Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου για την 4η Αυγούστου

Είναι φορές που μια τυχαία ανακάλυψη στα ράφια μιας βιβλιοθήκης αποκαλύπτει τις δαιδαλώδεις προσωπικές διαδρομές των ανθρώπων. Και ευτυχώς που παρεμβαίνουν και οι φίλοι (εν προκειμένω η Πόλυ) και σε βοηθούν να ξετυλίξεις το κουβάρι, με τρόπο που δεν θα μπερδέψει περισσότερο τα πράγματα.



«Με τα στήθη τεντωμένα και τα μπράτσα ρωμαλέα
Στην παλιά μας την Πατρίδα βάζουμε θεμέλια νέα.
Στους τετράγωνούς μας ώμους θα σηκώσουμε και πάλι
μεσ’ στους δυνατούς του κόσμου την Ελλάδα μας μεγάλη.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των ελληνικών χεριών.

Τώρα κάτω απ’ τους γαλάζιους της Ελλάδος ουρανούς,
με χαρούμενα τραγούδια και χορούς ελληνικούς,
εξανάσκυψες με τάξη, λεβεντόκορμη εργατιά,
ανεμίζοντας στα χέρια της ψυχής σου τη φωτιά.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των ελληνικών χεριών.

Δε θ’ αφήσουμε να μείνη άκαρπο το άγιο χώμα.
Έχει η δόξα τόσους σπόρους, που δε βλάστησαν ακόμα!
Βασιλιάς και Κυβερνήτης ενωμένοι μας φωτίζουν.
Λάμπουν τα σφυριά στον ήλιο, οι πεδιάδες λουλουδίζουν.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των ελληνικών χεριών.»

Το ποίημα αυτό φιλοξενείται σε ειδική έκδοση της «Εργατικής Εστίας» που τυπώθηκε το 1939 στην Αθήνα με τίτλο «Ύμνοι στην εργασία: συλλογή από τον προκηρυχθέντα διαγωνισμόν βραβεύσεως εργατικού ύμνου».  Στον πρόλογο της έκδοσης αναφέρεται πως το διοικητικό συμβούλιο της «Εργατικής Εστίας» μεριμνώντας «για την ψυχαγωγία των εργαζομένων και την εξίψωσι του πολιτιστικού επιπέδου αυτών» προκηρύσσει διαγωνισμό για τη δημιουργία «εργατικού ύμνου» «διά του οποίου θα υμνείται η αξία και η τιμή που απονέμεται εις την εργασία σήμερα και θα τονίζεται η μεταβολή που επήλθε στη σκέψι και αντίληψι του εργαζομένου κόσμου από της 4ης Αυγούστου 1936 και εντεύθεν».

Στο διαγωνισμό υπήρξαν 400 συμμετοχές. Την επιλογή και κρίση έκανε ειδική επιτροπή με επικεφαλής τον Τέλο Άγρα. Το πρώτο βραβείο και 10.000 δραχμές έλαβε η υπό το ψευδώνυμο «Λάουρα», Μαρία Κρυστάλλη. Το δεύτερο βραβείο και 6.000 δραχμές έλαβε ο υπό το ψευδώνυμο «Ησίοδος», Νικηφόρος Βρεττάκος, το τρίτο και 2.000 δραχμές ο Κρίτων Σουρής και το τέταρτο και 2.000 δραχμές η Ειρήνη Βλάχου. «Βάθος» και «πνευματική χροιά», στοιχεία συμβατά με τους σκοπούς της «Εργατικής Εστίας», αναγνωρίζει στο ποίημα του Βρεττάκου ο Τέλος Άγρας εισηγούμενος το δεύτερο βραβείο να απονεμηθεί σε αυτόν.

"Μέσα σε τέτοιες συνθήκες και δυο χρόνια περίπου αργότερα από τότε, ανάλαβα την υπηρεσία μου στο Υπουργείο Ε. Βρέθηκα ανάμεσα σε πολλή εχτίμηση. Ακόμη και ο γενικός γραμματέας μου μίλησε με πολλή ευγένεια, καλώντας με ύστερα από μερικές ημέρες για να μου ειπεί να γράψω κι εγώ δυο στίχους για «έναν ύμνο στην εργασία». Του είπα πως για τα τραγούδια αυτού του είδους δεν χρειάζεται ποίηση αλλά λόγια. «Ό,τι χρειάζεται» μου απάντησε…»

Είναι 1939 και ο ποιητής ΝικηφόροςΒρεττάκος εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Έχει ήδη εκδώσει ποιητικές συλλογές, προκαλώντας ακόμη και το ενδιαφέρον του Παλαμά, έχει ήδη ενοχλήσει το μεταξικό καθεστώς με το βιβλίο του «ο Πόλεμος» το 1935, και τη συγκεκριμένη χρονιά κυκλοφορούν δύο βιβλία του, η ποιητική συλλογή «Μαργαρίτα: εικόνες από το ηλιοβασίλεμα» και το αφήγημα «Γυμνό παιδί». Η ανάγκη επιβίωσης και η αυτόβουλη βοήθεια από ένα φίλο τον οδηγεί στις υπηρεσίες ενός υπουργείου. Είναι φράσεις του από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Οδύνη» που περιγράφουν την κατά παραγγελία των ανωτέρων συγγραφή ενός ύμνου για τις προπαγανδιστικές ανάγκες του καθεστώτος.


 «Όταν ήρθε η τελευταία μέρα της προθεσμίας, που μου είχε ορίσει,  δεν με κάλεσε ο ίδιος, για να μην εξαντλήσει, φαίνεται, όλη του την ευγένεια. Έστειλε το Γενικό Διευθυντή. Του ζήτησα λίγη ώρα προθεσμία και τούγραψα μερικά έμμετρα λόγια, που μου τα ξανάστειλε αμέσως, με την παρατήρηση: «Στερούνται πνοής υπέρ της Κυβερνήσεως και του Βασιλέως»… Και τα δυο μέλη της κριτικής τους επιτροπής, ένας αισθητικός κι ένας ποιητής, αναλάβανε να διευθετήσουνε το ζήτημα. Άλλαξαν έναν στίχο… Τους στίχους αυτούς δεν τους άκουσα ποτέ να τραγουδηθούν και το πιθανότερο είναι πως ποτέ δεν μελοποιήθηκαν. Ήταν η πρώτη αρχή, που μ’ έκανε να σκεφτώ, πως για να νιώσει κανείς εσωτερικά ελεύθερος, ή θα πρέπει να έχει τη δύναμη να αντισταθεί σ’ αυτές τις συνθήκες που δικαιώνουν κάθε είδους αντίστασης εναντίον τους, ή να παρακαλέσει το θεό να τον κάνει πουλί…».

3 σχόλια:

Nefosis A είπε...

Σοφή η επιλογή του πουλιού αλλά την καπάρωσε η επόμενη δικτατορία.

Ανώνυμος είπε...

Με την ευκαιρία του λατρεμένου Βρεττάκου, θέλω να θυμίσω με πόση ευκολία και πόση αυστηρότητα κρίνουμε και κατακρίνουμε τους (πνευματικούς κυρίως) ανθρώπους που έζησαν σε συνθήκες πίεσης σε ανελεύθερα καθεστώτα, χωρίς να τους συγχωρούμε όταν ενδώσουν με κάποιο τρόπο.
Το λέω, ενθυμούμενη το σάλο (σε βαθμό να θέλουν πίσω το Νόμπελ) που ξεσήκωσε η ομολογία του Γκύντερ Γκρας, ότι σε ηλικία 17 ετών είχε καταταγεί εθελοντής για δυο μήνες στα Βάφεν Ες Ες.

κ.κ.

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Η συζήτηση περί "ενδοτισμού" είναι όντως περίπλοκη, όταν μάλιστα γίνεται εκ του ασφαλούς από μη δοκιμασμένους στην αντίσταση, όπως εμείς (εγώ εν προκειμένω). Ωστόσο νομίζω πως δεν πρέπει να αποσιωπούμε και τις σκοτεινές πλευρές, ούτε ο ίδιος ο Βρεττάκος (προς τιμήν του) το έκανε...