Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Οδός Κιλικίας

Ο πατέρας της έχει γεννηθεί και μεγαλώσει σ’ ετούτη την πόλη. Πατησιώτης - ιδιαίτερη φυλή με την ιδιόλεκτό της, τα στέκια της, τις παλιές ιστορίες. Όπως όλοι καμιά φορά, επιστρέφοντας κάνει δικές του, παράλογες διαδρομές, από αυτές τις επιμνημόσυνες των χρόνων που πέρασαν. Έξω από το πατρικό σπίτι που δόθηκε πριν από χρόνια αντιπαροχή κάνει μια στάση ή ρίχνει ένα βλέμμα βιαστικό στην πολυκατοικία. Τον καταλαβαίνεις, αφήνει αναστεναγμό. Μια φορά του ήρθε να πει σε μια οικογένεια που καθόταν στο μπαλκόνι και έτρωγε και γελούσε πως κάποτε εδώ ήταν το σπίτι του και έτρωγε και γελούσε με τη μάνα, τον πατέρα και τ’ αδέρφια του. Ε, δεν το είπε.


Υπάρχει ένα ποίημα του Λειβαδίτη στη συλλογή «ο Τυφλός με το Λύχνο» με τίτλο «Ένα μεγάλο παρελθόν». Επιστρέφοντας ο ποιητής βρίσκει την πόλη αλλαγμένη, δεν βρίσκει τους δρόμους που αγαπήθηκε παιδί. Ας αφήσουμε λίγο από το ποίημα εδώ:

«Και τώρα που ξεμπερδέψαμε πια με τα μεγάλα λόγια, τους άθλους, τα όνειρα, καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας – αλλά μάταια, το σχέδιο της πόλης άλλαξε, κατά πού πέφτει ο δρόμος που αγαπηθήκαμε παιδιά, πού πήγε ο άνεμος που σκόρπισε τόσους συντρόφους, υπάρχει ακόμα ο κόσμος; - τώρα στη γλώσσα μας μπερδεύονται παλιά τραγούδια, κανείς δεν μας καταλαβαίνει…»

Ο Αναγνωστάκης στο ποίημά του «Αυτοί δεν είναι δρόμοι» λέει (επίσης αφήνω ελεύθερη λίγη από την αρχή του ποιήματος):

«Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σε ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
…»

Στα «Βήματα στην άσφαλτο» (συλλογή «Μαθητεία ξανά») και ο Πατρίκιος επιστρέφει από τα «έρημα νησιά» σε μια άγνωστη πόλη:

«Όταν γύρισα στην πόλη
ύστερα από χρόνια σ’ έρημα νησιά
βρήκα πιο εύκολο τον έρωτα,
πιο δύσκολη τη συνεννόηση,
τα χέρια που με χαιρετούσαν, πεινασμένα.
Πολλοί ζούσαν από ναυάγια.
Ανάβαν στις γωνιές παραπλανητικά φανάρια
Παραμονεύοντας ποιος θα βουλιάξει μες στην άσφαλτο.
Κι έπρεπε να αντιστέκομαι ακόμα και στα πόδια μου
Για να μην πάρουν βήμα κυνηγημένου αγριμιού.»


Πόσες φορές έχουμε επιστρέψει από τις μικρές και μεγάλες μάχες της ζωής μας για τα μικρά και τα μεγάλα νικημένοι; Αποπειρόμαστε την ανάκτηση όσων απέμειναν από το χρέος του αγώνα για ζωή που αποληρώσαμε, προκειμένου να πορευτούμε τους δρόμους της σημερινής πολιτείας. Περπατάμε στην ίδια πόλη και έχουμε αλλάξει, αλλά λέμε πως άλλαξε εκείνη. Στους δρόμους της προφανώς εκτυλίσσεται το «αλλόκοτο τούτο δράμα» μας: να απορούμε.

Εκείνοι πάντως, οι ποιητές δηλαδή και οι άλλοι, θαρρείς πλήρωσαν εκείνο τον Αγώνα με όσα χρεώθηκαν μετά την Ήττα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση…

4 σχόλια:

renata είπε...

Γνώριμο συναίσθημα. Το ΄νιωσα όταν ξαναγύρισα εδώ.Τον πρώτο καιρό μου 'ρχόταν συνεχώς ένα τραγούδι στο στόμα.

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

"χωρίς να γνωρίζω κανένα, κι ούτε κανένας με γνώριζε...."

renata είπε...

Αυτό!!

silentcrossing είπε...

(κάτι τέτοια μας πετάς στη μούρη στα καλά καθούμενα και λιώνουμε σαν παγωτό...)

Εγώ την πόλη αυτή τη γνώρισα και την αγάπησα πολύ πριν έρθω εδώ, από τα ποιήματα της Κατερίνας. Διαλέγω στην τύχη ένα από τα αγαπημένα:

Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.