Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του Νώντα


Στο τέλος του δρόμου που οδηγούσε περίπου στην άκρη του κόσμου, ή τελοσπάντων στην άκρη αυτού του νησιού, έζησε ένας άνθρωπος. Δεν ήταν δικός μας - εννοώ δεν γεννήθηκε εδώ. Ήταν στεριανός. Αγάπησε τον τόπο μας κι έγινε ψαράς κι ύστερα άνοιξε μια ταβέρνα στο τέλος του δρόμου που οδηγούσε περίπου στην άκρη του κόσμου κι ο κόσμος ερχόταν να φάει και να ακούσει τα τραγούδια που έλεγε, που ταξιδεύουν τις ψυχές των ανθρώπων στις θάλασσες του πόθου και της λήθης.

Μια μέρα ο ψαράς ένιωσε έναν μεγάλο πόνο στην κοιλιά, και την επόμενη μέρα και για πολλές ακόμη δεν μπορούσε να φάει και τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει, κι ανησυχήσαμε και του είπαμε να πάει στην Αθήνα. Οι γιατροί του είπαν πως πρέπει να μπει στο χειρουργείο. Όταν άνοιξαν την κοιλιά του πετάχτηκε από μέσα ένα τεράστιο ψάρι που άνοιξε το θεόρατο στόμα του και τον έφαγε όλο.

Στο τέλος του δρόμου τώρα πια είναι το τέλος του κόσμου.

***
ο πίνακας είναι του Antonio Frasconi

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι των ανθρώπων που βγήκαν από τα όνειρά μας


Μια μέρα οι άνθρωποι που ζήσαν στα όνειρά μας, φύγαν από αυτά, κάποια πόρτα ανοιχτή θα βρήκαν κι ήρθαν στον κόσμο μας. Μην φανταστείτε πως όλο ετούτο έγινε αμέσως αντιληπτό: σιγά-σιγά οι άνθρωποι συναντούσαν στους δρόμους και στα γραφεία τα πρόσωπα της λαγνείας ή του φόβου τους ή καμιά φορά πεθαμένους παλιούς και καινούριους. Ανησυχήσαμε στην αρχή, μην μας εκθέσουν τα κρυμμένα πρόσωπά μας, όμως με τον καιρό συνηθίσαμε τόσο τα δικά μας, όσο και των άλλων τα φαντάσματα. Τα χρόνια περνούσαν κι εμείς γερνούσαμε μαζί με τους ανθρώπους που ζήσαν στα όνειρά μας, μαράθηκαν οι πόθοι μας κι οι φόβοι μας έκαναν παιδιά, άλλοι βρήκαν δουλειά και άλλοι ξενιτεύτηκαν, με άλλους συγκατοικήσαμε και με άλλους χωρίσαμε για πάντα. Κανονικά μπερδέματα δηλαδή της ζωής.


Μόνο που έκτοτε δεν ξαναείδαμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη.

***
ο πίνακας είναι του Geoffrey Laurence 

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Κάπου Α.



Στα σχολεία σκοτώνουν τα παιδιά μας
μην μιλάς με το διπλανό σου
σήκω στον πίνακα
βγάλε
μια κόλλα χαρτί
γράφε καλύτερα στοιχηθείτε
 - σκοτώνουν τα παιδιά μας
Της πατρίδος μου η σημαία εκδρομή
στο εκπτωτικό χωριό στα Σπάτα
ορθογραφικά λάθη
νοηματικά λάθη
ασυγχώρητα λάθη
ποινή
Αδικαιολόγητα παρών προβιβάζεσαι
επαναληπτικά διαγωνίσματα επαναληπτικές
καραμπίνες
επαναληπτικές αντωνυμίες
σκοτώνουν τα παιδιά μας

χρήσιμοι νεκροί στην Κοινωνία

***
ο πίνακας είναι του Oscar Pearson

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του άντρα που αγαπούσε τα κύματα



Ήταν ένας άντρας που αγαπούσε τα κύματα. Ώρες καθόταν στην παραλία και τα κοιτούσε. Μια μέρα έγινε θάλασσα.

Ήταν ένας άντρας που αγαπούσε τα παραμύθια. Ώρες καθόταν κι έγραφε. Μια μέρα πέθανε.


Ε, και ζήσαμε εμείς καλά.

***
ο πίνακας είναι του Marsden Hartley

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

"Είναι απλά λέξεις"


Είδα το "Πάτερσον" του Τζιμ Τζάρμους . Την εβδομάδα ή τη ζωή ενός οδηγού λεωφορείου που τον λένε Πάτερσον και μένει στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϋ, που ξυπνάει στην αγκαλιά της γυναίκας του κάθε πρωί, βάζει το ρολόι του και φεύγει για τη δουλειά. Οδηγάει νωχελικά στους ίδιους δρόμους συναντώντας συχνά δίδυμους συμπολίτες του, λαθρακούει τους διαλόγους τους, στο διάλειμμά του κάθεται στο πάρκο της πόλης και γράφει ποιήματα στο ύφος της σχολής της Νέας Υόρκης. Σχολάει κι επιστρέφει στο σπίτι του, πριν μπει ισιώνει το γραμματοκιβώτιό του, το οποίο για κάποιους δικούς του λόγους φροντίζει να στραβώνει πάντα το αγγλικό μπουλντόγκ που ξαπλώνει στην πολυθρόνα του. Ύστερα επιβραβεύει τη δημιουργική Λώρα που βάφει ασπρόμαυρο τον κόσμο (η Λώρα είναι ο Τζάρμους). Το βράδυ πάει το σκύλο του βόλτα και πίνει ένα ποτό στο μπαρ στη γωνία. Οι μέρες περνάνε με μικρές ανατροπές και διαφορές που με κανέναν τρόπο δεν διαταράσσουν τη ρουτίνα του ήρωα που γράφει ποιήματα σε ένα σημειωματάριο. Μέχρι που το Σάββατο ο σκύλος τρώει το σημειωματάριο και τα ποιήματα χάνονται. Και την Κυριακή ένας από μηχανής γιαπωνέζος ποιητής του δίνει ένα καινούριο σημειωματάριο και η ποίηση ξαναρχίζει από την αρχή.

Το «Πάτερσον» είναι μια οπτικοποίηση της ποιητικής δημιουργίας, είναι ο αυτισμός του δημιουργού που μετατρέπει σε λέξεις τη ζωή παρακολουθώντας την εκτός πλάνου, είναι μια εβδομάδα της Δημιουργίας – οι 7 μέρες της δημιουργίας του ποιητικού κόσμου. Μια εξαιρετική κινηματογράφηση μιας θεατρικής καθημερινότητας με μικρές εκπλήξεις και σχόλια, ένα εσωτερικό βλέμμα τρυφερό και παιχνιδιάρικο, μια ιδιότυπη ειρωνεία των ανθρώπινων σχέσεων, η ζωή ως στοχασμός για τη ζωή.


Η επαναληπτικότητα των σκηνών δημιουργεί στο θεατή την προσδοκία ενός αντίστοιχου τέλους: μια πιθανή ανατροπή, μία με οποιοδήποτε τρόπο κορύφωση ή έστω μία μη κορύφωση που θα εξυπηρετεί την κυκλική πορεία των πραγμάτων και το ύφος της ταινίας. Νομίζω πως ο γιαπωνέζος ποιητής είναι ένα αμήχανο εύρημα. Αλλά αν το σκεφτείς, θα μπορούσε να είναι και η τελευταία φράση ενός ποιήματος, οριακά σχετική με το υπόλοιπο κείμενο, μια κατακλείδα. Δεν έχει και τόσο σημασία. Αυτό που νομίζω πως μένει στο θεατή είναι αυτή η ιδέα της επανάληψης, η μαεστρία αυτής της κινηματογράφησης, η ταινία ως ποίημα. Κι αυτό είναι μια πολύ ωραία συμβολή του αγαπημένου Τζάρμους στον κινηματογράφο, ούτως ή άλλως.


***
για το "Πάτερσον" έγραψε και η Ρούμπη εδώ: Πάτερσον*

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του μαγαζιού με τα χίλια κουτάκια


Στη μικρή μας πόλη ήταν ένα παλιό μαγαζί. Κοντά στην κεντρική πλατεία. Έλεγες, περνώντας απέξω, πως το είχε ξεχάσει ο χρόνος εκεί. Η μεγάλη, θολή τζαμαρία του, τα στόρια και τα φώτα του, οι πάγκοι, τα ράφια του θαρρείς πως ανήκαν στον προηγούμενο αιώνα. Ακόμη κι οι δυο ιδιοκτήτες του, δυο γεροντάκια μικροσκοπικά απροσδιόριστης ηλικίας που μύριζαν τριαντάφυλλο, δυο γεροντοπαλίκαρα που οι κουτσομπόληδες της πόλης λέγαν πως ήτανε ζευγάρι, «αδερφές». Ο ένας εξυπηρετούσε τους πελάτες. Άνοιγε κι έκλεινε δεκάδες κουτάκια, ανεβοκατέβαινε σε σκαλίτσες ψάχνοντας  γρήγορα στα ψηλά και στα μακρινά ράφια ακόμη και την πιο παράδοξη παραγγελιά μας: κουμπιά, καρφίτσες, καραμέλες, κόπιτσες, νήματα, βελόνες, βελονάκια, τρούφες, χαρτοπετσέτες, τσιμπιδάκια, κουβαρίστρες, αυτοκόλλητα, ζελατίνες, κουφέτα για γάμους και μνημόσυνα, καρβουνάκια και λιβάνια, φυτιλάκια, βίδες, πρόκες, παξιμάδια, συρραπτικά, μολύβια, ξύστρες, γομολάστιχες, χάρτες, τετράδια, ψαλίδια, κόλλες, αποξηραμένα φρούτα, σαπούνια, ερωτικά βιβλία και πονηρές καρτ ποστάλ, φιλμ, όσπρια και ρύζι… Ο άλλος, αργός σαν τη λήθη, ήταν στο ταμείο. Χτυπούσε την τιμή, έπαιρνε τα λεφτά, επέστρεφε τα ρέστα, τύλιγε με υποκίτρινο ρυζόχαρτο την πραμάτεια και στην έδινε συνοδεύοντάς την με ένα αλλόκοσμο χαμόγελο και τη φράση «τα σέβη μου». Έφευγες γελώντας με αυτό το «σέβη μου» κι αν πετύχαινες κανέναν γνωστό βγαίνοντας στο δρόμο του έλεγες συνθηματικά και κλείνοντας το μάτι «τα σέβη μου» κι εκείνος γελούσε πιάνοντας το νόημα…

Δεν υπήρχε άνθρωπος στην πόλη μας που να μην έχει βγει από το "μαγαζί με τα χίλια κουτάκια" χωρίς αυτό που έψαχνε. Κάποια στιγμή τα γεροντάκια πέθαναν, με λίγες μέρες διαφορά ο ένας απ' τον άλλο,  κι έκλεισε το μαγαζί. Εμείς δεν ήμασταν πια παιδιά, τα Πανεπιστήμια και τα κορίτσια μας έσερναν σε αμφιθέατρα και κρεβάτια εναλλάξ στην Πρωτεύουσα. Με τα χρόνια το μαγαζί ρήμαξε πια, η σκεπή του γονάτισε, τα τζάμια του δεν άφηναν τα βλέμματά της πόλης να δουν εντός του, οι σοβάδες πέφτοντας έγδυναν τους τοίχους του, όπως ένας άντρας γδύνει αργά μια γυναίκα. 

Πριν λίγες μέρες γκρέμισαν το μαγαζί. Μια μπουλντόζα κι ένα φορτηγό, το εξαφάνισαν από τα μάτια μας. Στο πρώτο χτύπημα του τοίχου που κατέρρευσε, άνθρωποι μαζεύτηκαν τριγύρω και βάλαν τις φωνές. Δεν ήταν εύκολο όλο ετούτο για τη μικρή μας πόλη. Οι μπουλντόζες σταμάτησαν για λίγες ώρες και μπήκαμε όλοι μέσα. Όλα έμοιαζαν τακτοποιημένα , σαν να μας περίμεναν. Σκορπίσαμε στο κατανυκτικά στο χώρο κι ο καθένας μας πήρε από ένα συρταράκι σιωπηλός, άλλος με κόπιτσες, άλλος με λιβάνια, άλλος με βελονάκια, κουβαρίστρες, πονηρά βιβλία και καρτποστάλ, πρόκες. Πέρασε όλη η πόλη από 'κει. Μικροί μεγάλοι βγήκαμε με ένα κουτί στο χέρι, τυλιγμένο με κιτρινισμένο ρυζόχαρτο και χαιρετώντας ο ένας τον άλλον."Τα σέβη μου" λέγαμε εκείνη τη μέρα. Κι ύστερα όλα χάθηκαν.

***
ο πίνακας είναι του Christopher Wood

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του ξένου


Μια μέρα ήρθε στην πόλη μας ένας άνθρωπος. Το πρόσωπό του δεν μας άρεσε, ήταν διαφορετικό απ' το δικό μας. Στα μάτια του έκλαιγαν παιδιά, σκούζανε βομβαρδισμοί στα αυτιά του και φωνές απελπισίας, η μύτη του μύριζε καπνούς και καμμένη σάρκα, οι λέξεις του ήταν ο ύπνος των νεκρών. Δεν μας άρεσε. Γι' αυτό μια μέρα του αλλάξαμε τη μούρη. Τη σκάψαμε, την πλάσαμε με αίμα, μαύρη την κάναμε. Σαν την ψυχή του. Κι έτσι το πρόσωπό του μοιάζει τώρα με το δικό μας πρόσωπο.

***
ο πίνακας είναι του Emil Nolde

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Το παραμύθι του ποιητή στον Πειραιά


Ήταν ένας άντρας που ζούσε μόνος - μόνος στη δουλειά και στο σπίτι του, μόνος στο κρεβάτι, μόνος στον πόνο του, πριν ανοίξει την πόρτα και αφού την κλείσει μόνος του. Στην αρχή δεν άντεχε τη σιωπή. Τα χρόνια πέρασαν και σιγά-σιγά την αγάπησε. Στο τέλος ήταν ο ίδιος η σιωπή - όλα γύρω του (το ρολόι, η κατσαρόλα, οι τοίχοι, τα όνειρα, τα πουλιά κι ο αέρας) δήλωναν την παρουσία τους με ένα τρίξιμο, μια κραυγή, ένα ψιθύρισμα. Εκείνος όχι.

Ένα απόγευμα βγήκε από το σπίτι του γυμνός. Στο δρόμο ο κόσμος τον παρατηρούσε ξαφνιασμένος, τα παιδιά γελούσαν πονηρά, ένας παπάς ξεστόμισε μια προσευχή στον Ύψιστο. Είπαν πως είναι τρελός. Ώρα μετά τον είδαν να φτάνει στο λιμάνι, να στέκεται δίπλα στον κίτρινο κάβο που δένουν τα μεγάλα πλοία. Απέναντί του ο ουρανός μπερδεμένος: σύννεφα και ναυαγισμένες μέρες, μια χαίνουσα πληγή. "Είμαι νεκρός, νεκρόοοοος" φώναξε και βούτηξε στο νερό και χάθηκε μέσα στη νύχτα που σκέπαζε σαν τη σιωπή σιγά-σιγά τον κόσμο.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Εγγονόπουλου

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Το παραμύθι του ανθρώπου που πέθανε γεμάτος ιστορίες


Ήτανε κάποτε ένας άνθρωπος γεμάτος ιστορίες εντός του. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι κουτιά γεμάτα ιστορίες. Αν αγαπηθούν, τα κουτιά ανοίγουν και οι ιστορίες μοιράζονται στους άλλους ανθρώπους. Ο άνθρωπος της ιστορίας αυτής δεν αγαπήθηκε ποτέ και πέθανε γεμάτος – σε ολόκληρη τη ζωή του ούτε λίγο δεν ξαλάφρωσε από το βάρος των ιστοριών του. Ο λόγος που μοιράζουμε τις ιστορίες είναι γιατί μας είναι δύσκολο να τις κουβαλάμε κι έτσι τα παραμύθια είναι μία μέθοδος κατανομής βαρών.

***
ο πίνακας είναι του Christopher Wood

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Το παραμύθι του δράκου


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παλικάρι. Σε μάχη μεγάλη έμπλεξε με το δράκο. Που έκαιγε τα χωράφια των ανθρώπων με την ανάσα του και χόρταινε τη πείνα του με τα όνειρα των ανύπαντρων κοριτσιών.  Κι έχασε. Το όμορφο κορμί του άψυχο ξάπλωσε στο χώμα και τα όρνια του φάγανε τα σπλάχνα και τα σκαθάρια φωλιάσανε στα πράσινά του μάτια. Η ανάσα του δεν φλόγισε έκτοτε των κοριτσιών τα χείλη, ούτε στα όνειρα τρύπωσε ξανά των ανθρώπων.

Οι παραμυθάδες τον λένε όμως στα παραμύθια τους. Αλλάζουν μοναχά λίγο την ιστορία. Λένε πως νίκησε το δράκο, πως τα χωράφια των ανθρώπων δεν κάηκαν ποτέ απ' τον πόλεμο και πως φιλιούνται ακόμη των κοριτσιών τα χείλη και πως τα όμορφα κορμιά στη γη ξαπλώνουν κι ερωτεύονται. Και πως ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Όμως οι παραμυθάδες ξέρουν καλά την αλήθεια. Γιατί είναι ο δράκος.

***
Ο πίνακας είναι του Μιχάλη Μαδένη

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Αχαρνών, Γενάρης του '17


Υπάρχουν στιγμές μέσα στη μέρα, μέρες μες στην εβδομάδα που είσαι κάπως αλλοπαρμένος. Αυτό ακριβώς: σαν να σε παίρνουν μαζί τους άλλα πράγματα από την καθημερινότητα, τις υποχρεώσεις και τις χαρές σου, τα πρόσωπα και τα κτίρια γύρω σου. Σαν να περπατάς σε καθρέπτες, σαν να είσαι ξύπνιος μέσα σε όνειρο, δηλαδή περίπου αυτού του κόσμου. Είναι που τότε γίνεσαι ευάλωτος, τα πάντα γύρω σου σε πονάνε, μπαίνουν εντός σου με όλη την ένταση της ζωής. Είναι οι ώρες που θα μπορούσες να γράψεις παραμύθια, να φτιάξεις μικρές ποιητικές ιστορίες, να ρηγματώσεις το χρόνο και την αλήθεια με δικές σου φαντασίες. Είναι οι ώρες που μπορείς να αφηγηθείς, που μπορείς να δραπετεύσεις.

Περπατάς στην Αχαρνών. Τον αγαπάς αυτό το δρόμο. Την ευθεία του, τις μυρωδιές, την ποικιλία των ανθρώπων του, τα ρημαγμένα κτήριά του, τις πολυκατοικίες του. Κι είναι μια Δευτέρα του Ιανουαρίου. Βρεγμένη και κρύα. Σκέφτεσαι τα αγάλματα που είδες στη Βικτώρια, την πάλη του Θησέα με τον Ευρυτίωνα για την Ιπποδάμεια,  και τα φαντάστηκες να δραπετεύουν από το βάθρο και την πάλη που κάποιο χέρι γλύπτη τα καταδίκασε κάποια στιγμή. Σκέφτεσαι τα αγάλματα που είδες να παλεύουν, τώρα να κάνουν έρωτα, να τρέχουν στη νοτισμένη πλατεία αφηνιασμένα και να γελούν να γελούν να γελούν. Σκέφτηκες παραμύθια και ιστορίες των ανθρώπων αυτού του δρόμου: θανάτους, ξενιτεμούς, διαψεύσεις, κάθε είδους χωρισμό και συνάντηση. Ο γιος σου σου είπε χθες το βράδυ πως δεν του αρέσει οι ιστορίες να έχουν κακό τέλος κι εσύ ήθελες να του πεις πως το κακό δεν έχει τέλος. Όμως του είπες πως οι ιστορίες με κακό τέλος είναι πιο ενδιαφέρουσες και πως μια ιστορία με καλό τέλος μπορεί να την ξεχάσεις, μια ιστορία με κακό ποτέ.

Μπήκες στο τραίνο. Στριμώχτηκες. Οι άνθρωποι στριμώχνονται στα τραίνα. Κοιτάς το πρόσωπό σου που καθρεφτίζεται στην πόρτα. Και μαζί με σένα κοιτάς και τα άλλα πρόσωπα. Και λες πως αυτό είναι ένα εφήμερο πορτραίτο. Σε λίγο, στον επόμενο σταθμό, θα χαθεί. Χιλιάδες πορτραίτα που ζούνε για λίγο ταξιδεύουν στα τραίνα. Μια μέρα να γράψουμε ένα ποίημα για τα πορτραίτα που ζούνε για λίγο.


Κι ύστερα στο σταθμό που κατεβαίνουν οι άνθρωποι βλέπεις μια οικογένεια προσφύγων: τρία παιδιά, μια μάνα με μαντίλα στο κεφάλι. Ο πατέρας φοράει ένα δερμάτινο μπουφάν. Τους παρακολουθείς και σκέφτεσαι τη ζωή τους σε αυτή την πόλη, σε αυτή τη χώρα, και το βλέμμα τους σε νικάει. Έχουν φύγει από τον κόσμο τους, όχι γιατί δραπέτευσαν, αλλά γιατί του ξερίζωσαν. Κι ύστερα λες πως είναι μεγάλη η πολυτέλειά σου να ζεις κι έξω από τον κόσμο ετούτο, με τα βιβλία και τις φαντασίες σου και τα σχέδια για παραμύθια και ιστορίες. Πολύ σου πάει φιλαράκο να ονειρεύεσαι, πολύ σου πάνε τα αγάλματα που κάνουν έρωτα και όχι πόλεμο στην πλατεία. Άει στο διάολο πια που νομίζεις πως ο κόσμος είναι μια ιστορία που ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Alexey Kondakov

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Το παραμύθι της Στέλλας


Μια φορά ήταν ένα κοριτσάκι που άκουγε ένα παραμύθι στην αγκαλιά του μπαμπά της. Η ζεστή του φωνή την αποκοίμιζε σιγά-σιγά, τα μάτια της υγρά και μαγεμένα τον κοιτούσαν μέχρι τις πιο απόμακρες σπηλιές της ψυχής του γεννώντας ήρωες και περιπέτειες – γιατί το βλέμμα ενός κοριτσιού πάντα γεννάει ήρωες και περιπέτειες. Από τη στιγμή που το παραμύθι ξεκίνησε, όπως ξεκινούν τα παραμύθια, μέχρι τη στιγμή που το παραμύθι τελείωσε, όπως τελειώνουν τα παραμύθια, το κοριτσάκι μεγάλωσε, έγινε μια ώριμη γυναίκα κι ύστερα γέρασε κι ασπρίσαν τα μαλλιά της και ράγισε το πρόσωπό της. Όμως το βλέμμα της δεν άλλαξε και ήρωες και περιπέτειες συνέχισαν να γεννιούνται. Ακόμη κι όταν το παραμύθι τελείωσε.

***
Πορτραίτο Φαγιούμ, 210–240 μ.Χ.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Το παραμύθι της άγραφης σελίδας


Μια φορά κι έναν καιρό ήρθε η Άνοιξη. Λιώσαν τα χιόνια στις λευκές σελίδες μας. Στην αρχή φανήκαν μόνο κάποια μαύρα σημάδια εδώ κι εκεί: ένα χέρι, μια αγκαλιά, μια κραυγή ηδονής ή αγωνίας, μια ανάσα, ένα «σε θέλω». Ύστερα αποκαλύφθηκε σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια το ολοκαύτωμα των ονείρων μας. Χιλιάδες, δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις νεκρές και φράσεις, υποσχέσεις και όρκοι, κι ελπίδες και πόθοι που είχε σκεπάσει η σιωπή του λευκού. Όσα δεν τολμήσαμε ποτέ να γράψουμε, τα είχε κρύψει το χιόνι, τα είχε κρύψει στην ανυπόκριτη αθωότητά της η άγραφη σελίδα. Η άγραφη σελίδα ποτέ δεν ήταν άγραφη. Πάντα της ήταν το παλίμψηστο της λήθης.


Όμως μια μέρα έρχεται η άνοιξη. Κι αν δεν ανασταίνονται τα ανομολόγητα πάθη μας, τουλάχιστον αποκαλύπτονται.

***
ο πίνακας είναι του Jacob Lawrence

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Το παραμύθι των λέξεων που δεν γύρισαν πίσω


Μια φορά κι έναν καιρό αφήσαμε τις λέξεις να φύγουν. Τους είπαμε πως μπορούν να πάνε όπου θέλουν, να κάνουν ό,τι θέλουν. Κι αν θέλουν, να γυρίσουν πίσω. Άλλες, συνηθισμένες στη ρουτίνα των βιβλίων και των λόγων μας, κουρασμένες, δεν θέλησαν να πάνε πουθενά. Άλλες, πριν ακόμη τελειώσουμε τη φράση μας πήραν το δρόμο του ταξιδιού. Κι  άλλες αργά, αμφίθυμα, διστακτικά, κινήθηκαν από ‘δω κι από ‘κει κι ύστερα κάπου εδώ τριγύρω σταθήκαν. Τα μακρινά ταξίδια δεν γίνονται στις ίδιες αποστάσεις ή τελοσπάντων όλες οι αποστάσεις είναι μακρινές με τον δικό τους τρόπο.


Καιρό μετά γυρίσαμε στα βιβλία και τους λόγους μας. Δεν βρήκαμε όλες τις λέξεις. Σε μερικές περιπτώσεις έλειπαν ολόκληρες φράσεις και παράγραφοι. Ανασυντάξαμε τις βιβλιοθήκες μας με τα νέα δεδομένα. Φέραμε κοντά-κοντά τις λέξεις που είχαν γυρίσει, φτιάξαμε νέα κείμενα με αυτές. Προσπαθήσαμε να φανεί πως τίποτα δεν είχε συμβεί. Πως μπορούμε να κάνουμε και χωρίς παραμύθια. Και ζήσαμε εμείς καλά.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Ζωγραφική εκ του φυσικού


Περπατώ-περπατώ στο κέντρο της πόλης. Στα μισά του Δεκέμβρη, σουρουπώνει. Στολισμένη με τα γιορτινά της για τα Χριστούγεννα. Μοναστηράκι, Πλάκα, Πραξιτέλους, Αιόλου, Κοτζιά, Αθηνάς, Ευριπίδου, Σύνταγμα, Ερμού, Σταδίου, Περικλέους, Βουλής, Μητροπόλεως. Έχω δυο ώρες μπροστά μου μέχρι την παρουσίαση του βιβλίου. Ο φίλος μου ο Άρης θα παρουσιάσει τη γαλλική μυθιστορία του για τον Πολ Λαφάργκ και τη Λόρα Μαρξ. Στους Αέρηδες ο αέρας σκορπάει μπάφους τριγύρω, χιπστεράδες αραγμένοι στα αρχαία μάρμαρα λίγο πριν σβήσει ο ήλιος. Στην Κοτζιά, City of Athens: εδώ δούλευε ο Μαμντούχ, σχεδόν τον βλέπω να κάθεται στη θέση του – το ταξιδιωτικό γραφείο έχει κλείσει πια κι εκείνος έχει πεθάνει χρόνια - το τελευταίο ταξίδι το έκλεισε για τον εαυτό του. Ένα μίζερο καταναλωτικό χωριουδάκι με καντίνες και χορηγούς πιο κάτω. Ζευγαράκια περπατούν, αγοράζουν, φιλιούνται, χαϊδεύονται στην Μητροπόλεως. Θα ήθελα να είσαι μαζί μου τώρα, να είμαστε μαζί. Παρέες νεαρών στην Αγία Ειρήνη, χυμένοι σε καφετέριες γεμάτες λαμπάκια. Σχεδόν πυρετικά κόβω δρόμους, αλλάζω κατευθύνσεις, μυρίζω, παρατηρώ πρόσωπα και σώματα και φωνές που περνούν, στέκονται γύρω, καυγαδίζουν, παρακαλούν, υπόσχονται. Κατουριέμαι. Μπαίνω σε έναν «Γρηγόρη», αδειάζω τη φούσκα μου και βγαίνω πάλι στο δρόμο. Πανεπιστημίου και Κοραή ένα πλήθος με γκρίζα μαλλιά. Συγκέντρωση και πορεία συνταξιούχων, «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» φωνάζουν. Κλεμμένα λεφτά και κλεμμένα χρόνια. Τους φωτογραφίζω να φεύγουν ανάμεσα στα φωτισμένα κτήρια, στις στολισμένες βιτρίνες των πολυκαταστημάτων. Μπαίνω στη στοά Πεσμαζόγλου, το βιβλιοπωλείο γεμίζει κόσμο σιγά-σιγά. Ο Άρης ξεκινά. Σαν μαέστρος. Ο Λαφάργκ, η Κομμούνα, η Λόρα, ο Μανέ, το γεύμα στη χλόη, το δικαίωμα στην τεμπελιά, το κράτος στον σοσιαλισμό και τα παιδιά που πεθαίνουν, η παιδική εργασία, η πένα και το ξίφος, ο έρωτας κι η επανάσταση. Ο Τάκης και η Ειρήνη. «Αυτή είναι η συμμορία της οδού Αναπαύσεως;» τον ρωτάνε. Ναι, απαντάμε εμείς. Η παρουσίαση τελειώνει, ο Άρης μας αποχαιρετά κουρασμένος, θα τα πιούμε μέσα στις γιορτές, συνεχίζουμε τη συζήτηση για τις βιβλιοθήκες. Βγαίνουμε στην Πανεπιστημίου. Τα αυτοκίνητα κατεβαίνουν σφαίρα. Τα μαγαζιά κλειστά. Παίρνω ένα ταξί και φτάνω σπίτι.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Πολιτική βιβλίου; Τι είναι αυτό;



Τα τελευταία χρόνια της Κρίσης, στις ελληνικές βιβλιοθήκες έλαχε μια καλή δημοσιότητα για τα δεδομένα τους και στο βαθμό που γενικά αφορούν την ελληνική κοινωνία. Διαλύτης αυτής τη δημοσιότητας ήταν η παρουσία και δράση των μεγάλων χορηγικών ιδρυμάτων που εμφανίστηκαν, υποστηρίχθηκαν και έδρασαν στο προνομιακό πολιτικό, οικονομικό και επικοινωνιακό πεδίο της φιλελεύθερης επέλασης αυτών των χρόνων. Ο καλός χορηγός διεκδικεί το ρόλο του οραματιστή και υλοποιητή εκεί που το κράτος έχει χρεοκοπήσει, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά, στα μάτια των πολιτών. Ο καλός χορηγός χτίζει τη νέα Εθνική Βιβλιοθήκη και τη Λυρική Σκηνή, συγκροτεί δίκτυα για τις βιβλιοθήκες του μέλλοντος, φτιάχνει νοσοκομεία, τρέφει παιδιά, οργανώνει πολιτιστικές δράσεις. Ο καλός χορηγός είναι παντού, από όπου αίφνης απουσιάζει το κράτος.

Ακόμη και αν ο χορηγός φτιάξει υποδομές, ούτε θέλει, ούτε μπορεί να τις συντηρεί μόνιμα και σίγουρα δεν μπορεί και δεν θέλει να συγκροτήσει πλαίσια και πολιτικές, σχεδιασμό και στρατηγικές για τη λειτουργία όσων υποστηρίζει. Το δύσκολο και λιγότερο «επικοινωνήσιμο» μέρος της δουλειάς αφήνεται στο κράτος, οπότε, για έναν ακόμη λόγο, θα έχουμε να λέμε για την ανικανότητά του να παραλάβει μια δωρεά και να τη λειτουργήσει.

Το κράτος στις διάφορες θεσμικές του εκφράσεις έχει προσπαθήσει να παίξει, αδύναμα και δειλά, στο πεδίο της πολιτιστικής πολιτικής με τους όρους που επικοινωνιακά έβαλαν οι χορηγοί και τα Μέσα τους όλον αυτό τον καιρό. Ευκρινές είναι το παράδειγμα που μας δίνει ο τρόπος που πολιτεύεται ο δήμαρχος της Αθήνας και η κυβερνώσα παράταξή του στην πρωτεύουσα. Συνέργειες με πάσης φύσης ομάδες, στις οποίες παραχωρούνται οι χώροι του Δήμου, προκειμένου άναρχα, περιπτωσιακά, χωρίς μπούσουλα και πλαίσιο, να οργανώνονται τζάμπα πολιτιστικές δράσεις στο πνεύμα της χίπστερ εναλλακτικότητας, ένα λίγο-πολύ χαζοχαρούμενο, εύπεπτο, ποπ προϊόν στο οποίο μπαίνει η σφραγίδα του Δήμου της Αθήνας, χωρίς να έχει μπει τίποτε άλλο δικό του.

Αν πάμε στο επίπεδο της Κεντρικής Σκηνής, δεν μπορεί παρά να αποδεχτούμε πως όλα αυτά τα ελπιδοφόρα και καινούρια που ευαγγελιζόταν η πρώτη φορά Αριστερά στην κυβέρνηση δεν τα έχουμε δει, δεν τα βλέπουμε και μάλλον δεν θα τα δούμε ούτε στον πολιτισμό. Αν εξαιρέσει κανείς τις αλλαγές σε πρόσωπα και διοικήσεις (κι αυτές, στις περισσότερες περιπτώσεις ατυχείς), δεν έχουν υπάρξει δομικές αλλαγές που θα αποτελμάτωναν τους οργανισμούς που υπηρετούν τον πολιτισμό σε αυτή τη χώρα. Βέβαια από εξαγγελίες πάμε καλά, πόσο μάλλον που αλλάζουμε συχνά υπουργούς και υφυπουργούς. Εξαγγελίες ο Νίκος Ξυδάκης, εξαγγελίες ο Αριστείδης Μπαλτάς, εξαγγελίες ο Κώστας Γαβρόγλου, εξαγγελίες ο Νίκος Φίλης, εξαγγελίες η Λυδία Κονιόρδου… (για να μην πιάσουμε τους υφυπουργούς – σύντροφε Πελεγρίνη τρέμε…). Με τόσες εξαγγελίες λες «δεν μπορεί, θέλουν…, αλλά δεν μπορούν» και μετά λες «να τους αφήσουν να προλάβουν να τα φτιάξουν»… Τόσοι υπουργοί άλλαξαν και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου παραμένει αιχμάλωτο των μνημονίων – κι αν δούλεψαν γι’ αυτό στο παρελθόν άνθρωποι κι άνθρωποι της Αριστεράς, κι αν έγιναν ημερίδες και επεξεργασίες στο Τμήμα Πολιτισμού του κυβερνώντος κόμματος. Και από τις αντιχορηγικές κορώνες της προκυβερνητικής περιόδου γρήγορα φτάσαμε στο «προσκύνημα» Τσίπρα στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος» και τη συγκίνηση του Υπουργού Μπαλτά για το μέγεθος της δωρεάς. Ο ρεαλισμός άνθισε, ο καρπός έδεσε – αλλά είναι σάπιος.

Στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό στη Βουλή ο μέχρι τώρα υπουργός Παιδείας είπε εν μέσω πολλών άλλων και τα εξής (όπως τα αποδίδει η «Αυγή»): «Η μεγάλη εικόνα της εκπαίδευσης δεν αφορά μόνο τις τυπικές βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αφορά και τον τρόπο που συναντιέται με τη γνώση ολόκληρη η κοινωνία. Οι Βιβλιοθήκες, όπως και τα Αρχεία, πρέπει να γίνουν ζωντανές κοιτίδες πολιτισμού στον ιστό των πόλεων. Μια από τις πιο σημαντικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση αυτή, είναι η επανεκκίνηση της Εθνικής Βιβλιοθήκης στη νέα της έδρα και ο επανασχεδιασμός των δράσεών της. Η διασύνδεσή της με τις δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρας φιλοδοξούμε να πυροδοτήσει μία νέα πολιτική για το βιβλίο και την ανάγνωση». Όμορφα λόγια, αναμφισβήτητα. Τα είχε πει και ο προκάτοχος και ο προκάτοχος του προκατόχου. Όμως λόγια και αοριστίες: πώς θα συναντηθεί η γνώση με την κοινωνία; Πώς μια προ αρκετών μηνών εξαγγελία για τις λαϊκές/δημόσιες βιβλιοθήκες και τα Αρχεία του Κράτους ξανα-εξαγγέλεται εξίσου γενικόλογα και συνδέεται «πυροδοτικά» με τη νέα πολιτική για το βιβλίο και την ανάγνωση; Δεν έχουμε εδώ επανάληψη μόνο των εξαγγελιών, αλλά και επανάληψη των απουσιών: επαναλαμβάνεται στα υπουργικά χείλη η απουσία σχεδίου, η απουσία ενός συλλογικού (θεσμικού και εξωθεσμικού) επεξεργαστή αυτής της πολιτικής.

Ε, και τι έγινε; Τι τη θέλουμε την πολιτική βιβλίου; Τι τη θέλουμε την πολιτική ανάγνωσης; Βιβλία ή φάρμακα χρειαζόμαστε; Εδώ δεν προσλαμβάνονται γιατροί και δάσκαλοι, για βιβλιοθηκονόμους θα μιλάμε τώρα; Μια ιδιωτική εταιρεία προ λίγων ημερών ζήτησε έμπειρους άνεργους βιβλιοθηκονόμους για ένα έργο που αναλαμβάνει για λογαριασμό της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Δυστυχώς ακόμη δεν έχει συγκροτήσει ομάδα έργου: προσήλθαν πολλοί βιβλιοθηκονόμοι, με άριστες σπουδές, αλλά χωρίς καμία εμπειρία. Σπουδαγμένοι, αλλά «άχρηστοι». Προσλήψεις μόνιμου προσωπικού σε βιβλιοθήκες πρέπει να έγιναν τελευταία φορά πριν περίπου 10 χρόνια – αν εξαιρέσει κανείς τις ελάχιστες στην Εθνική Βιβλιοθήκη κατ’ απαίτηση του χορηγού πέρυσι. Αλλά μήπως πολιτική βιβλίου γίνεται χωρίς τους ανθρώπους; Μα το πρόβλημα δεν είναι ούτε ποιος θα την υλοποιήσει, αλλά το ότι δεν υπάρχει πολιτική βιβλίου: με δυο λόγια δεν υπάρχει σχεδιασμός πώς η γνώση θα συναντήσει την κοινωνία, προκειμένου να την ενεργοποιήσει στις απαιτήσεις της σημερινής εποχής. Ούτε καν η ενιαία τιμή του βιβλίου δεν έχει αποκατασταθεί. Οι εκδότες κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο, τα βιβλιοπωλεία επίσης, το δίκτυο διανομής και τα σημεία πώλησης των βιβλίων ανασυντίθενται μέσω των εμπορικών σχημάτων super market και εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, στο χώρο του βιβλίου κυριαρχεί ο εργασιακός μεσαίωνας. Ό,τι ξέραμε στο χώρο του βιβλίου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταρρέει. Αλλά εμείς εξαγγέλλουμε αοριστίες και καλές προθέσεις.

Δεν είναι πως δεν υπάρχουν άνθρωποι να δουλέψουν προς μια κατεύθυνση σχεδιασμού και υλοποίησης μιας πολιτικής ανάγνωσης και βιβλίου. Δεν λείπει ούτε η γνώση, ούτε το ενδιαφέρον. Λείπει όμως σίγουρα αυτό που η Αριστερά φαινόταν πως θα μπορούσε να αξιοποιήσει με το αξιακό της βάρος και την ορμή της: να εμπνεύσει ανθρώπους να εργαστούν συλλογικά και να παράξουν έργο. Δεν το έκανε. Αντ’ αυτού, επιλέγει ανθρώπους εμπιστοσύνης σε θέσεις-κλειδιά ή συγκροτεί επιτροπές ειδικών, για να προτείνουν κάποια πράγματα υπό το ασφυκτικό πλαίσιο της συμφωνίας του περσινού καλοκαιριού. Δεν ξέρουμε τι έχει προτείνει η επιτροπή του ΥΠΠΟ για το βιβλίο στον πρώην υπουργό, επομένως δεν μπορούμε να τοποθετηθούμε στη βάση όσων ενδεχόμενα έχουν προτάξει, δεν ξέρουμε καν αν εκείνος τα έχει δεχτεί και πότε και πώς θα τα υλοποιήσει η κυβέρνηση και η διάδοχός του. Η κοινότητα του βιβλίου δεν συμμετέχει στη συγκρότηση πολιτικής για το βιβλίο. Κι έτσι θα επαναλαμβάνονται όλες οι στρεβλώσεις του κακού παρελθόντος, παραγοντισμοί και μεροληψίες, μερικότητες και συνεχνιακές τακτικές.

Μια τελευταία ευκαιρία σε μάλλον συμβολικό επίπεδο για να ξεκουνήσουν κάπως τα πράγματα, φάνηκε να είναι η επιλογή της Αθήνας ως "παγκόσμιας πρωτεύουσας βιβλίου" για το 2018. Ο δήμαρχος έδωσε συνέντευξη, τα ΜΜΕ χάρηκαν κι έκτοτε σιωπή: ύποπτη σιωπή. Κανείς από όσους δήλωσαν από την πρώτη στιγμή διαθεσιμότητα δεν έχει ειδοποιηθεί για να βοηθήσει, να προτείνει ιδέες, να συμμετέχει σε ομάδες εργασίας να εργαστεί για μια μάλλον καλή ευκαιρία να τονωθεί η σχέση των πολιτών με το βιβλίο, την ανάγνωση, το βιβλιοπωλείο, τον εκδότη, τη βιβλιοθήκη, την έντυπη παραγωγή. Μάλλον πάμε σε άλλη μια τυπική διοργάνωση όπως όλες της δημαρχίας Καμίνη: αναθέσεις σε τρίτους. Αλλά για το θέμα αυτό καλό θα ήταν να τα πούμε ξεχωριστά.

Στις σκόρπιες κάπως σκέψεις που προηγήθηκαν μπορούμε να αναγνωρίσουμε την αγωνία και τον προβληματισμό. Ακόμη και ο καλόπιστος κριτής δεν θα εντοπίσει σήμερα ιδεοληπτικές αποφασιστικότητες στα υποκείμενα της κυβερνητικής εξουσίας, όπως γινόταν στο παρελθόν. Αλλά στη σημερινή κυβερνητική πολιτική για τον πολιτισμό και το βιβλίο κυβερνάει από ό,τι φαίνεται μόνο η αναποφασιστικότητα. Ο χώρος του βιβλίου και της ανάγνωσης είναι ο χώρος της γνώσης, είναι το χτίσιμο του μέλλοντος. Στην παρούσα φάση, για διαφορετικούς λόγους, ο χώρος αυτός έχει αφεθεί στην κακή του τύχη τόσο από τους διαφημισμένους χορηγούς, όσο και από την πολιτεία. Δεν ξέρω αν αυτό μπορεί πια να μας ενεργοποιήσει ως πολίτες. Θα πρέπει να φτιάξουμε μόνοι μας τις συλλογικότητες που θα διεκδικήσουν και θα εργαστούν για τον πολιτισμό μας.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Το παραμύθι των δύο γυναικών


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια γυναίκα που το έβαλε στόχο στη ζωή της να μπει σε ένα παραμύθι και να γίνει η ηρωίδα του. Έζησε λοιπόν μια ζωή παραμυθένια: αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ, έκανε παιδιά, δημιούργησε και με τον τρόπο της άφησε το αποτύπωμά της στο χρόνο. Η παραμυθένια ζωή όμως δεν ενδιαφέρει τα παραμύθια, κι έτσι η ηρωίδα μας δεν έγινε ποτέ της παραμύθι. Έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια γυναίκα που δεν της άρεσαν τα παραμύθια κι εδώ που τα λέμε αυτός ήταν ένας λόγος ικανός για να μην αγαπήσει και να μην αγαπηθεί ποτέ. Δεν έκανε παιδιά – η διαιώνιση δεν νικάει το θάνατο -, ούτε δημιούργησε κάτι που να αντέξει στο χρόνο: όλα αυτά δεν παρατείνουν τη ζωή, αλλά την ψευδαίσθηση της αθανασίας. Έτσι στεγνά που έζησε τη ζωή της έγινε παραμύθι – γιατί τα παραμύθια αγαπάνε τους ανθρώπους που δεν αγαπάνε τα παραμύθια. Έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Τάσου Μαντζαβίνου

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Δεν έχει κουρτίνες στο σπίτι της


Δεν έχει κουρτίνες στο σπίτι της – πράγμα που τις περισσότερες μέρες δεν έχει και τόση σημασία, αφού δεν μένει εδώ και τα παντζούρια της συνήθως είναι κλειστά. Μένει μόνη της στο χωριό, κάπου στη Λακωνία, και ανεβαίνει στην Αθήνα για κανά γιατρό ή εξετάσεις. Κι αν βρεθεί με καμιά χήρα της γειτονιάς να ανταλλάξουν επισκέψεις και πεσκέσια, γιατί από τότε που πέθανε ο γιος της δεν έχει κανέναν δικό της. Δύσκολος άνθρωπος, τραχιά και αθυρόστομη, δεν χρωστάει περίσσια κουβέντα. Κάποτε είχε παντρευτεί, όχι από έρωτα και τέτοιες σαχλαμάρες, αλλά γιατί βρήκε κάποιον όμοιό της και κάναν κολεγιά. Φτιάξανε μαζί και σπίτι κάπου στη Λούτσα. Μόλις τελειώσανε εκείνος έπεσε από μια οικοδομή και σκοτώθηκε. Πούλησε το σπίτι, κράτησε τα λεφτά για τα γεράματά της κι έφυγε για το χωριό.

Δεν έχει κουρτίνες στο σπίτι της. Χθες το βράδυ, που ήταν εδώ, βγήκα αργά να κλείσω τα δικά μας παντζούρια. Την είδα μες στη νύχτα να είναι καθισμένη στο κρεβάτι της, το δωμάτιο αδύναμα φωτισμένο, τα χέρια της μπλεγμένα πάνω στα πόδια της, σκυφτή. Πίσω της στον τοίχο μια εικόνα του Χριστού και ένας σταυρός. Αν πίστευα σε θεό θα έλεγα πως κάτι τέτοιες στιγμές μου εμφανίζεται.


***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Ρόρρη

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

""οι άγγελοι είναι οι πόρνες τ' ουρανού"*


Έκανε κρύο χθες στα κείμενα. Τσουχτερό. Κανείς δεν κυκλοφορούσε ανάμεσα στις λέξεις. Μου αρέσει να περπατώ στα κείμενα τέτοιες νύχτες και να σφυρίζω κάποια αγαπημένη μελωδία με τα χέρια στις τσέπες και υψωμένο το γιακά του μπουφάν μου ή άλλοτε ολότελα γυμνός να αυνανίζομαι στις γωνίες, όπως οι σκύλοι κατουράνε στις κολώνες.


Όχι δεν είναι καμιά σπουδαία σηματοδότηση όλο αυτό. Αλλά νομίζω πως τα κείμενα τότε απελευθερώνονται από τα νοήματα τους, όπως οι πόλεις απαλλάσσονται τις κρύες νύχτες από τη βουή των ανθρώπων, τις ελπίδες, τις διαψεύσεις, τα ραντεβού και τους χωρισμούς. Πρέπει να βγεις έξω να δεις αυτή την ομορφιά όταν κάνει κρύο στα κείμενα.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά. Ο τίτλος είναι από ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Το παραμύθι από την πίσω πλευρά


Βεβαίως κι έχουν κανόνες τα παραμύθια. Πρώτος κανόνας, η  πραγματικότητα. Τα παραμύθια είναι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι παραμύθι. Δεύτερος κανόνας, ο χρόνος. Μπορεί τα παραμύθια να λένε μια φορά κι έναν καιρό, αλλά το είπαν χθες, το λένε τώρα, θα το λένε πάντα. Και το τέλος είναι ο τρίτος κανόνας: τα παραμύθια δεν έχουν τέλος. Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν ήταν ένας άνθρωπος ευτυχισμένος - αυτό που οι άλλοι άνθρωποι θα έλεγαν "ευτυχισμένος". Αλλά και τον ίδιο, αν τον ρωτούσες, θα σου απαντούσε "ευτυχισμένος". Ο άνθρωπός μας ήξερε πως η ευτυχία δεν είναι κάποια πλήρωση στόχων, προσδοκιών ή προσπαθειών. Όχι κάτι τέτοιο, προς θεού. Αλλά πως η ευτυχία είναι η επιθυμία. Η επιθυμία να συνεχίζεις. Παράλογη και αβάσιμη επιθυμία. Εσωτερική, όπως η έμπνευση. Η ευτυχία δεν είναι χαρούμενη, το ήξερε καλά. Όπως ήξερε καλά πως δεν θα είχε κανένα λόγο να το πει στους άλλους ανθρώπους αυτό. Εκείνοι προτιμούσαν να αγωνίζονται για την ευτυχία. Δεν τους εκκινούσε η ελπίδα, αλλά η αγωνία. Η αγωνία είναι ο θάνατος, Γι΄αυτό στα παραμύθια πεθαίνουν πάντα οι κακοί.

Λοιπόν έχω μια αγωνία τον τελευταίο καιρό. Αν αξίζει όλη αυτή η ελπίδα που κινεί τον κόσμο, αν αξίζουν τα παραμύθια, αν ο παραμυθάς είναι δίκαιο που δεν είναι ήρωας του παραμυθιού, αλλά αφηγητής του σε πεινασμένους πελάτες, που το τρώνε ικανοποιώντας την ασίγαστη πείνα τους και την αδυσώπητη τεμπελιά τους να ελπίσουν από μόνοι τους. Αν τα παραμύθια τα γράφουν πολλοί, λίγοι ή ένας. Λίγοι ή ένας. Ένας.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παραμυθάς που έφτιαχνε ευτυχισμένα παραμύθια. Παραμύθια γεμάτα ελπίδα δηλαδή. Δεν ήταν καλός άνθρωπος ο παραμυθάς, γιατί είχε αγωνία. Γι΄ αυτό και πέθανε. Και ζήσαν τα παραμύθια του καλά, κι εμείς που ακούμε τα παραμύθια καλύτερα.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες


Αυτό που λες «μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες», που μεγαλώνοντας ξέρεις πως δεν είναι η μάνα σου και τα σώματα με βυζιά και χνούδι ανάμεσα στα πόδια τους. Που μεγαλώνοντας ξέρεις πως οι γυναίκες δεν είναι μόνο αυτή η υπέροχη μυρωδιά και το δέρμα που τρέμει στο άγγιγμά σου, οι γυναίκες που πήδηξες, αυτές που σίγουρα θα πηδήξεις κι αυτές που δεν σου άρεσαν γιατί σε απέρριψαν. Αυτό που λες «μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες» κι εννοείς όλους αυτούς τους τύπους γυναικών που με κάθε τρόπο πια είναι γύρω σου, σε αφορούν, αλληλεπιδρούν, οι γυναίκες που είσαι μαζί τους σε χίλιους δυο τόπους, γυναίκες στη δουλειά, στο σχολείο, στις παρέες, στο δρόμο, μανάδες, κόρες, γιαγιάδες, γυναίκες που ωριμάζουν και σιωπούν και άλλες που μεγαλώνουν και φωνάζουν, ματαιωμένες γυναίκες που ξέχασαν τον έρωτα κι άλλες που τον έκαναν τρυφερότητα και προσφορά στους γύρω, ακαμάτρες και καπάτσες, γατούλες και σκύλες γυναίκες.

Αυτό που λες «μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες» και εννοείς πια αυτά τα βλέμματα θλίψης εγκλωβισμένα σε σώματα γερασμένα δίπλα σε έναν φαφλατά και υπερφίαλο άντρα, ένα μάτσο κρέας γεμάτο εγωισμό, με πεσμένο πούτσο, ζαρωμένο, αδύναμο να χορέψει στου έρωτα τα ξέφρενα μεθύσια, με ακριβό αυτοκίνητο, καλογυαλισμένο σαν τη φαλάκρα του, με ένα γελοίο σαρκαστικό χαμόγελο κολλημένο στα μούτρα του. Αυτές τις γυναίκες που παραδόθηκαν στης διεκδίκησης την ορμή, υποχώρησαν κι έμειναν ένα σπασμένο δοχείο που το γαμάει ένα γουρούνι αγκομαχώντας. Γι’ αυτές τις γυναίκες που είναι ένα πουλί κλεισμένο σε κλουβί.


Μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες δυο λόγια. Που ντρέπονται να ανθίσουν. Γιατί μαράθηκαν τα πέταλά τους.

***
το γλυπτό είναι του Σπύρου Ντασιώτη

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Μονόπρακτα στο περιθώριο


Με έναν τρόπο ήσουν κι εσύ χθες εκεί. Φόρεσα το πουκάμισό σου, κούμπωσα το πρώτο κουμπί και βγήκα στη σκηνή. «Δεν μου λέτε, είστε ξένος εδώ;»

*** 

Την ώρα που έπεσαν οι προβολείς στη σκηνή σκέφτηκα πως μας τυφλώνει εξίσου το φως και το σκοτάδι.

***

Αέρας είναι το θέατρο. Φύσηξε λίγο απόψε. Και μας σκόρπισε στον κόσμο

*** 

Οι άνθρωποι πεθαίνουν σε δόσεις.
Πρώτα πεθαίνει το σώμα τους
Ύστερα το πιάτο τους στο τραπέζι
Ύστερα τα ρούχα και τα παπούτσια τους
Ύστερα τα καλάμια του ψαρέματος
Στο τέλος η οδοντόβουρτσά τους

Μια μέρα πεθαίνουν και οι φωτογραφίες τους

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Η βία του χαμόγελου και τα "Ανοιχτά Σχολεία"


Το χαμόγελο δεν είναι απλά το χαμόγελο. Δεν είναι απλά το χαμόγελο ερωτικής πρόσκλησης, παιδικής ανεμελιάς ή αστικής ευγένειας. Δεν είναι απλά το εσωτερικό χαμόγελο της ψυχής. Και τέλος.

Είναι και το χαμόγελο του marketing, είναι το χαμόγελο της εξυπηρέτησης νέου τύπου, είναι το χαμόγελο της προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών, το χαμόγελο του εμψυχωτή, του διασκεδαστή, του διαφημιστή, το χαμόγελο του βιωματικού σεμιναρίου. Ας το πούμε «το χαμόγελο fast food»: «εξυπηρετείστε όλοι παρακαλώ;».

Εδώ και λίγο καιρό ο Δήμος της Αθήνας αποφάσισε με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Νιάρχου και εκτέλεση από μη κυβερνητικές οργανώσεις και αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες τη δημιουργία ενός προγράμματος ανοίγματος των σχολικών χώρων προκειμένου διάφορες πολιτιστικές, επιμορφωτικές και αθλητικές δράσεις να λάβουν χώρα εκεί. Αφού το πρόγραμμα με τον τίτλο "Ανοιχτά Σχολεία" «επικοινωνήθηκε» με τη δέουσα προπαγάνδα ως πρωτότυπο και καινοτόμο (αν και αφορά μόλις 25 από τα 400 σχολεία του δήμου), ξεκίνησαν οι παρουσιάσεις του στα «επιλεγμένα» (βλέπε «πρόθυμα») σχολεία. Εν μέσω των παρουσιάσεων και αφού δημιουργήθηκε ιστοσελίδα και ένας κόσμος άρχισε να ενημερώνεται, το θέμα της έγκρισης παραχώρησης από το Δήμο των σχολικών χώρων επιτέλους συζητήθηκε στις Σχολικές Επιτροπές που έχουν αυτή την αρμοδιότητα. Με δυο λόγια πρώτα ανακοινώθηκε το πρόγραμμα, πρώτα μπήκαν οι οργανώσεις στα σχολεία για ενημέρωση και μετά πήραν την άδεια να μπουν (μόλις χθες αποφάσισε σχετικά η σχολική επιτροπή πρωτοβάθμιας του δήμου της Αθήνας). Εν τω μεταξύ οι περισσότεροι σύλλογοι γονέων δεν έχουν πάρει ακόμη άδεια να χρησιμοποιούν τους χώρους των σχολείων τους

Ένα από τα σχολεία που θα φιλοξενήσουν του πρόγραμμα επισκέφτηκα χθες, προκειμένου να έχω από κοντά άμεση άποψη. Η παρουσίαση ήταν στημένη με τον τρόπο του προσηλυτισμού, ήταν μια οργανωμένη παράσταση που τοποθετούσε τους συμμετέχοντες στα τραπεζάκια τους, στις ομάδες τους, στη μικροκοινότητά τους, με ταμπελάκια στο στήθος που έγραφαν το όνομά τους (Γιώργος, Μιχάλης, Μαρίνα…) Μπαίνοντας στην αίθουσα την ώρα που ξεκινούσε η παρουσίαση μού ζητήθηκε μεγαλόφωνα από την εμψυχώτρια/συντονίστρια/παρουσιάστρια να επιλέξω σε ποιο τραπέζι θα κάτσω. Απάντησα πως προτιμώ να μείνω όρθιος, και στην επιμονή της να ενταχθώ επέμεινα πως η δική μου θέση είναι αυτή που επέλεξα: όρθιος στην πόρτα δεξιά. Ο μικρός αυτός διάλογος είχε ήδη έναν παράδοξο αρχικά εκνευρισμό που προκάλεσε μάλλον και στους δυο μας αμηχανία, αφού γινόταν εκτός του γενικού πλαισίου ευγένειας και τιθάσευσης: τα περίπου 10 νεαρά παιδιά που θα παρουσίαζαν και θα υποστήριζαν το πρόγραμμα καθόλη τη διάρκεια της υποδοχής και της παρουσίασης ήταν πολύ χαρούμενα για κάποιο λόγο και χαμογελαστά που μας υποδέχονταν στο σχολείο μας και που μας έλεγαν για τη γειτονιά μας και τα ανοιχτά σχολεία μας που ούτως ή άλλως είναι ανοιχτά αφού τα ανοίγουμε εμείς οι γονείς χρόνια τώρα. Οπότε η δική μου άρνηση να τοποθετηθώ στο πλαίσιο και τον κανόνα, παρόλη την επιφανειακή ευγένεια, έμοιαζε να αρνείται το πλαίσιο παρουσίασης. Παρακολουθούσα τους λιγοστούς υπόλοιπους γονείς, λίγο αμήχανους με όλο τούτο το χαρούμενο σινάφι, αλλά προφανώς θετικούς και με αρκετή περιέργεια. Η παρουσίαση δεν ήταν συζήτηση, η ορθότερα δεν ήταν συζήτηση εκτός του πλαισίου. Σκέφτηκα να διατυπώσω τις αντιρρήσεις μου, αλλά θα έπρεπε να διακόψω και να παραβιάσω το χαμόγελο. Θα μπορούσα έστω να ρωτήσω με ποιο τρόπο επιλέχθηκαν τα σχολεία και αν ειδοποιήθηκε και πώς η γειτονιά, τα άλλα σχολεία. Θα μπορούσα ρε παιδί μου να ρωτήσω ποιος σας έδωσε την άδεια να μπείτε, αφού μόλις τώρα έρχομαι από τη συνεδρίαση της σχολικής επιτροπής που γνωμοδότησε θετικά. Θα μπορούσα τέλος να πω πως τα σχολεία τα ανοίγουμε οι σύλλογοι, κάνουμε δράσεις πολιτιστικές και αθλητικές, δράσεις αλληλεγγύης και βοηθάμε το σχολείο να τα βγάλει πέρα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Κι αν έπαιρνα φόρα θα τους έλεγα πως μόνο χτίζοντας τους κοινωνικούς μας δεσμούς συλλογικά από κάτω αυτενεργώντας χτίζουμε τη διεκδίκηση, την ταξική συνείδηση, την αισιοδοξία των ανθρώπων γύρω μας κι εμάς των ίδιων. Ο χορηγός που ξεπλένει με ελεημοσύνες το αίμα και τον ιδρώτα των θυμάτων τόσων χρόνων ποντοπόρας ναυτιλίας αυτό που πετυχαίνει είναι να αντιμετωπίσει μια υπαρκτή ανάγκη δημιουργικότητας και συνοχής αποκοιμίζοντας. Μετατρέπει τους αποδέκτες της προσφοράς του σε παθητικούς συμμέτοχους, κι απαλύνει τις εγκληματικές ελλείψεις του δήμου. Αλλά όλο αυτό θα παραβίαζε το χαμόγελο των οργανωτών (δεν προβλεπόταν εξάλλου η απορία και η αμφισβήτηση στη διαδικασία). Και επίσης θα παραβίαζε την αποδοχή αυτού του πλαισίου από τους λιγοστούς συμμετέχοντες. Τι νόημα θα είχε η παρέμβασή μου;

Κι έτσι, άνοιξα την πόρτα κι έφυγα με το φίλο μου το Γιάννη. Βγαίνοντας, κάποια χαμογελαστά παιδιά μας ρώτησαν γιατί φεύγουμε από το σχολείο μας και ποιοι είμαστε και αν θέλουμε να γράψουμε σε μια φόρμα τα στοιχεία μας. Κι εμείς τους είπαμε πως δεν μας ενδιαφέρει αυτό που γίνεται στην αίθουσα και πως είμαστε από την Ένωση Γονέων της περιοχής μας και πως αυτά που έχουμε να πούμε θα τα πούμε με άλλο τρόπο και πως τελοσπάντων, αν είναι, ας μας δώσουν τη φόρμα να τη δούμε. Και τότε χάθηκε το χαμόγελο και τα πρόσωπα σκληρά απάντησαν «όχι».

Βγήκαμε πια από το σχολείο και είπα στο Γιάννη «η βία του χαμόγελου… η αδυσώπητη βία του χαμόγελου που δεν σου επιτρέπει τίποτε άλλο από το να χαμογελάς και να αποδέχεσαι». Από την πρώτη στιγμή που αρνήθηκα να κάτσω σε ένα τραπέζι ήμουν πια εκτός της κοινότητας. Δεν ήταν συζήτηση, ήταν παρουσίαση. Είναι η τρίτη φορά που συμβαίνει αυτό στη ζωή μου. Η προηγούμενη ήταν όταν ήμουν φαντάρος, στη Λήμνο. Στο στρατό αρνήθηκα επίμονα να συμμετέχω στη στρατιωτική προσευχή που γινόταν κάθε βράδυ πριν πάμε τα καυλωμένα αντράκια στα κρεβάτια μας. Ήμουν ο μόνος που αρνιόμουν τη διαδικασία αυτή, αλλά όλη αυτή η αμήχανη επιμονή μου ήταν μάλλον και μια μικρή προσωπική πράξη αντίστασης στη λογική του στρατού για ομοιομορφία, πατριωτισμό και υπακοή. Δεν ήμουν ο μόνος άθεος ή αριστερός βέβαια – αλλά οι άλλοι προτιμούσαν να μη δίνουν στόχο. Οπότε γύρισε ένας τυπάκος και ρώτησε τον κολλητό μου μια νύχτα «ο Κατσαμάκης γιατί δεν κάνει το σταυρό του;». Εκείνος του απάντησε «είναι άθεος» κι ο τυπάκος μην μπορώντας να καταλάβει τι είναι αυτό επέμεινε: «δηλαδή είναι ιεχωβάς;»

Όλα όμως ξεκίνησαν στις αρχές της… μακρινής δεκαετίας του ’90, μια χρονιά ξηρασίας στη μικρή μας πόλη. Πήγαινα Λύκειο. Και δεν ξέρω πώς αλλά ο δεσπότης Κορίνθου κάλεσε τα σχολεία να έρθουν στην τεράστια μητρόπολη προκειμένου να γίνει λιτανεία να βρέξει. Μου φάνηκε παράλογο όλο ετούτο, αλλά αναγκαστήκαμε να πάμε. Όταν όμως ήρθε η στιγμή και από μικροφώνου το πολυπληθές ιερατείο ζήτησε να προσκυνήσουμε, δεν άντεξα. Σχεδόν τρομαγμένος επέβαλα στον εαυτό μου να μείνει όρθιος. Την ίδια στιγμή εκατοντάδες μαθητές των σχολείων της πόλης γονάτιζαν, και οι καθηγητές όλοι. Και μείναμε όρθιοι τρεις μονάχα: εγώ, ο ξάδερφός μου δίπλα μου και ο μαθηματικός μας. Οι μόνοι που αντιληφθήκαμε την ανυπακοή βεβαίως ήμασταν εμείς κι ο δεσπότης απέναντι που μας κάρφωνε με το θυμωμένο βλέμμα του την ίδια στιγμή που η φωνή του ντυνόταν την παρακλητική κατάνυξη. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν κλείσει τα μάτια, όπως έκανε ο διπλανός τους και ο διπλανός του διπλανού τους και ο διπλανός του διπλανού του διπλανού τους

***
το σχέδιο είναι του Keith Vaughan

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Ημερολόγιο νύχτας VI


Έχουμε μεγάλη αξία για τα όνειρα. Αφού είμαστε οι μόνοι που τα είδαμε, είμαστε κι αυτοί που θα επιβεβαιώσουν ή θα διαψεύσουν την ύπαρξή τους. Με δυο κουβέντες τα έχουμε στα χέρια μας τα όνειρά μας.

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Ημερολόγιο νύχτας V


Γδύνεται τα ρούχα της μέρας και ξαπλώνει γυμνός στο κρεβάτι. Τυλίγεται τα σκεπάσματά του σαν χρυσαλλίδα κι αφήνεται στον ύπνο, όπως αφηνόμαστε στον οργασμό. Κι απ’ το κουκούλι του την άλλη μέρα βγαίνει μια πεταλούδα.

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Ημερολόγιο νύχτας IV


Ο ύπνος δεν είναι ένα λευκό χαρτί. Ένα πεδίο μάχης γεμάτο νεκρούς σκεπασμένους με χιόνι δεν είναι.
Ο ύπνος είναι μια μαύρη νύχτα. Μαύρη γιατί πάνω της γράφτηκαν όσα δεν γράφτηκαν ακόμη κι όσα γράφτηκαν και ξεχάστηκαν. Γιατί πάνω της γράφτηκαν όσα έγιναν και όσα θα γίνουν, όσα δεν έγιναν και όσα δεν θα γίνουν, όλα αυτά για τα οποία μετανιώσαμε και όλα αυτά για τα οποία ελπίζουμε.


Ο ύπνος είναι ένα μαύρο χαρτί. Ένα πεδίο μάχης γεμάτο νεκρούς που θα σκεπάσει η επόμενη μέρα.

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Ημερολόγιο στρώματος ΙΙΙ


Κοιτάω ψηλά – πριν προλάβει το φθινόπωρο και σκεπάσει το βαθύ μπλε με τη στάχτη και τα ξυσμένα μολύβια του. Βγαίνω σε αλάνες και σε παλιές γειτονιές με χαμηλά σπίτια, εκεί που μπορείς να βρεις πολύ από δαύτο και το σκίζω, το τσαλακώνω, το βάζω στην τσέπη μου και φεύγω.


Τις νύχτες απλώνω εντός μου τα μπλε του ουρανού και πετάω.

***
ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Ημερολόγιο στρώματος ΙΙ


Τις νύχτες τον άκουγε να βουρτσίζει τα δόντια του. Μια μέρα το πήρε απόφαση και πέταξε την οδοντόβουρτσά του στα σκουπίδια. Αφού ήταν πια νεκρός, έπρεπε να κόψει αυτή την ενοχλητική συνήθεια.

***
Ο πίνακας είναι του Keith Vaughan

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Ημερολόγιο στρώματος I


Ήταν μια νύχτα παράξενη – στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής. Πριν κλείσει τα μάτια του έμοιαζε σαν να πορεύεται σε έναν μακρύ διάδρομο κλείνοντας πόρτες, κλειδώνοντας πίσω του χιλιάδες πρόσωπα που κάτι του έλεγαν ή προσπαθούσαν να του πουν, κάτι περίμεναν από αυτόν ή για κάτι τον κατηγορούσαν. Τελικά ο ύπνος τον πήρε πριν προλάβει να φτάσει στο τέρμα αυτού του διαδρόμου, που λογικά θα υπήρχε. Σωριάστηκε νικημένος – αλλά συνέχισε να κλείνει πόρτες στον ύπνο του. Αθόρυβα σχεδόν.


Την άλλη μέρα ξύπνησε, πλύθηκε, ντύθηκε, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και βγήκε στον κόσμο.

***
Το σχέδιο είναι του Keith Vaughan

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Το παραμύθι του παραμυθά απέναντι στο παράθυρο


Μια νύχτα ένας άντρας ένιωθε μοναξιά, ή τελοσπάντων κάτι τέτοιο. Και κάθισε να γράψει ένα παραμύθι στο γραφείο του. Η λάμπα δίπλα του όριζε το άυλο φωτεινό τρίγωνό της κι εκείνος κοίταξε τον εαυτό του να τον κοιτά από το τζάμι απέναντί του. «Ό,τι και να κάνω, κάποιος θα με κοιτάζει» έγραψε στο χαρτί του, άνοιξε το παράθυρο και το άφησε να φύγει. Ήταν αρχές του φθινοπώρου, που τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους στο χώμα και σκεπάζουν τους νεκρούς.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Δοκίμιο θανάτου



Σήμερα –

Σκεφτόμουν –

Γυναίκα –

Καύλα –


(πώς να σε πείσω πως οι λέξεις αυτές δεν βγήκαν από την ίδια φράση; Δεν είναι καν σε μια λογική σειρά. Θα πεις «φίλε σκεφτόσουν σήμερα μια γυναίκα και καύλωσες». Στην υπεράσπισή μου τουλάχιστον ας καταχωρηθεί πως οι 4 λέξεις συγκροτούν απλά ένα δοκίμιο θανάτου, ψίχουλα στο δρόμο του εφήμερου)

***
Το σχέδιο είναι του Egon Schiele

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Σήμερα πάω κ' εγώ στα ΚΕΥΑ. Η αγαπητή πατρίς θέλει δοκίμους *


Σήμερα πάω κ' εγώ στα ΚΕΥΑ. Η αγαπητή πατρίς θέλει δοκί-
μους. Η μαμά Ελλάς προσφέρει άπειρες παραλλαγές καταπιέ-
σεως στα παιδιά της.
Βέβαιον πως θα με κόψουν. Ο φάκελλος... γελάω μέσα μου.

Έκοψα ένα κλαδάκι μυγδαλιάς και φόρεσα κυριακάτικα φωνή χαμό-
γελο ματιά και βήμα πρωτομαγιάς έγινα ένας πολύ ευχάριστος 
κωμικός έγινα κι απ' την ανάποδη αρχιμουσικός έτσι που πάω 
τελευταίος και μόνος και με το κλαδάκι...




Είσαι ο ήλιος το φεγγάρι και το φως μου
τ' ομορφότερο στολίδι είσαι του κόσμου...



Όμορφο κορινθιακό πρωί ήλιος και θάλασσα και σκόνη σπαρτά και κελαη-
δίσματα ένας λοχίας μαχμουρλής για επικεφαλής κ' εμείς στον 
πάτο του πρωιού βαριοί κι ασήκωτοι μολύβια... Εμείς τα υπό-
λοιπα της 53 σειράς ανυπότακτοι εσωτερικού εξωτερικού εξ ανα-
βολών λόγω σπουδών αληθινών φανταστικών εξ αναβολών για 
λόγους υγείας αληθινούς φανταστικούς διανοούμενοι επιστήμο-
νες παρ' ολίγον επιστήμονες απόφοιτοι χωρίς επάγγελμα στα 
είκοσι πέντε και στα είκοσι εφτά χαλασμένα στομάχια αγύριστα 
κεφάλια φακελωμένοι γερασμένοι άντρες 33 ρετάλια 33 αχρεία-
στοι εκ του ασφαλούς για ένα πολεμοχαρή και υποτίθεται ενδό-
ξου παρελθόντος ελληνικό στρατό...



Εν δυο εν δυο στο ρυθμό του χασάπικου στο ρυθμό του ζεϊμπέ-
κικου μια διμοιρία για γέλια και για κλάματα ένα μάτσο χάλια 
μέσα στο πασίχαρο λουλουδιασμένο πρωί στο δρόμο για τα 
ΚΕΥΑ για τα πάντα και για το τίποτε...

Ο λοχίας σολάρει πηγαίνοντας με τα μάτια κλειστά τινάζοντας 
τις αρβύλες του με βίτσα λυγαριάς...


Μελαχρινή ομορφιά μου

παντοτεινή χαρά μου
Σιγκοάλα Σιγκοάλα Σιγκοάααλααα....



Θωμάς Γκόρπας, Με τον τρόπο του Στέλιου Καζαντζίδη
 (από τη συλλογή "Περνάει ο στρατός")



*
Όταν ήμουν έφηβος συνήθιζα να παίρνω το άτι μου, ένα γέρικο παπί, και εξαφανιζόμουν στους δρόμους και τις εξοχές της μικρής πόλης που μεγάλωσα. Έφτανα συχνά σε ένα παλιό, έρημο στρατόπεδο, στα ΚΕΥΑ. Περιδιάβαινα τα τολ και το διοικητήριο και σκαρφάλωνα από μια σιδερένια σκάλα στην κορφή της δεξαμενής. Κοιτούσα τον κόσμο από ψηλά. Σήμερα πήγα με τα παιδιά να τους το δείξω. Τους είπα πως ένας ποιητής, ο Γκόρπας, έχει γράψει ένα ποίημα για το Κέντρο Εκπαίδευσης Υποψήφιων Αξιωματικών στα Εξαμίλια. Ο τόπος έχει ρημάξει. Ένας ταξιτζής είχε παρκάρει πίσω από τη σκοπιά και πήδαγε μια ξανθιά - τους κάναμε χαλάστρα και φύγαν, Οι βρωμιάρηδες οι ντόπιοι έχουν γεμίσει το στρατόπεδο με κάθε λογής σκουπίδια και μπάζα, κάποιοι εξαφάνισαν κάθε τι μεταλλικό, ακόμη και τη σιδερένια σκάλα. Δεν θα ξαναδώ αυτό τον κόσμο από ψηλά.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Οι μεταπολεμικές κουβερτούρες της ελληνικής λογοτεχνίας και οι Έλληνες εικαστικοί


Ήταν το 1962 όταν στην νεοελληνική πεζογραφία εισβάλει ένας νέος λογοτέχνης που με τη γραφή του αποτέλεσε ξεχωριστή μορφή των γραμμάτων μας, συχνά ενοχλώντας τα μικροαστικά μας ήθη με την εμμονική ανίχνευση των παθών και των απωθημένων μας. Ο Μένης Κουμανταρέας εκδίδει στον Φέξη "τα Μηχανάκια" του με 4 ιστορίες "απροσάρμοστων" εφήβων της δεκαετίας του '50. Το νέο, ανατρεπτικό, αιχμηρό και... αθυρόστομο της γραφής ήρθε να υπηρετήσει ένα μοντέρνο κάλυμμα από τον φίλο του Νίκο Κούνδουρο με την εικόνα στην πρώτη σελίδα από ένα φλιπεράκι ("μηχανάκι"). Δεν μας ξαφνιάζει η εικαστική ματιά του ούτως ή άλλως εικαστικού σκηνοθέτη, την έχουμε δει στις ταινίες του του '54, του '56, του ΄58, του '59, σε σχέση όμως με τα εκδοτικά αισθητικά πρότυπα της εποχής του πρέπει να ήταν εξίσου προκλητικό. Το εξώφυλλο, ή ορθότερα η κουβερτούρα του Κούνδουρου ακόμη συνοδεύει (54 χρόνια μετά) τα μηχανάκια.

μακέτα του Πάρη Πρέκα (εκδ. "ο Κόσμος", 1954)
μακέτα του Πάρη Πρέκα (εκδ. "ο Κόσμος", 1954)




















Η εικόνα ενός βιβλίου είναι συστατική της παρουσίας του, της εμπορικής κίνησής του. Άλλοτε υπηρετεί την αισθητική των συντελεστών του και άλλοτε απευθύνεται στα ποικίλα επιλεκτικά κριτήρια των αγοραστών και των αναγνωστών του, άλλοτε επιχειρεί και τα δύο, άλλοτε φαίνεται να αδιαφορεί για όλα αυτά. Τμήμα της αισθητικής και της λειτουργικότητας του βιβλίου είναι το εξώφυλλο. Το εξώφυλλο δεν υπήρχε από την αρχή της τυπογραφίας, και αυτό που κυρίαρχα ήρθε να υπηρετήσει ήταν η ασφάλεια και προστασία του υλικού σώματος του κειμένου, του βιβλίου, από τη φθορά της χρήσης και των εξωτερικών συνθηκών. Η παρουσία πληροφοριών στο εξώφυλλο έκανε πιο χρηστική και ευχερή την επιλογή του στις βιβλιοθήκες, και άρχισαν να αποτελούν σιγά-σιγά αναπόσπαστα τμήματα του βιβλίου με ολοένα και πιο τυποποιημένα στοιχεία.

κουβερτούρα του Δημήτρη Μυταρά (Εστία, 1965)
Κουβερτούρα της Νόρας Αναγνωστάκη (1962)
Κουβερτούρα του Ε. Σπυρίδωνος (Εστία, 1955)
 Τα χρόνια πέρασαν και τα εξώφυλλα αγκαλιάστηκαν τον 20ο αιώνα από χάρτινα καλύμματα. Πολλοί από εμάς σήμερα πετάμε τα καλύμματα αυτά, όταν τα βρίσκουμε σε βιβλία. Συνήθως είναι τα πρώτα που φθείρονται. Το εξώφυλλο που αποκαλύπτεται από μέσα είναι συχνά πιο "συντηρητικό" και "αυστηρό" από το κάλυμμα, στοιχείο που φανερώνει μια βασική χρήση του καλύμματος στο νου των εκδοτών και των επιμελητών εκδόσεων: το κάλυμμα ή αλλιώς η κουβερτούρα είναι εμπορικός κράχτης, εικαστικό σχόλιο με εμπορικό σκοπό πρώτα και κύρια. Δευτερευόντως μπορεί να είναι μια πρόσθετη μικρή πολυτέλεια, ένα ελαφρύ αλλά λεπταίσθητο σάλι στους ώμους ενός βιβλίου. Τα βιβλία που αγκαλιάζονται από κουβερτούρες είναι συνήθως λογοτεχνικά και σπανιότερα λευκώματα κι εγκυκλοπαίδειες. Πολλές φορές είναι η κουβερτούρα που θυμόμαστε σε μια έκδοση κι όχι το λιτό, μονόχρωμο εξώφυλλο (ποιος θυμάται το εξώφυλλο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους ή της Ελληνικής Μυθολογίας της Εκδοτικής Αθηνών;).

Κουβερτούρα της συγγραφέα (Εστία, 1958)
Κουβερτούρα της συγγραφέα (Εστία, 1960)





Κουβερτούρα του Γιώργη Βαρλάμου (Εστία, 1959)


η εικόνα της κουβερτούρας είναι έργο του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα (1956)
Μεγάλη άνθηση γνώρισαν οι κουβερτούρες τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα. Μια άνθηση που υποστηρίχθηκε από αντίστοιχες επιλογές συγκεκριμένων εκδοτών (Εστία, Δίφρος, Φέξης κ.α.), καθρεφτίζει την ούτως ή άλλως εικαστική ανάπτυξη των χρόνων αυτών και υπηρετεί και μια σημαντική εξέλιξη της λογοτεχνικής μας παραγωγής. Σημαντικοί εικαστικοί (δεν μπορούμε να μιλάμε για γραφίστες ακόμη) πρόσφεραν το ταλέντο τους στα καλύμματα των βιβλίων, άλλοτε συνομιλώντας εικαστικά με το ίδιο το λογοτεχνικό έργο και άλλοτε υπακούοντας στις αισθητικές αντιλήψεις και το εκδοτικό προφίλ των εκδοτών που τους πλήρωναν. Για πολλούς από τους ζωγράφους και χαράκτες των καλυμμάτων της μεταπολεμικής περιόδου (μέχρι τη Χούντα που τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και τεχνολογικά και εμπορικά) η συνεργασία με τους εκδότες και η εικονογράφηση βιβλίων και εξωφύλλων αποτέλεσε σημαντικό πόρο οικονομικής επιβίωσης. Ο παρατηρητής θα εντοπίσει ενδιαφέροντα στοιχεία στην παραγωγή αυτών των χρόνων: περίεργες ασυνέπειες (δεν θα περίμενε κανείς τόσο "συντηρητικά" εξώφυλλα από το Βακαλό), προβλεπόμενες εμμονές (η "μοντέρνα" αισθητική του Χριστάκη, η ελληνικότητα στις κουβερτούρες του Τσαρούχη - βλ. την κουβερτούρα που ακολουθεί - θυμίζει πολύ την εικαστική γλώσσα του σύγχρονου Τάσου Παυλόπουλου), συντηρητικές κουβερτούρες σε προοδευτικά βιβλία και μοντέρνες σε κλασικά.

Κουβερτούρα του Γιάννη Τσαρούχη (Πέργαμος, 1959)

Κουβερτούρα Κώστα Γραμματόπουλου (Φίλοι του Βιβλίου, 1948)

Κουβερτούρα Γιώργου Βακαλό (Φίλοι του Βιβλίου, 1945)
Κουβερτούρα Άννας Γεραλή (Φέξης, 1964)

Κουβερτούρα Πέτρου Αδάμη (Μινώταυρος, 1958)

Κουβερτούρα Μίνου Αργυράκη (Εστία, 1955)

Κουβερτούρα Γιώργου Βακαλό (Ίκαρος, 1946)

Κουβερτούρα Σπύρου Βασιλείου (Εστία, 1954)

Κουβερτούρα Λεωνίδα Χριστάκη (Φέξης, 1961)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1956)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1957)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1954)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1955)

Κουβερτούρα Τάκη Δαρζέντα (Δίφρος, 1958)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δαίδαλος, 1955)

Εξώφυλλο του "Ξένου" με άλλη αισθητική από την κουβερτούρα του