Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Κρουστά κορμιά


Πήρε πάλι το δρόμο για το σταθμό του Ηλεκτρικού. Θα κατέβαινε στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα. Εδώ που τα λέμε είχε καιρό να κατεβεί σε διαδήλωση και δεν του άρεσε αυτή η αποχή, όσο κι αν άλλαξαν πολιτικά τα πράγματα τους τελευταίους μήνες. Τα κανάλια λένε πως τα πράγματα είναι κρίσιμα, πως βρισκόμαστε προ των πυλών της χρεοκοπίας. Η κυβέρνηση λέει πως χρειάζεται την υποστήριξη του κόσμου. Έχει κανονίσει μετά τη συγκέντρωση να πάει σινεμά με τους φίλους του. Είναι αρχή του καλοκαιριού και μια ράθυμη ευτυχία έχει αρχίσει να δουλεύει ύπουλα μέσα του. Γίνεται πάντα παρατηρητικός αυτή την εποχή, παρακολουθεί με εγρήγορση τον κόσμο γύρω του, νιώθει όχι τόσο αγάπη, αλλά κατανόηση.

Δεν θα ‘χει κόσμο. Δεν βλέπει γοργό περπάτημα και ροή στον κόσμο γύρω του. Δυο Αλβανοί πίνουν μπάφο και σφυράνε έναν δικό τους σκοπό στην μικρή πλατεία. Μια γύφτισσα έχει απλώσει τα λερά γυμνά της πόδια στο γκαζόν και ξεκουράζεται. Ένας γκριζομάλλης γύρω στα 60 με πουκάμισο μέσα στο τζιν παντελόνι και μια πλαστική σακούλα στο χέρι έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση – προφανώς επιστρέφει στο σπίτι από κάποια δουλειά. Εκεί έξω στο σταθμό μαμάδες κάθονται στα παγκάκια και πιτσιρίκια παίζουν, ένα κορίτσι με ροζ φουστάνι σπρώχνει ένα ποδήλατο με ένα αγοράκι επάνω και γελούν.

Μπαίνει στο τραίνο. Στην Αττική αλλάζει, παίρνει το μετρό. Μαζί του μπαίνουν στο βαγόνι 4 εικοσάχρονα παιδιά. Δυο αγόρια και δυο κορίτσια. Η μία του έχει γυρισμένη την πλάτη. Φοράει ένα μαύρο φουστάνι με τιράντες. Η πλάτη της είναι κόκκινη, πρέπει να πήγε για μπάνιο το Σαββατοκύριακο. Το βλέμμα του ξεκινάει από το λαιμό της, σιγά-σιγά κατεβαίνει, στέκεται λίγο στον κώλο της και ύστερα γρήγορα ψάχνει να κρυφτεί στη γάμπα της. Ασφαλές πεδίο οι γάμπες. Ψάχνει να δει και την άλλη, έχει υπέροχα μάτια, ένα παράξενο μπλε. Δεν μιλάει πολύ, ακουμπάει στο αγόρι της, τα χείλη της αγγίζουν τα μπράτσα του, «πρέπει να γυμνάζεται» σκέφτεται καθώς πλέον το βλέμμα του τον εξετάζει. Το πρόσωπό του είναι ανέκφραστο, το γεροδεμένο σώμα του όμως φαίνεται να απαντά ήρεμα στα αγγίγματα του κοριτσιού. Φοράει στενή μπλούζα και στενή φόρμα. Τα πόδια της φαίνονται να πιέζουν τον καβάλο του παιχνιδιάρικα. Εκείνος ανταποκρίνεται, αν κρίνει κανείς από το φούσκωμα στο παντελόνι του. Μιλάει με τον κολλητό του. Λένε για μια φίλη τους που οργανώνει πάρτυ, κλείνει τα 20 της, πάντα τους καλούσε στα πάρτυ της. Ο άλλος έχει ξυρισμένο το μισό του κεφάλι. Όσο μιλάνε το χέρι του χαιδεύει την πλάτη, τον κώλο της δικιάς του, κάποιες στιγμές φαίνεται να της μιλάει ή να ανασαίνει παιχνιδιάρικα πίσω από το αυτί της.

«Σύνταγμα». Η αναγγελία από τα μεγάφωνα τον βγάζει από την παρατήρηση. Λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες προλαβαίνει να βγει. Τα παιδιά συνεχίζουν. Ανεβαίνει στην πλατεία. Έχει κόσμο πολύ. Όχι όσο θα έπρεπε ίσως. Ψάχνει να βρει τους γνωστούς του. Το απόγευμα αποσύρεται πλέον, παίρνει μαζί του τα χρώματα της μέρας. Μια μελαγχολία τον ξύνει. Βρίσκει το Γιάννη και την Άννα, ύστερα τον άλλο Γιάννη, και μετά τη Ρένα και ύστερα την Κυριακή. Περπατάει μόνος του ανάμεσα στον κόσμο. Πάντα αυτό έκανε στις διαδηλώσεις. Σκέφτεται πάλι τα παιδιά που βέβαια συνέχισαν, δεν κατέβηκαν στο Σύνταγμα, ίσως να μην ήξεραν πως η κυβέρνηση χρειάζεται υποστήριξη, πως είμαστε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, τα σώματά τους κι ο έρωτας δεν έχουν χρεοκοπήσει, είναι ολάνθιστα και τόσο σίγουρα, δεν υπάρχει τίποτε άλλο από την έκρηξη της καύλας.

Τελικά οι φίλοι του ακύρωσαν τη βόλτα. Δεν θα βρεθούν για σινεμά. Κάθεται καμιά ώρα ακόμη, κάποια στιγμή εμφανίζεται και η Πρόεδρος της Βουλής στη συγκέντρωση, κόσμος στριμώχνεται γύρω της, αρκετοί χειροκροτούν. «Δεν έχω μάθει να χειροκροτώ τους συντρόφους μου» σκέφτεται και θυμώνει και ύστερα φεύγει απ’ την πλατεία με ένα αίσθημα ματαίωσης. Κατεβαίνει την Πανεπιστημίου κι εκεί στην πιάτσα της Βουκουρεστίου παίρνει ένα ταξί. «Άνω Πατήσια» του λέει.


Λίγο πριν κοιμηθεί πιάνει από το κομοδίνο το βιβλίο του Μπουκόφσκι που τελείωσε προχθές. Κάποιος του είπε πως αργά τον ανακάλυψε τον Μπουκόφσκι, πως τον Μπουκόφσκι τον διαβάσεις στα είκοσί σου, όχι στα σαράντα. Γεγονός είναι πως του έχει γίνει πια εμμονή ο πορνόγερος. Έχει λατρέψει τα ποιήματά του και έχει αρχίσει να παίρνει τα πεζά του ένα-ένα. Αυτό που τέλειωσε προχθές λέγεται «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών». Είναι ημερολογιακές σημειώσεις κάποιων εβδομάδων, σαν αναρτήσεις σε ένα μπλογκ. Ψάχνει να βρει αυτή τη φράση που τον καθήλωσε προχθές. Πέφτει πάνω σε μια άλλη που τον κάνει να χαμογελάσει, μία που λέει πως οι ποιητές είναι λαπάδες που κρύβονται πίσω απ’ τη μάνα τους, πως οι ποιητές δεν μπορούν να γράψουν για τίποτε πέρα από την προσωπική τους ανεπάρκεια. Όταν το ακούς από έναν συγγραφέα το δέχεσαι, δεν είναι το ίδιο με ένα δεξιό πολιτικό σαν του Κούβελα που είχε πει τα ίδια πριν κάποια χρόνια Τα μάτια του έχουν αρχίσει να κουράζονται και να βαραίνουν. Κόντεψε να ξαναδιαβάσει όλο το βιβλίο προκειμένου να βρει εκείνη τη φράση. Τελικά το πήρε απόφαση. Κάποιος είχε πάρει τη φράση από το βιβλίο, μια φράση που έλεγε περίπου πως γύρω σου δεν βλέπεις ευτυχισμένους ανθρώπους, αλλά στην καλύτερη περίπτωση χαρούμενους.

***
ο πίνακας είναι του Χρόνη Μπότσογλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: