Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Πουτανία


Μπήκε στο «Πέντε» στην Κυπριάδου, λίγο μετά βρήκε θέση και κάθισε. Στο σταθμό στην Αγία Βαρβάρα οι πιο πολλοί κατέβηκαν. Παίρνοντας την Πατησίων το τρόλεϊ ξαναγέμισε. Είχε ανοίξει το βιβλίο του και διάβαζε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο κι άφηνε το πρώτο φως της μέρας να φωτίσει το ανάπηρο μέσα του σιγά-σιγά. Σαν χάδι.

Στο ύψος της Κλωναρίδου πρέπει να μπήκε εκείνη. Γύρω στα 50, υπερβολικά λεπτή και νευρώδης, με βαμμένα ξανθά μαλλιά και απεριποίητη φτέρνα. Δεν θα την πρόσεχε έτσι απορροφημένος που ήταν στην ανάγνωση, αν δεν ξεκινούσε να μιλάει με μια παράξενη, κάπως στριγκή φωνή, που κάποιες φορές γινόταν αλλόκοσμα αργόσυρτη. Έλεγε για την πουτανία και τις πουτάνες τις Ουκρανές  που δεν ξέρουν να πουν «καλημέρα» και ύστερα πως δεν πρέπει να ζούνε εδώ αν δεν ξέρουν να πουν καλημέρα. Και ύστερα για τον πρωθυπουργό που πρέπει να τον κρεμάσουν που τους άνοιξε τις πόρτες και μπήκαν στη χώρα. Στη χώρα την Πουτανία. Είχε πιάσει μια γριά που έκανε το λάθος και την κοίταξε και της έδειχνε και της μιλούσε και η κακομοίρα η γριά ήταν απελπισμένη κι έκανε το σταυρό της κι έλεγε «Χριστέ μου φύλαγε».


Στο ύψος της Σταδίου πλέον φώναζε με την παράξενη φωνή της. Όλοι την άκουγαν και κανείς δεν μιλούσε. Μόνο η γριά έκανε το σταυρό της. Κι εκείνος είχε κλείσει το βιβλίο. Και κανείς δεν μιλούσε. Κι εκείνος σκέφτηκε πόσο παραβίασε η τρέλα της, ο παραλογισμός και η βία του, τις αντιστάσεις μας, πως αν κάποιος λογικός επιχειρούσε να ακουστεί μέσα σε αυτό το τρόλεϊ δεν θα το είχε καταφέρει, πόσο φοβόμαστε να αντισταθούμε στην τρέλα, πόσο αδύναμοι φανήκαμε να υποκριθούμε πως δεν ακούμε την τρελή στο κήρυγμα του μίσους ένα πρωινό του Απρίλη του δύο χιλιάδες δεκαέξι. Αν θες να σε ακούσουν και να σε φοβηθούν πρέπει να περάσεις απέναντι.

***
ο πίνακας είναι του Andrzej Wróblewski