Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

Η γυναίκα στα Πούλιθρα


Μια μέρα ήρθε και κάθισε δίπλα μας στη θάλασσα. Τη συνόδευε η κόρη της. Δυο γυναίκες μόνες, αν η απουσία κάποιου αρσενικού στο πλάι τους σημαίνει κάποια έλλειψη ή αδυναμία. Φορούσε ένα φόρεμα λευκό με μπλε λουλουδάκια που έμπλεκαν τα φύλλα και τα κλωνιά τους σε ένα δαιδαλώδες κι αδιέξοδο παιχνίδι, ένα παλαιικό φόρεμα, από αυτά που φορούν οι γιαγιάδες. Δεν ήταν το κύμα και ο λυσσασμένος αυγουστιάτικος αέρας που την απέτρεψε να βουτήξει – η κόρη της πάντως βούτηξε, κι όταν θέλησε να βγει ένα πελώριο κύμα την έριξε κάτω, όπως καμιά φορά μας ρίχνουν κάτω οι χωρισμοί. Θέλησε να σηκωθεί, όμως το δεύτερο κύμα της τρικυμίας τη διέταξε σχεδόν να μείνει στη θέση της υποταγής. Όταν οι αφροί άρχισαν να υποχωρούν υποδεχόμενοι το τρίτο κύμα φάνηκε λευκό το στήθος της που το είχε γυμνώσει η θάλασσα, εκείνη πια χωρίς να δώσει καμιά σημασία, κοίταξε τη μάνα της γελώντας και έστριψε το σώμα της προς το τρίτο κύμα, το πιο μεγάλο, που για λίγο φάνηκε να διστάζει, όμως γρήγορα το πήρε απόφαση και την αγκάλιασε αφρίζοντας. Δεν ήταν το κύμα, όμως η γιαγιά δεν μπήκε στη θάλασσα. Κάθισε σαν κεφαλαίο γάμα που έγειρε, ορθή γωνία, τα πόδια τεντωμένα κι ο κορμός κάθετος στη μία άκρη τους και κοιτούσε το μπλε που ξέπλενε τις λέξεις του. Τα λευκά της μαλλιά ήταν το δικό της κύμα που έφτανε στο τέλος του, μια τρικυμία του λευκού εκείνη τη μέρα: τα σύννεφα, η θάλασσα, τα μαλλιά της. Το πρόσωπό της σαν χειρόγραφο με ακανόνιστο γραφικό χαρακτήρα, μουντζούρες και διορθώσεις, πυκνογραμμένο. Το πρόσωπό της δυο μάτια κι ένα χαμόγελο. Το χαμόγελο μιας χαίνουσας αγάπης. Τα μάτια της ο μαγικός καθρέφτης του παραμυθιού, που δεν μπορούν να κρύψουν την αλήθεια σε όποιον θέλει μαζί της να αναμετρηθεί. Αν μπορούσα να σου την περιγράψω με μια υπεκφυγή, θα σου έλεγα πως η γιαγιά ήταν μια θρούμπα ελιά.  Όμως δεν είναι ώρα για υπεκφυγές. Αυτό που με καθήλωσε ήταν η καρτερική σιωπή της, η συναίνεση στο άφατο, ο τρόπος που άφηνε τον αέρα να της ανακατεύει τα μαλλιά και το φόρεμα, τα ροζιασμένα χέρια της που επέτρεπαν στις πέτρες να τα ψαύσουν κι ο τρόπος που με κοίταξε κάποια στιγμή με μια στοργή… μια στοργή. Μια ζωντανή σιωπή που δεν αγωνιά, που έβγαλε σούμα στις αναμετρήσεις και τα όνειρα της ζωής της και άφησε τις πράξεις (προσθέσεις, αφαιρέσεις, πολλαπλασιασμούς και διαιρέσεις) πίσω της, σε ένα άχρηστο πια λογαριασμό της ζωής. Κι όταν αφήνεις πίσω σου τις πράξεις τι να τα κάνεις τα λόγια; Τα λόγια είναι σκόνη, από την οποία θα απαλλαγείς μπροστά στο γύμνωμα του θανάτου.


Πιάνω τις λέξεις, τις αφήνω. Μια μέρα να τις πλύνω, έχουν λερωθεί από τη χρήση – εδώ που τα λέμε πιστεύω πως έχω γίνει ολιγαρκής με τις λέξεις ούτως ή άλλως. Κι αν τις χρησιμοποιώ καμιά φορά είναι γιατί οι λέξεις είναι ίσως ο μόνος έντιμος τρόπος να μιλήσεις για τη σιωπή. Θα μπορούσα βέβαια να το κάνω και με μια φωτογραφία, αλλά όποιος ισχυρίζεται πως οι εικόνες δεν μιλούν είναι παντελώς άσχετος κι επιπόλαιος τύπος. Είναι και το άλλο: αν φωτογράφιζες τη σιωπή θα παραπλανούσες, γιατί στην ουσία θα κατέγραφες ένα άλλο πράγμα, την εικόνα της σιωπής, όχι τη σιωπή την ίδια. Ενώ όταν μιλάς για τη σιωπή μπορείς και να μην λες τίποτα, πράγμα που δεν είναι βέβαια σιωπή, αλλά κάτι που την προσεγγίζει. Το θέμα ποτέ δεν ήταν να μην έχεις να πεις – σιωπή δεν είναι αυτό βεβαίως. Σιωπή είναι να έχεις να πεις, αλλά να μην λες, σιωπή είναι η ματαίωση του λόγου, η κυριαρχία της ζωής πάνω στη θέληση να ζεις.

1 σχόλιο:

paracosmos είπε...

Ωραίο κείμενο! Ιδίως στο παιχνίδι με τα κύματα, το στήθος, τα μαλλιά...