκες ή που δεν έχουν χώρο για δημιουργία βιβλιοθήκης; Θα δημιουργηθούν σχολεία δύο ταχυτήτων; στ) ποιες προδιαγραφές πρέπει να έχει ο χώρος μιας σχολικής βιβλιοθήκης; ζ) ποιος θα χρηματοδοτεί τις αγορές βιβλίων, αφού η ανάπτυξη συλλογής δεν είναι στις επιλέξιμες δαπάνες των Σχολικών Επιτροπών; η) ποιος θα καλύψει το κόστος της υλικοτεχνικής υποδομής των βιβλιοθηκών των σχολείων; θ) επαρκούν τρεις ώρες λειτουργία εβδομαδιαίως για τις σχολικές βιβλιοθήκες προκειμένου «να αποτελέσουν βασικό πυλώνα της διά βίου μάθησης και της εκπαίδευσης για το περιβάλλον και την αειφορία»; (;) ι)σε τρεις ώρες εβδομαδιαίως οι ανειδίκευτοι «βιβλιοθηκάριοι» θα κάνουν όλα αυτά που περιγράφει η… έκθεση ιδεών του Υπουργού;

Είναι σαφές πως σχολεία χωρίς δασκάλους δεν μπορούν να υπάρξουν. Πως νοσοκομεία χωρίς γιατρούς και νοσηλευτές επίσης. Γιατί θεωρεί το Υπουργείο Παιδείας πως μπορούν να υπάρξουν βιβλιοθήκες χωρίς βιβλιοθηκονόμους; Γιατί θεωρεί το Υπουργείο Παιδείας πως κάθε… σύναξη βιβλίων είναι βιβλιοθήκη; Γιατί θεωρεί το Υπουργείο Παιδείας πως με… αερολογίες βάφονται αυγά και με εκθέσεις ιδεών φτιάχνονται βιβλιοθήκες; Αυτός είναι ο σχεδιασμός και η πολιτική του για το βιβλίο; Τι εξυπηρετεί η γενικόλογη έκθεση ιδεών εν τω μέσω της σχολικής χρονιάς, έτσι μόνη της, χωρίς άλλες ανακοινώσεις, σχεδιασμούς, υποσχέσεις έστω;

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Εμπρός όλοι μαζί τα πεζοδρόμια να ανθίσουμε!


Κυριακή πρωί. Γωνία Σιτάκης και Τέω, έξω από το Νηπιαγωγείο. Η Τέως ήταν αρχαία πόλη της Μικράς Ασίας, νοτιοδυτικά της Σμύρνης. Ήταν η πατρίδα του λυρικού ποιητή Ανακρέοντα (6ος π.Χ. αιώνας). Και η Σιτάκη ήταν λέει μια μεγάλη και πολυάνθρωπη πόλη της Βαβυλωνίας., ακουμπούσε στον Τίγρη. 

Μάρτιος 2018. Στη διασταύρωση δύο αρχαίων πόλεων ένας γέρος άντρας στέκεται. Κρατάει στα χέρια του μια πλαστική σακούλα γεμάτη χαρτιά. Την ακουμπάει σε ένα αυτοκίνητο, βγάζει από μέσα ένα χαρτί, έχει πάνω του γραμμένο κάτι, το κολλάει στο καφάο του ΟΤΕ με χαρτοταινία. Περνάει ένας άντρας, τον κοιτάζει και προφανώς τον επιτιμά για τον «βανδαλισμό». Ακούω τον γέρο άντρα να απαντάει κάτι «για την επικοινωνία με τους ανθρώπους». 

Το βράδυ περνάω από το σημείο της τοιχοκόλλησης. Είναι κολλημένο ένα φωτοτυπημένο ποίημα, σε κάποιο σημείο του είναι γραμμένο με το χέρι το όνομα του ποιητή: «Γιάννης Γκούμας». Χρόνια τώρα στη Λαμπρινή και στην Κυπριάδου βρίσκω κολλημένα ποιήματα σε κολώνες και καφάο. 

«Εμπρός όλοι μαζί 
Τα πεζοδρόμια 
Να ανθίσουμε 
Και μια ζωή 
Καλύτερη μπορούμε 
Να τη ζήσουμε» 

Γυρίζοντας σπίτι ψάχνω να βρω στοιχεία για τον ποιητή. Δεν βρίσκω και λίγα: βιογραφικό και εργογραφία στη βιβλιονέτ, ποιήματά του στο «ποείν», μια συνέντευξή του στη Βασιλική Ψαρρά. Ο γέροντας που είδα το πρωί ζει στην περιοχή μου, είναι ποιητής και τοιχοκολλά ποιήματα στους δρόμους αυτής της πόλης για να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους!

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Σκιές ενός άλλου κόσμου



Είναι κάτι μέρες που μοιάζουν με ασπρόμαυρη ταινία του βωβού κινηματογράφου. Οι άνθρωποι τρέχουν, οι σκιές αποχωρίζονται το φως και ανεξαρτητοποιούνται, το πρόσωπο του ήρωα μεγαλώνει και αλλάζει όπως η καταιγίδα που πλησιάζει ή η θάλασσα που ανταριάζει. Περπατάς στην Αθήνα. Στην οδό Αριστοφάνους ένας άντρας πλησιάζει τα κάγκελα των σπιτιών και τους ψιθυρίζει. Αναρωτιέσαι ποιο μυστικό κρατούνε πια εχέμυθα τα κάγκελα αυτής της πόλης. Στρίβεις στην Ευριπίδου, λίγο πιο πάνω γίνεται διανομή τροφίμων. Βλέπεις τα πρόσωπα που στέκουν περιμένοντας να έρθει η σειρά τους και γύρω τους ανθρώπους, τους υπόλοιπους, που διασταυρώνονται βιαστικοί. Λες πως οι άνθρωποι που περιμένουν και που χρειάζονται θα έπρεπε να κινούνται γρήγορα και οι άνθρωποι που βιάζονται να πάνε στις δουλειές τους θα έπρεπε να στέκουν ακίνητοι μέχρι η βιασύνη τους να τελειώσει. Έτσι θα έπρεπε να είναι οι φυσικοί και οι κοινωνικοί νόμοι. Βγήκες σήμερα γυμνός πάλι στους δρόμους της πόλης και περπατάς, στη σκηνή του κόσμου σου παίζονται τα ίδια έργα κι εσύ είσαι ο μόνος θεατής αυτής της παράστασης. 

Μια γριά στην Πανεπιστημίου τσακώνεται με ένα σκύλο. Εκείνος της απαντά γαβγίζοντας. Ένας ζητιάνος χαμογελά κι εγώ δεν είμαι ζωγράφος – θα ήθελα να είμαι ζωγράφος. Μόνο φωτογραφίζω πράγματα μες στο μυαλό μου που είναι παράξενα, που αν και συμβαίνουν εδώ και τώρα, δεν είναι του κόσμου ετούτου. Περισσότερο τα λες σκιές ενός άλλου κόσμου. Περάσματα φαντασμάτων από καθρέφτες πεταμένους στο πεζοδρόμιο.

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Θυμώνω με τη σκόνη των βιβλιοθηκών


Τον τελευταίο καιρό με αφορμή αυτοψίες σε συλλογές και βιβλιοθήκες προκειμένου να εντοπιστούν βιβλία της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα για τη Βιβλιογραφία της περιόδου που ετοιμάζουμε, έρχομαι σε επαφή με την τραγική κατάσταση που υπάρχει σε αρκετές από τις ειδικές βιβλιοθήκες. Νόμιζα αφελώς πως όλα αυτά, παρά τα τρομερά οικονομικά προβλήματα των μνημονιακών χρόνων, τα είχαμε κάπως ασαφώς αφήσει πίσω μας. Διαπιστώνω όμως πως πορευόμαστε αλματωδώς προς το κακό παρελθόν μας παρά τους ειδικούς που διαθέτουμε, παρά τα αμπαλαρίσματα των διαφόρων δράσεων χορηγών και υπηρεσιών, τις χρηματοδοτήσεις κι όλα αυτά. 

Είδα καταπληκτικά πράγματα στη βιβλιοθήκη του Πολεμικού Μουσείου (έντυπα εγχειρίδια χειρισμού όπλων), στην Ένωση Σμυρναίων (σχολικά βιβλία της Σμύρνης), στο Σύλλογο των Αθηναίων, στο Τάγμα των Ιησουιτών (κανονισμούς και εγκυκλίους των καθολικών των Κυκλάδων). Δεν είδα τίποτα από την άλλη στο τραγικό αρχείο της ΟΛΜΕ. Άκουσα για μια ορφανή συλλογή στρατιωτικών εντύπων στη Λέσχη Αξιωματικών, έχω μια καλή εικόνα χρόνων της δουλειάς και των προβλημάτων των ΑΣΚΙ. Εν κατακλείδι μιλάμε για φορείς που για διάφορους λόγους υπερασπιζόμενοι την όποια αυτάρεσκη αυτονομία τους, δεν έχουν ή δεν διαθέτουν πια χρήματα για την οργάνωση των βιβλιακών ή αρχειακών συλλογών τους. Που δεν υποστηρίζουν τη σταθερή λειτουργία με ειδικευμένο προσωπικό των βιβλιοθηκών και των Αρχείων τους. Μιλάμε συχνά για μια μεγάλη ομάδα φορέων που τους νέμονται διάφορα "ερευνητικά αρπακτικά", μικρές οάσεις της ιστορίας ή του πολιτισμού μας που για ερευνητικούς λόγους δεν είναι προσβάσιμοι στους πολλούς, στους "έξω". Μιλάμε και για περιπτώσεις, όπως αυτές που ανέφερα παραπάνω, που υποστηρίζονται με ψυχή και πείσμα από ανθρώπους (συνήθως μη ειδικούς), εθελοντικά.

Σήμερα είδα μια τέτοια περίπτωση: το "Ωδείον Αθηνών". Έναν καταπληκτικό οργανισμό στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα στο Λύκειο του Αριστοτέλη, ο οποίος παρήγαγε εξαιρετικό πολιτισμό από το 1871 που ξεκίνησε να λειτουργεί, που τον υπηρέτησαν άνθρωποι εξαιρετικά σημαντικοί στην ιστορία της μουσικής. Είδα εγκατάλειψη αλλά και φροντίδα (από ψυχωμένους εθελοντές), είδα αρχεία σκονισμένα σε κούτες, δεκάδες τεύχη με παρτιτούρες του προηγούμενου και προπροηγούμενου αιώνα, φωτογραφίες, προγράμματα συναυλιών, προσωπικά αρχεία, συλλογές βιβλίων επιφανών μουσικών, δεκάδες ρολά για πιανόλα, επιστολές, πρακτικά συνεδριάσεων, δίσκους βινυλίου. Σκόνη, σκόνη, σκόνη και κούτες σε τοίχους και διαδρόμους. Και κάποιους μουρλούς που παλεύουν με αυτή, αλλά και με την απουσία χρηματοδότησης. Έμαθα πως έχουν κατατεθεί προτάσεις για χρηματοδότηση από ΕΣΠΑ, αλλά και πάλι νομίζω πως μιλάμε για αμφίβολες σωστικές παρεμβάσεις.

Και θλίβομαι και θυμώνω με όλα αυτά. Που τόσες δεκαετίες δεν πείσαμε οι βιβλιοθηκονόμοι και οι αρχειονόμοι πως είμαστε οι ειδικευμένοι θεματοφύλακες του πολιτισμού και της ιστορίας μας, που ολόκληρα κομμάτια του πολιτισμού και της ιστορίας μας κρύβονται στη σκόνη και διασώζονται είτε από τύχη, είτε από δόλο και κέρδος. Θυμώνω που κάνουμε πανηγύρι μια μετακόμιση της Εθνικής Βιβλιοθήκης την ίδια στιγμή που δεν είναι αυτονόητο πως αυτή θα έπρεπε να έχει ρόλο ενεργό στη διάσωση, επεξεργασία και ανάδειξη του βιβλιακού μας πολιτισμού. Θυμώνω που το Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών δεν έχει δέσει την κυβέρνηση σε μια δεσμευτική, μακρόπνοη πολιτική βιβλίου, αρχείων και βιβλιοθηκών. Που οργανώνουμε παγκόσμιο συνέδριο βιβλιοθηκών την ίδια στιγμή που οι πανεπιστημιακές μας βιβλιοθήκες δεν αγοράζουν βιβλία τα τελευταία χρόνια λόγω έλλειψης κονδυλίων. Που θα γιορτάσουμε την Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου στην Αθήνα που φιλοξενεί ακόμη βιβλιοθήκες κρυμμένες στη σκόνη και την απαξίωση. Που έχουμε δεκάδες συναδέλφους με διδακτορικά και ανακοινώσεις στα μεταδεδομένα, τις οντολογίες και τη διαχείριση της πληροφορίας και της γνώσης, την ίδια στιγμή που τα δεδομένα της πραγματικότητας του επαγγέλματός μας είναι απαξίωση, η μη χρηματοδότηση, η πλήρης απουσία προσλήψεων εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, η στελέχωση βιβλιοθηκών με ανειδίκευτους εκπαιδευτικούς (που λείπουν από τα σχολεία), η σκόνη, η σκόνη, η σκόνη...

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Το παραμύθι της Γιόνας



Μια φορά κι έναν καιρό φύτρωσε μέσα σε ένα παλιό βιβλίο ένα λουλούδι, ένα μικρό κατακόκκινο κεφαλάκι με ανακατωμένα μαλλιά, σαν ζαβολιάρικο παιδί που βγαίνει έξω να παίξει ξεχνώντας πίσω του ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού του. Οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν, αλλά γρήγορα βρήκαν μια επιστημονικοφανή εξήγηση κι ερμήνευσαν το παράδοξο φαινόμενο – πάντα το κάνουν αυτό: εξηγούν ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν. Κι ύστερα η θεσπέσια μυρωδιά του λουλουδιού έκαμψε τις σκέψεις να ξεριζωθεί από το βιβλίο, οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι σε κάτι τέτοια. Η μεγαλύτερη αναστάτωση προκλήθηκε όμως στους κατοίκους του βιβλίου, στο μεγάλο σοβαρό φιλοσοφικό δοκίμιο και στις λέξεις που το συγκροτούσαν. Στην αρχή ακούγονταν σκόρπιοι ψίθυροι διαμαρτυρίας, ύστερα έβλεπες παρέες-παρέες τις λέξεις να μιλούν αναμεταξύ τους εκνευρισμένες. Μια νύχτα, σε μια άκρη του βιβλίου συγκλήθηκε γενική συνέλευση των λέξεων προκειμένου να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον ξένο που εισέβαλε στη χώρα τους. Πρώτη μίλησε η λέξη «Ον»: «κύριοι», είπε, «όλοι ξέρετε πως τόσα χρόνια ζούμε αρμονικά σε αυτό το βιβλίο, λέξεις που δεν συμφωνούμε απαραίτητα μεταξύ μας, λέξεις με διαφορετικές καταγωγές, αλλά που όλες μαζί υπηρετούμε πιστά το κείμενο που μας έφερε εδώ και τις ιδέες του που είναι και δικές μας ιδέες. Αυτές τις μέρες όμως εμφανίστηκε ανάμεσά μας ένας νέος κάτοικος, ένας απείθαρχος πρόσφυγας, που δεν είναι λέξη όπως εμείς αλλά ένα παράξενο σχήμα, μια ατίθαση νέα ιδέα. Ένα λουλούδι! Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ για να διατρανώσουμε την αντίθεσή μας στην ύπαρξη του λουλουδιού, να καταγγείλουμε την ασυνέπειά του στις ιδέες και την ιστορία μας…». «Ένα λουλούδι δεν είναι λέξη» φώναξε η λέξη Λουλούδι. «Θα μολύνει τα παιδιά μας η μυρωδιά του, οι λέξεις δεν έχουν μυρωδιά» ακούστηκε από τις τελευταίες σειρές η φωνή της Πίστης. Με τη σειρά λίγο-πολύ τοποθετήθηκαν όλες οι λέξεις. Ακόμη και το Όχι συμφώνησε πως το λουλούδι δεν έχει σχέση με τις λέξεις, ενώ το Ναι είπε πως πρέπει να πουν όχι στην παρουσία του ανάμεσά τους.

Τελευταία μίλησε η λέξη Σιωπή. «Τι πρέπει να κάνουμε κύριοι;» αναρωτήθηκε. «Πρέπει να σκοτώσουμε το λουλούδι. Πρέπει τα λουλούδια να μάθουν πως δεν μπορούν να μπαίνουν απρόσκλητα στα βιβλία μας και να παραμένουν ανάμεσά μας». Κι όλοι συμφώνησαν.

Και ύστερα όλοι πήγαν στη θέση τους, το κείμενο απόκτησε πάλι μια συνοχή κι ένα νόημα και για αιώνες το βιβλίο έζησε μες στη σιωπή των λέξεων. Το λουλούδι λίγο μετά ξεράθηκε, όπως πεθαίνουν οι άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ από κανέναν. Η σιωπή είναι ο θάνατος των λουλουδιών, όχι των λέξεων.

***
ο πίνακας είναι του Jean Pierre Ruel

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Το παραμύθι της Μελίνας


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα που έφτιαχνε ιστορίες στο μυαλό της, αλλά δεν τις έγραφε σε βιβλία όπως κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Ο κόσμος λοιπόν έλεγε πως είναι τρελή, πως φαντάζεται πράγματα και καταστάσεις που δεν υπάρχουν, και πως ζούσε στον μυστικό της κόσμο. Ένα πρωί πίνοντας τον καφέ της είδε να σχηματίζεται στην επιφάνεια της κούπας της η μορφή ενός δράκου με απλωμένα φτερά. Χαμογέλασε κι άρχισε να τον πίνει βιαστικά, σαν να έπρεπε οπωσδήποτε να προλάβει κάτι, ή σαν να φοβόταν (τι παράλογη σκέψη κι αυτή) μήπως ο δράκος φύγει από την κούπα της. Κι ύστερα φόρεσε ένα πανωφόρι, πήρε τα κλειδιά της από το σκρίνιο στο οφίς και βγήκε στο δρόμο κι άνοιξε το στόμα της και απ’ τα εσώψυχά της βγήκε μια αμείλικτη φλόγα που κατέκαψε τους ανθρώπους και γκρέμισε τα σπίτια τους.

***
ο πίνακας είναι Jean-Pierre Ruel

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Ανάσες


Η Ελένη δίπλα μου δίνει παράγγελμα: «ανάσες». Ο ένας στον άλλο αυτές τις μέρες υπενθυμίζει πως ζούμε. Να μην ξεχνάμε να ανασαίνουμε, να μην ξεχνάμε!

 Το πρωί που βγήκα από το σπίτι, το βλέμμα μου έφυγε στην άκρη του ορίζοντα. Κι ένιωσα μια ξεχασμένη γλύκα κι έναν πόνο παράδοξο. Έχω ξεχάσει πως ζω σε μια πόλη. Αγαπάω τις πόλεις, τα σπίτια, τις αυλές, τις σκάλες, τα πρωινά τους, τα μαγειρέματά τους, τα κλειστά παντζούρια, τα ανοιχτά παράθυρα, τα απλωμένα ρούχα, τα παιδιά που πάνε σχολείο.

Συνήθισα να ζω σε  διαδρομές αυτό τον καιρό, στο πηγαινέλα των ποδιών ή του μυαλού μου, ανάμεσα σε αφετηρίες και προορισμούς. Λες και η ζωή μου δεν είναι τυχαιότητα και επιλογές, αλλά συνδέσεις. Σαν να είμαι ένα λινκ στην εκτεταμένη αυτά τα χρόνια κοινωνικότητά μου. Συνδέω ανθρώπους, συνδέω καταστάσεις, συνδέω σκέψεις, ανάγκες, ρόλους, απαιτήσεις. Χωρίς σταματημό. Κουράστηκα.


Το ξέρω καλά πως η ζωή είναι μια ράθυμη χειμωνιάτικη βόλτα στο λόφο του Μάη-Θανάση, ανάμεσα στα ξεραμένα χόρτα, τους φλόμους, τα σπαράγγια. Και τίποτε άλλο. Μόνο που φοβάμαι μην κάποια μέρα το ξεχάσω.

***
ο πίνακας είναι του Jean Pierre Ruel

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι των φυλακισμένων

 

Μια φορά σε ένα αποτρόπαιο κτίριο που έκανε πολύ κρύο ένας άνθρωπος έβγαλε τα ρούχα του και στάθηκε γυμνός μπροστά στους συνανθρώπους του που δεν παραξενεύτηκαν από την πράξη αυτή– μόνο που κάποιοι έσκυψαν πήραν τα ρούχα του τα έσκισαν μικρά μικρά κομμάτια και τα μοίρασαν σε όλους. Σαν να μπορούσε ένα κομμάτι ύφασμα να νικήσει την παγωνιά της φυλακής ή σαν να μπορούσε η θυσία ενός ανθρώπου να σώσει τον κόσμο.

***
ο πίνακας είναι του Jean-Pierre Ruel

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Τα ποιήματα είναι δάσος


Τα ποιήματα είναι δάσος
οι φλέβες μου είναι τα κλαδιά τους 
οι ρίζες τους τρέφονται από την καρδιά μου 
στρατιώτες φυλλοβόλοι και αειθαλείς 
που τρέχουν παίζουν κολυμπούν σαν παιδιά πριν απ' τη μάχη
σπαθιά που σηκώνονται σαν αστραπή
και χέρια που ζητούν βοήθεια
είναι συστάδες που κρύβουν το φως
και ξέφωτα που φοβίζουν τις σκιές
οι σκιές δεν ανασαίνουν
φίδια που σέρνονται είναι
στο στόμα τους κρατούν ένα μήλο
το στήθος σου το δάγκωσα Εύα.

Τα ποιήματα είναι δάσος
τις νύχτες αλυχτούν οι λύκοι
τα δόντια τους είναι ρινίσματα του φεγγαριού
οι κουκουβάγιες μας κοιτούν
με απορία που περπατούμε στο χιόνι
όπως οι λέξεις περπατούν χαμένες σε ξεχασμένες υποσχέσεις
επιστρέφοντας από του έρωτα τη χαμένη μάχη.

Τα ποιήματα είναι ξεχασμένες υποσχέσεις
το μήλο το έφαγε τελικά ένα σκουλήκι
και οι σκιές που κρύφτηκαν στη νύχτα.

***
Η εικόνα είναι από την ταινία του Alejandro Jodorowsky "Poesia sin fin"

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του φόνου


Μια φορά ένα κορίτσι το πήρε ο ύπνος. Τα στήθη του σαν μπουμπούκια ανοίχτηκαν καθώς έγυρε στο πλάι. Ονειρεύτηκε ένα αγόρι γυμνό να πλησιάζει η ανάσα του ήταν της κόλασης υπόσχεση και το καυλί του χαρμόσυνη καμπάνα της Κυριακής.

Την άλλη μέρα τον ονειρεύτηκε πάλι και κάθε βράδυ εκείνος ερχόταν στα όνειρά της. Κι εκείνη τον αγάπησε και στην ημέρα έπαψε πια να ζει και στου ύπνου τον κόσμο συνήθισε να περιφέρεται αναζητώντας τον. Και τα στήθη της ωρίμασαν σαν πορτοκάλια που έφτασε η ώρα να τα κόψεις απ' το δέντρο καθώς έγερνε στο πλάι και το αγόρι κάθε βράδυ σαν χαρμόσυνη Κυριακή ερχόταν και τα χρόνια περνούσαν και μια νύχτα η ανάσα του ήταν της νύχτας το ψυχρό αγέρι και η καμπάνα του ήχησε πένθιμα τρεις φορές και πλησιάζοντας την έπιασε σφιχτά με τα χέρια του απ' το λαιμό και την έπνιξε.

Κι η κόρη από τότε δεν ονειρεύτηκε ξανά. Μόνο παντρεύτηκε κι έκανε πολλά παιδιά κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Aldo Bahamonde

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του άδικου


Mια φορά κι έναν καιρό ένα παλικάρι πήρε τ' όπλο του και βγήκε να πολεμήσει το άδικο. Όμως οι σφαίρες του τελείωσαν, και το άδικο νίκησε. Γιατί το άδικο φτιάχνει τις σφαίρες.

Την επόμενη μέρα το παλικάρι πήρε πένα και χαρτί κι έκατσε κι έγραψε για το άδικο που φτιάχνει τις σφαίρες. Όμως το χαρτί του τελείωσε. Γιατί το άδικο φτιάχνει το χαρτί.

Στο τέλος το παλικάρι πήγε στα εργοστάσια που φτιάχνουν σφαίρες και χαρτί και μίλησε στους εργάτες για το άδικο που κυβερνά τον κόσμο. Και οι εργάτες το σκότωσαν. Γιατί το άδικο δίνει δουλειά.

Και τότε ένα άλλο παλικάρι πήρε το όπλο του και βγήκε να πολεμήσει το άδικο. Γιατί το άδικο φτιάχνει τους δίκαιους αυτού του κόσμου που το πολεμούν.

***
ο πίνακας είναι του Georges Rouault

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Το παραμύθι του κόκκινου έρωτα


Οι έρωτες ζουν ακόμη κι όταν τελειώσουν, ακόμη κι αν δεν εκπληρωθούν, αν απορριφθούν ή και μετά τη ματαίωσή τους. Μόνοι τους ζουν, αφού οι άνθρωποι που τους γέννησαν επουλώνονται και άλλοτε πλήρως γιατρεμένοι κι άλλοτε κουτσά-στραβά συνεχίζουν τη ζωή τους. Κάποιοι μπορεί να ξαναγαπήσουν, ό,τι κι αν γίνει όμως, οι άνθρωποι ξεχνούν. Οι έρωτες όμως συνεχίζουν μόνοι, σαν σκιές που απελευθερώθηκαν από σώματα, σαν φιλιά που δεν θα επιστρέψουν ποτέ σε χείλη, αιώνιοι συνοδοιπόροι της ζωής αόρατοι στους πολλούς, μόνο στους σαλεμένους ορατοί. Έρωτες που δεν ωρίμασαν, έρωτες που έμειναν παιδιά, ανήλικοι έρωτες. Έρωτες χωρίς σώμα, αλλά με μνήμη του σώματος που αγάπησαν. Γι' αυτό και η μορφή τους δεν είναι σε όλους ίδια. Με τον καιρό αλλάζουν, μεταμορφώνονται σε αυτό που τους γέννησε, στην αφορμή του πόθου: δυο μάτια, ένα στήθος, γλουτοί, χαμόγελο, ανάσα, χείλη, μπράτσα, φωνή.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας έρωτας ανεκπλήρωτος. Όταν ορφάνεψε, άρχισε το μάταιο ταξίδι του στον κόσμο. Με τον καιρό έγινε η φωνή που τον γέννησε κι ως φωνή ταξίδευε στον κόσμο μόνος. Ως τραγούδι τραγουδήθηκε, ως σιωπή στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βάθη, ως κλάμα και κραυγή, ως ψίθυρος, ως πένα που γδέρνει το χαρτί ματώνοντάς το. Στη ζωή του ο έρωτας αυτός είδε κι έζησε πολλά. Μια μέρα συνάντησε έναν νεαρό άντρα. Τον σκότωσε και λούστηκε στο αίμα του κι από τότε άλλαξε μορφή κι έγινε αίμα. Οι συγγραφείς όταν τον βλέπουν να πλησιάζει, στρέφουν το βλέμμα τους τρομαγμένοι για το έγκλημα. Γι' αυτό κανείς ποτέ δεν έγραψε για τον κόκκινο έρωτα ένα παραμύθι.

***
ο πίνακας είναι του Max Weber

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι αφιερωμένο στο γιο μου


Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένα αγόρι. Ήταν Χριστούγεννα, φύτρωναν δέντρα στα σαλόνια των σπιτιών κι ελπίδες στις ψυχές των ανθρώπων, τα σπίτια μοσχοβολούσαν, έμποροι και παπάδες ήταν σε μεγάλες φούριες. Το αγόρι του παραμυθιού ετοιμαζόταν να βγει από το παραμύθι – ήταν έφηβος πια, παιδί δηλαδή και άντρας μαζί. Έγραψε γράμμα στον Άγιο Βασίλη λοιπόν ζητώντας του ένα δώρο, και το έκρυψε  σε ένα μικρούτσικο καλτσάκι που ήταν κρεμασμένο στο δέντρο. Κι ο Άγιος, που γράφει αυτό το παραμύθι, άνοιξε το χαρτάκι και τα μάτια του γεμίσαν δάκρυα. Τα γράμματα ορισμένες φορές είναι εκρήξεις και πλημμύρες και σεισμοί. Κι άλλοτε πάλι αεράκι που σβήνει των ανθρώπων τα λάθη ή χάδι που καταπραΰνει των ανθρώπων τα πάθη.


Έγραψε λοιπόν ο πιτσιρίκος: «Άγιε Βασίλη ίσως είναι η τελευταία φορά που σου γράφω γράμμα. Δεν είμαι πια μικρό παιδί». Ήθελα να του πω να προσέχει το «ίσως» του, είναι πολύτιμο, να μην το χάσει. Αυτό το παραμύθι δεν θα έχει τέλος. Έτσι αποφάσισε ο παραμυθάς. Γούστο του, καπέλο του!

***
ο πίνακας είναι του Egon Schiele

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

5η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Αγαπητέ Νίκο,

μερικές φορές εντός μου εμφανίζονται ρωγμές κι αφήνουν να βγει ή να μπει το φως ή το σκοτάδι των πραγμάτων, των σχέσεων, των σκέψεων. Μπερδεύομαι όταν συμβαίνει αυτό, άτσαλα συνδέω πράγματα, επανατοποθετώ τον κόσμο σε μια δική μου κανονικότητα - διόλου συμβατή με την κανονική κανονικότητα.

Έχουμε καιρό να μιλήσουμε, το ξέρεις όμως πως κι αυτή η καρτ-ποστάλ δεν είναι κανονική συνομιλία. Είναι βέβαια αυτό που συνήθως ήταν παλιά μια καρτ-ποστάλ, ένα περίπου "είμαι εδώ", "υγιαίνω, το αυτό επιθυμώ και δι' υμάς".

Χθες το βράδυ φίλε σε σκέφτηκα, σε θυμήθηκα. Άκουγα την Εαρινή Συμφωνία του Ρίτσου μελοποιημένη από το Μαρκόπουλο, αυτό το "άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε" (απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο και τραγουδάμε). Κι άνοιξε μέσα μου μια ρωγμή, που προφανώς ήθελε να ανοίξει. Να δες: λέει κάπου "Αγαπούμε τη γη, τους ανθρώπους και τα ζώα, τα ερπετά, τον ουρανό και τα έντομα" κι εγώ ξαναθυμήθηκα τα λόγια του κου Γουέμπ στη Μικρή μας πόλη του Θόρντον Γουάϊλντερ, που λέει "όμως εδώ πρέπει να σας πω πως έχουμε κι εμείς ορισμένα πράγματα που τα χαιρόμαστε με το δικό μας τρόπο. Μας αρέσει ο ήλιος όταν βγαίνει το πρωί απ' τα βουνά. Κι όλοι μας προσέχουμε τα πουλιά, τα παρακολουθούμε πολύ. Και τα δέντρα και τα λουλούδια". Κι είναι παράξενο, γιατί έβαλα το τραγούδι να παίξει και να ξαναπαίξει και για κάποιο λόγο θυμήθηκα το "My lady d'Arbnaville" του Cat Stevens και σκέφτηκα πως αυτά τα τραγούδια συνδέονται με κάποιον τρόπο, πως τα ηχοχρώματα κάπως μπερδεύονται, πως μέσα στο ένα ακούς το άλλο. 

Είχες σηκώσει λοιπόν κάποια στιγμή στο blog σου ένα βίντεο μιας χειμωνιάτικης ή ανοιξιάτικης (πάντως όχι καλοκαιρινής) θάλασσας αφηνιασμένης,  ξαναμμένης αφήνοντάς μας να την παρακολουθούμε για κάποια λεπτά με τα δικά σου μάτια κι ήταν τότε σαν να μπαίναμε εμείς στις ρωγμές σου. Είναι ωραίες οι ρωγμές των ανθρώπων. Γι' αυτό σε θυμήθηκα πάλι φίλε. Αναπολώντας τις ρωγμές σου.

Γεια σου φίλε!

Γιώργος


Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Το παραμύθι του Φιδιού, του Λύκου και της Γυναίκας


Πριν αρχίσουν τα παραμύθια ζούσε ένας νέος άντρας. Η ορμή του έφτιαχνε τον κόσμο και σήκωνε τον ήλιο ψηλά στον ουρανό, ξυπνούσε τα λουλούδια και τα πουλιά, κι όταν η κούραση του λίγωνε τα μέλη, ο ήλιος έπαιρνε να γέρνει στην άκρη του ορίζοντα.  Κι ερχόταν η νύχτα να του πλύνει το κορμί με τα όνειρά της και να χαϊδέψει την ψυχή του με τα πάθη της.

Μια μέρα ο άντρας συνάντησε στο χωράφι του το Φίδι – τότε το φίδι είχε πόδια και χέρια, σαν άνθρωπος ήταν κανονικός, μα το φαρμάκι του ήταν τα λόγια που είπε: "Ακόμη κι αν είσαι ένα κόκκινο μήλο, που ο καθένας λαχταράει να δαγκώσει, μια μέρα θα σκορπίσεις στο χώμα, μαραζωμένος, θα ταΐσεις τα σκουλήκια". Ο νέος άντρας δάκρυσε και το δάκρυ του έγινε ποταμάκι κι έφυγε μακρυά.

Την επόμενη μέρα ο άντρας συνάντησε στην πόλη το Λύκο – τα δόντια του δεν ήταν ακόμη κοφτερά, μα ήταν τα λόγια του:
"Ακόμη κι αν είσαι ένα λευκό προβατάκι που χοροπηδά στα χωράφια μου, μια μέρα ο μαύρος καβαλάρης χωρίς σκιά θα σου κόψει το λαιμό και κόκκινο θα βάψει το στέρνο σου". 
Ο νέος άντρας δάκρυσε και το δάκρυ του έγινε λίμνη που κούρνιασε ανάμεσα στα βουνά.

Την Τρίτη μέρα ο άντρας βρήκε στο κρεβάτι του ξαπλωμένη τη Γυναίκα – τα χείλη της ήταν κόκκινα, τα στήθια της ανθισμένα.
"Ακόμη κι αν παλέψαμε τη νύχτα και τα κορμιά μας ενωθήκαν, τα μήλα μου ποτέ δεν θα τα πάρεις γιατί είμαι ο μαύρος καβαλάρης χωρίς σκιά", του είπε.
Κι o άντρας ένιωσε μόνος, απόλυτα μόνος στον κόσμο και δάκρυσε και το δάκρυ του έγινε παραμύθι.

***
ο πίνακας είναι του Matthijs Röling

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Το κορίτσι μέσα στο κουτί


Μια φορά ήταν ένα κορίτσι που ζούσε μέσα σε ένα κουτί. Δεν γεννήθηκε εκεί, μόνο μια μέρα που ήταν παιδί, το είδε, μπήκε μέσα του κι έκτοτε δεν βγήκε ποτέ. Τα χρόνια περνούσαν και το κορίτσι θα μεγάλωνε, όμως δεν την είδαμε για να ξέρουμε αν είχε γίνει μια όμορφη ή άσχημη γυναίκα κι εδώ που τα λέμε και οι άνθρωποι που τη θυμόνταν μικρή, πια είχαν ξεχάσει τη μορφή της. Όλοι έλεγαν «το κορίτσι μέσα στο κουτί». Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να δει αν όντως μέσα στο κουτί ζούσε το κορίτσι, δεν αναρωτήθηκε αν τελικά μπήκε κάποτε εκεί ή πότε έφυγε, αν ζει ή πέθανε. Μόνο κάποια στιγμή είπαν πως πέρασαν εκατοντάδες χρόνια και πως θα έχει πια πεθάνει. Ε και την έθαψαν με μια σεμνή τελετή στο νεκροταφείο της μικρής μας πόλης.

*** 
ο πίνακας είναι του Nuri Iyem