Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Είμαι μέσα μου


Είμαι μέσα μου ένα ανοιξιάτικο
περιβόλι γεμάτο πορτοκαλανθούς και
παιδιά που τρέχουν με ξύλινα σπαθιά στα
χέρια

Είμαι μέσα μου ένα καλοκαιριάτικο
μεσημέρι παίζοντας μπουγέλο στην
αυλή και στην κληματαριά τα
σταφύλια εκρήγνυνται

Είμαι μέσα μου η μυρωδιά της
πρώτης βροχής και η αναχώρηση
των αποδημητικών αναμνήσεων

Είμαι μέσα μου ένας χειμωνιάτικος
δρόμος που φεύγει σκυμμένος στη βροχή -
και χάνομαι

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 27/4/2014]


Άπλωσε στο σπίτι. Η μυρωδιά τους. Σε αγκαλιάζει όπως όταν ήσουν μικρός και τεντωνόσουν να τα φτάσεις πάνω στο σερβάν, να τα κλέψεις μυστικά και να τρέξεις έξω στο χτήμα να τα φας σε καμιά γωνιά. Στρογγυλά και πλεξούδες. Προτιμούσες τις δεύτερες. Και τώρα, απλώνεις το χέρι σου, παίρνεις μία «και του χρόνου» λες βιαστικά κι εκείνη χαμογελάει. «Πώς σου φαίνονται;» λέει, κι εσύ απαντάς «όπως πάντα ρε μάνα» και παίρνεις να φύγεις και ύστερα φρενάρεις, γυρίζεις και της ξαναλές «και του χρόνου» και τη φιλάς. Και μένει με τα χέρια μπλεγμένα στην κοιλιά της, σαν πλεξούδες, ευτυχισμένη που και φέτος μας έφτιαξε κουλούρια το Πάσχα.

Σκύβει πάνω από το αρνί. Μεγάλο Σάββατο απόγευμα. Μπορώ να σε βεβαιώσω με τον ίδιο τρόπο 35 χρόνια τώρα που τον θυμάμαι να το κάνει. Έχει ένα τσιγάρο στο στόμα και ράβει με μια σακοράφα τη σκισμένη του κοιλιά που την έχει ήδη ποτίσει αλάτι και πιπέρι. Και ύστερα με γέλια και πειράγματα σουβλίζει το αρνί με τους μπαρμπάδες και παραδίπλα οι γυναίκες τυλίγουν το κοκορέτσι. Οι αντεριές το κυκλώνουν για να το κρατήσουν στη σούβλα του. Και σένα κυκλώνουν χρόνια τώρα οι μυρωδιές αυτές, τα σκόρδα, το νοτισμένο κρέας, τα τρομαγμένα μάτια των αρνιών, ο καπνός του τσιγάρου που απλώνει στο τελευταίο φως της ανοιξιάτικης μέρας και το τσίπουρο που βγαίνει στο τέλος και η πρέφα, αργή, με τις χορευτικές κινήσεις που λικνίζουν το αδύναμο και κοπανάνε το γερό χαρτί μέσα στη νύχτα.

Υπάρχει ένα ποίημα, πολλά ποιήματα υπάρχουν. Και τραγούδια που με τον ίδιο τρόπο τα κεντάς αυτές τις μέρες μέσα σου κάθε χρόνο. Τους ελεύθερους πολιορκημένους με τον ξανθόν Απρίλη και του Σεφέρη τα Επιφάνια (ιδίως το «κράτησα τη ζωή μου») τραγουδισμένα από τον Μπιθικότση και ύστερα τη Ντόρα Γιαννακοπούλου στις «μικρές κυκλάδες» (το τριζόνι). Υπάρχουν τα ποιήματα «ενός αθέατου Απριλίου» και ο «Πόρφυρας» του Σολωμού. Υπάρχει ένα ποίημα, του Καρούζου «… φεύγω απ’ τα χέρια μου, φεύγω απ’ τη στύση/ διατρέχοντας ηχηρά το νευρικό μου σύστημα/ είμαι σαν άκοπο βιβλίο που πάλιωσε/ στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας…». Τα ποιήματα αυτά είναι οι νεκροί μου, οι νεκροί μου είναι η ζωή μου.


Δεν έχω να σου πω κάτι άλλο Όσο περνάνε τα χρόνια, ολοένα αυτό το κείμενο μικραίνει. Σαν απόσταγμα. Συμπυκνώνει τις γεύσεις, τις μυρωδιές, τα κενά του. Τις αναμνήσεις του. Οι αναμνήσεις μας είναι αποστάγματα που πίνουμε Μεγάλο Σάββατο βράδυ παίζοντας πρέφα στην αυλή τώρα που τελειώσαμε με τα σουβλίσματα και τα κοκορέτσια, τρώγοντας ξηροκάρπια στη θαλπωρή μιας αναμμένης λάμπας. 

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου για την 4η Αυγούστου

Είναι φορές που μια τυχαία ανακάλυψη στα ράφια μιας βιβλιοθήκης αποκαλύπτει τις δαιδαλώδεις προσωπικές διαδρομές των ανθρώπων. Και ευτυχώς που παρεμβαίνουν και οι φίλοι (εν προκειμένω η Πόλυ) και σε βοηθούν να ξετυλίξεις το κουβάρι, με τρόπο που δεν θα μπερδέψει περισσότερο τα πράγματα.



«Με τα στήθη τεντωμένα και τα μπράτσα ρωμαλέα
Στην παλιά μας την Πατρίδα βάζουμε θεμέλια νέα.
Στους τετράγωνούς μας ώμους θα σηκώσουμε και πάλι
μεσ’ στους δυνατούς του κόσμου την Ελλάδα μας μεγάλη.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των ελληνικών χεριών.

Τώρα κάτω απ’ τους γαλάζιους της Ελλάδος ουρανούς,
με χαρούμενα τραγούδια και χορούς ελληνικούς,
εξανάσκυψες με τάξη, λεβεντόκορμη εργατιά,
ανεμίζοντας στα χέρια της ψυχής σου τη φωτιά.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των ελληνικών χεριών.

Δε θ’ αφήσουμε να μείνη άκαρπο το άγιο χώμα.
Έχει η δόξα τόσους σπόρους, που δε βλάστησαν ακόμα!
Βασιλιάς και Κυβερνήτης ενωμένοι μας φωτίζουν.
Λάμπουν τα σφυριά στον ήλιο, οι πεδιάδες λουλουδίζουν.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των ελληνικών χεριών.»

Το ποίημα αυτό φιλοξενείται σε ειδική έκδοση της «Εργατικής Εστίας» που τυπώθηκε το 1939 στην Αθήνα με τίτλο «Ύμνοι στην εργασία: συλλογή από τον προκηρυχθέντα διαγωνισμόν βραβεύσεως εργατικού ύμνου».  Στον πρόλογο της έκδοσης αναφέρεται πως το διοικητικό συμβούλιο της «Εργατικής Εστίας» μεριμνώντας «για την ψυχαγωγία των εργαζομένων και την εξίψωσι του πολιτιστικού επιπέδου αυτών» προκηρύσσει διαγωνισμό για τη δημιουργία «εργατικού ύμνου» «διά του οποίου θα υμνείται η αξία και η τιμή που απονέμεται εις την εργασία σήμερα και θα τονίζεται η μεταβολή που επήλθε στη σκέψι και αντίληψι του εργαζομένου κόσμου από της 4ης Αυγούστου 1936 και εντεύθεν».

Στο διαγωνισμό υπήρξαν 400 συμμετοχές. Την επιλογή και κρίση έκανε ειδική επιτροπή με επικεφαλής τον Τέλο Άγρα. Το πρώτο βραβείο και 10.000 δραχμές έλαβε η υπό το ψευδώνυμο «Λάουρα», Μαρία Κρυστάλλη. Το δεύτερο βραβείο και 6.000 δραχμές έλαβε ο υπό το ψευδώνυμο «Ησίοδος», Νικηφόρος Βρεττάκος, το τρίτο και 2.000 δραχμές ο Κρίτων Σουρής και το τέταρτο και 2.000 δραχμές η Ειρήνη Βλάχου. «Βάθος» και «πνευματική χροιά», στοιχεία συμβατά με τους σκοπούς της «Εργατικής Εστίας», αναγνωρίζει στο ποίημα του Βρεττάκου ο Τέλος Άγρας εισηγούμενος το δεύτερο βραβείο να απονεμηθεί σε αυτόν.

"Μέσα σε τέτοιες συνθήκες και δυο χρόνια περίπου αργότερα από τότε, ανάλαβα την υπηρεσία μου στο Υπουργείο Ε. Βρέθηκα ανάμεσα σε πολλή εχτίμηση. Ακόμη και ο γενικός γραμματέας μου μίλησε με πολλή ευγένεια, καλώντας με ύστερα από μερικές ημέρες για να μου ειπεί να γράψω κι εγώ δυο στίχους για «έναν ύμνο στην εργασία». Του είπα πως για τα τραγούδια αυτού του είδους δεν χρειάζεται ποίηση αλλά λόγια. «Ό,τι χρειάζεται» μου απάντησε…»

Είναι 1939 και ο ποιητής ΝικηφόροςΒρεττάκος εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Έχει ήδη εκδώσει ποιητικές συλλογές, προκαλώντας ακόμη και το ενδιαφέρον του Παλαμά, έχει ήδη ενοχλήσει το μεταξικό καθεστώς με το βιβλίο του «ο Πόλεμος» το 1935, και τη συγκεκριμένη χρονιά κυκλοφορούν δύο βιβλία του, η ποιητική συλλογή «Μαργαρίτα: εικόνες από το ηλιοβασίλεμα» και το αφήγημα «Γυμνό παιδί». Η ανάγκη επιβίωσης και η αυτόβουλη βοήθεια από ένα φίλο τον οδηγεί στις υπηρεσίες ενός υπουργείου. Είναι φράσεις του από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Οδύνη» που περιγράφουν την κατά παραγγελία των ανωτέρων συγγραφή ενός ύμνου για τις προπαγανδιστικές ανάγκες του καθεστώτος.


 «Όταν ήρθε η τελευταία μέρα της προθεσμίας, που μου είχε ορίσει,  δεν με κάλεσε ο ίδιος, για να μην εξαντλήσει, φαίνεται, όλη του την ευγένεια. Έστειλε το Γενικό Διευθυντή. Του ζήτησα λίγη ώρα προθεσμία και τούγραψα μερικά έμμετρα λόγια, που μου τα ξανάστειλε αμέσως, με την παρατήρηση: «Στερούνται πνοής υπέρ της Κυβερνήσεως και του Βασιλέως»… Και τα δυο μέλη της κριτικής τους επιτροπής, ένας αισθητικός κι ένας ποιητής, αναλάβανε να διευθετήσουνε το ζήτημα. Άλλαξαν έναν στίχο… Τους στίχους αυτούς δεν τους άκουσα ποτέ να τραγουδηθούν και το πιθανότερο είναι πως ποτέ δεν μελοποιήθηκαν. Ήταν η πρώτη αρχή, που μ’ έκανε να σκεφτώ, πως για να νιώσει κανείς εσωτερικά ελεύθερος, ή θα πρέπει να έχει τη δύναμη να αντισταθεί σ’ αυτές τις συνθήκες που δικαιώνουν κάθε είδους αντίστασης εναντίον τους, ή να παρακαλέσει το θεό να τον κάνει πουλί…».

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Οι βιβλιοθήκες στα χέρια των επιχειρήσεων

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 19/4/2014]


Αν οι βιβλιοθήκες δεν είχαν γεννηθεί (και αναγεννηθεί) τις σημαντικότερες περιόδους του πολιτισμού μας, αν η δίψα για μάθηση και το όραμα για τη διάχυση της γνώσης δεν τις είχε γονιμοποιήσει ποτέ, σήμερα θα τις δημιουργούσε η επιχειρηματικότητα. Και όπως έπραξε με άλλα πολιτιστικά «προϊόντα», όπως το κινηματογραφικό έργο, θα έβαζε την κερδοσκοπική σφραγίδα της και σε αυτή τη διαδικασία: θα πλήρωνες για να διαβάσεις ή να δανειστείς ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη, όπως κάνεις σήμερα για ένα dvd στο βίντεο κλαμπ.

Το έσοδο για τα αρπακτικά του κέρδους θα ήταν (και είναι) τεράστιο, όχι μόνο από αυτή τη διαδικασία, αλλά κυρίως από την εισβολή της τεχνολογίας στις βιβλιοθήκες ή καλύτερα την παράδοσή τους σε αυτήν με τον τρόπο που επιτυχώς (προς το παρόν) γίνεται. Η τεχνολογία είναι μέσο ανάπτυξης, απελευθέρωσης, βελτίωσης, διευκόλυνσης, ωφέλειας, είναι επίσης μέσο πλουτισμού. Δεν μπορούμε, ούτε θέλουμε να αμφισβητήσουμε την επίδραση που ασκεί στη ζωή μας, οφείλουμε ωστόσο να αντιμετωπίσουμε στοχαστικά τα στοιχεία και τις επιδράσεις της. 

Σε πρόσφατο άρθρο* του με τίτλο «οι βιβλιοθήκες στα χέρια των πολιτών», ο Τάσος Παγκάκης, στέλεχος μεγάλης εταιρείας τεχνολογίας, «πατώντας» στα βήματα πρωτοβουλιών όπως το «Future Library» του Ιδρύματος Νιάρχου και το TEDxRainier κάνει μια σειρά αποκαλυπτικών σκέψεων σχετικά με τις βιβλιοθήκες. Η εκτρωματική και εφιαλτική προσέγγιση των βιβλιοθηκών ως προϊόν από ανθρώπους άσχετους με αυτές, αλλά απόλυτα σχετικούς με την επιχειρηματικότητα είναι πάντα μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια, που κάποιες φορές βρίσκει θαυμαστές στο χώρο των βιβλιοθηκονόμων που αγωνιούν να προσεγγίσουν το μεγάλο κοινό σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών. Με δυο κουβέντες, για το συντάκτη του άρθρου οι βιβλιοθήκες 540 χρόνια τώρα απέτυχαν να διαθέσουν σε όλους τη γνώση, που εδώ και 22 χρόνια πέτυχε το internet, η «μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη».

Ο συντάκτης επιχειρηματολογεί για την ευχέρεια του ψηφιακού μέσου να διαμορφώνεται από τις προτιμήσεις των πολιτών-καταναλωτών, μπερδεύει σκόπιμα τις επιχειρήσεις που «ψηφιοποιούν» τις πληροφορίες με τις βιβλιοθήκες που κάνουν το ίδιο, υποβιβάζει τις βιβλιοθήκες σε «στατικούς χώρους» καταλογογράφησης και εύρεσης βιβλίων σε ράφια και «οραματίζεται» βιβλιοθήκες που θα γίνουν περιεχόμενο (λες και είναι κάτι άλλο) και προϊόν… Η βιωσιμότητα της γνώσης θα πρέπει να χρηματοδοτείται από ένα αντίτιμο από αυτόν που την επιθυμεί- διόλου παλιά η ιδέα, τα μέσα όμως για την προπαγάνδισή της είναι πλέον πανίσχυρα και με ευφάνταστο αμπαλάζ από ειδικούς της επικοινωνίας και του marketing.

Τι απαντούμε σε αυτά; Μα το εξής: οι βιβλιοθήκες, στα χέρια των πολιτών. Όχι στα χέρια των καταναλωτών, όχι στα χέρια των επιχειρήσεων. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τη διαχείριση των μέσων σε αυτούς που θα διαμορφώνουν τη διακίνηση του περιεχομένου κατά τα οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά συμφέροντά τους. Που δεν είναι κοινά με τα δικά μας.

* http://www.andro.gr/business/oi-vivliothikes-twn-politwn/

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Οπτικό δοκίμιο περί ψευδωνυμίας









*οι φωτογραφίες των τραγουδιστριών είναι από τεύχη του περιοδικού "Το καινούριο τραγούδι" της δεκαετίας του '50. Τα ποιήματα είναι από την έκδοση του 1939 με τίτλο "Ύμνοι στην Εργασία"

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Το κλειδωμένο κλειδί


Κάποια στιγμή να ομολογήσουμε πως το κλειδί είναι φριχτά καταδικασμένο
να μένει μονίμως κλειδωμένο
έξω από όπου κάτι μέσα κλείδωσε. Και αυτή η ιστορία είναι
μια δίκαιη συνέπεια των πράξεών του.
Ποτέ δεν δοκίμασε την τύχη (το κλειδί) κάπου να κλειδωθεί ως κάτι πολύτιμο,
ένα ψέμμα ίσως.
Θέλω να πω πως το κλειδί αυτό ακριβώς είναι:
η αλήθεια που μένει πάντα απέξω.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Οι βιβλιοθήκες ως χώροι κατανάλωσης*




*[Με αφορμή μια παρουσίαση της Βιβλιοθήκης της Βέροιας στο TEDxAthens από τον Δημήτρη Πρωτοψάλτου το 2010]

Αναλύοντας τυπολογίες χώρων και την ιστορική τους εξέλιξη δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς ότι τα τελευταία χρόνια (ειδικότερα μετά το ‘90) οι χώροι πια δεν ταυτοποιούνται τυπολογικά όπως στο παρελθόν, σύμφωνα με την λειτουργία τους, ούτε σχεδιάζονται ως τέτοιοι. Ο διαχωρισμός που έχει επικρατήσει είναι πλέον σύμφωνα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό τους χαρακτήρα. Παρά το γεγονός δηλαδή ότι το μουσείο, η βιβλιοθήκη κλπ εξακολουθούν να υφίστανται ως λειτουργίες, σχεδιάζονται πλέον ως δημόσιοι χώροι με μια κυρίαρχη λογική που πριμοδοτεί ισχυρά το στοιχεία του θεάματος, της κατανάλωσης (εμπορικής και οπτικής) και της συνάθροισης με στόχο τα παραπάνω. 

Κάπως έτσι, και σε πλήρη αντίθεση με την κυρίαρχη αναλογία του μοντέρνου που ήταν το εργοστάσιο καθώς στόχος ήταν η λειτουργία, η κυρίαρχη αναλογία σήμερα είναι το πολυκατάστημα. Όλα γίνονται malls και κυρίως όλα λειτουργούν ως τέτοια. Ακόμα λοιπόν κι αν μορφολογικά η βιβλιοθήκη στην Βέροια δεν μοιάζει με mall, ο τρόπος που παρουσιάζεται η λειτουργία της αποδεικνύει ακριβώς αυτό.

Η βιβλιοθήκη αντιμετωπίζεται ως happening, ως σημείο οπτικής κατανάλωσης, ως κόμβος ανταλλαγής πληροφορίας και ως σημείο συνάθροισης με στόχο τα παραπάνω. Η παρουσίαση εστιάζει στα τάμπλετς, τον αριθμό των εγγεγραμμένων και των επισκεπτών, στις ομάδες πολιτών που μαζεύονται εκεί, στην αισθητική διάσταση του «ποιος πάει εκεί» και «γιατί πάει εκεί», στη civic society (η λέξη έχει γίνει μάστιγα).

Τι απουσιάζει σε όλο αυτό; Το ουσιαστικό περιεχόμενο που κάνει μια βιβλιοθήκη αυτό που είναι, τα βιβλία ή, για να το πω στη γλώσσα που έχει υιοθετηθεί, η «πληροφορία». Είναι εκπληκτικό ότι δεν αναφέρεται πουθενά ούτε το πόσα βιβλία υπάρχουν, αναλογικά ή ψηφιακά, ούτε ποιες θεματικές ενότητες καλύπτονται, ούτε πώς εμπλουτίζεται η βιβλιοθήκη με νέους τίτλους, ούτε πώς εξυπηρετούνται ερευνητές που αναζητούν πληροφορία που δεν υπάρχει ονλάιν, ούτε πώς συνδέεται η βιβλιοθήκη με την ιδιαίτερη πληροφορία που αφορά τον τόπο στον οποίο βρίσκεται, ούτε ποια είναι η διασύνδεση της συγκεκριμένης βιβλιοθήκης με άλλες ώστε κάτι που αναζητά κανείς εκεί και δεν το βρίσκει να παραπέμπεται αλλού και τόσα άλλα πράγματα που αφορούν καθαρά την λειτουργία της βιβλιοθήκης ως τέτοια, ως αρχείο ψηφιακής ή αναλογικής πληροφορίας κι ως σημείο πρωτογενούς παραγωγής πληροφορίας, κι όχι αποκλειστικά ως κόμβο ανταλλαγής της.

Για να μην παρεξηγηθώ, μπορεί η βιβλιοθήκη της Βέροιας να είναι μια καλή βιβλιοθήκη, να ικανοποιεί τον κόσμο της πόλης και τις ανάγκες του. Η ένσταση μου είναι στον τρόπο που παρουσιάζεται, ως happening, και ως πρότυπο για «την βιβλιοθήκη του μέλλοντος». Κατά τη γνώμη μου ο ρόλος της βιβλιοθήκης είναι άλλος από αυτόν που παρουσιάζεται εδώ, κι όσο κι αν έχει μεταβληθεί εξαιτίας των αλλαγών της τεχνολογίας, παραμένει σκληρά λειτουργικός και απαραίτητος για τους εργάτες της γνώσης. Είναι πολύ ενδιαφέρον να αντιμετωπίζεται ως ανοιχτός, δημόσιος, κοινωνικός χώρος αλλά είναι προβληματικό αυτό να γίνεται αυτοσκοπός.

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Τα «συν» της Συμπρωτεύουσας

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 7/4/2014]


Έχει 16 παραρτήματα (κεντρική, περιφερειακές, παιδικές, σχολική, παιδαγωγική), οργανώνει εκθέσεις, συναυλίες, βιβλιοπαρουσιάσεις, αφιερώματα, διαλέξεις, συνέδρια, συγκροτεί λέσχες ανάγνωσης, θεατρικό εργαστήρι και κοινωνικό φροντιστήριο, προσφέρει μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και δωρεάν σεμινάρια (κηποτεχνίας, ξένων και ελληνικής γλώσσας, σχολής γονέων, υφαντικής, δημιουργικής γραφής εφήβων, πλεξίματος κ.α.). Είναι βιβλιοθήκη, δημοτική βιβλιοθήκη, στην Ελλάδα, και δεν είναι βέβαια η δημοτική βιβλιοθήκη της Αθήνας, αλλά αυτή της Θεσσαλονίκης. Το «βέβαια» της τελευταίας φράσης θα το εξετάσουμε σε επόμενο σημείωμα, αφού η δημοτική βιβλιοθήκη της Αθήνας ατύχησε στην πολύχρονη ιστορία της και δεν αναπτύχθηκε όσο θα απαιτούσε το γεγονός και μόνο ότι είναι η βιβλιοθήκη της πρωτεύουσας της χώρας.

Ας μείνουμε λοιπόν στη συμπρωτεύουσα. Και ας αντιληφθούμε επιτέλους πως το αυτονόητο δεν είναι πάντα αδύνατο σε αυτή τη χώρα. Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης έχει πετύχει καταρχάς κεντρικό σχεδιασμό και όραμα, ανάπτυξη στον ιστό της πόλης, κάλυψη ή προσπάθεια κάλυψης των ποικίλων αναγκών για το σύνολο των κατοίκων, χρήση και ως πολιτιστικού κέντρου και ως κοινωνικού χώρου, ενεργοποίηση και συμμετοχή των πολιτών. Έχει γίνει κυψέλη των δημιουργικών ανθρώπων της πόλης, σε αυτή δημιουργούν και συναντιούνται, σε αυτή συναντιούνται με τους πολίτες. Ιδρύθηκε το 1932, γεννήθηκε το 1939. Το πρώτο της παράρτημα προκύπτει το 1957 (στην Άνω Τούμπα) και η πρώτη κινητή βιβλιοθήκη το 1963. Αποκτά το νέο κεντρικό της κτίριο το 2001 με τη συμβολή γενναίων δωρεών από τον ποιητή Γεώργιο Βαφόπουλο (120 εκ. δραχμές) και την Ευθυμία Επιβατιανού (100 εκ. δραχμές).

 «Το ονειρικό ταξίδι της φυσαρμόνικας», «Παγκόσμια ημέρα ποίησης: του πάθους και της Απουσίας»,  «Το θέμα είναι τώρα τι λες»: αφιέρωμα στο Μανόλη Αναγνωστάκη», «Φτιάξτε το δικό σας ηλεκτρονικό βιβλίο», «Διαβάστε μας το ποίημα της καρδίας σας (ποιητικό μαθητικό αναλόγιο)», «Άραγε τι θέλει να πει ο ποιητής;», «Παρέα με το συγγραφέα στη βιβλιοθήκη μου», «Τα trans λιπαρά οξέα στη διατροφή μας», «Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης» είναι οι τίτλοι κάποιων από τις εκδηλώσεις του «ποιητικού» Μαρτίου στη βιβλιοθήκη της συμπρωτεύουσας. Την ίδια περίοδο τρέχουν και οι υπόλοιπες δράσεις που έχουν σχεδιαστεί για όλη τη χρονιά. Όλα αυτά σαν επιπλέον υπηρεσίες στη βασική της μελέτης, ανάγνωσης και δανεισμού των βιβλίων και του συνολικού υλικού των συλλογών.


Δεν θα ήταν επομένως άστοχο να παραδεχθούμε πως το «συν» στο χαρακτηρισμό της Θεσσαλονίκης ως συμπρωτεύουσας μάλλον κάτι άλλο εννοεί, από το μοίρασμα της ιδιότητας με την Αθήνα: η Θεσσαλονίκη μπορεί και είναι «πρωτεύουσα» στον πολιτισμό, με πολλά «συν» στο ενεργητικό της.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Ένα παραμύθι για τη νύχτα


Κάποτε μπήκε μέσα της - πλανήθηκε στη γεύση και τη μυρωδιά της, κολύμπησε στα στήθη της και πάλεψε αντρίκια με τα μαλλιά και τα φιλιά της. ύστερα βγήκε κι έφυγε. κάποτε ανακάλυψε πως κάτι δικό του είχε χάσει μέσα της, κάτι πολύτιμο, που χωρίς αυτό δεν μπορούσε να ζήσει. κι επέστρεψε. και κάθε βράδυ πια μπαίνει μέσα της και ψάχνει να το βρει.
***
ο πίνακας είναι του εδουάρδου σακαγιάν