Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Τα φυσεκλίκια


Ήταν εκεί όλο το νοσοκομείο: οι χειρούργοι της πτέρυγας, οι νοσηλεύτριες, οι καθαρίστριες, ο πρόεδρος, ο εκπρόσωπος των συνδικαλιστών (που φρόντισε να κάτσει βέβαια δίπλα στον πρόεδρο), μέχρι και οι συγγενείς κάποιων τεθνεώτων και μη ασθενών. Στο πάνελ κάθονταν ήδη ο κος Παρασκευαΐδης, ακαδημαϊκός και παλιός διευθυντής του νοσοκομείου (επί Χούντας) και θείος της Ποιήτριας, η γηραιά πρόεδρος της «Λογοτεχνικής Συντροφιάς του Απόστολου Βαρνάβα», και ο Υπουργός – για την ακρίβεια, πρώην Υπουργός Υγείας κος Θύμιος Πετρόπουλος. Ο τελευταίος μάλιστα χαριεντιζόταν με τη φιλόλογο με έναν απίστευτα αγοραίο τρόπο, κολακεύοντας πειστικότατα το σάψαλο για το «νεαρόν της ηλικίας της». Ο ακαδημαϊκός καθόλη τη διάρκεια της αναμονής γυάλιζε επίμονα τα γυαλιά του, σαν να επιχειρούσε με κάποιο τρόπο να τα κάνει να πάρουν φωτιά.

Η μουσική των Doors συνόδευε αυτό το κάπως αμήχανο και ηλεκτρισμένο πηγαινέλα των παριστάμενων που πρόδιδε μια απειρία με τις ποιητικές και εν γένει λογοτεχνικές παρουσιάσεις. Μια νοσηλεύτρια είχε πάρει και τον γιο της μαζί, που μάταια προσπαθούσε να του αποσπάσει το σκασμό προμηθεύοντάς τον ένα σκασμό κρουασάν και καραμέλες. Ο ηλεκτρολόγος του νοσοκομείου είχε αποσβολωθεί στην καρέκλα του σαν να άκουγε ήδη τις πρώτες αναλύσεις της παρουσίασης,. Προφανώς τον εξέπληξε όλο αυτό το πράγμα και φορούσε το περισπούδαστο ύφος του ανθρώπου που «ξέρει από αυτά». Το τέχνασμα της ποιήτριας είχε πιάσει: όλοι νόμιζαν πως οι προσκλήσεις ήταν σχεδόν εμπιστευτικές, στοιχείο που τους δέσμευσε να μην μπορέσουν να αποφύγουν την παρουσία στο γεγονός. Γρήγορα έγινε αντιληπτό το λάθος που είχαν κάνει, όταν μέσα στο ημίφως από την ψηλή σκάλα του εκδοτικού οίκου άρχισε να κατεβαίνει σαν τη Rita Hayworth η Ποιήτρια – δόκιμη γιατρός και ερωμένη του συνδικαλιστή που κάθισε δίπλα στον πρόεδρο – οι κακές γλώσσες λένε «όχι μόνο». Το πρόσωπό της έδειχνε μια επιτηδευμένη αυτοσυγκράτηση, μια ελαφρά, πολύ ελαφρά ντυμένη αίσθηση θριάμβου. Ήταν επιτέλους το επίκεντρο μιας βραδιάς, για πρώτη φορά θα έδινε την παράστασή της μπροστά σε ένα αδιάφορο για κείνη κοινό, το οποίο είχε δεσμεύσει απόλυτα ωστόσο να την παρακολουθήσει μέχρι το τέλος.

Η ξαφνική σιγή του κοινού την τρόμαξε. Ακουγόταν μόνο το τσαλάκωμα του περιτυλίγματος από τα πατατάκια του γιου της νοσηλεύτριας. Αγνόησε το μη χειροκρότημα και αργά προχώρησε προς το πάνελ, ενώ οι Doors σέρνονταν σαν το φίδι ανάμεσα από τις καρέκλες, τα πόδια, τις τσάντες και τα φουλάρια των παριστάμενων. Κάθισε επιτέλους στο πάνελ την ώρα που ένας δυνατός κρότος απέξω  σηματοδοτούσε την έναρξη της καταιγίδας που θα κρατούσε οριστικά μέσα ακόμη και τους πιο θαρραλέους που ήδη είχαν σκεφτεί να φύγουν. Μαζί με την βροχή ξεκίνησε και η παρουσίαση – άνιση μολαταύτα και για τούτο ενδιαφέρουσα.

Ο ακαδημαϊκός έβαλε τα καλογυαλισμένα του γυαλιά και άρχισε αργά και βασανιστικά να διαβάζει από ένα χειρόγραφό του – μίλησε για τα χρόνια που δούλευε στην κλινική, για το έργο που διετέλεσε και το οποίο τον είχε οδηγήσει στο Μέγαρον της Ακαδημίας, για το έργο των αρχαίων Ελλήνων ιατρών και την προσφορά του ελληνικού πνεύματος στον παγκόσμιο πολιτισμό. Το νανούρισμα του κοινού είχε αρχίσει ήδη να λειτουργεί εντυπωσιακά, όταν προς το τέλος της ομιλίας τα πράγματα ξαφνικά ανακόπηκαν. Ο «θείος» μίλησε για τη μικρή ανηψιά που ερχόταν από παιδί στην κλινική και παρακολουθούσε τους ασθενείς, τα τραύματα και τα χειρουργεία τους, τα άπειρα μπουκαλάκια του φαρμακείου με τα παράξενα υγρά τους. Προς «επίρρωσιν της αναμνήσεως ταύτης» διάβασε και ένα από τα ποιήματα της συλλογής, ένα παράξενο που μιλούσε για έναν γιατρό που όργαζε στη μυρωδιά των χειρουργείων και είχε γίνει ο κορυφαίος γιατρός της χώρας.

Ύστερα πήρε το λόγο η γηραιά κυρία που με αυτό το ενοχλητικό «ε» στο τέλος κάθε λέξης που τελειώνε σε «ς» μίλησε επί μακρώ για το «έργο της λογοτεχνικήςε συντροφιάςε στα πνευματικά πράγματα της πόληςε σε συνθήκεςε βαθειάςε κοινωνικήςε και πολιτικήςε κρίσηςε». Οι πίσω καρέκλες όλη αυτή την ώρα είχαν αρχίσει να φωτίζονται από ένα παράξενο κρύο φως, που μάταια προσπαθούσε να κρύψει την ενασχόληση των καθήμενων με ποικίλες εφαρμογές των κινητών τους τηλεφώνων. Ο γιος της νοσηλεύτριας τη στιγμή που η γηραιά ποιήτρια διάβαζε το ποίημα για το «άφατο, που είναι το άβατο της σιωπής» έκλασε και η δυσάρεστη μυρωδιά ξεκούνησε αρκετούς από τη θέση τους κάνοντάς τους να στρέφονται καχύποτα και διερευνητικά στους διπλανούς τους.

Το λόγο πήρε ύστερα ο κύριος Υπουργός, ο οποίος με τη δυνατή φωνή του έβγαλε απότομα από τη σκοτοδίνη της νύστας όλη την αίθουσα. Τα κινητά κλείσαν, ο γιος της νοσηλεύτριας είχε πια τελειώσει όλα τα μπινελίκια που του είχε πάρει η μάνα του, όλοι καθηλωμένοι άκουγαν πια τον Υπουργό να μιλάει για την ποιήτρια, «την αδερφή ψυχή», την «παλιά του φίλη και συνοδοιπόρο στον πολιτικό βίο». Γρήγορα ο λόγος του στράφηκε στις ποικίλες συνδηλώσεις του ποιητικού σύμπαντος αποτολμώντας θαρραλέες συγκρίσεις με το έργο του μέγιστου Ελύτη και τον υπόγειο και σκοτεινό λυρισμό του Καρυωτάκη, υπό το πρίσμα ενός μεταμοντέρνου φωτισμού που συνδιαλέγεται ισότιμα με την Αισχύλεια εμφατικότητα.

Φαίνεται πως κάποιο αόρατο σύνθημα δόθηκε- έτσι μάλλον εξηγείται το γεγονός πως με το τέλος της ομιλίας του Υπουργού τελείωσε η βροχή. Και άρχισαν όλοι βιαστικά να ετοιμάζονται να φύγουν, «γιατί περιμένει ο σύζυγος στο σπίτι» κι «έχω το παιδί άρρωστο» και «θα με πάρετε μαζί σας γιατί δεν έχω αυτοκίνητο;» και «ποιος πάει χειρουργείο αύριο;» και «πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση δεν βρίσκετε;». Σε λίγα λεπτά η αίθουσα είχε αδειάσει, όχι εντελώς, αφού είχαν μείνει μόνο ο πρόεδρος και ο συνδικαλιστής, μόνοι, αφήνοντας την εμβρόντητη Ποιήτρια να διαβάσει με ραγισμένη φωνή το τελευταίο ποίημα της βραδιάς, «τα φυσεκλίκια».


Βγήκαμε στο νοτισμένο δρόμο, οι καφετέριες είχαν πάλι γεμίσει κόσμο, το φθινοπωριάτικο βραδάκι ήταν τόσο αναζωογονητικό και ευχάριστο. Μια διάχυτη μυρωδιά φούντας ταξίδευε στην πλατεία, μαλακώνοντας κι άλλο τη διάθεσή μας. «Ρε σεις δεν πάμε για κανά ποτάκι;» πρότεινε κάποιος. «Άντε ρε, πάμε να σχολιάσουμε και την Ποίηση» απάντησε κάποιος άλλος. Και γελώντας όλοι κατευθυνθήκαμε προς τον «Ιππόκαμπο».

Δεν υπάρχουν σχόλια: