Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Το ποίημα του πατέρα μου

 


Καμιά φορά
στο σπίτι πηγαίνω που δεν υπάρχει πια
- ή δεν υπάρχει πια για εμάς,
θα μένουν κάποιοι άλλοι εκεί θα κλαίνε
στο παιδικό δωμάτιο ή
θα γελούν στην κουζίνα ή θα μιλούν χαμηλόφωνα στο μπαλκονάκι.
Πάω και κάθομαι λοιπόν
για μέρες κι είναι φθινόπωρο
ίσως βράδυ Παρασκευής και είμαι
παιδί, κανονικό παιδί,
σαν αυτά που παίζουν με ένα ξύλινο ποντίκι
πού ροκανάει τα χρόνια μου και με πονάει
πού ροκανάει τους φόβους μου και θα τους βρούμε το πρωί ανάπηρους σαν νέους άντρες που γύρισαν από τον πόλεμο
ή το μπορντέλο.
Κάθομαι στο σαλόνι κρυμμένος
στην πράσινη πολυθρόνα με τα χρυσά κρόσια
τα πόδια μου δεν φτάνουν
στο έδαφος
- δεν έχω ακόμη πεθάνει
διαβάζω ένα μεγάλο βιβλίο με έναν κόκκορα
κι ένα κατσικάκι
αλλά που δεν έχει γράμματα γιατί
οι ιστορίες ακόμη δεν γράφτηκαν
- δεν έχω ακόμη γεννηθεί
και περιμένω τον πατέρα να γυρίσει
και να μας φέρει ένα μεγάλο κωκ
πού θα το κόψουμε στη μέση να το φάμε
γιατί είναι πιο μεγάλο κι απ' τον κόσμο ακόμη.

Κι ύστερα κατεβαίνω τα σκαλοπάτια του νου μου,
ανοίγω την πόρτα
και βγαίνω στο δρόμο των χρόνων που θα 'ρθουν
και θα σαρώσουν τα πάντα.

***
Ο πίνακας είναι του Pierre Bettencourt

Δεν υπάρχουν σχόλια: