Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Οι μεταπολεμικές κουβερτούρες της ελληνικής λογοτεχνίας και οι Έλληνες εικαστικοί


Ήταν το 1962 όταν στην νεοελληνική πεζογραφία εισβάλει ένας νέος λογοτέχνης που με τη γραφή του αποτέλεσε ξεχωριστή μορφή των γραμμάτων μας, συχνά ενοχλώντας τα μικροαστικά μας ήθη με την εμμονική ανίχνευση των παθών και των απωθημένων μας. Ο Μένης Κουμανταρέας εκδίδει στον Φέξη "τα Μηχανάκια" του με 4 ιστορίες "απροσάρμοστων" εφήβων της δεκαετίας του '50. Το νέο, ανατρεπτικό, αιχμηρό και... αθυρόστομο της γραφής ήρθε να υπηρετήσει ένα μοντέρνο κάλυμμα από τον φίλο του Νίκο Κούνδουρο με την εικόνα στην πρώτη σελίδα από ένα φλιπεράκι ("μηχανάκι"). Δεν μας ξαφνιάζει η εικαστική ματιά του ούτως ή άλλως εικαστικού σκηνοθέτη, την έχουμε δει στις ταινίες του του '54, του '56, του ΄58, του '59, σε σχέση όμως με τα εκδοτικά αισθητικά πρότυπα της εποχής του πρέπει να ήταν εξίσου προκλητικό. Το εξώφυλλο, ή ορθότερα η κουβερτούρα του Κούνδουρου ακόμη συνοδεύει (54 χρόνια μετά) τα μηχανάκια.

μακέτα του Πάρη Πρέκα (εκδ. "ο Κόσμος", 1954)
μακέτα του Πάρη Πρέκα (εκδ. "ο Κόσμος", 1954)




















Η εικόνα ενός βιβλίου είναι συστατική της παρουσίας του, της εμπορικής κίνησής του. Άλλοτε υπηρετεί την αισθητική των συντελεστών του και άλλοτε απευθύνεται στα ποικίλα επιλεκτικά κριτήρια των αγοραστών και των αναγνωστών του, άλλοτε επιχειρεί και τα δύο, άλλοτε φαίνεται να αδιαφορεί για όλα αυτά. Τμήμα της αισθητικής και της λειτουργικότητας του βιβλίου είναι το εξώφυλλο. Το εξώφυλλο δεν υπήρχε από την αρχή της τυπογραφίας, και αυτό που κυρίαρχα ήρθε να υπηρετήσει ήταν η ασφάλεια και προστασία του υλικού σώματος του κειμένου, του βιβλίου, από τη φθορά της χρήσης και των εξωτερικών συνθηκών. Η παρουσία πληροφοριών στο εξώφυλλο έκανε πιο χρηστική και ευχερή την επιλογή του στις βιβλιοθήκες, και άρχισαν να αποτελούν σιγά-σιγά αναπόσπαστα τμήματα του βιβλίου με ολοένα και πιο τυποποιημένα στοιχεία.

κουβερτούρα του Δημήτρη Μυταρά (Εστία, 1965)
Κουβερτούρα της Νόρας Αναγνωστάκη (1962)
Κουβερτούρα του Ε. Σπυρίδωνος (Εστία, 1955)
 Τα χρόνια πέρασαν και τα εξώφυλλα αγκαλιάστηκαν τον 20ο αιώνα από χάρτινα καλύμματα. Πολλοί από εμάς σήμερα πετάμε τα καλύμματα αυτά, όταν τα βρίσκουμε σε βιβλία. Συνήθως είναι τα πρώτα που φθείρονται. Το εξώφυλλο που αποκαλύπτεται από μέσα είναι συχνά πιο "συντηρητικό" και "αυστηρό" από το κάλυμμα, στοιχείο που φανερώνει μια βασική χρήση του καλύμματος στο νου των εκδοτών και των επιμελητών εκδόσεων: το κάλυμμα ή αλλιώς η κουβερτούρα είναι εμπορικός κράχτης, εικαστικό σχόλιο με εμπορικό σκοπό πρώτα και κύρια. Δευτερευόντως μπορεί να είναι μια πρόσθετη μικρή πολυτέλεια, ένα ελαφρύ αλλά λεπταίσθητο σάλι στους ώμους ενός βιβλίου. Τα βιβλία που αγκαλιάζονται από κουβερτούρες είναι συνήθως λογοτεχνικά και σπανιότερα λευκώματα κι εγκυκλοπαίδειες. Πολλές φορές είναι η κουβερτούρα που θυμόμαστε σε μια έκδοση κι όχι το λιτό, μονόχρωμο εξώφυλλο (ποιος θυμάται το εξώφυλλο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους ή της Ελληνικής Μυθολογίας της Εκδοτικής Αθηνών;).

Κουβερτούρα της συγγραφέα (Εστία, 1958)
Κουβερτούρα της συγγραφέα (Εστία, 1960)





Κουβερτούρα του Γιώργη Βαρλάμου (Εστία, 1959)


η εικόνα της κουβερτούρας είναι έργο του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα (1956)
Μεγάλη άνθηση γνώρισαν οι κουβερτούρες τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα. Μια άνθηση που υποστηρίχθηκε από αντίστοιχες επιλογές συγκεκριμένων εκδοτών (Εστία, Δίφρος, Φέξης κ.α.), καθρεφτίζει την ούτως ή άλλως εικαστική ανάπτυξη των χρόνων αυτών και υπηρετεί και μια σημαντική εξέλιξη της λογοτεχνικής μας παραγωγής. Σημαντικοί εικαστικοί (δεν μπορούμε να μιλάμε για γραφίστες ακόμη) πρόσφεραν το ταλέντο τους στα καλύμματα των βιβλίων, άλλοτε συνομιλώντας εικαστικά με το ίδιο το λογοτεχνικό έργο και άλλοτε υπακούοντας στις αισθητικές αντιλήψεις και το εκδοτικό προφίλ των εκδοτών που τους πλήρωναν. Για πολλούς από τους ζωγράφους και χαράκτες των καλυμμάτων της μεταπολεμικής περιόδου (μέχρι τη Χούντα που τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και τεχνολογικά και εμπορικά) η συνεργασία με τους εκδότες και η εικονογράφηση βιβλίων και εξωφύλλων αποτέλεσε σημαντικό πόρο οικονομικής επιβίωσης. Ο παρατηρητής θα εντοπίσει ενδιαφέροντα στοιχεία στην παραγωγή αυτών των χρόνων: περίεργες ασυνέπειες (δεν θα περίμενε κανείς τόσο "συντηρητικά" εξώφυλλα από το Βακαλό), προβλεπόμενες εμμονές (η "μοντέρνα" αισθητική του Χριστάκη, η ελληνικότητα στις κουβερτούρες του Τσαρούχη - βλ. την κουβερτούρα που ακολουθεί - θυμίζει πολύ την εικαστική γλώσσα του σύγχρονου Τάσου Παυλόπουλου), συντηρητικές κουβερτούρες σε προοδευτικά βιβλία και μοντέρνες σε κλασικά.

Κουβερτούρα του Γιάννη Τσαρούχη (Πέργαμος, 1959)

Κουβερτούρα Κώστα Γραμματόπουλου (Φίλοι του Βιβλίου, 1948)

Κουβερτούρα Γιώργου Βακαλό (Φίλοι του Βιβλίου, 1945)
Κουβερτούρα Άννας Γεραλή (Φέξης, 1964)

Κουβερτούρα Πέτρου Αδάμη (Μινώταυρος, 1958)

Κουβερτούρα Μίνου Αργυράκη (Εστία, 1955)

Κουβερτούρα Γιώργου Βακαλό (Ίκαρος, 1946)

Κουβερτούρα Σπύρου Βασιλείου (Εστία, 1954)

Κουβερτούρα Λεωνίδα Χριστάκη (Φέξης, 1961)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1956)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1957)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1954)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δίφρος, 1955)

Κουβερτούρα Τάκη Δαρζέντα (Δίφρος, 1958)

Κουβερτούρα Γιώργη Βαρλάμου (Δαίδαλος, 1955)

Εξώφυλλο του "Ξένου" με άλλη αισθητική από την κουβερτούρα του

2 σχόλια:

Κατερίνα Τοράκη είπε...

Μπράβο Γιώργο. Οι πληροφορίες που δίνεις είναι πολύ καλές. Συνέχισε.
Υ.Γ. Εγώ τις κρατάω τις κουβερτούρες, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της συγκεκριμένης έκδοσης, αν φύγει, είναι σαν να έχω άλλο βιβλίο. Χρειάστηκε όμως να τις πετάξω από την δίτομη Πρωία γιατί απο την πολλή χρήση είχε πια σκιστεί (ήταν η πρώτη μου εγκυκλοπαιδική έκδοση).

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Ευχαριστώ Κατερίνα. Εγώ πάλι νομίζω πως μάλλον από τώρα θα αρχίσω να τις κρατάω