Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Τρωτοί λοιπόν...

Στο ‘χω ξαναπεί πως μου αρέσουν οι συναντήσεις- αυτές οι συναντήσεις που μετράνε το χρόνο και ζυγίζουν τα συναισθήματα. Και μου αρέσουν και οι άνθρωποι που είναι ευάλωτοι σε αυτές, που λυγίζουν το βλέμμα τους όταν αναμετρώνται με την επιμονή τους.



Το καλοκαίρι που μας πέρασε -τα καλοκαίρια περνάνε- έγινε μια τέτοια συνάντηση. Μια συνάντηση σε έναν τόπο που παράδοξα μας δένει κοντά του με ποικίλους τρόπους, τα Πούλιθρα Αρκαδίας (στη Νότια Κυνουρία). Έμαθα πως έχει σπίτι εκεί ο γλύπτης Γιώργος Χουλιαράς και δόθηκε μια μέρα η αφορμή και βρεθήκαμε. Είναι ένα σπίτι στην άκρη του χωριού (στην άκρη των πόλεων μένουν συνήθως οι πουτάνες και οι ποιητές), στη ρίζα του βουνού. Καθίσαμε, ήπιαμε καφέ, μιλήσαμε για τις «ασήμαντες ιστορίες» που γράφουν στη ψυχή μας, για τους Ηπειρώτες συγγραφείς και τους γλύπτες, μιλήσαμε για τον αδερφό του Γιώργου, τον αγαπημένο Νίκο Χουλιαρά. Ξεφυλλίζοντας επιτόπου κάποιους καταλόγους με έργα του, το είδα: είναι ένα γλυπτό, στη λίμνη των Ιωαννίνων. Πριν 15 χρόνια ήμουν φαντάρος εκεί. Στο Πέραμα. Συνήθιζα να περπατάω ώρες ατέλειωτες δίπλα στη λίμνη. Μια Κυριακή πρωί κάθισα σε ένα παγκάκι κι έγραψα στην καλή μου που ήταν τότε στην Αγγλία ένα γράμμα. Κοιτούσα το άγαλμα που ήταν μπροστά μου, την αγκαλιασμένη του μορφή και την ένιωθα κοντά μου, μοιραζόμουν τη μοναξιά μου με ένα άγαλμα ένα κυριακάτικο πρωινό στα Γιάννενα. Ψέλλισα κάπως άτσαλα «το ξέρω αυτό το άγαλμα, το θυμάμαι»- και σιώπησα μετά. Πόσα πράγματα πια μπορεί να σε δένουν με τους Χουλιαράδες.


Ετοιμάζοντας αυτή την ιστορία σκέφτηκα να την «παντρέψω» με το γράμμα εκείνο που Της είχα στείλει τότε. Ανέβηκα στο πατάρι και άρχισα να ψάχνω. Χάθηκα εκεί για ώρα σκάβοντας στις πίσω-πίσω κούτες. Τελικά δεν το βρήκα. Ίσως γιατί άρχισα άθελά μου να διαβάζω κάποια γράμματα του στρατού, γράμματα  δικά της, ή της μάνας, της Μόνας, της Φρόσως, της Στέλλας, της Πολίνας, της Ελένης… Κάποια στιγμή άνοιξα κι ένα του Ισαάκ του Σούση, το διάβασα και χαμογέλασα. Ήταν αυτό ακριβώς που μου έγραφε ο φίλος μου: «… Δεν νομίζω ότι χάνεις και πολλά στην Αθήνα και σίγουρα πιστεύω ότι αν είσαι ανοιχτός – στο μυαλό εννοώ – θα χαρείς και θα συγκινηθείς αλλιώς από την κρυστάλλινη μαγεία της Ηπείρου. Ούτε ο στρατός είναι όπως παλιά, ούτε οι νέοι (ασχολίαστο προς το παρόν), αλλά η ποιητική ματιά βρίσκει τις αφορμές και τις αιτίες που θα τη σημαδέψουνε για πάντα, εκεί ακριβώς που ο μέσος όρος είναι ανίκανος να παρατηρήσει το παράδοξο, το αλλιώτικο και το αξιόλογο. Μην περιμένεις ενθάρρυνση από το περιβάλλον και μυστικά σημάδια για να φανερωθείς, άφησε την ψυχή σου τρωτή σε όλα τα βέλη - ….».


Τρωτοί λοιπόν, για τούτο ζωντανοί



*η πρώτη φωτογραφία είναι της φίλης μου, της Ντίνας Βιτζηλαίου

2 σχόλια:

Σταυρούλα είπε...

Θα πω μόνο πόσο καμαρώνω που είσαι φίλος μου.

Nefosis A είπε...

Ωωωω Γιώργο! Ω!