Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Δυο ιστορίες συζητούν στη πόρτα



Υπάρχουν δυο εικόνες στο μυαλό μου. Έχουν καθίσει στην έξοδο και συζητούν τι θα φορέσουν, πού θα πάνε, τι θα κάνουν, με ποιον θα βγουν. Σαν καλές φιλενάδες έχουν πιάσει κουβεντολόι εκεί, ίσως πια να έχουν αρχίσει αυτές τις εκμυστηρεύσεις που καμιά φορά κάνουν οι γυναίκες μεταξύ τους στην άκρη μιας πόρτας. Η μία είναι της φαντασίας μου, ή μάλλον σκηνοθετημένη στο μυαλό μου από ένα βιβλίο, τη δεύτερη εικόνα την είδαν τα μάτια μου. Καθώς δεν βρίσκω με τι να τις ταιριάξω, τις σπρώχνω τώρα να βγουν, να αεριστεί λίγο το μυαλό μου, να πάρουν σειρά και τα υπόλοιπα…

Είναι δυο γυναίκες γύρω στα εβδομήντα. Η μία, μικροκαμωμένη με  πολλές ρυτίδες και δειλή φωνή. Η άλλη, «Λωξάντρα» – νταρντάνα με φωτεινό πρόσωπο και βήμα σίγουρο και βιαστικό. Έχουν ένα μαγαζί στη γειτονιά, μια μικρή βιοτεχνία «αθλητικών ενδυμάτων». Η «Λωξάντρα» είναι στη μηχανή, η άλλη, στις πωλήσεις. Τα ράφια τους είναι γεμάτα. Φόρμες παιδικές, γυναικείες, αντρικές και φούτερ, 14-16 ευρώ το σετ. Σε διάφορα σχέδια και χρώματα. Μπαίνει κόσμος κι αγοράζει- πήγαμε κι εμείς. Ρούχα ξεδιπλώνονται και ξαπλώνουν πάνω στους πάγκους, ύστερα πάλι μπαίνουν στις σακούλες τους, κάποια μένουν, κάποια φεύγουν κάποια άλλα κονταίνουν. Το μαγαζί αυτό, σκέφτομαι, δεν είναι μόνο ένα εμπορικό κατάστημα, όπως και οι δυο γυναίκες, δεν είναι μόνο δυο γριές που εργάζονται. Κι ας μην το ξεχωρίζουν αυτό πολλοί, οι περισσότεροι. Σύζυγοι, μανάδες και εργαζόμενες, γέρνουν στο δεύτερο μισό της ζωή τους με πείσμα και ικανότητα και επιβιώνουν. Καθώς κυλάμε ολοένα και πιο βαθιά στην κρίση, σκέφτομαι πως τέτοιοι άνθρωποι  αξίζουν να επιβιώσουν, οι ίδιοι θα φροντίζουν πάντα γι΄ αυτό. Δεν πέρασαν από τη ζωή τους καταναλώνοντάς τη, την έφτιαξαν με τα χέρια και το μυαλό τους. Πόσο χαμένη και ανίκανη είναι η γενιά μου γαμώτο.


Στο «Μαουτχάουζεν» ο Καμπανέλης αφηγείται μέσα στα άλλα μια ιστορία (την έζησε, την έγραψε, τη διάβασα, την εικονοποίησα στη φαντασία μου, τη γράφω, τη διαβάζετε τώρα κι εσείς). Μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου εξόντωσης και αναμένοντας εγκλωβισμένος εκεί την επιστροφή στη χώρα, ερωτεύεται μια εβραία και εκείνη αυτόν. Με δυσκολία και πόνο μοιράζονται την ψυχή και τα σώματά τους μετά από όσα τράβηξαν, έπαθαν και κυρίως είδαν. Κάνουν έρωτα κάποια στιγμή σε ένα φυλάκιο στην άκρη του στρατοπέδου. Δεν υπάρχει βέβαια κρεβάτι πουθενά, οπότε για να είναι καθαρά ξεκολλάνε ένα μεγάλο χάρτη της Γερμανίας από τον τοίχο και τον στρώνουν κάτω. Πάνω στο χάρτη απλώνει ο Ιάκωβος το παλτό του και ύστερα γυμνώνονται και αγκαλιάζονται και βυθίζονται στου έρωτα τις ηδονές.

Δεν μπορεί να ξεκολλήσει λοιπόν το μυαλό μου από εκεί. Οι χάρτες υπάρχουν για να κάνουμε έρωτα πάνω στα σύνορά τους, τα εθνικά σχέδιά τους, τα μεγαλεία της φυλής τους. Τους χάρτες του ξεκρεμάμε από εκεί που τους έβαλαν οι επαγγελματίες πατριώτες στρατηγοί για να τους κάνουμε ερωτική μας κλίνη.

Δεν ξέρω τι μπορούν να λένε αυτές οι δύο ιστορίες στην εξώπορτα του μυαλού μου. Όμως τις βλέπω, χαιρετιούνται τρυφερά και φεύγουν πια.

7 σχόλια:

γρηγόρης στ. είπε...

Γιατί χαμένη κι ανίκανη γενιά;

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Γιατί δεν πιάνουν τα χέρια της Γρηγόρη, γιατί η ζωή της δόθηκε, δεν την άρπαξε. Γατί δεν είμαστε χειρώνακτες, αλλά καταναλωτές. Γιατί μάθαμε αλλιώς και τώρα αλλιώς πρέπει να πράξουμε....

Σταυρούλα είπε...

Μου άρεσε πολύ η εικόνα με τους χάρτες κι η κατακλείδα σου :)

γρηγόρης στ. είπε...

Δεν ήταν όλοι έτσι, Γιώργο, και δεν μεγάλωσαν όλοι μέσα στις παροχές και τις ευκολίες.
Γιαυτούς βέβαια που είχαν μάθει "αλλιώς" καιρός να κατανοήσουν πως και τα επάνω έρχονται πάρα πολύ εύκολα κάτω.

Dina Vitzileou είπε...

Μου αρέσει πολύ η ικανότητά σου να διαβάζεις πέρα από το προφανές..
Όσο για την γενιά σου, θα συμφωνήσω μαζί σου, αλλά αν σκεφτείς ότι αυτή τη γενιά την μεγάλωσαν οι εβδομηντάρες γυναίκες που θαυμάζεις..τί έχεις να πείς?
Δεν νομίζω λοιπόν ότι φταίει η γενιά σου..
Χωράει πολύ κουβέντα το θέμα σου Γιώργο.
Μέχρι τότε φρόντισε να αφήνεις ευκαιρίες στα παιδιά σου να πολεμούν..

katabran είπε...

τη ζωή κρυφακούν απ' έξω,

ασήμαντοι κι αμίλητοι...

στα σκονισμένα ράφια,

μαζί με την πραμάτεια τους,

τα κομμάτια τους στοιβάζουν...

όπως περνούν τα χρόνια,

χάνονται σιγά...

κάποτε πουλούσαν ψιλικά σε μαγαζάκια,

ένα μικρό λογαριασμό αφήναν,

στην άκρη της τράπεζας...

στην άκρη της ζωής...

στην αθόρυβη ζωή τους...

...

εκεί που ποτέ κανέναν δε βασάνισαν, στέκομαι καμιά φορά να τους σκεφτώ...

ήθελα να το αναρτήσω, το αφήνω εδώ,είναι καλύτερα έτσι...

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Συγχωρέστε με για την καθυστερημένη απάντηση στα σχόλιά σας. Έκανα αποτοξίνωση το ΣΚ από το ιντερνέτιον.

@Σταυρούλα: Δεν είναι υπέροχη; Σε μια μαρτυρία τόσο συγκλονιστική όπως είναι το βιβλίο αυτό, νομίζω πως αυτή η ιστορία ξεχωρίζει για τη δύναμη και το συμβολισμό της.

@γρηγόρης στ.: Σαφώς και δεν μεγαλώνουν όλοι με τα ίδια μέσα. Όμως συνολικά σαν γενιά είμαστε περισσότερο καταναλωτές, παρά χειρώνακτες. Αυτό μας κάνει πιο ευάλωτους και λιγότερο ικανούς στις δυσκολίες που γιγαντώνονται αυτό το διάστημα. Κατά κανόνα, όχι απόλυτα.

@Ντίνα: ευχαριστώ για το σχόλιο. Δεν επιδιώκω απόδοση ευθυνών, όμως είμαστε γενιά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, λόγω της εποχής που ωριμάσαμε. Ωριμάσαμε; Άλλο θέμα τώρα αυτό: είμαστε γενιά που ωρίμασε πολύ αργότερα απότ ις προηγούμενες. Έχεις δίκιο, πάει μακρυά η κουβέντα.

@katabran: ευχαριστώ τα μάλα! Πάντως ακόμη και το να κρυφακούς είναι πια κάτι. Ακούς!