Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Το παραμύθι με τις κότες


Μια φορά ήταν ένα κοτέτσι. Που είχε κότες. Οι κότες ζούσαν ευτυχισμένες εκεί, κρυμμένες από τη σαρκοβόρα δίψα των αλεπούδων και των λύκων. Οι άνθρωποι τις έτρεφαν καθημερινά με σπόρια καλαμποκιού, τις πάχαιναν και τις περιποιούνταν. Η κυρά Βούλα κάθε πρωί και απόγευμα, λίγο πριν κοιμηθούν, τους έβαζε νερό σε ένα μεγάλο δοχείο. Το καλοκαίρι τις δρόσιζε και το μεσημεράκι – ειδικά τις πολύ ζεστές μέρες. Το βράδυ τις κλείδωνε σε ένα σπιτάκι – για να τις προστατέψει βέβαια. Αν υπήρχε κάτι στενάχωρο στη ζωή τους ήταν που ολοένα κάποιο χέρι τους αφαιρούσε τα αυγά από τη φωλιά, αφήνοντας όμως πάντα ένα, που με τον καιρό κατάλαβαν πως δεν ήταν αληθινό. Αλλά ακόμη κι αυτό το προσφόλι τους ήταν αρκετό – μπορούσαν να υποκρίνονται πως αγνοούν τη φύση του. Με τον καιρό ξέχασαν το ρόλο του – και η μεγαλύτερη παραφωνία συνηθίζεται, αν θέλεις. Απολάμβαναν τις ορμές του κόκορα χωρίς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις να ζεσταίνουν τον καρπό του και να φροντίζουν τα μικρά του. Ζούσαν μια ευτυχισμένη, μετρημένη ζωή.


Μια μέρα μπήκε στο κοτέτσι η κυρά Βούλα με ένα μαχαίρι και έσφαξε τις κότες. Όλες φορέσαν ένα κόκκινο φόρεμα και γδύθηκαν τα πλουμιστά φτερά τους. Το μαχαίρι είναι το τίμημα των προστατευμένων.

***
ο πίνακας είναι του Michelangelo Merisi da Caravaggio

1 σχόλιο:

serenata είπε...

Μοιάζει με το 'παραμύθι' με τα πρόβατα.
Το λύκο φοβούνται αλλά ο τσοπάνος τα σφάζει...