Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Δ.Χ.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που καθόταν σ' ένα τραπέζι. Στο πλάι του ήταν ένα βάζο με λουλούδια, όμως το υπέροχο άρωμά τους έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει, έτσι που σκυθρωπός κάτι έγραφε σ' ένα χαρτί. Ύστερα ο άνθρωπος έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Τα λουλούδια μαράθηκαν στο βάζο και βρώμισαν. Κάποια μέρα η μπάλα ενός παιδιού έριξε το βάζο κάτω και το 'σπασε. Κι εδώ τελείωσε το παραμύθι.

***
Ο πίνακας είναι του Τάσου Μαντζαβίνου

6 σχόλια:

M είπε...

Κι έτσι κάπως περνάνε πολλά απαρατήρητα, μέχρι τη στιγμή που και να θέλουμε δεν μπορούμε να τα δούμε πια.

Την καλησπέρα μου.

nefosis είπε...

Με κόκκινο μελάνι. Κάθε συσχετισμός με αίμα ή θάνατο, μάλλον είναι σκόπιμος, έως και το άρωμα των λουλουδιών.

Dina Vitzileou είπε...

Το παραμύθι τέλειωσε και εδώ αρχίζει η πραγματικότητα.
-Πότε επιτέλους θα παίξουν μπάλα και τα δικά μας παιδιά, να σπάσει το ρημάδι το βάζο με τα σάπια λουλούδια?
Ο καθείς και οι ερμηνείες του..

Υ.Γ Επί τη ευκαιρία,
στέλνω εγκάρδιους χαιρετισμούς
και ευχαριστίες για την ευγενική φιλοξενία.

katabran είπε...

δεν ξέρω πότε προσπερνάμε ένα εμπόδιο κα πότε οι ίδιοι το δημιουργούμε...
σαν όλα όσα έχουμε να ναι τόσο μακρινά...

σκέφτομαι πως η ζωή είναι έτσι, επειδή κάποτε δεν ήταν...

σκέφτομαι πως θέλω να γυρίσω πίσω...

θέλω να γράφουμε με παιδικές λέξεις και να δρούμε με παιδικές κινήσεις...

καλό βράδυ :)

katabran είπε...

έψαχνα να βρω ώρες τί μου θύμισες
...
Ό,τι έφυγε, ριζώνει εδώ, στην ίδια θέση, λυπημένο, αμίλητο
όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού, που πουλήθηκε κάποτε
σε δύσκολες ώρες,
και στη γωνιά της κάμαρας, εκεί που στέκονταν το βάζο,
απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου, αμετάθετο,
ν' αστράφτει διάφανο στην αντηλιά, όταν ανοίγουν πότε-πότε
τα παράθυρα,
και μέσα στο ίδιο βάζο, πούχει αλλάξει την ουσία του
με ίδια κ' ισόποσην ουσία απ' το κρύσταλλο του άδειου,
μένει και πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό
μονάχα.

Πίσω απ' το βάζο διακρίνεται το χρώμα του τοίχου
πιο σκοτεινό, πιο βαθύ, πιο ονειροπόλο,
σα νάμεινε η σκιά του βάζου σχεδιασμένη σε μια σαρκοφάγο ―

Kαι, κάποτε, τη νύχτα, σε μιαν ώρα σιωπηλή,
ή και τη μέρα, ανάμεσα στις ομιλίες,
ακούς βαθιά σου κάποιον ήχο οξύ, πικρό και πολυκύμαντο
σάμπως ένα αόρατο δάχτυλο να έκρουσε
κείνο το απόν, ευαίσθητο, κρυστάλλινο δοχείο.

Ρίτσος, Σχήμα της απουσίας I

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Κυριακάτικη καλημέρα σε όλους σας.

@Μ: Νομίζω πως μπορούμε να τα βλέπουμε ή να τα αφηγούμαστε. Καμιά φορά σκέφτομαι πως πρέπει.

@nefosis: Ως και αυτό. Τέτοιες μέρες.

@Dina Vitzileou: Του δικούς μας χαιρετισμούς στους στέλνω με το επόμενο κείμενό μου.
Λες δηλαδή πως όταν τελειώνει ένα παραμύθι ξεκινάει η ζωή;

@Katabran: Το ξέρεις κι εσύ φαντάζομαι πως όπως και να γράφουμε, όπως και να δρούμε δεν γινόμαστε παιδιά πάλι. Καλή ανάσταση Katabran

υγ: σ΄ευχαριστώ που το πάλεψεςνα θυμηθείς μια σύνδεση. Μου αρέσουν πολύ αυτά. Σε ευχαριστώ για το Ρίτσο. Σου επιστρέφω Χιόνη:
"Όταν σου αναγγείλουνε τον θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα 'κανες αν σου χάριζαν
έν' άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια·
έτσι δεν είναι;"