Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

το παραμύθι της παντόφλας


Μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα γερνούσε μέσα σε ένα σπίτι. Και το σπίτι γερνούσε μαζί της, η βροχή κι ο αέρας δοκίμαζαν την αντοχή των υλικών τους, ο χρόνος που περνούσε  από 'κει έπαιρνε μαζί του σοβάδες και γέλια και χανόταν στου δρόμου την άκρη και τα αδιέξοδα. Τα αδιέξοδα είναι ο μόνος σίγουρος προορισμός που μπορείς να φτάσεις. Όταν ένας άνθρωπος ή ένα σπίτι γερνούν, οι σκιές μεγαλώνουν, γίνονται φαντάσματα και εφιάλτες.

Μια μέρα η γυναίκα πέθανε. Το σπίτι της ρήμαξε. Αν έμπαινες, θα έβρισκες σκόρπια αντικείμενα του σπιτιού πεταμένα στο πάτωμα, άνευ αξίας. Όσα είχαν μια κάποια τιμή τα είχαν πάρει όσοι μπούκαραν στο σπίτι μετά το θάνατό της. Μου άρεσε να μπαίνω κι εγώ, έβρισκα κοντά στο ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι της μια βρώμικη πια, πάνινη, μαλακιά παντόφλα και σκεφτόμουν πως κάποιο βήμα θα είχε μείνει εκεί πέρα μετέωρο. Μια δυνατή βροχή ύστερα από καιρό γκρέμισε τη σκεπή, δεν ξαναμπήκα στο σπίτι.


Τώρα πια γερνάω κι εγώ στο δικό μου σπίτι. Κι αυτό μαζί μου. Τα βράδια καμιά φορά μιλάω με τα φαντάσματα, κι αυτά που μου λένε σας τα γράφω στις ιστορίες μου. Προτιμώ να περπατάω ξυπόλητος, για να μην μείνει εκείνη την ώρα κανένα βήμα μετέωρο.

***
ο πίνακας είναι της Χριστίνας Δημητριάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια: