Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Σχεδιάζοντας την εκχχώρηση

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 29/12/2013]


Μετά από καλή προετοιμασία της κοινής γνώμης, δηλώσεις σχετικά με την κατάσταση της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ρεπορτάζ που υμνούν την πρωτοπορία των χορηγών – και έμμεσα υποδεικνύουν ως ένοχο της αφάνειας και της στασιμότητας το ελληνικό κράτος – ανακοινώθηκε πριν λίγες μέρες η επέκταση της συνεργασίας της κορυφαίας βιβλιοθήκης της χώρας με το Ίδρυμα Νιάρχου.

Το Υπουργείο Παιδείας και η Εφορεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης αποδέχονται ότι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις μεταστέγασής της, την προετοιμασία που πρέπει να γίνει και αποφασίζουν να αναθέσουν την πρωτοβουλία και γι’ αυτή τη δουλειά στο Ίδρυμα, το οποίο επιπροσθέτως αναλαμβάνει και την εκπαίδευση του ελλιπέστατου προσωπικού, την «αναβάθμιση των ψηφιακών και άλλων υπηρεσιών» και την προπαγάνδα του εγχειρήματος. Το πλαίσιο συνεργασίας επεκτείνεται, σύμφωνα με την απόφαση που ανακοινώθηκε στον Τύπο, και σε πεδία που θα οριστούν από την ίδια τη Βιβλιοθήκη συν τω χρόνω.

Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η απόφαση; Καταρχάς την ανενδοίαστη αποδοχή της κυβέρνησης ότι απαλλάσσεται από το αδιάφορο γι’ αυτήν βάρος του σχεδιασμού  και της υλοποίησης πολιτικής βιβλιοθηκών για τη χώρα, εκχωρώντας ουσιαστικά τις ευθύνες γι’ αυτήν σε έναν άνθρωπο και στην ομάδα του, το διευθυντή του «Κέντρου Πολιτισμού» και το Ίδρυμα Νιάρχου. Ότι εκχωρεί την ουσιαστική διοίκηση της κορυφαίας βιβλιοθήκης της χώρας σε ένα ίδρυμα, δηλώνοντας την αδιαφορία της και για την ουσιαστική επίλυση  του προβλήματος στελέχωσης και υποδομών που δυσχεραίνει την αποστολή ενός τέτοιου ιδρύματος, όπως είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη της χώρας. Αναγκάζει τον υπό εκλογή νέο διευθυντή της να υποταχθεί στην απόφαση και το σχεδιασμό που ξαφνικά ανακοινώθηκε, θέτοντάς τον υφιστάμενο των ανθρώπων του Ιδρύματος Νιάρχου και εφαρμοστή των αποφάσεών τους.

Ποιος ευθύνεται λοιπόν για την κατάσταση εδώ που φτάσαμε; Σύμφωνα με τον Στ. Ζουμπουλάκη, έφορο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, η «πελατειακή αντίληψη του πολιτικού μας συστήματος», δηλαδή συλλήβδην οι πολιτικοί και οι ψηφοφόροι τους. Προφανώς και αυτοί που κυβέρνησαν, και αυτοί που αντιπολιτεύτηκαν… Και αφού καταδικάσουμε το πολιτικό σύστημα σε πολιτική εκδήλωση της ΔΗΜΑΡ, προχωρούμε την κριτική μας και στον ερευνητικό, πανεπιστημιακό χώρο που ουδέποτε χρησιμοποίησε τις βιβλιοθήκες και τις διεκδίκησε. Το μόνο που μας μένει πια είναι οι χορηγοί, γιατί έτσι λέμε θα πιεστεί το ελληνικό κράτος (το κράτος, όχι οι κυβερνήσεις του) να αναλάβει τις ευθύνες του.

Το θέμα βέβαια δεν είναι τι κάνει και πως το προετοιμάζει ο πανταχού παρών χορηγός, ούτε η ευκολία και ανευθυνότητα των κυβερνήσεων που αδιαφόρησαν για το βιβλίο, την ανάγνωση και τις βιβλιοθήκες. Το θέμα είναι τι θα κάνει η κυβέρνηση της Αριστεράς, όταν λάβει τη λαϊκή εντολή να κυβερνήσει.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Πρόσωπο της χρονιάς (2013)


Επιλέγω κάθε χρόνο το πρόσωπο που θεωρώ πως συμπυκνώνει όσα η χρονιά που πέρασε καθόρισε σε συλλογικό επίπεδο. Φέτος δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το γνώριμο εδώ και δεκαετίες πρόσωπο της ΕΡΤ. Στη δημόσια κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση χρωστάμε μεγάλο μέρος των συγκινήσεων, της γνώσης και της γνώμης μας, της ψυχαγωγίας και της ενημέρωσής μας, της μνήμης, της θαλπωρής, τη συντροφιάς, του νόστου, της διασκέδασής μας. Από αυτήν είδαμε κι ακούσαμε τις πρώτες παιδικές εκπομπές, αυτή μας συντρόφεψε κάτι κυριακάτικα απογεύματα παίζοντας παλιά λαϊκά, με αυτήν μελαγχολήσαμε Κυριακές βράδυ ακούγοντας την "Αθλητική Κυριακή", σε αυτήν ακούσαμε πιτσιρίκια και ύστερα πάλι φαντάροι θεατρικές παραστάσεις, αυτή μας ταξίδεψε στις ψυχές του πολιτισμού μας, αυτή ήταν το παράθυρό μας στον κόσμο.

Αυτή την ΕΡΤ, ίσως τον ισχυρότερο θεσμό της συλλογικής μας έκφρασης και μνήμης θέλησε φέτος η κυβέρνηση να εξαφανίσει. Χτυπώντας την ΕΡΤ θέλησε να δώσει το ισχυρότερο χτύπημα στην κοινωνική συνοχή, διέλυσε το βασικό κορμό του πολιτισμού μας, έστειλε το μήνυμα πως είναι έτοιμη να διαλύσει τα πάντα- όπως και κάνει.

Η ΕΡΤ αντιστάθηκε. Αντισταθήκαμε κι εμείς μαζί της, Και πολλοί καλλιτέχνες, και πνευματικοί άνθρωποι. Όχι όλοι.

Όχι όλοι...

Η ΕΡΤ, σκέφτομαι, το τελευταίο που μας έδωσε ήταν μια ευκαιρία να εξεγερθούμε...

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Το χάσμα της λήθης

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 22/12/2013]


Στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης βρέθηκαν μετά την απελευθέρωση δεκάδες κείμενα θαμμένα σε απίθανα σημεία, σε κουτιά και μπουκάλια. Κάποιοι ελάχιστοι από όσους ελάχιστους σώθηκαν υπέδειξαν τα σημεία όπου τα είχαν θάψει ως έγκλειστοι, πολλά επίσης από όσα βρέθηκαν, εντοπίστηκαν τυχαία σε εργασίες συντήρησης των στρατοπέδων. Πολλά είναι τα κείμενα που γράφτηκαν αμέσως ή τις δεκαετίες μετά το «Ολοκαύτωμα» και αποτέλεσαν μαρτυρίες των «διασωθέντων» ή στοχασμό πάνω στο βίωμα.

Η τρέχουσα γνώση των Ελλήνων πάνω σε αυτό το θέμα είναι εξαιρετικά φτωχή  και περιορισμένη στην τυχαία και συναισθηματική προσέγγιση των σχετικών κινηματογραφικών ταινιών. Μοιάζει παράδοξο για την Ελλάδα να μην ξέρει (να μην ενδιαφέρεται να μάθει) τι έγιναν οι δεκάδες χιλιάδες εβραίοι της που χάθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης. Εξηγείται ίσως· η ιστορική γνώση στη χώρα μας αποκτάται κατά κανόνα ως εθνική κατήχηση στα σχολικά χρόνια. Υπάρχει και το θέμα του βίου και της πολιτείας του μεταπολεμικού κράτους του Ισραήλ που τοποθετεί την ελληνική κοινή γνώμη απέναντι σε ό,τι εβραϊκό. Για την περίπτωση των υπόλοιπων κατηγοριών θυμάτων (τσιγγάνους, ομοφυλόφιλους) το μαύρο σκοτάδι περιγράφει κατά προσέγγιση μόνο την γνώση και το ενδιαφέρον μας…

Μοιάζει να δημιουργείται πάλι αυτό το παράδοξο, το χάσμα, ανάμεσα σε αυτόν που γράφοντας, απελπισμένα προσπαθεί να διατηρήσει στο χρόνο τη σκέψη και το συναίσθημα πάνω στο βίωμα, και σε αυτόν που ανεξάρτητα από την ποιότητα της μαρτυρίας δεν θέλει να μάθει. Η συζήτηση ξεφεύγει και σε άσχετα θέματα, ας πούμε πόσο αντέχει η ανθρωπότητα να χωνεύει τα παρελθόντα και όσα τώρα συνεχώς προστίθενται με την προσδοκία της διαιώνισης. Τι δεν έχει γραφτεί, τι περιμένει να γραφτεί που δεν έχει ήδη ειπωθεί; Γράφουμε για να μάθουμε ή γράφουμε γιατί έχουμε ανάγκη να γράψουμε;


Αν μπορούσα να προτείνω κάτι άξιο ανάγνωσης πάντως – και ίσως στην πεπατημένη των εορταστικών βιβλιοπροτάσεων – θα συνιστούσα κάποια βιβλία για το θέμα των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης και των Ελλήνων Εβραίων σε αυτά: την «Ιστορία των Ελλήνων Εβραίων» της E. Fleming (Οδυσσέας, 2009), «Το Ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Ελλήνων Εβραίων» της Φρ. Αμπατζοπούλου (Επίκεντρο, 2007), το «Έλληνας, Εβραίος και Αριστερός» του Μ. Μ. Μπουρλά (Νησίδες, 2000), το “Sonderkommando: από την κόλαση των θαλάμων αερίου» του Σλόμο Βενέτσια (Πατάκης 2008) και βέβαια το «Μαουτχάουζεν» του Καμπανέλλη. Αν μπορούσα, θα έβαζα σε κάθε βιβλιοθήκη της χώρας τα βιβλία του Πρίμο Λέβι και του Jean Amery. Για να χτίσουμε γέφυρα πάνω απ’το χάσμα της λήθης.

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Η γυναίκα που ξύπνησε


Μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα ξύπνησε στο όνειρο του άντρα της. Ισχυριζόταν πως κάποιος ή κάποιοι την είχαν πάει εκεί, πως κανείς δεν τη ρώτησε, πως προφανώς τη μετέφεραν την ώρα που κοιμόταν. Άρχισε να φωνάζει πως θέλει να φύγει - εξάλλου το όνειρο του άντρα της δεν ήταν δικό της -  εκτός των άλλων τα πράγματα που γίνονταν εκεί την έβρισκαν εντελώς αντίθετη. Όπως και να 'ναι όμως ήθελε να φύγει. Με τις φωνές της ωστόσο εκείνος δεν ξυπνούσε. Αυτό ήταν κάτι για το οποίο χρόνια τον κατηγορούσε πως το κάνει σκόπιμα. Θεωρούσε (οφείλουμε να πούμε εντελώς ανόητα) πως αν εκείνος ξυπνήσει, θα σταματήσει να κοιμάται. Και πως (επίσης ανόητα) όποιος ξυπνάει σταματάει να ονειρεύεται.

Κάποτε η γυναίκα κουράστηκε και ξάπλωσε κάπου μέσα του και αποκοιμήθηκε. Έκτοτε δεν ξαναξύπνησε ποτέ, όμως τώρα πια κοιμόταν στο δικό της όνειρο.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Ένα πρωινό του 1908

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 15/12/2013]



Στη χάρτινή επικράτειά μου συμβαίνουν πολλά. Συχνά επαναλαμβάνουν την ηχώ τους γεγονότα παλιά, κάθε φορά που αιχμαλωτίζω βιβλία προσπαθώντας να οργανώσω την γνώση και τη φαντασία του κόσμου σε θέματα και ράφια και αριθμούς. Γεγονότα που σε τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν τα σημερινά, εξίσου αχρησιμοποίητα όμως, όσο κι αν καθόρισαν κάπως την πορεία της ανθρωπότητας.

Κι εκεί που έχεις συνηθίσει να οργανώνεις διεκπεραιωτικά σαν ληξίαρχος την ιστορία, πέφτει το βλέμμα σου στο λόγο ενός αρχηγού κόμματος το 1908 στην Κόρινθο. Αν δεν ήταν να ξέρεις πως έχεις μπροστά σου ένα βιβλίο με τίτλο «η ανά την Πελοπόννησον πολιτική περιοδεία του αρχηγού του Εθνικού κόμματος κ. Κυριακούλη Π. Μαυρομιχάλη κατά Οκτώβριον του 1908» και η γλώσσα αν ήταν καθαρισμένη από τις αρχαΐζουσες καταβολές της, θα μπορούσες να φανταστείς πως ακούς στο you tube μια ομιλία του. Τσίπρα. 

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (1849-1916) υπήρξε για λίγους μήνες του 1909 πρωθυπουργός της Ελλάδας διορισμένος από τους στρατιωτικούς επαναστάτες του Κινήματος στο Γουδί. 6.30 πρωινή ώρα της 18ης Οκτωβρίου του 1908 επιβιβάζεται στην αμαξοστοιχία που τρεις ώρες μετά τον αφήνει στην Κόρινθο. Εκεί τον περιμένει «πλήθος κόσμου», στου οποίου το καλωσόρισμα αντιφωνεί και τα εξής: 

«. η αλήθεια είνε ότι περιέστημεν και ως Κράτος, και ως Έθνος εις κρισιμώτατον σημείον του εθνικού ημών βίου, εγκυμονούντος μεγάλους κινδύνους διά την χώραν ημών - και ότι συνεπώς ουδεμία πλέον επιτρέπεται αναβολή προς λήψιν μέτρων ριζικών, προς άρσιν των μεγάλων δεινών, τα οποία εδημιούργησεν η παρατεταμένη κυβερνητική ατασθαλία. Ποία δε είνε τα θύματα της τοιάυτης καταστάσεως; Σεις, αγαπητοί συμπολίται, ο πολυπαθής δηλονότι ελληνικός λαός. Μην περιμένετε όμως να σας είπωμεν ότι θέλομεν δυνηθή τα πάντα να διορθώσωμεν εν ακαρεί, ως επουράνιοι θαυματουργοί. Όχι, τούτο δεν θέλετε ποτέ ακούσει εκ του στόματος ημών. Καθόσον εάν πάσχη ο Ελληνικός Λαός κυρίως, και πρωτίστως πάσχει εκ της ατιμωρησίας των παρανομούντων και των εγκληματούντων.» 

Τα παιχνίδια με την ιστορία είναι βέβαια επικίνδυνα, και οι προβολές σε άλλες περιόδους και φάσεις της πολιτικής μας ιστορίας είναι τελείως αυθαίρετες και συχνά ανόητες. Εντάξει. Αν μπορέσουμε όμως, ας βάλουμε ένθετη στη σκέψη μας αυτή την παρατήρηση. Μοιάζει ή κενή περιεχομένου η επανάληψη των ίδιων επιχειρημάτων στους πολιτικούς λόγους έναν αιώνα τώρα ή ποτέ τελικά δεν διορθώσαμε ως λαός ούτε «εν ακαρεί», ούτε «συν τω χρόνω» τα έργα των παρανομούντων και των εγκληματούντων…

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

η σεξουαλική διαφώτισις...

Έψαχνα καιρό να συνδυάσω τμήματα ενός βιβλίου με εικόνες που θα επέλεγα εγώ: ο διάλογος θα ήταν αντιθετικός, αλλά με ποιο τρόπο; Το βιβλίο είναι μια "σεξουαλική διαφώτισις των νέων" - συντίθεται από ομιλίες του συγγραφέα του στη Σχολή Μονίμων υπαξιωματικών Πατρών τη δεκαετία του '50. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ο σκοταδισμός του -  μυρίζουμε τη σεξουαλική καταπίεση (περί αυτού πρόκειται) των προηγούμενων γενιών. Οπότε κρίνω πως δεν χρειάζεται περισσότερη κουβέντα. Ας παντρέψουμε τη βία της συντήρησης με την ομορφιά της τέχνης...

Γιάννης Ψυχοπαίδης



Παύλος Χαμπίδης


Τάσος Μαντζαβίνος


Μιχάλης Μαδένης


Εδουάρδος Σακαγιάν


Μιχάλης Ζησίου


Μιχάλης Μανουσάκης


Δημήτρης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Η αφήγηση του φόβου


[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 8/12/2013]

Τελειώνει η Χούντα ποτέ; Πότε; Όταν ο αυταρχισμός αντικαθίσταται από τη λαϊκή βούληση; Πώς διαμορφώνεται η λαϊκή βούληση; Αυτόνομα ή με μηχανισμούς επιρροής που κάποιοι χειρίζονται; Ποιοι χειρίζονται τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τη λαϊκή βούληση, ο «λαός» ή όσοι κατέχουν το χρήμα και την εξουσία να στήνουν και να τροφοδοτούν τους μηχανισμούς επιρροής;

Τυπικά οι χούντες τελειώνουν, όταν ανατρέπονται. Και ανατρέπονται όταν ο λαός αποφασίζει πως είναι προς το συμφέρον του να τις ανατρέψει. Πολλή συζήτηση έχει γίνει για το σύνθημα της εποχής που λέει «πως η χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Πολλοί ενοχλούνται από αυτό, το κατηγορούν ως λαϊκίστικο και απολίτικο προπαγανδιστικό εργαλείο. Εύκολα αφορίζεις ένα σύνθημα, όμως αυτό θα επιμένει. Σαν το άλλο: «άμα κοπεί το ρεύμα, καταρρέει ο πολιτισμός σας». Δύσκολο πράγμα τα συνθήματα- τα συνθήματα είναι οι λαϊκές παροιμίες της εποχής μας. Αντί να τα λέει η γιαγιά δίπλα στο τζάκι, τα λέει ο απελπισμένος στους τοίχους της πόλης. Μήτρα των συνθημάτων ήταν νομίζω ο Μάης του ’68. Μου έχει κάνει εντύπωση η αμηχανία του Χάμπερμας να εξηγήσει το Μάη. Ο ευφυής ιστορικός έχω την αίσθηση πως δεν καταφέρνει να τον ερμηνεύσει με τα ιστορικά και μαρξιστικά εργαλεία του: τι τον γέννησε, τι ήταν εκείνο που απελευθέρωσε όλα αυτά στη Γαλλία της μεταπολεμικής «ευμάρειας», ποια ιστορικά και πολιτικά συγκείμενα συνέβαλαν στο χαρακτήρα της έκρηξης, ποια τα αποτελέσματα του Μάη (μιλάμε για νίκες;). Αντίστοιχη δυσκολία να εξηγήσουμε την έκρηξη του Δεκέμβρη του ‘08 στην Αθήνα. Μοιάζει παράδοξο να εκρήγνυσαι στον πρόλογο της Κρίσης και στο… κυρίως θέμα της να μένεις σχετικά αδρανής.

Ας πούμε πως οι ερωτήσεις είναι άγκυρες που ρίχνεις για να πιαστείς από κάπου να ξεκινήσεις την αφήγησή σου. Νομίζω πως κυρίαρχο αυτό τον καιρό είναι το κράτος του φόβου. Πως από την εποχή της αγανάκτησης περάσαμε στην εποχή όπου κυρίαρχη είναι η αγωνία της απώλειας. Πως πολιτικό εργαλείο έχει γίνει η βία του εκφοβισμού, η οποία εξασφαλίζει την ανοχή στις πολιτικές που εφαρμόζονται και τροφοδοτεί το μίσος σε όλο τον κοινωνικό χώρο. Καταλήγουμε με γοργό βήμα στην περιοχή όπου μοναδικός δεσμός μας θα είναι πλέον ο φόβος.


Ένας φίλος λέει πως πρέπει να μιλήσουμε έξω από τα δόντια για τη χούντα και την ανελευθερία που ζούμε όλοι μας κρυφά και σιωπηλά. Σιωπηλό βίωμα και φλύαρη περιγραφή νομίζω όμως πως δεν κουμπώνουν. Οι εξεγέρσεις είναι ίσως η αρμόζουσα αφήγηση

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Media Labern: απάντηση Β΄

Της Ντίνας Τρούτπεγλη (βιβλιοθηκονόμου)


Σκηνή 1η - πράξη 1η:
Μια ομάδα παιδιών της ΣΤ’ τάξης δημοτικού σχολείου της περιοχής έρχονται φασαριόζικα στη βιβλιοθήκη και ζητάνε να μπούνε στους υπολογιστές γιατί πρέπει να βρουν πληροφορίες για εργασία που τους έχει βάλει ο δάσκαλος. Τους λέω ότι σύμφωνα με τον κανονισμό της Βιβλιοθήκης (αλλά και σύμφωνα με τη λογική) δεν μπορούν να μπουν στο Internet χωρίς να συνοδεύονται από τον κηδεμόνα τους.

cut 1: Αναρωτιέμαι: γιατί, ενώ έρχονται στη Βιβλιοθήκη, το πρώτο πράγμα που τους έρχεται στο μυαλό είναι το Internet και όχι το βιβλίο ως πηγή πληροφοριών;
cut 2: Προβληματίζομαι: γιατί το παιδί, αν έρθει μόνο του στη Βιβλιοθήκη, να μην μπορεί να έχει πρόσβαση στο Internet, που μπορεί να είναι (με προϋποθέσεις) τόσο συναρπαστικό και χρήσιμο ως εργαλείο αναζήτησης και ανάκτησης πληροφοριών;

Σκηνή 1η - πράξη 2η: Βρίσκω στα παιδιά πληροφοριακά βιβλία από το παιδικό τμήμα της Βιβλιοθήκης. Τα μελετάνε, εντοπίζουν τις πληροφορίες που χρειάζονται (τους είχα πει πώς ό,τι δε βρουν θα το ψάξω εγώ στο Internet και θα τους το εκτυπώσω, αλλά τελικά δε χρειάστηκε), μου υποδεικνύουν τις σελίδες και τους βγάζω φωτοτυπίες. Χαρούμενα που τελικά ο στόχος επετεύχθη, ακόμη και χωρίς Internet, ετοιμάζονται να φύγουν, αλλά τους λέω ότι ξέχασαν κάτι πολύ σημαντικό: να σημειώσουν τις πηγές απ’ όπου πήραν τις πληροφορίες (ναι, το ξέρω, εκεί μάλλον με κοίταζαν σαν εξωγήινη). Τελικά, το έκαναν κι αυτό στο πλαίσιο των ερευνητικών τους καθηκόντων κι έφυγαν.

Σκηνή 2η – Πράξη 1η: Η Βιβλιοθήκη ανακοινώνει τη νέα υπηρεσία παροχής αντιγράφων επιστημονικών άρθρων μέσω του HEAL-Link. Την αμέσως επόμενη μέρα έρχεται μία φοιτήτρια, που σπουδάζει από απόσταση, και ψάχνει υλικό για την εργασία της στα ράφια της Βιβλιοθήκης (τις συλλογές του θεματικού της πεδίου τις έχει μάθει αρκετά καλά που πολλές φορές δε ζητάει καν τη βοήθειά μου για να εντοπίσει αυτό που θέλει). Την ενημερώνω για τη νέα υπηρεσία ελπίζοντας ότι θα έχω και τον πρώτο μου «πελάτη». Μου λέει πως δεν έχει υπ’ όψιν της κάποιο συγκεκριμένο άρθρο και ότι θα αρκεστεί στα βιβλία που θα βρει.

cut 1: Αναρωτιέμαι: γιατί, ενώ της παρέχω μια νέα δωρεάν υπηρεσία που θα της δώσει τη δυνατότητα να εμπλουτίσει την εργασία της με πληροφορίες ακριβοθώρητες και επίκαιρες, επιμένει να περιορίζεται στα βιβλία;
cut 2: Προβληματίζομαι: πρέπει να κάνω κάτι ως επαγγελματίας-βιβλιοθηκονόμος ώστε να προωθήσω αυτήν τη νέα υπηρεσία και να μη μείνει στα αζήτητα;

Σκηνή 2η - πράξη 2η: Η φοιτήτρια φεύγει με μια στοίβα βιβλία στην αγκαλιά της. Εγώ ξεκινάω να γράφω ένα μίνι-εγχειρίδιο χρήσης για ερευνητές-φοιτητές σχετικά με το τι είναι και πώς μπορούν να αξιοποιήσουν τη νέα υπηρεσία της Βιβλιοθήκης.

Σκηνή 3η: Διαβάζω το άρθρο του συναδέλφου Γιώργου Κατσαμάκη με τίτλο “Media labern” και ταυτίζομαι, μεταξύ άλλων, με έναν πολύ βασικό προβληματισμό: «Και τι γίνεται με το ουσιαστικό έργο τους; Ποιος το πληρώνει αυτό, το πληρώνει κανείς; Ποιος το προβάλει;»

Για μένα οι δύο πρώτες σκηνές συνιστούν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ουσιαστικού έργου των δημοσίων βιβλιοθηκών (δημοσίων με την έννοια του “public”), το οποίο, όμως, φαίνεται ότι δεν το έχουμε κατακτήσει στην ολότητά του. Και μάλιστα, δεν έχουμε καταφέρει όχι μόνο να αναπτύξουμε πλήρως και ομοιόμορφα τις υπηρεσίες αυτές, αλλά και στο βαθμό που το κάνουμε δεν τις επικοινωνούμε ώστε και περισσότερους χρήστες να προσελκύσουμε αλλά και να θωρακίσουμε τη βιωσιμότητα των υπηρεσιών μας. Ποιος φταίει; Μάλλον πολλοί, μεταξύ των οποίων και εμείς, οι επαγγελματίες του χώρου (στο σημείο αυτό ταυτίζομαι με το σχόλιο της κυρίας Τοράκη περί «αυτοαξιολόγησης»).

Τα Media Labs, που στάθηκαν η αφορμή για το άρθρο του συναδέλφου, συνιστούν μία καινούρια και πρωτόγνωρη υπηρεσία, όχι μόνο στο χώρο των βιβλιοθηκών. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τακτικές μάρκετινγκ στο χώρο των δημοσίων υπηρεσιών. Η υπερ-προβολή πολλούς μας ξενίζει, ειδικά όταν άμεσα και σαφώς προβάλλεται ο χορηγός. Είναι, όμως, λογικό: όπου υπάρχει χορηγός, υπάρχει και διαφήμιση. Ταυτόχρονα, όμως, διαφημίζεται και η δημόσια υπηρεσία προσφέροντας αναγνωρισιμότητα και κύρος. Θα καταφέρει, όμως, η υπηρεσία να ανταπεξέλθει στα διαφημιζόμενα (και να μην εκτεθεί); Θα καταφέρει να εντάξει τις νέες υπηρεσίες στην παραδοσιακή φιλοσοφία που διέπει τη λειτουργία της (και να μην αλλοιώσει το χαρακτήρα της); Θα καταφέρει να συνεχίσει να αναπτύσσει τις παραδοσιακές της λειτουργίες παράλληλα με τις νέες υπηρεσίες (και να μην καταλήξει με υπηρεσίες δύο ταχυτήτων); Εν τέλει, θα καταφέρει να αναπτύξει πλήρως και να διατηρήσει το χαρακτήρα της δημόσιας βιβλιοθήκης που παρέχει δωρεάν ποιοτικές υπηρεσίες πληροφόρησης, αξιοποιώντας όλα τα σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας και ταυτόχρονα να γίνει τόπος συνάθροισης και ανταλλαγής ιδεών;


Εδώ θα συμφωνήσω πάλι με το συνάδελφο, υπερθεματίζοντας την άποψη ότι χωρίς έμψυχο υλικό και θεσμική θωράκιση όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να γίνουν. Οι επαγγελματίες βιβλιοθηκονόμοι, που η απουσία τους είναι εκκωφαντική από τις δημόσιες βιβλιοθήκες (δυστυχώς σε λίγο καιρό και από τις ακαδημαϊκές) αλλά και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας, το οποίο είτε απουσιάζει πλήρως είτε όπου υπάρχει είναι διάτρητο, αποτελούν αναγκαία συστατικά για να πετύχει το όποιο εγχείρημα αναμόρφωσης των βιβλιοθηκών. Κι εδώ πρέπει να τονίσουμε την ανάγκη της καθολικής και ομοιογενούς ανάπτυξης όλων των δημοσίων βιβλιοθηκών και όχι ορισμένων, διότι καταργείται το δικαίωμα των ίσων ευκαιριών.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Media Labern: απάντηση Α΄

Τις επόμενες μέρες θα φιλοξενηθούν κείμενα συναδέλφων που απαντούν ή συνδιαλέγονται με το αρχικό κείμενο του "Βιβλιοθηκάριου". Είναι μια προσπάθεια για συζήτηση σε όσα γίνονται αυτό τον καιρό στο χώρο μας. Μια συζήτηση που πρέπει να γίνει.

Ο συντάκτης του πρώτου κειμένου επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος- οφείλω να σεβαστώ την επιθυμία αυτή.


Διαβάζοντας το post του Βιβλιοθηκάριου, δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην ανάγκη να σχολιάσω. Κάποιες πρώτες σκέψεις είναι οι ακόλουθες (σαν ανταπόκριση στην πρόσκληση της Κατερίνας Τοράκη για προβληματισμό και διάλογο πάνω στο θέμα). Θα προσπαθήσω να τις βάλω στη σειρά:

Τα μέσα κάνουν τη δουλειά τους και προφανώς πληρώνονται πολύ καλά γι' αυτή. Καταχωρήσεις που προωθούν το έργο ενός φορέα και κάποιων μόνο βιβλιοθηκών όχι γιατί μόνο αυτοί παράγουν αλλά γιατί μόνο αυτοί έχουν τους πόρους να διαφημίσουν το έργο τους είναι κάτι αναμενόμενο από έναν Τύπο που επίσης πλήττεται από την οικονομική κρίση και συνεπώς αναζητά ισχυρούς συμμάχους, όπως το Ίδρυμα Νιάρχου. Προσωπικά, θα συμφωνήσω μαζί σου Γιώργο ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι μειονέκτημα η όποια δράση έχουν οι βιβλιοθήκες απ’ όπου κι αν συντονίζεται και όπως κι αν αυτή πραγματοποιείται / υλοποιείται. Αλλά, όπως λες κι εσύ, οι βιβλιοθήκες είχαν δράση και πριν το Future Library και αν τις αφήσουν (και δεν τις κλείσουν - μια πολιτεία χωρίς χρήμα, βούληση και δύναμη να αντισταθεί σ’ αυτόν που εμφανίζεται ως μεγάλος χορηγός) θα συνεχίσουν να έχουν. 

Οφείλω να ομολογήσω, όμως, και την ύπαρξη ενός άλλου Τύπου που το τελευταίο διάστημα προωθεί και την εθελοντική προσπάθεια που κάνουν οι βιβλιοθηκονόμοι στους Λειψούς. Και κάτι μου λέει πως τα παιδιά εκεί, δεν πλήρωσαν για καμία καταχώρηση. Δεν ξέρω αν κάτι αλλάζει για τις βιβλιοθήκες προς το καλύτερο. 

Έχοντας αυτά τα δύο κατά νου, δεν ξέρω αν η λύση είναι να προωθείται το έργο 9 βιβλιοθηκών και τις υπόλοιπες της Ελλάδας να τις τρώει η μαρμάγκα επειδή δεν της ενέταξε κανείς σε ένα δίκτυο που πολύ αμφιβάλλω αν είναι και βιβλιοθηκονομικό εκτός από βιβλιοθηκών. Δεν το σκέφτομαι συντεχνιακά, παρόλο που με ενοχλεί η ιδέα του ότι δε μας νοιάζει αν την όποια καμπάνια σε μια βιβλιοθήκη δεν την τρέχει βιβλιοθηκονόμος ή τέλος πάντων κάποιος που προέρχεται από το χώρο της πληροφόρησης και που όλα πρέπει να στηρίζονται στις πλάτες εθελοντών, οι οποίοι φτάνουν σήμερα τα 30 χωρίς να έχουν κολλήσει ένσημο γιατί κανείς δε θα τους προσλάβει, όσο υπάρχουν εθελοντές που θα το κάνουν τζάμπα όπως αυτοί. Διαφωνώ, όμως, κάθετα με την ιδέα ότι οι ελληνικές βιβλιοθήκες είναι έτοιμες να γίνουν μόνο πολυχώροι διασκέδασης όταν πολλές από αυτές δεν έχουν καταφέρει να καλύψουν επαρκώς ως σήμερα άλλες ανάγκες των χρηστών τους, ανάγκες για τις οποίες δεν υπάρχει άλλος θεσμός να τις καλύψει. Γιατί να δίνω υπολογιστές στα παιδιά όταν δεν τα έχει μάθει κανείς να τους χρησιμοποιούν με ασφάλεια; Γιατί να τους δώσω ένα παιδότοπο όταν δεν έχουν άλλο χώρο για να αγαπήσουν το βιβλίο; Γιατί να επενδύσω σε δράσεις που θα φέρουν πολλαπλάσιο κόσμο όταν δεν έχω τις δομές να τον εξυπηρετήσω; Τι να κάνω την αύξηση της επισκεψιμότητας κατά 40-50% ή παραπάνω όταν η ανάπτυξη συλλογής εξαρτάται από το φιλελεήμον κοινό της βιβλιοθήκης και οι βιβλιοθήκες δεν έχουν προϋπολογισμό ή έχουν έναν ελάχιστο που δε φτάνει ούτε για τα πάγια έξοδα;

Αναγνωρίζω, όμως, ότι το Future Library ήρθε και κάλυψε ένα κενό. Κενό πολιτικής βούλησης, κενό ευσυνειδησίας (σε κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις), απουσίας ελπίδας σε κάποιες άλλες που ποτέ δεν είχαν πέσει στην αντίληψη των δημάρχων και πολιτευτών τους. Είναι όμως η λύση; Τι προβλέπουν αυτά τα μνημόνια και πόσο νόημα έχει όλες οι βιβλιοθήκες της Ελλάδας να κάνουν εκδηλώσεις copy paste σε μεγάλο βαθμό; Τόση έλλειψη πρωτοτυπίας; Και μιας και ανέφερα την λέξη πρωτοτυπία, αυτή η “καινοτομία” που συνεχώς προβάλλει το Future Library, θα ήταν καινή αν δεν ήταν αντιγραφή κάθε καινοτόμου δράσης που έχει εφαρμοστεί από την IFLA ή τις άλλες βιβλιοθήκες του κόσμου. Αλλά προφανώς το "μεγάλη μπουκιά φάε μεγάλο λόγο μη λες", δεν το έχει ακούσει κανείς απ’ όσους διαχειρίζεται τις δημόσιες σχέσεις τους και το μάρκετινγκ.

Και τώρα θα πιάσω το μεγαλύτερο αγκάθι σε όλη αυτή την δημοσιότητα που λαμβάνει το Ίδρυμα Νιάρχος: τη Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη. Δεν ξέρω από πού να το πιάσω; Από τα προβλήματα που ήδη έχει η “Παλιά” Εθνική Βιβλιοθήκη ή αυτά που θα αποκτήσει μετά τα εγκαίνια του νέου κτιρίου στο Φαληρικό Δέλτα; Επίσης, τι θα πει παλιά και τι νέα; Δεν είναι μία; Δηλαδή όταν μια οικογένεια μετακομίζει γίνεται άλλη οικογένεια μετά τη μετακόμιση; Επειδή θα έχει δύο μπάνια και τραπεζαρία αλλάζει η δομή της οικογένειας; Επειδή θα έχει χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα θα γίνει Εθνική της προκοπής; Ποιος έδωσε το δικαίωμα στους κυρίους του Ιδρύματος να αποφασίσουν τη δομή της; Γιατί η Εθνική μας βιβλιοθήκη να είναι και ερευνητική και δανειστική; Μήπως η Αττική δεν έχει δεκάδες εξαιρετικές δημοτικές και ερευνητικές σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το Δέλτα; Ειδικά σε ό,τι αφορά τις δανειστικές, που ο κ. Τροχόπουλος δηλώνει ότι δεν υπάρχουν στην Αθήνα, να τον ενημερώσω για τα ακόλουθα:

1. Το ΔΕΛΤΑ δεν είναι στην Αθήνα (δεν είναι στο Δήμο Αθηναίων - ο οποίος έχει δημοτική βιβλιοθήκη που τον έχει φιλοξενήσει και που συμμετέχει και στο Future Library, για να φρεσκάρω τη μνήμη του).

2. Ας ανοίξουν τα ματάκια τους να κοιτάξουν και από την άλλη πλευρά της Συγγρού και να δουν την απίστευτη βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Ευγενίδου, η οποία εδώ και χρόνια είναι ανοιχτή για το κοινό, εξίσου προσβάσιμη με το Δέλτα, δανειστική και άψογα οργανωμένη με εξειδικευμένο αλλά και γενικό περιεχόμενο και με χώρους κατάλληλους για υποδοχή και υποδομές κατάλληλες για εξυπηρέτηση ΑμεΑ. 

3. Αν με το Αθήνα εννοούμε όλη την Αττική, χωρίς να απομακρυνθώ από το Δέλτα (γεωγραφικά) να υπενθυμίσω στο Ίδρυμα Νιάρχος (και στην πολιτεία που το αφήνει να αλωνίζει και να κάνει κουμάντο) ότι βιβλιοθήκες έχουν σχεδόν όλοι οι δήμοι γύρω από το Δέλτα (πλην της Ν. Σμύρνης που το έχει στα προσεχώς). Για να μη σχολιάσω ότι ο κάτοικος του Μενιδίου, της Ελευσίνας και του Λαυρίου ή έστω της Γλυφάδας (για να έρθω σε μικρότερες αποστάσεις) της Δραπετσώνας, της Νίκαιας ή του Παπάγου και του κέντρου της Αθήνας δε θα ξεκουνηθεί να τρέχει να δανειστεί αλλάζοντας 2 και 3 συγκοινωνίες από την “Νέα” Εθνική ακόμα κι αν υλοποιηθούν τα σχέδια (δεν ξέρω σε ποιον να αποδώσω την έμπνευση) για συνέχεια ύπαρξης μόνο των “βιώσιμων” βιβλιοθηκών και κλείσιμο των υπολοίπων που τώρα βρίσκονται στις γειτονιές τους.

Επίσης, αν η Εθνική είναι δανειστική και ερευνητική, ποιος θα βγάζει την εθνική βιβλιογραφία (που θα ’πρεπε να τη βγάζει εδώ και αιώνες και δεν τη βγάζει ακόμα), ποιος θα αναλάβει τα authorities που η Library of Congress ζητά τη σφραγίδα της για να δεχθεί μια διόρθωση ελληνικής επικεφαλίδας στους καταλόγους της κι η Εθνική είναι πάντα απούσα; Πώς η παιδική χαρά που θα φτιάξουν θα θυμίζει στα παιδιά ότι το βιβλίο τους κάνει καλό και μπορεί να είναι μια μορφή διασκέδασης και οι βιβλιοθήκες υπάρχουν όχι γιατί είναι άλλος ένας παιδότοπος αλλά γιατί τους προσφέρει αυτό το κάτι επιπλέον; Και τι σημαίνει τ’ ότι το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος θα έχει την εποπτεία του χώρου για 80 χρόνια; Και τι θα πει δίκτυο δημοτικών και δημοσίων βιβλιοθηκών; Αυτοί που με τόση ευκολία αντιγράφουν σχεδιάκια του εξωτερικού, δε μου δίνουν λίγη βιβλιογραφία και case studies όπου ένα ίδρυμα, μη θεσμικός φορέας διαχειρίζεται τέτοιο δίκτυο; Από πού κι ως πού αποφασίζουν από κοινού τη δομή, τις υπηρεσίες, το διευθυντή της βιβλιοθήκης; Με προβληματίζει η χάραξη εθνικής πολιτικής βιβλιοθηκών χωρίς να ερωτώνται οι βιβλιοθήκες και οι βιβλιοθηκονόμοι. Με εξοργίζει η λήψη αποφάσεων με επιδεικτική αδιαφορία για την άποψη όσων αφορά και όσων θα κληθούν να την υλοποιήσουν. Καλοί οι managers αλλά τι στην ευχή, μια ζωή σ’ αυτή τη χώρα, σχεδιάζουμε πράγματα χωρίς ανάλυση κοινότητας; Σχεδιασμός χωρίς προηγούμενη γνώση των αναγκών; Δηλαδή ποιος είπε στην “πολιτεία” (καλά… όχι ότι την υπολογίζει και τη ρωτάει κανείς έτσι που έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά της δεξιά κι αριστερά) και στο Ίδρυμα Νιάρχος ότι ο μέσος πολίτης αυτή τη στιγμή χρειάζεται παιδική χαρά; 

Κλείνοντας, θέλω να πω ότι τα γράφω όλα αυτά με μεγάλο εκνευρισμό γιατί παρατηρώ εδώ και μήνες, βιβλιοθήκες και βιβλιοθηκονόμους να προωθούν μέσω των σελίδων τους και των κοινωνικών δικτύων όλα αυτά τα πληρωμένα δημοσιεύματα χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι με αυτό δεν είναι η βιβλιοθήκη τους αλλά το Ίδρυμα αυτό στο οποίο προσφέρουν υπηρεσίες. Αντίθετα, για τις βιβλιοθήκες τους, λειτουργούν δυσφημιστικά στην πραγματικότητα, αν σκεφτεί κανείς ότι αυτό που περνάει στον κόσμο είναι ότι είχαν ανάγκη το Future Library για να κινητοποιηθούν και να δουλέψουν (και με την οργή που τρέφει ο κόσμος για τους δημοσίους υπαλλήλους τέτοια συμπεράσματα δεν είναι δύσκολο να επαχθούν έστω και αυθαίρετα). Να δω, όμως, όλος αυτός ο κόσμος που πίνει νερό στο όνομα του Future Library και του χρυσού χορηγού “Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος” τι θα λέει όταν αυτά τα δύο: 1) αποφασίσουν ότι η βιβλιοθήκη τους δεν είναι βιώσιμη και άρα θα κλείσει γιατί μόνο τέτοιες θα μπουν στο δίκτυο της Εθνικής ή 2) θα πάψουν να χρηματοδοτούν καμπάνιες, media labs και παιδικές χαρές και τότε θα τα δούμε όλα αυτά να ρημάζουν γιατί οι δήμοι και το υπουργείο Παιδείας (στο οποίο υπάγονται οι δημόσιες) δε θα έχουν λεφτά να τα συντηρήσουν, πώς θα κρατήσει το κοινό στις βιβλιοθήκες; Γιατί όταν το κοινό συνηθίσει σε κάποιες υπηρεσίες οι οποίες παύουν να προσφέρονται, δύσκολα θα επιστρέψει στη βιβλιοθήκη που θα του δίνει μόνο δανεισμό και πληροφορίες και μάλιστα περιεχομένου απαρχαιωμένου (καθώς πού λεφτά για βιβλία σε μια ψωροκώσταινα που ξιπάστηκε και έμαθαν τα οπίσθιά της σε Media Labs);

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Media Labern



[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην Αυγή της Κυριακής 1/12/2013]

Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας φλυαρούν. Εκεί που υπάρχουν καλές ειδήσεις φλυαρούν. Αποσιωπώντας τις άλλες, ή έστω ξεμπερδεύοντας με αυτές αφού τους βάλουν κάτι πιο κόσμιο να φορέσουν. Οι περισσότεροι από εσάς γνωρίζετε τη χορηγία του Ιδρύματος Νιάρχου για την κατασκευή νέου κτηρίου στο Φάληρο για την Εθνική Βιβλιοθήκη. Αρκετοί θα ξέρετε επίσης για τα 9 media labs που ετοιμάζονται με χορηγία πάλι του ιδρύματος σε αντίστοιχες δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες. Θα γνωρίζετε ίσως και μια σειρά δράσεων που οργανώνονται με χορηγία του ιδρύματος τα τελευταία δύο χρόνια σε δεκάδες βιβλιοθήκες της χώρας. Όλα αυτά προβάλλονται κατά κόρον από τον τύπο κυρίως των συγκροτημάτων Αλαφούζου και Λαμπράκη.

Ξαφνικά τα μίντια ανακάλυψαν τις βιβλιοθήκες προβάλλοντας όχι το σύνολο του έργου τους, αλλά επικοινωνιακά συσκευάσιμες δράσεις, σε αισιόδοξες δόσεις προς δόξαν και τιμήν των χορηγών. Είναι κακό να γίνονται πράγματα στις βιβλιοθήκες; Όχι βέβαια. Μα δεν γίνονται μόνο τώρα, ούτε ό,τι γίνεται στις βιβλιοθήκες είναι αποτέλεσμα χορηγικής επέμβασης. Και τι γίνεται με το ουσιαστικό έργο τους; Ποιος το πληρώνει αυτό, το πληρώνει κανείς; Ποιος το προβάλει; Μήπως πάμε σε έργα και δράσεις βιτρίνας που δεν καλλιεργούν την ανάγνωση, αλλά απλά αυξάνουν την επισκεψιμότητα και μετατρέπουν τις βιβλιοθήκες σε show center; Μοιάζει να αποκτάει θεσμικό ρόλο και να υποδεικνύει πολιτική βιβλιοθηκών μια οπτική πεφωτισμένων «πρωτοπόρων» που δεν χρησιμοποιούν τον κλάδο, αλλά τα μίντια για να την επιβάλουν.

Θα έπρεπε ίσως να μιλήσουμε για τις βιβλιοθήκες. Και τους βιβλιοθηκονόμους. Και να υπερασπιστούμε το ρόλο και τη σημασία τους. Ένας λόγος για να το κάνουμε αυτό θα ήταν ο κίνδυνος στον οποίο βρίσκονται αυτή την περίοδο αντιμετωπίζοντας τη σαρωτική πολιτική της κυβέρνησης που κατεδαφίζει τις δομές παιδείας και πολιτισμού στη χώρα,  μήπως έτσι χορτάσουν το μνημονιακό τέρας. Ένας δεύτερος λόγος θα ήταν για να απαντήσουμε σε όσους έμμεσα ή άμεσα αμφισβητούν την αναγκαιότητά τους δεδομένης της ύπαρξης του διαδικτύου. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που η Άννα Διαμαντοπούλου υποσχέθηκε όλη την εθνική βιβλιοθήκη σε ένα στικάκι. Κι ένας τρίτος, για να προσδιορίσουμε τον κοινωνικό ρόλο των βιβλιοθηκών ιδιαίτερα αυτή την εποχή.


Για να μην μακρηγορούμε λοιπόν: η δική μας αφήγηση οφείλει να απαιτήσει επενδύσεις σε έμψυχο και μη υλικό, σε δομές και θεσμική θωράκιση. Οφείλει να δείξει το έργο και τις κατακτήσεις μας τόσων χρόνων. Να αποδείξει την ικανότητά μας να πάμε τα πράγματα παραπέρα. Οφείλουμε συντονισμένα και από κοινού, χωρίς πάτρωνες, να μιλήσουμε για τα προβλήματα και τη λύση τους, να απευθυνθούμε στο κοινό μας που δεν είναι μικρό και να πούμε: είμαστε εδώ!