Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

...αδυνατώντας να ευχηθώ "καλή ανάσταση"

Νομίζω πως η ποίηση αυτές τις μέρες φωτίζει σαν κερί τη ζωή μας- δεν εννοώ με αυτό πως τη βοηθάει να δει ή τη ζεσταίνει, αλλά πως εισβάλλει στις σκιές της, το φόβο, το θάνατο. Δεν ξέρω τι ψάχνει. Αλλά πως έστω για λίγο δείχνει το πρόσωπο του αναπόφευκτου δίνοντάς του μια όψη πιο παρηγορητική, καμιά φορά συμπαθητική.

Θεωρώ τον "Πόρφυρα" του Σολωμού ένα από τα πιο ωραία ελληνικά ποιήματα. Μην προσδοκώντας βέβαια καμία "ζωή του μέλλοντος αιώνος", τον φέρνω εδώ αδυνατώντας να ευχηθώ "καλή ανάσταση". Ό,τι ζούμε νομίζω φωτίζει το φόβο, μας βοηθάει να δούμε, μας ζεσταίνει. Και είναι αναπόφευκτα αρκετό.




«Kοντά ‘ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,

π’ άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα

κι εκεί γρικά της θάλασσας και τ’ ουρανού τα κάλλη

κι εκεί τραβά τον ήχο του μ’ όλα τα μάγια πόχει.

Γλυκά ‘δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου

κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ‘βγει.

(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα!).

Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τα μάγια πόχεις,

ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,

καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.

Δεν το ‘λπιζα να ‘ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!

Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,

ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ‘μαι γυρισμένος

με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου!».

Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.

Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες

και του σφιχτόδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πόχεις.

Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.


Aλλ’ απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου

κι αλιά, μακριά ‘ναι το σπαθί, μακριά ‘ναι το τουφέκι!

Kοντά ‘ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου•

αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε

κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,

κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,

έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τες δύναμές του,

της φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,

οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,

ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,

την τέχνη του κολυμπιστή και την ορμή της μάχης.

Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:

Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.


Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,

όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό της νιότης,

άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα


****

η εικόνα είναι "σπουδή γυμνού νέου" του Γεώργιου Ιακωβίδη (1853 - 1932)

4 σχόλια:

Riski είπε...

Αναπόφευκτα αρκετό και αρκούντως σπουδαίο είναι, αν σκεφτείς ότι για όλα απαιτείται κάποιος χρόνος συνειδητοποίησης και προετοιμασίας.

(Διάβασα το ποίημα στη μικρή και τώρα θα περάσω αναπόφευκτα αρκετή ώρα για να το μεταφράσω από τα ελληνικά στα ελληνικότερα.) :))))

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Για κάποιο λόγο που ίσως φαντάζεσαι σε είχα στο νου μου την ώρα που ετοίμαζα το ποστ.

Ανώνυμος είπε...

Χρόνια πολλά κι ότι ποθείς να το χεις
φεγγαρενια

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Σε ευχαριστώ πολύ φεγγαρένια. Καλές πανσελήνους...