Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Τα κομμάτια του παζλ



Δεν ξέρω αν τα κομμάτια του παζλ συγκροτούν μια εικόνα μεγάλη, πόσα κομμάτια είναι, αν λείπει κανένα. Γεγονός είναι ότι από μόνα τους το κάθε ένα κομμάτι είναι μια εικόνα με τις εσοχές και τις εξοχές της για να ταιριάζει με το σύνολο. Ή μάλλον για να γειτονεύει με τη διπλανή της πραγματικότητα χωρίς προστριβές.

Μας χωρίζει ένα τοίχος. Σε εκείνους προσφέρει κυρίως σκιά. Σε εμάς μάλλον ασφάλεια. Μας ενώνει άθελά μας ένα παράθυρο ανοιχτό. Εκείνοι πουλάνε ηρωίνη, κοκαΐνη, χαπάκια. Εκείνοι τρυπούν τις φλέβες τους χύνοντας μέσα τους τον ηδονικό τους θάνατο. Εκείνοι κάποιες ώρες της μέρας ακουμπάνε στον τοίχο, συζητούν για γκόμενες, μισθούς, παιδιά. Όταν εμφανίζονται εκείνοι, οι άλλοι χάνονται, όταν φεύγουν εκείνοι, οι άλλοι επιστρέφουν. Ένα σκηνικό θανάτου με βαποράκια, χρήστες και μπάτσους που δίνει καθημερινή παράσταση  αναιδώς στα μάτια των περαστικών, δεν θέλει και δεν μπορεί να κρυφτεί από μια πόλη που γκρεμίζεται σιγά-σιγά μες στο λιοπύρι. Η άλλη πλευρά, η δική μας: η βιβλιοθήκη. Μια μουσικοπαιδαγωγός αναζητάει πληροφορίες για τους μουσικούς της Σμύρνης, ένας ιστορικός μελετά τμήματα του αρχείου του Κοραή, μια υποψήφια διδάκτορας ξεσκονίζει κάτι παλιά ιατρικά ανάτυπα, ο Θέμης ο «Αλβανός» ψάχνει πληροφορίες για το χωριό του στο Πωγώνι, ή μάλλον για ένα μοναστήρι που είναι εκεί. Δυο κόσμοι που τους χωρίζουν ένας τοίχος και μια προοπτική. Οι μεν σε ένα αδυσώπητο και άθλιο κυνήγι με το θάνατο, οι δε σε ένα νηφάλιο και επαναπαυμένο κυνήγι με τη γνώση. Εσύ εκεί, βαποράκι της γνώσης να αναρωτιέσαι με τύψεις ποιος κόσμος είναι πιο αληθινός, ο κόσμος που ξοδεύεται στην άλλη πλευρά του τοίχου ή ο σωρευμένος κόσμος που οργανώνεις στην από ‘δω πλευρά του; Ο ασφαλής ή ο ανυπόκριτος;


Τα καλοκαίρια στο πατρικό μου σπίτι είναι πάντα σχεδόν μια μικρή θητεία σε παράλληλο της πραγματικότητας κόσμο, εξίσου πραγματικό βεβαίως. Το χτήμα με τα δέντρα και τους κήπους του, τα ζωντανά και τα παιδιά του, τις κληματαριές, τα νυχτολούλουδα, τις βάρκες, τ’ απογεύματά του. Ένας μικρός παράδεισος ηθελημένα αποκομμένος από τον περίγυρό του. Μέρες του Αυγούστου. Πρωί για μπάνιο. Επιστρέφοντας από τη θάλασσα. Ντους στην αυλή, παιδιά, παππούδες, γονείς. Μπουγέλο με παγωμένο νερό απ’ το πηγάδι, φωνές, γέλια, συνωμοσίες. Ύστερα σαλάτα, πατάτες τηγανιτές, κεφτεδάκια. Ξάπλα στο υπόγειο, μεσημεριανός ύπνος, όλοι μαζί. Απόγευμα ποδηλατάδα με τον μεγάλο σε διαδρομές των παιδικών μου χρόνων. Βράδυ, μπιρίμπα. Πάω να κλείσω την εξώπορτα. Το σπίτι κοιμάται. Το φεγγάρι με σκεπάζει με το διάφανο σεντόνι του. Επούλωση. Λίγα μέτρα πιο πέρα ένα απίστευτο σκηνικό χτίζεται βίαια: το στρατόπεδο νεοσυλλέκτων της πόλης γίνεται στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών. Δήμος, φορείς, φασίστες αντιδρούν. Οι αντιρατσιστές απαντούν με συγκέντρωση στο κέντρο της πόλης. Η πόλη ψιθυρίζει ανήσυχη πάνω στη φιέστα της Χρυσής Αυγής. Τη νύχτα, πυροβολισμοί. Επιδοτήσεις και δηλώσεις, αθλιότητα και αγωνία, μικροαστισμός και υποκρισία. Μια πόλη καλείται να αντιμετωπίσει επιτέλους την αλήθεια, την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα μέσα στο σπίτι της. Μουδιάζει. Θυμώνει. Κρύβεται.

Τα κομμάτια του παζλ δεν ξέρω ποια εικόνα συγκροτούν καθώς το ένα στήνεται δίπλα στο άλλο. Όμως σιγά-σιγά διαπιστώνω πως φτιάχτηκαν για να μην ταιριάζουν. Η κεντρική εικόνα μοιάζει να είναι μια σειρά κλειστές εικόνες στο σχήμα τους, κομμάτια πραγματικότητας αταίριαστα μεταξύ τους. Είμαι στη μια πλευρά του τοίχου κι όχι στην άλλη, είμαι σε ένα χτήμα κλεισμένος κι όχι σε ένα στρατόπεδο. Μάλλον από καθαρή τύχη.


Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Κάτι πτήσεις




Έχω καιρό να πετάξω. Στον ύπνο μου. Παλιότερα πετούσα συχνά, άλλοτε με απώτερο σκοπό να σώσω κάποιους που κινδύνευαν και άλλοτε απλά για να ξεσκάσω. Άνοιγα τα χέρια μου και εύκολα βρισκόμουν στους αεροδιαδρόμους της φαντασίας ή του υποσυνείδητού μου.

Καθώς προείπα έχει πολύ καιρό να συμβεί αυτό. Ίσως να φταίει που ενηλικιώθηκα. Θέλω να πω πως η ωριμότητα είναι δύσκολο πράγμα, δεν αφήνει και περιθώρια πολλά για πτήσεις. Πάντα από κάπου μπάζεις, κάτι πρέπει να συμπληρώσεις για να είσαι επαρκής, άλλο ένα κιλό προστίθεται χωρίς να ερωτηθείς στη μπάρα που σηκώνεις. Αν δεν το κάνεις θα σε πλακώσει. Ευτυχώς «υπάρχει και κάτι που δίχως δραχμή/μπορεί και σε φτιάχνει την ίδια στιγμή». Εντάξει τώρα, «μη πεις ό,τι δε ξέρεις για ποιο σου μιλώ/και σ όλους να ξέρεις κάνει καλό». Βέβαια όλο αυτό μου ακούγεται κάπως σαν «κάντε σεξ, όχι όνειρα». Οπότε επανέρχομαι.

Έχω καιρό να πετάξω. Στον ύπνο μου. Ίσως καλύτερα. Γιατί μπορεί να προτιμούσα τελικά να μείνω εκεί πάνω πετώντας πάντα πάνω από κόσμους υπαρκτούς κι ανύπαρκτους με μια σιγουριά χωρίς όρια και μια ελευθερία μοναδική.

Πάντως αν μπορούσα έστω απόψε να δω πως πετάω στον ύπνο μου. Πόσο χαρούμενος θα ξυπνούσα την επόμενη μέρα.

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Η ζέβρα μου κι εγώ



Κλεφτά μπήκα στο μπάνιο την ώρα που έπαιρνες το λουτρό σου, κι όπως σε είδα να φοράς τη ριγέ ηλιοκαμένη και τη λευκή σου γύμνια μου ‘ρθε στο νου τότε στη ζούγκλα…

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Η Αρετή και το δέντρο




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γυναίκα 80 περίπου χρόνων που ζούσε σ’ ένα χωριό της Νότιας Κυνουρίας. Τη λέγαν Αρετή κι ήταν ξεριζωμένη κατά κάποιο τρόπο. Ακολούθησε τα παιδιά της στις περιπλανήσεις τους (μερικοί άνθρωποι είναι φτιαγμένοι να ζουν με άλλον τρόπο από εμάς τους πολλούς που ζούμε μια συμβατική ζωή με τις συνήθεις ακολουθίες της – όμως αυτοί είναι μια άλλη ιστορία) κι άφησε τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, που παντρεύτηκε, γέννησε και χήρεψε για να βρεθεί στα ριζά ενός βουνού της Αρκαδίας.

Ένα πρωινό η Αρετή έφτιαξε τον καφέ της και βγήκε στην αυλή του σπιτιού -  ενός πέτρινου σπιτιού στο πάνω μέρος του χωριού -  να τον πιει. Κάθισε δίπλα στη γέρικη γερμένη χαρουπιά (οι παλιοί λένε πως εκεί κάνανε μάθημα τα παιδιά του σχολείου - τότε που οι παλιοί ήταν παιδιά). Χάρισε το βλέμμα της στο πέλαγος που ξεδιπλωνόταν γαλήνιο μπροστά της κι αναστέναξε. Της έλειπε ο τόπος και οι δικοί της άνθρωποι -  οι γέροι και οι γριές που μεγαλώσανε μαζί και φτάσαν ζωντανοί στης ζωής τους την άκρη.

- Έτσι καθώς τη φαντάζομαι να κάθεται δίπλα στη γέρικη χαρουπιά σκέφτομαι πως και η κυρά- Αρετή μια γέρικη χαρουπιά είναι, μια ξεριζωμένη χαρουπιά με γερμένο κορμό και μια κούνια δεμένη στα χέρια της. Μια χαρουπιά που κάποτε έκαναν μάθημα τα παιδιά στον ίσκιο της και τώρα στέκει βουβή αντίκρυ στο πέλαγος ένα καλοκαιρινό πρωινό και πίνει τον καφέ της αθόρυβα. Σχεδόν…

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Όταν πωλείται το Παρόν


Υπάρχει κάπου ένα χωριό μέσα στη νύχτα (τη μαύρη νύχτα που δεν μοιράζεται ούτε με τη σιωπή την επικράτειά της). Ας πούμε πως είναι ένα ορεινό χωριό της Νότιας Κυνουρίας και πως το λένε «Πηγάδι». Πως είναι ένα χωριό που δεν περνάς για να πας κάπου αλλού (ας πούμε στην άκρη της νύχτας), δεν είναι πέρασμα, είναι προορισμός – αν είναι. Στο Πηγάδι πεζοπορήσαμε ανάμεσα στις ριπές των τριζονιών ένα βράδυ του Αυγούστου.

Κάποια στιγμή ανταμώσαμε μια ταμπέλα έξω από ένα σπίτι κλειστό: «Πωλείται το Παρόν». «Τι είναι το παρόν μπαμπά;» με ρώτησε ο γιος μου. Προσπάθησα πάλι τρομαγμένος να αποφύγω την απάντηση. Του απάντησα πως το «παρόν» είναι ένα ακατοίκητο σπίτι. Πώς να του πω πως το «παρόν» είναι αυτό που πουλάμε όταν χρεοκοπεί το «μέλλον» μας;

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Ίχνη στην άμμο της ζωής: 2011-2012




Βιβλία-δέντρα με ρίζες βαθιές κι άλλα χείμαρροι ορμητικοί. Βιβλία με λεπτό άρωμα, βιβλία-γριές, βιβλία-πάθη και βιβλία-παιχνίδια. Βιβλία-θάλασσες, βιβλία-σιωπή… Η αναγνωστική μου χρονιά για λόγους ιδιαζόντως αναίτιους ξεκινά κάθε χρόνο τον Αύγουστο και κλείνει τον Ιούλιο με έναν απολογισμό. Καταγράφω εδώ το πέρασμα από βιβλίο σε βιβλίο, την εξερεύνηση νέων χωρών και την εξάντληση των πόρων κάποιων πλούσιων κοιτασμάτων. Εξαιρώ όσα βιβλία προστέθηκαν στη βιβλιοθήκη μου χωρίς να δοκιμάσω να τα διαβάσω. Δεν θα είχε νόημα.
  

  1. Οι λεπτομέρειες του μαύρου/ Νίκος Χουλιαράς. Αθήνα: Νεφέλη, 1993
  2. Ποιήματα/ Κώστας Γ. Παπαγεωργίου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2004
  3. Γιώργος Σαραντάρης: γιατί τον είχαμε λησμονήσει: μια ανθολογία από το σύνολο του έργου του/ επιμ. Μ. Γ. Μερακλής. Αθήνα: Τυπωθήτω, 2002.
  4. Τα ποιήματα των 9-10 μ.μ./ Ναζίμ Χικμέτ. Αθήνα: Θεμέλιο, 2010
  5. Πεταμένα λεφτά/ Γιάννης Βαρβέρης. Αθήνα: Κέδρος, 2005
  6. Αβλαβής διέλευση/ Μαρία Καρδάτου. Αθήνα: Νεφέλη, 2009
  7. Συγκατοίκηση με το παρόν/ Τίτος Πατρίκιος. Αθήνα: Κέδρος, 2011
  8. Ο ύπνος του καπνιστή/ Μιχάλης Γκανάς. Αθήνα: Καστανιώτης, 2003
  9. Ποιήματα/ Ναζίμ Χικμέτ. Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1985
  10. Μνημόσυνο για ένα ημιτελή θάνατο/ Βασίλης Ραφαηλίδης. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1992
  11. Σύντροφος Μουσολίνι: ρίζες και δρόμοι του πρωτογενούς φασισμού. Αθήνα; Φιλίστωρ, 1999
  12. Μπέικον/ Luigi Ficacci. Koln: Taschen/Γνώση, 2004
  13. Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση/ Αντρέ Ζιντ. Αθήνα: Ολκός, 2011
  14. Νεοελληνική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας: από την ελληνική αρχή στην αρχή της ελληνικής παρακμής /Βασίλης Ραφαηλίδης. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2010
  15. Ομάδες συμβίωσης: επαναστάτες δεσμώτες, σπάνιες στιγμές του λαϊκού μας κινήματος 1925-1974/ Κώστας Γκριτζώνας. Αθήνα: Φιλίστωρ, 2001
  16. Ταξίδι στο μύθο δια της ιστορίας και στην ιστορία δια του μύθου: ο κινηματογράφος του Θεόδωρου Αγγελόπουλου/ Βασίλης Ραφαηλίδης. Αθήνα: Αιγόκερως, 2003.
  17. Ο ύπνος της Ανδριανουπόλεως: κείμενα της θητείας στο βορρά/ Θοδωρής Γκόνης. Αθήνα: Άγρα, 2011
  18. Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα/ Jacques Bonnet. Αθήνα: Άγρα, 2010
  19. Sonderkommando: από την κόλαση των θαλάμων αερίου/ Σλόμο Βενέτσια. Αθήνα: Πατάκης, 2008
  20. Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση/ Jean Amery. Αθήνα: Άγρα, 2009
  21. Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν/ Primo Levi. Αθήνα: Άγρα, 2006
  22. Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος/ Primo Levi. Αθήνα: Άγρα, 2009
  23. Η ανακωχή/ Primo Levi. Αθήνα: Μέδουσα, 1997
  24. Ο μύθος του Σίσυφου/ Αλμπέρ Καμύ. Αθήνα: Καστανιώτης, 2010
  25. Φασισμός: ιστορία και ερμηνεία/ Emilio Gentile. Αθήνα: Ασίνη, 2002
  26. Άουσβιτς: 60 χρόνια μετά/ Annette Wieviorka. Αθήνα: Πόλις, 2006
  27. Κρυφός κυνηγός/ Γιώργος Μαρκόπουλος. Αθήνα: Κέδρος, 2010
  28. Η φωνή της σιωπής: ποιήματα 1966-2000/ Αργύρης Χιόνης. Αθήνα: Νεφέλη, 2006
  29. Με την υπογραφή Μαλρώ/ Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ. Αθήνα: Καστανιώτης, 1998
  30. Νίκος Χουλιαράς: τα πίσω δωμάτια του νου (κατάλογος αναδρομικής έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη, Νοέμβριος, 2011 – Ιανουάριος, 2012)
  31. Ποιήματα/ Τσέσλαφ Μίλος. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2005
  32. Σύγχρονη γερμανόφωνη ποίηση/ επιμέλεια Αντώνης Τριφύλλης. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 1983
  33. Νυχτερινός επισκέπτης/ Τάσος Λειβαδίτης
  34. Δαρβινισμός: και η ιστορία του έως τις μέρες μας/ Κ. Κριμπάς. Αθήνα: Ωκεανίδα, 2009

Κουβαδάκια: τσεκ, μπρατσάκια: τσεκ, μαγιώ: τσεκ, αντιηλιακά-ρούχα-γιογιό-κόμικ-καρότσι-καπέλα-κοκκαλάκια-παπούτσια-φωτογραφική μηχανή-σκάκι-ντόμινο-βατραχοπέδιλα-μάσκα-αναπνευστήρας-πετσέτες-ψάθες…: τσεκ-τσεκ-τσεκ-τσεκ….
Έτοιμοι λοιπόν για αναχώρηση. Στα παραπέρα και στα ενδότερα. Μια μικρή μετανάστευση στις γαλάζιες χώρες. Τα βιβλία που παίρνω μαζί μου είναι το «Συνεχές ωράριο» του Πατρίκιου (Κέδρος, 2000), ο «Καπιταλισμός: η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας του Ραφαηλίδη (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2000) και «Ο Χίτλερ, οι Γερμανοί και η «τελική λύση»» του Kershaw (Πατάκης, 2009).



Υστερόγραφο: Η Ε. είναι μια παλιά φίλη. Είχε πάντα πλούσιο στήθος και ωραία μαλλιά, ή τουλάχιστον γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Έμαθα χθες πως ο καρκίνος θέλει να της τα πάρει. Μακάρι να αλλάξει γνώμη ο άθλιος...

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

24 Ιουλίου: Τα γκαρσόνια και η αστυνομία



Κάθε χρόνο είχα τις απορίες μου. Τέτοια μέρα. Αναρωτιόμουν τι γιορτάζουμε στη "γιορτή της δημοκρατίας" -  οι καλεσμένοι της Προεδρίας της γιατί είναι χαρούμενοι. Φέτος που δεν προσκλήθηκε κανείς (δεν θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας) νομίζω πως βρήκα επιτέλους την απάντησή μου:

Η Δημοκρατία μας θα "γιορτάζει" στο εξής σε εργοστάσια και σε δρόμους τους αγώνες και τις αγωνίες της. Κι όχι στο Προεδρικό της μέγαρο. Γιατί είναι λαϊκή κοπέλα. Η δημοκρατία μας...


Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1979



Ξέρεις, αυτές τις μέρες έρχεται και κάθεται επίμονα στο νου μου μια εικόνα που είναι χιλιάδες εικόνες σε σπίτια καλοκαιρινά χρόνια τώρα. Μια εικόνα ζωντανή, που κοιτάζει, μυρίζει, γεύεται τη ζωή, τη ρουφάει. Μια μεγάλη γυναίκα ιδρωμένη βγαίνει στη  βεράντα ή την αυλή. Φοράει ένα φουστάνι παλαιικό. Κρατάει στο χέρι της ένα πιάτο με φέτα, ντομάτα και δυο βρεγμένα παξιμάδια χιονισμένα με ρίγανη. Τ’ αφήνει στο τραπέζι μπροστά σου, σε ένα τραπέζι με πλαστικό τραπεζομάντηλο. Είναι για σένα. Της χαμογελάς κι αρχίζεις να τρως και καταπίνεις τα χρόνια σιγά-σιγά και η γυναίκα γερνάει αφηγούμενη ένα μεγάλο παραμύθι και εσύ γίνεσαι άντρας κι αρχίζεις κι εσύ να χαλάς σιγά-σιγά κι η φωνή της κι η μυρωδιά της σε ποτίζουν κι ύστερα είσαι μόνος με ένα πιάτο μπροστά σου που έχει μέσα φέτα, ντομάτα και δυο βρεγμένα παξιμάδια χιονισμένα με ρίγανη. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1979 ή του ποτέ ή του πάντα ή του παντού ή του πουθενά. 

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Παράλληλες θητείες (blog υπό κατάληψη)


Της Κ.

Το τι εννοεί ο καθένας «θητεία» είναι εντελώς υποκειμενικό, και άρα υποκειμενική και η αξία της διαβίωσής του εντός της. Εγώ λοιπόν όπως και η «διοργανώτρια» αυτών των εξομολογήσεων δεν είχα πολλές παρτίδες με φανταράκια, σχεδόν τα απέφευγα. Ποτέ δεν ασχολήθηκα με «πλατωνικές» σχέσεις. Να όμως που ό, τι αποφεύγεις στο τέλος το λούζεσαι, για να μην πω το παντρεύεσαι.

Η δική του θητεία ήταν στα «υγρά» Γιάννενα, μέσα στην ομίχλη και την καταχνιά, μακριά μου, με «κάφρους» και «απολίτιστους» μέσα στο θάλαμο. Η δική μου θητεία (γιατί έχουν κι άλλοι δικαίωμα να θητεύουν κι ας μη φορούν χακί) ήταν στο Leeds της Αγγλίας. Εκεί να δεις υγρασία, καφρίλα από Άγγλους και Γάλλους συγκάτοικους που δεν ξέβγαζαν όπως έπρεπε τα πιάτα, δεν έπλεναν όπως έπρεπε την μπανιέρα, πανάκριβα σούπερ μάρκετ, όπου τα χρήματα δεν έφταναν ούτε για τις μισές ανάγκες, μακριά από το αμόρε, τη μαμά, τον μπαμπά και τους φίλους, χωρίς να ελπίζω σε κάποιο επισκεπτήριο και κυρίως χωρίς να μπορώ να εκφράσω τα συναισθήματά μου στη μητρική μου γλώσσα.



Εκείνος μου έστελνε γράμματα νοσταλγίας, ρομαντισμού και «αχ, πόσο σε θέλω» κι εγώ του έστελνα γράμματα σιχτιρίσματος και γκρίνιας για το χάσμα πολιτισμού με τους «άλλους». Τότε τον θύμωσα πραγματικά! Σίγουρα σκεφτόταν ότι είμαι ξενέρωτη και πεζή. Μου το είπε κιόλας και στο τηλέφωνο και στα γράμματά του. Δεν το περίμενε ότι τα ενδιαφέροντά μου ήταν το μικροαστικό πλύσιμο των πιάτων, το σούπερ μάρκετ και λοιπές μη ερωτικές ασχολίες.

Όταν γύρισα στην Ελλάδα η σχέση μας πέρασε κρίση!!! Δεν επικοινωνούσαμε πια όπως πριν, πάει, αυτό ήταν, φαινόταν και από τα γράμματα μου, δεν τον καταλάβαινα, δεν ένοιωθα το πήξιμό του, δεν αντιλαμβανόμουν ότι έχανε τη ζωή μέσα από τα χέρια του, κάνοντας μια άχρηστη θητεία και άλλα τέτοια που σίγουρα έχετε ξανακούσει.



Όταν έγινε ο σεισμός του ’99 και χρειάστηκε όλοι να κοιμόμαστε με βιβλιάρια τράπεζας, διαβατήρια, ταυτότητες και άλλα χρήσιμα έγγραφα σε περίπτωση που έπεφτε το σπίτι μας, ΕΚΕΙΝΟΣ κοιμόταν με τα γράμματά μου από την Αγγλία! ΝΑΙ! Ήταν ό, τι σημαντικότερο ήθελε να φυλάξει από μια επικείμενη καταστροφή. Δεν ήθελε να ξεχάσει ότι τον «γείωνα» και ίσως να κατάλαβε ότι και η δική μου θητεία είχε τα ζόρια της και ήταν ο μόνος που τα εξομολογούμουν.

Χρόνια πολλά μετά συνεχίζουμε να θητεύουμε ο ένας δίπλα στον άλλον, να αντέχουμε ο ένας τον άλλον, με τις διαφορές μας ακριβώς όπως και τότε. Και περιττό να σας πω ότι κανένας από τους δύο δεν έχει κάνει την παραμικρή υποχώρηση στο πως αντιλαμβανόταν και συνεχίζει να αντιλαμβάνεται τις θητείες του!


***
Το αγορίστικο αφιέρωμα στις ιστορίες του στρατού συμπληρώθηκε χθες με ευθύνη της Σταυρούλας και με τη γυναικεία ματιά της γκόμενας, της μάνας, της αδερφής του στρατιώτη. Στο αφιέρωμα αυτό έγραψαν επίσης η Silia , η RoubinakiM, η nefosis , η Ιφιμέδεια, το ξωτικό και η Πολυάννα. Σήμερα ο βιβλιοθηκάριος τελεί υπό την κατάληψη της Kυράς του. Η ιστορία είναι δική της. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι εντελώς συμπτωματική....

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Ιστορίες μιας άσχημης γοργόνας



1816. Αρχές Ιουλίου. Στο πλοίο «Μέδουσα» που αναχωρεί από το Charente-Maritime επιβαίνουν 400 Γάλλοι αξιωματούχοι. Το πλοίο έχει προορισμό το Saint-Louis. στην Αφρική. Αποστολή των επιβατών του η ανάληψη της διακυβέρνησης της νέας γαλλικής αποικίας της Σενεγάλης. Το πλοίο προσαράζει ανοιχτά της Μαυριτανίας και εγκαταλείπεται. 150 επιβάτες καταφεύγουν σε σχεδία που μέρες παρασύρεται για μέρες από ρεύματα και πλέει χωρίς προορισμό. Στη σχεδία σημειώνονται θάνατοι από την πείνα και τη δίψα, εξέγερση και κανιβαλισμός, καθώς τα εφόδια είναι ελάχιστα. Επιβιώνουν σε κτηνώδη κατάσταση 10 επιβαίνοντες, οι οποίοι περισυλλέγονται από το πλοίο “Argus” 13 μέρες μετά. Ο ζωγράφος Jean-Louis-Théodore Gericault εμπνέεται από την ιστορία αυτή και το 1819 παρουσιάζει τον πίνακά του με τίτλο «η σχεδία της Μέδουσας», οπότε και δημιουργείται σκάνδαλο για την ωμή φρίκη που καταγράφει.




2012. Αρχές Ιουλίου. Ένας άντρας εντοπίζεται από Τυνήσιους ψαράδες, να επιβαίνει σε υπόλειμμα φουσκωτού σκάφους, γυμνός και σε άθλια κατάσταση. Ο άντρας αναφέρει πως περισσότεροι από 50 άνθρωποι, προερχόμενοι από την Ερυθραία, τη Σομαλία και το Σουδάν, προσπαθούν μαζί του να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να φθάσουν στην Ιταλία από τη Λιβύη με το σκάφος. Στόχος τους να διαφύγουν από την πείνα και την εξαθλίωση που κυριαρχεί στις εμπόλεμες χώρες τους. Το φουσκωτό σκάφος, στο οποίο επιβαίνουν, ανατρέπεται ανοιχτά της Ιταλίας. Διασώζεται μόνο αυτός. Επί 14 μέρες καταφέρνει να επιβιώσει αβοήθητος στο σκάφος που παραδέρνει στη Μεσόγειο. Κανείς ζωγράφος δεν θα καταγράψει την ωμή φρίκη αυτών των ναυαγών. Κανένα σκάνδαλο δεν θα δημιουργηθεί. Η ασχήμια της φρίκης δεν μπορεί πια να μας πετρώσει. Εξοικειωθήκαμε με την όψη της.


Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

la couleur du soufre


Σημείωση: για λόγους στοιχειώδους σεμνοτυφίας δεν τιτλοφορώ το κείμενο αυτό «το χρώμα του κώλου».



Ο στρατός είναι μια παράλογη αναγκαιότητα που εκτός από τον προφανή σκοπό που καλείται να υπηρετήσει , υπερασπίζεται και αρχές και αξίες που για κάποιο λόγο τις συνδέει με αυτόν: ανδρεία, εθνική υπερηφάνεια, υπακοή, ιεραρχία, αυτοθυσία… Σε περιόδους ειρήνης η βασική αναγκαιότητα ατονεί. Προκειμένου όμως να διατηρηθεί το στρατιωτικό σύστημα και να δικαιολογηθεί η χρησιμότητά του, η υπεράσπιση των αρετών που αναφέραμε γίνεται πια ο βασικός στόχος, για τον οποίο κάθε νέος άντρας καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Και εκεί ανθεί το αλλόκοτο.

Οι στρατιωτικές ιστορίες είναι ένας άρρηκτος δεσμός για όσους έχουν θητεύσει στο παράλογο. Πολλές φορές αναπτύσσονται τέτοιου είδους θεματικές συζητήσεις σε παρέες, όπου με την απαραίτητη συνοδεία καφρίλας ξεδιπλώνονται στιγμιότυπα και περιγράφονται πρόσωπα, ρόλοι και χαρακτήρες, ακόμη και από βύσματα – που αλί αν ξέρουν τι χρώμα είναι το χακί. Η συνήθης αντίδραση του πιθανά παρόντος θηλυκού πληθυσμού των συνθέσεων αυτών ξεκινάει από χαλαρή αδιαφορία μετά αποδοκιμαστικού μορφασμού, μέχρι αυστηρή αποδοκιμασία μετά εντόνου μορφασμού.

Η στρατιωτική μου θητεία κράτησε 18 μήνες. Κατά τη διάρκειά τους έζησα πίσω από μάντρες στρατοπέδων κοιτώντας είτε την Κόρινθο, είτε τα Γιάννενα, είτε τον κόλπο του Μούδρου. Θα έλεγα πως μάλλον ήμουν μια αξιοπρεπής περίπτωση απροσάρμοστου φαντάρου με κομπλεξικές και σνομπ τάσεις. Πώς αλλιώς εξάλλου να δικαιολογήσω τους τόνους βιβλίων που διάβασα, όταν οι διπλανοί μου περιεργάζονταν τσόντες του απώτερου παρελθόντος – που ωστόσο διατηρούσαν αναλλοίωτη την… επικαιρότητά τους χρόνια μετά μέσα στη μονάδα. Προνομιακός χώρος ανάγνωσης, η σκοπιά. Τι άλλο να κάνω εξάλλου, αφού ο εχθρός μάλλον δεν ενδιαφερόταν να μας επιτεθεί;

Την περίοδο εκείνη – ίσως όχι τυχαία -  με ενδιέφερε ο σουρεαλισμός και διάβαζα οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου γύρω από αυτόν; Βιογραφίες, μανιφέστα, ιστορία του κινήματος, θεωρητικά κείμενα. Αν και κριτικός στο σουρεαλισμό, και ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, διάβασα κάποια στιγμή και τον Georges Bataille. Το βιβλίο λεγόταν «Ηλιακός πρωκτός». Ήταν μια έκδοση της «Νεφέλης» σε μετάφραση του Κωστή Παπαγιώργη. Αν θυμάμαι καλά ήταν μια σειρά δοκιμίων. Σε ένα από αυτά υπήρχε ένα κείμενο για τον ακρωτηριασμό του Βαν Γκογκ. Υπήρχε μια γαλλική φράση εκεί μέσα που περιέγραφε το κίτρινο χρώμα των διάσημων ηλίανθων, στο οποίο κίτρινο ο ίδιος ο ζωγράφος απέδιδε κάτι από τη φθοροποιό και άρρωστη εικόνα του ήλιου. Χαρακτήριζε αυτό το κίτρινο ως χρώμα του θειαφιού ή γαλλιστί “la couleur du soufre”.

Μου άρεσε ο ήχος της φράσης:  “la couleur du soufre”. Και με το στυλό που πάντα κουβαλούσα πάνω μου την έγραψα στον ασβεστωμένο τοίχο της σκοπιάς, περνώντας ξανά και ξανά το μελάνι πάνω στα γράμματα για να είναι ευκρινής. Το νούμερο τέλειωσε, αλλά την επόμενη μέρα είχα πάλι σκοπιά στο ίδιο μέρος. Ανέβηκα βαριεστημένα και στάθηκα να χαζεύω το ηλιοβασίλεμα στον κόλπο του Μούδρου. Θυμήθηκα τότε τη φράση και έψαξα να τη βρω. Με έκπληξή μου πρόσεξα πως κάποιος είχε απαντήσει από κάτω. Κάποιος γαλλομαθής ίσως; Ο συνομιλητής μου λοιπόν απαντούσε: «το χρώμα της σούφρας σου μαλάκα». Και σε μια από αυτές τις σπάνιες συναντήσεις του σουρεαλισμού με την πραγματικότητα άρχισα να γελώ θεωρώντας πως είχε κλείσει ο κύκλος, αφού η «σούφρα μου» συναντούσε πια τον "ηλιακό πρωκτό" του Bataille

ΥΓ: Για κάποιο λόγο συμφωνήσαμε κάποιοι να γράψουμε ιστορίες του στρατού στα blog μας. Στο αφιέρωμα συμμετέχουν επίσης:

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Jean Amery- Primo Levy: το βίωμα ως χρήσιμος στοχασμός


Δεν ξέρω τι μας διδάσκουν τα κατορθώματα, οι αυτοκρατορίες, οι πόλεμοι και οι μάχες, οι ανακαλύψεις, το εμπόριο, οι ήρωες, οι βασιλείς, οι αυτοκράτορες που πάντα γέμιζαν και πάντα θα γεμίζουν τα σχολικά μας βιβλία. Πρέπει ίσως να είμαστε περήφανοι που είμαστε Έλληνες, ίσως η περηφάνια μας αυτή να είναι απόλυτα απαραίτητη για να αντέχουμε αυτόν τον τόπο. Κάποιοι  ισχυρίζονται πως η περηφάνια είναι δημιουργική, γόνιμη, γεννάει νέους ήρωες και νέα επιτεύγματα.

Όπως και να είναι, αναρωτιέμαι τον τελευταίο καιρό πόσο πιο χρήσιμη θα ήταν στην εκπαίδευσή μας τη σχολική η διδασκαλία των ανθρώπινων φρικαλεοτήτων. Πόσο θα τροφοδοτούσε τη διαρκή ετοιμότητά μας για υπεράσπιση του ανθρώπινου χαρακτήρα του πολιτισμού μας η γνώση της έκτασης και της έντασης των εγκλημάτων που διαπράξαμε όλους αυτούς τους αιώνες, συνήθως στο όνομα μιας σημαίας, μιας πίστης, μιας θρησκείας, μιας τάξης.

Αυτό θα σήμαινε ίσως πως έτσι το εκπαιδευτικό σύστημα θα γινόταν χρήσιμο στην κοινωνία, επομένως και επικίνδυνο. Επομένως καλύτερα να κοιμίζουμε τους λαούς με περηφάνια.

Δεν είχα ποτέ ασχοληθεί ιδιαίτερα με το φρικιαστικό θέμα της γενοκτονίας των Εβραίων από τη ναζιστική Γερμανία, των στρατοπέδων συγκέντρωσης, του Ολοκαυτώματος, της λεγόμενης «τελικής λύσης» που εξολόθρευσε εκατομμύρια γυναίκες, άντρες και παιδιά επειδή ήταν ή χαρακτηρίζονταν Εβραίοι, ομοφυλόφιλοι ή τσιγγάνοι. Οι αναφορές μου ήταν σκόρπιες και συχνά αλλοιωμένες από ιδεολογήματα ή συναισθηματισμούς. Διάβασα λοιπόν τον τελευταίο καιρό τέσσερα βιβλία άμεσα σχετικά με το θέμα. Παρατηρώ ότι όλα εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια και προσπαθώ να καταλάβω γιατί αργήσαμε να μιλήσουμε εκτενώς γι’ αυτό το θέμα στην Ελλάδα. Το πρώτο είναι η συγκλονιστική αφήγηση ενός «προνομιούχου» των στρατοπέδων συγκέντρωσης, του Ελληνοεβραίου Σλόμο Βενέτσια, με τίτλο «Sonderkommando: Μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίου» (Πατάκης, 2008) Το δεύτερο είναι του Jean Amery, έχει τίτλο «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» και κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδ. Άγρα το 2010. Είναι μια συλλογή εξαιρετικών δοκιμίων ενός ευφυούς ανθρώπου που μετατρέπει το βίωμά του σε διανοητική περιπέτεια. Λιγότερο αιχμηρός στο επίσης δοκιμιακό «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν» (Άγρα, 2000) και στεγνά, σχεδόν επιστημονικά, αφηγηματικός, στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (Άγρα, 2009) ο Πρίμο Λέβι αποτελεί επίσης μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση μάρτυρα των φρικαλεοτήτων.

Τα βιβλία αυτά εκτός από την προφανή χρησιμότητά τους, της γνώσης που συγκροτείς για το πιο αποτρόπαιο ίσως ολοκληρωτικό έγκλημα της ανθρώπινης ιστορίας, σου προσφέρουν αφειδώς τα ερωτήματά τους. Ενδεικτικά: πόσο συνένοχοι είμαστε όταν γνωρίζουμε για ένα έγκλημα που διαπράττεται δίπλα μας και δεν αντιδρούμε; Υπάρχει συνολική ενοχή; Υπάρχει συνολική εξιλέωση από αυτή την ενοχή; Ποιοι επιβιώνουν, πώς επιβιώνουν από τις ακραίες συνθήκες απανθρωποποίησης; Ποιοι ήταν, ποιοι είναι, ποιοι θα είναι οι θύτες; Υπάρχουν στοιχεία κοινά στις κοινωνίες που εξαθλιώνονται από τους πολέμους και τις οικονομικές κρίσεις και στις μικροκοινωνίες των εγκλωβισμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ένα πειραματικό εργαστήριο για μια σειρά επιστήμες: ανθρωπολογία, ιστορία, κοινωνιολογία, γλωσσολογία, ψυχολογία;

Στα βιβλία αυτά δεν κυριαρχεί η περιγραφή φρικιαστικών στιγμιότυπων. Αυτό που στοιχειώνει τον αναγνώστη είναι ο αναστοχασμός του βιώματος, το θάρρος του διανοητή να αντιμετωπίσει τις αμείλικτες εμπειρίες του με τρόπο χρήσιμο σε όποιον διαβάσει την αφήγηση ή τη σκέψη του. Πόσο βαθειά ανθρώπινος είναι ο στόχος αυτός: να κάνεις χρήσιμο στην κοινωνία το βίωμά σου.

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Μια «ιστοΐα» για το ξύρισμα (δράμα εις πράξιν μία)




Καλοκαιρινό μεσημέρι Σαββάτου. Μια φλύαρη μικρή στις αρχές των γλωσσικών της κατακτήσεων ζητάει επίμονα από τον μπαμπά την αφήγηση μιας ακόμη (έκτης ή έβδομης) ιστορίας. Η μαμά σιδερώνει στο χωλ.

Μικρή: Άλλη μια ιστοΐα μπαμπά. Καλαταία....
Μπαμπάς: Τελευταία όμως, εντάξει; Λοιπόοοον...
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που ζήτησε από τον μπαμπά του να της πει μια ακόμη ιστορία. Ο μπαμπάς κοίταξε μέσα στο κεφάλι του και δεν βρήκε ούτε μία. Άνοιξε τη ντουλάπα, σήκωσε τα μαξιλάρια, έψαξε στην κατσαρόλα, αλλά τίποτα, είχαν όλες τελειώσει. Ο μπαμπάς έσκυψε το κεφάλι και καθόταν στενοχωρημένος που δεν είχε άλλες ιστορίες. Το κοριτσάκι είδε που ήταν στενοχωρημένος, έσκυψε, του έδωσε ένα φιλάκι και του είπε: « μην στεναχωριέσαι μπαμπά». Και τότε φύτρωσε στο μάγουλο του μπαμπά μια μικρή ιστοριούλα: η ιστορία του φιλιού
Μικρή: Και μετά;
Μαμά: Και μετά ο μπαμπάς την ξύρισε.
Μπαμπάς: ………
Μικρή: Μπαμπά α μου πει μια ιστοΐα τώα;

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Zoom in



 Τους παρακολουθώ μάλλον παράλογα εντυπωσιασμένος. Μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται μια γιορτινή παράσταση των παιδιών, που αποχαιρετούν με ανακούφιση μια δύσκολη από όλες τις απόψεις σχολική χρονιά και υποδέχονται με λαχτάρα το παιδικό τους καλοκαίρι. Με φωτογραφικές μηχανές, δεκάδες φωτογραφικές μηχανές και βίντεο εκείνοι εστιάζουν στα καμάρια τους, κάποιες φορές ξεχωρίζουν από το πλήθος γονιών και παππούδων, τα πλησιάζουν την ώρα που απαγγέλλουν, υποκρίνονται ή χορεύουν και τα απαθανατίζουν. Και δεν σταματούν παρά μόνο όταν η κόρη ή ο γιος τους τελειώσει το νούμερό του, οπότε ηχηρώς αποχωρούν, αδιαφορώντας αν η γιορτή ή η παράσταση συνεχίζεται.

Εστιάζουν στη συμμετοχή του παιδιού τους σ’ ένα δρώμενο, όχι στο ίδιο το δρώμενο, τη σημασία του, την αισθητική του, το μήνυμά του, τις δυνάμεις και τους ρόλους που το συγκροτούν, τη δουλειά και την προετοιμασία που έχει γίνει. Επιβραβεύουν όχι το σύνολο, όχι την πρωτοβουλία, αλλά το μέρος, το δικό τους μέλος, τη «δική τους» συμμετοχή. Φωτογραφίζουν το παιδί τους στη γιορτή του σχολείου και όχι τη σχολική γιορτή των παιδιών. Του δείχνουν μετά τη φωτογραφία και του λένε πως το σημαντικό είναι αυτό που εκτέλεσε αυτό στη γιορτή, όχι η γιορτή, όχι αυτό που έκαναν όλα τα παιδιά, όχι αυτό που έκαναν το σχολείο και οι δάσκαλοι. Διδάσκουν έτσι στα παιδιά τους πως σημασία δεν έχει η κοινωνία και οι θεσμοί, αλλά το άτομο. Γι’ αυτούς το κριτήριο αποδοχής και αξιολόγησης είναι η συγγένεια, η εξάρτηση, το επεκταμένο Εγώ τους, η «ιδιοκτησία» τους. Δεν επιβραβεύουν, δεν ενθαρρύνουν, δεν συμμετέχουν εν τέλει στο κοινό έργο. Και έτσι το υποσκάπτουν. Είναι περήφανοι όμως γιατί το παιδί τους ήταν καλό και όλοι το είδαν.

Και έτσι, συνηθισμένοι πια να εστιάζουν μόνο σε ό,τι άμεσα τους αφορά, άμεσα τους ωφελεί ή τους πλήττει, λίγες μέρες μετά τη γιορτή ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές. Τα σχολεία είναι λογικά, εκλογικά κέντρα.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Το μεγάλο δερματόδετο βιβλίο (έξι παράλογες παραλλαγές μιας ιστορίας)




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βιβλιοθηκάριος που εργαζόταν σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Αγαπούσε τόσο πολύ τη δουλειά του, την τάξη με την οποία κατένειμε τα βιβλία, την αδιάκοπη επέκταση της γνώσης, τη φλύαρη και απέλπιδα προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν τον κόσμο, που αποφάσισε μια μέρα να μην ξαναγυρίσει στο σπίτι του. Εξάλλου κανείς δεν τον περίμενε εκεί και από κανένα δεν θα  έλειπε αν εξαφανιζόταν, ούτε καν φυτά είχε στο μπαλκόνι του να έχουν την ανάγκη του για πότισμα ή κλάδεμα ή έστω θαυμασμό των λουλουδιών τους. Καιρό το σκεφτόταν κι όταν πια το αποφάσισε, όλα τα πρακτικά ζητήματα είχαν λυθεί.

Όταν ήρθε η μέρα, πήγε σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης, άνοιξε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο και χάθηκε μέσα του για πάντα.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας συγγραφέας που ολοκλήρωσε τη συγγραφή ενός βιβλίου του. Ανακουφισμένος που επιτέλους τελείωσε η πολύμηνη και κοπιώδης δουλειά του, αποτυπωμένη σε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο, κάθισε να το διαβάσει μια τελευταία φορά πριν το στείλει στον εκδότη του. Η αρχική του ανακούφιση, καθώς η ανάγνωση προχωρούσε, μετατράπηκε σε αγωνία, αντιπάθεια, μίσος. Τελειώνοντας πια είχε γίνει έξαλλος: το βιβλίο του ήταν πολύ καλό. Ο ήρωάς του είχε χτιστεί με μαεστρία, η αφήγηση κάλυπτε κι αποκάλυπτε με ερεθιστικό τρόπο τα γυμνά μέλη της ιστορίας του, η ίδια η ιστορία ήταν βαθειά ανθρώπινη. «Οι κριτικοί σε λίγους μήνες θα μιλούν αναμφισβήτητα για ένα συγκλονιστικό έργο» σκέφτηκε ο δύστυχος συγγραφέας. Συνειδητοποιούσε πια πως ο βασικός ήρωας του βιβλίου θα ζούσε πολύ περισσότερο από το δημιουργό του – ίσως δεκαετίες ή και αιώνες μετά να μιλούσαν γι’ αυτόν έχοντας ξεχάσει  το συγγραφέα (για τον οποίο εξάλλου κανείς ποτέ δεν θα έγραφε μια ιστορία με τόση μαεστρία και ταλέντο).

Μην αντέχοντας πια αυτό τον ανταγωνισμό με τον ήρωα του βιβλίου του ο συγγραφέας το ίδιο βράδυ το κατέστρεψε ολοσχερώς κι ευτυχισμένος ξάπλωσε να κοιμηθεί. Μόλις είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο, όμως κανείς δεν θα το μάθαινε ποτέ.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο που είχε γραμμένη στις σελίδες του μια παλιά ωραία ιστορία που άρεσε στους ανθρώπους, γι’ αυτό συχνά το έπαιρναν στα χέρια τους και το διάβαζαν. Κάποιοι από αυτούς σημείωναν στο πλάι των σελίδων του τις σχετικές και άσχετες σκέψεις τους, κάποιοι τσαλάκωναν τις σελίδες ή τοποθετούσαν ξένα χαρτιά ή λουλούδια για να μην χάσουν το σημείο που κάποια στιγμή τερμάτισαν την ανάγνωση. Κάποιοι κοιμόνταν με το βιβλίο στο χέρι, κάποιοι κρύωναν, κάποιοι έβηχαν, κάποιοι έκλαιγαν διαβάζοντάς το. Το βιβλίο κουράστηκε να ζει στις ζωές τόσων ανθρώπων, άρχισε να αγωνιά για την ακεραιότητά του, ύστερα αντιπάθησε όλους αυτούς που το θεωρούσαν δικό τους, στο τέλος ήταν έξαλλο εναντίον τους: τους μισούσε.

Άρχισε να αλλάζει το τέλος της ιστορίας του, να αλλάζει τη σειρά των κεφαλαίων του, να μικραίνει πολύ τις φράσεις του ή να τους παίρνει τις τελείες φτιάχνοντας φράσεις υπερσιβηρικές. Καθώς κανένα τέχνασμα δεν απομάκρυνε τους αναγνώστες – μάλλον περισσότερο τους ερέθιζε με τα τερτίπια του – σκέφτηκε ένα δαιμόνιο σχέδιο που επιτέλους μείωσε δραματικά αυτή την ανυπόφορη ενόχληση της ανάγνωσης: πολλαπλασιάστηκε σε όλες τις παραλλαγές του κι έγινε πια δεκάδες και εκατοντάδες και χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία. Και ύστερα οι άνθρωποι έφτιαξαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη και τα έβαλαν όλα μέσα και διάβαζαν και διάβαζαν και διάβαζαν μέχρι το τέλος του χρόνου.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο ήρωας μιας ιστορίας που αφηγούνταν ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο που στεκόταν στα ράφια μιας μεγάλης βιβλιοθήκης. Ο ήρωας περνούσε πολλές περιπέτειες στις σελίδες του και παρά το γεγονός πως δεν ήταν κανονικός άνθρωπος άρχισε να σκέφτεται πόσο κουραστικό είναι να ζεις και να ξαναζείς τα ίδια βάσανα μπρος στα μάτια τόσων ανθρώπων. Άρχισε να νοιώθει μίσος γι’ αυτόν που τον δημιούργησε εγκλωβίζοντας τη ζωή του στην πλούσια φαντασία του, υποβάλλοντας τις αντιδράσεις και τις σκέψεις του στη δική του απόλυτη θέληση. Ο ήρωας παρακολουθούσε και τους άλλους ήρωες των βιβλίων που ζούσαν δίπλα του, παραδομένους απελπιστικά στην τύχη που τους επιφύλαξαν οι δημιουργοί τους. Αρνούμενος την προκαθορισμένη πορεία του στο χρόνο αποφάσισε να αποδράσει, να γίνει άνθρωπος. Καθώς δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από τα βιβλία, τους φίλους του τους ήρωές τους, έγινε βιβλιοθηκάριος: άρχισε να κατανέμει τη διαρκώς επεκτεινόμενη και χωρίς ελπίδα προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν τον κόσμο.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βιβλιόφιλος αναγνώστης. Με σπουδή και λατρεία διάβαζε κάθε βιβλίο που έπεφτε στα χέρια του. Θαύμαζε απεριόριστα τη φαντασία των συγγραφέων που μπορούσαν να δημιουργήσουν ανθρώπους και ιστορίες κι ένοιωθε πάντα πως η ανάγνωση είναι ένας καθρέφτης ή μια κλεμμένη ζωή. Του άρεσε να ζει λαθραία στις ιστορίες των βιβλίων- συχνά πίστευε πως ήταν πιο ενδιαφέρουσες από τη δική του μίζερη κι αδιάφορη ζωή.

Μια μέρα ο άνθρωπός μας πήρε στα χέρια του ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο και κάθησε όλο προσμονή να το διαβάσει. Γυρνώντας μία-μία τις σελίδες του, τις βρήκε λευκές, άγραφες, χωρίς ήρωες και ιστορία να αφηγηθούν. Και ήταν ίσως το καλύτερο βιβλίο που διάβασε ποτέ.

Υ.γ.: Την ιστορία αυτή (ή τις παραλλαγές της) εμπνεύστηκα διαβάζοντας το βιβλίο του Jacques Bonnet «Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα» (εκδ. Άγρα, 2010): ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που τσιμπολογάει τα πάθη του βιβλιόφιλου με την εκλεκτικότητα ενός καλοφαγά.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Θ' αργήσεις;



Απ’ όταν έπαψα να ζω μόνος μου, ιδίως μετά τη γέννηση των παιδιών, κανένα σημείο του σπιτιού δεν μου ανήκει αποκλειστικά και για όσο χρόνο χρειαστεί.  Ούτε καν η τουαλέτα, αφού η πιο συχνή ερώτηση όταν ετοιμάζομαι να μπω είναι «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…». Δεν μπορώ βέβαια να πιω γυμνός τον καφέ μου, να φάω στο κρεβάτι ή να διαβάσω χωρίς διακοπή το βιβλίο μου στο μπαλκόνι. Αυτά έχουν παρέλθει και «διηγώντας τα να κλαις».

Σε αντικατάσταση έχω εφεύρει κάποιες διάσπαρτες στιγμές μέσα στη μέρα, ιδιαίτερης ευαισθησίας στιγμές, που ένα τραγούδι, ένα ποίημα, ένα βλέμμα με γεμίζουν ελευθερία. Αυτές τις στιγμές πρέπει να τις ελέγχω, κυρίως τη διάρκειά τους, να προσέχω γιατί μπορεί μια μέρα ν’ ακούσω να μου λένε: «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…»

Θα περίμενες ίσως ένα πολιτικό ποστ, λίγες μέρες πριν τις εκλογές. Εντάξει, έχεις δίκιο: από τότε που ζούμε με όλους αυτούς τους άλλους γύρω μας, ούτε στο παραβάν τη μέρα των εκλογών δεν είμαστε μόνοι μας και για όσο χρόνο χρειαστεί. Πρέπει να υπολογίζουμε ότι ψηφίζουμε και για τους άλλους και πως ο χρόνος μας τελειώνει. Γιατί κάποιος θα ‘ρθει να πει: «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…»

Καλή ψήφο αδέρφια!

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Ο θησαυρός της Ζωρζ Σαρή


Ο θησαυρός της γραφής της θα κατοικεί πάντα μέσα μας, όπως η πρώτη βροχή του φθινοπώρου ποτίζει τη διψασμένη γη του καλοκαιριού. Σε μία από τους πιο άξιους ταξιδευτές της παιδικής μας ψυχής - αυτής που μοιάζει μεγαλώνοντας με ιδανικό νησί που κάποτε επισκεφτήκαμε (κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα ίσως στα 8, 9 μας χρόνια) - ένα δάκρυ πολύτιμο είναι το στερνό μας "αντίο". Ένα δάκρυ από τους δικούς μας θησαυρούς.

Καλό ταξίδι Ζωρζ Σαρή

Γιώργος Κατσαμάκης
(ένας πιτσιρίκος που έκλεισε σήμερα τα 38 του χρόνια)

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Άνεργος

"Έχω να σας πω ένα πολύ άσχημο νέο: οι συμβάσεις σας είναι άκυρες. Από αύριο δεν μπορείτε να έρθετε πάλι στη δουλειά". Η Ειρήνη μας ανακοινώνει με πνιγμένη φωνή το μήνυμα. Το γραφείο σιγά-σιγά γεμίζει από συναδέλφους. Αδειάζω. Βουβή απόγνωση. Σαν να έχουμε μάθει μόλις για ένα θάνατο.

Πνίγομαι. Θέλω να ανασάνω. Φεύγω. Γυρίζω στην πόλη. Κάθε βήμα και μια σκέψη απελπισίας. Πρέπει να κόψω τα πάγια έξοδα. Μήπως επιτέλους να φύγουμε έξω; Πώς θα το πω στο γιο μου; Είναι η εκδρομή του Συλλόγου Γονέων το Σαββατοκύριακο. Θα αφήσω να περάσει, θα πάμε, θα του το πω μετά. Θα το πούμε στους παππούδες; Είναι και το χαράτσι στην Εφορία, 3000 ευρώ για την αποζημίωση των ολυμπιακών αγώνων που πήρα πριν 8 χρόνια. Λήγει τον Ιούνιο η διορία.

Γυρίζουμε σπίτι. Μουδιασμένοι κι οι δυο. Εκείνης η σύμβαση τελειώνει σε δυο μήνες. Δεν λέμε τίποτα στο μεγάλο. Δεν αντέχω να τον κοιτάξω. Τρώμε σιωπηλοί. Ξαπλώνουμε. Κοιμάμαι αμέσως: όταν ξυπνήσω μπορεί να είναι μόνο ένα όνειρο.

Ξύπνησα. Πονάω. Έβρεξε σήμερα. Μέσα μου.



Κυριακή βράδυ. Κάποιοι χορεύουν μεθυσμένοι σε μια ντίσκο. Έχω την κόρη μου στον ώμο κι αποχωρώ. Μπροστά μου μια οικογένεια Ρώσων. Φεύγουν κι εκείνοι. Κάτι λένε στη γλώσσα τους και γελούν. Το φεγγάρι πίσω μας. Νομίζω με κοιτάει -  μερικές φορές κι αυτή ακόμη τη σιωπηλή αδιακρισία του φεγγαριού δεν την αντέχεις." Όλοι γελάνε στην ίδια γλώσσα", σκέφτομαι. Κι όλοι πονούν με τα ίδια δάκρυα.

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ

Υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Ξέρω ότι δεν πρέπει να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ στις επικείμενες εκλογές. Το λένε τα ραδιόφωνα, οι εφημερίδες, τα κανάλια, οι ιστοσελίδες. Το λένε τα κόμματα, όλα τα άλλα κόμματα λένε πως δεν πρέπει να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ. Και καθώς, όπως όλοι, συνειδητοποιώ πως το μόνο προεκλογικό πρόγραμμα που ξέρω είναι του ΣΥΡΙΖΑ, μπερδεύομαι: κανείς άλλος δεν λέει τι θα κάνει ο ίδιος, όλοι λένε τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρω πια τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε το λέει ο ίδιος, είτε οι άλλοι. Και εκτός των άλλων έχω να ακούσω και τι λένε οι τράπεζες, οι βιομήχανοι,οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι G8, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που όλοι δηλαδή λένε πως δεν πρέπει να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ. Κι αφού δεν ξέρω ποιον να ψηφίσω, αφού όλοι για το ΣΥΡΙΖΑ μιλούν, προσπαθώ να καταλάβω από τις επιθέσεις τους στο ΣΥΡΙΖΑ ποιο είναι το δικό τους σχέδιο. Και εκεί χάνομαι. Κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν «χάιδευε τους κουκουλοφόρους και προστάτευε τους λαθρομετανάστες, θέλει σήμερα να διαλύσει την αστυνομία, εκπροσωπεί την πλήρη απουσία πολιτικής" , κι αν "ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκινά από το σφυροδρέπανο και φτάνει στην αναρχία" όπως λέει η ΝΔ; Κι αν "η παρασιτική αντίληψη βρήκε καταφύγιο στο ΣΥΡΙΖΑ", και  "όλο το παρασιτικό ΠΑΣΟΚ έχει μετακομίσει στο ΣΥΡΙΖΑ" και  "αργόμισθοι και φοροφυγάδες ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ" όπως λέει το ΠΑΣΟΚ εγώ με ποιους είμαι; Κι αν  "Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαπατά το λαό"  και "ο ΣΥΡΙΖΑ θα κάνει τη λάντζα της χρεοκοπίας"
όπως λέει το ΚΚΕ, ποιος θα πληρώσει τα σπασμένα; Κι αν είναι "λαϊκίστικος κι ανεύθυνος ο ΣΥΡΙΖΑ" τότε με ποιον ενδεχομένως χρειαστεί να συνεργαστεί η ΔΗΜΑΡ, αν "ο μη γένοιτο" αύριο χρειαστεί; Γιατί και η Μπακογιάνη κατηγορούσε ως λαϊκιστή το Σαμαρά, αλλά τώρα συνεργάζονται για να μην κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. 

Τι θα ψηφίσω; 



Αναρωτιέμαι. Γιατί όλο αυτό ξαφνικά; Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ γεμίζει πλατείες; Γιατί όλοι συζητούν για το ΣΥΡΙΖΑ; Γιατί τα διαπλεκόμενα μέσα μαζικής εξαπάτησης φωνάζουν σήμερα για επικείμενη καταστροφή από το ΣΥΡΙΖΑ και τόσους μήνες έκαναν τη στρουθοκάμηλο σε όσα κατέστρεφε το μνημόνιο του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΛάΟΣ; Γιατί το ΣΥΡΙΖΑ ακούει η Ευρώπη με αγωνία και οι λαοί με ενδιαφέρον;

Ίσως γιατί αν δεν υπήρχε ένας ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να εφεύρουμε έναν. Για να επενδύσουμε την ελπίδα μας για ανατροπή κι αλλαγή.

Θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ. Για ανατροπή κι αλλαγή. Κι ας φωνάζουν όλοι αυτοί πως δεν πρέπει. Πως δεν πρέπει να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ.

ΥΓ: Το κείμενο αυτό περιέχει 24 φορές τη λέξη ΣΥΡΙΖΑ. 24 άρθρα, γελοιογραφίες, ρεπορτάζ, συνεντεύξεις, επιφυλλίδες και άρθρα γνώμης που επιτίθενται στο ΣΥΡΙΖΑ περιελάμβανε το ΔΟΛιο "Βήμα" της Κυριακής χθες. 24...


Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Ο κήπος κι η πατρίδα


Καθώς διαβάζεις ένα βιβλίο, σε διαβάζει βέβαια κι εκείνο. Σκέψη τη σκέψη ανακαλύπτει τις παραγράφους σου όπως εσύ ανακαλύπτεις ρυτίδες στον καθρέπτη σου.

Καθώς διαβάζεις ένα βιβλίο, διαβάζεις κι ένα άλλο βιβλίο: αυτό που γράφεται μέσα σου βαδίζοντας στις παραγράφους- αυτό που καθρεπτίζεται στις μέσα σελίδες σου απορημένο με τις ρυτίδες του (αυτό το άλλο βιβλίο σε διαβάζει βέβαια κι εκείνο).

Ο Jean Amery, Αυστροεβραίος συγγραφέας, στο βιβλίο του «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» (Άγρα, 2010) θέτει με δοκιμιακή γραφή μια σειρά ηθικές και φιλοσοφικές δοκιμασίες στο βίωμά του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γ΄ Ράιχ. Κάποια στιγμή αναρωτιέται «πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος». Για να απαντήσει ευφυώς («όση λιγότερη μπορεί να κουβαλήσει») περιφέρεται σε ορισμούς για την πατρίδα: «πατρίδα σημαίνει ασφάλεια». Δοκιμάζοντας τον ορισμό του, πώς αντιδρά στα γεγονότα της ζωής του, περνάει κι από τον ορισμό: «πατρίδα είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας και της νιότης».

Το «δεύτερο βιβλίο» που λέγαμε πριν, έχει αρχίσει ήδη να γράφεται μέσα μου και δεν μ’ αφήνει να διαβάσω το αρχικό του Amery. Η σκέψη μεταναστεύει στη δική μου πατρίδα. Στην ανασφάλειά μου την τωρινή. Στέκομαι μετέωρος κι αναποφάσιστος ανάμεσα σε ένα εκνευριστικά ανυπόμονο παρόν που πνίγεται από την επικείμενη καταστροφή και σε μια μελλοντική εξορία που θα με οδηγήσει σε μια «νέα ασφάλεια» .

Φαίνεται πως η αναζήτησή μου αυτή με οδηγεί σε μια εύκολα προσβάσιμη «πατρίδα», λιγότερο ασφαλή από όσο χρειάζομαι: τον «τόπο των παιδικών χρόνων» μου. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε έναν κήπο που πάντα φρόντιζαν και φροντίζουν οι γονείς μου. Πριν λίγες μέρες μπήκα μέσα του κι εγκλωβίστηκα σιωπηλός. Ευτυχώς η πατρίδα αυτή κρατάει για λίγο και πρέπει να έρθει η επόμενη άνοιξη για να ανθίσει ξανά.















Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Κάτι ορισμοί των ημερών


Χωρίς ακόμη να έχω καταλήξει αν η ιδεολογική πίστη είναι εργαλείο ή καταφυγή. Αν αποτελεσματικότερος στη μάχη με το άδικο είσαι αν γαλουχήθηκες στη στράτευση ή αν οι εμπειρίες και η ανάγκη για επιβίωση σε έφτιαξαν αντάρτη. Αν είναι ώριμες οι αντικειμενικές συνθήκες και ο υποκειμενικός παράγοντας. Αν είναι κατάλληλες οι αντικειμενικές συνθήκες και ώριμος ο υποκειμενικός παράγοντας. Αν η μόνη μας στάση είναι η αντίσταση και η μόνη μας θέση η κριτική.

Αν αρκούν όλα αυτά. Αν πρέπει να αναθέτουμε σε μια πρωτοπορία την καθοδήγηση της οργής μας, αν πρέπει να περιμένουμε πρωτοπορία να γίνουν οι πολλοί, αν προλαβαίνουμε να δουλέψαμε για την ισχυροποίηση και διεύρυνση της επαναστατικής πρωτοπορίας που θα αντικαταστήσει το άδικο. Αν ανατρέποντας το άδικο, παίρνει αυτόματα το δίκαιο τη θέση του.

Χωρίς να είμαι σίγουρος αν χρειαζόμαστε διανοούμενους ή χειρώνακτες για να φτιάξουμε τον κόσμο. Αν ο κομμουνισμός είναι μια ηθική στάση ή μια οικονομική θεωρία. Θα τολμούσα να πω πως είμαι αριστερός; Αρκεί να επικαλούμαι το Μαρξ στην ερμηνεία του κόσμου;

Κουβαλώντας τις αμφιβολίες μου, που ολοένα αυξάνονται και βαραίνουν μεγαλώνοντας, αρκεί νομίζω να πω πως είμαι διαθέσιμος στη μάχη με το άδικο. Γιατί αν ένας αδικείται, αδικούμαι κι εγώ.

Αριστερός είναι υπό αυτή την έννοια όποιος αδικείται όταν αδικείται ο διπλανός του κι όποιος μάχεται το άδικο ακόμη και μόνος.


Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Επαγρύπνηση


Όταν ξεκίνησα να φτιάχνω αυτά τα κείμενα εδώ μέσα θεωρούσα πως έχω πιο ενδιαφέροντα (κυρίως για μένα) πράγματα να πω από αυτά που ζούσα. Από αυτά που με περιέβαλαν ως κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Η δημιουργική μου αντίρρηση είχε βρει τρόπο να σχηματοποιείται. 

Εδώ και λίγο καιρό διαπιστώνω πως όσα ζω, όσα γύρω μου συμβαίνουν, ξαφνικά είναι πολύ ενδιαφέροντα. Και αγωνιώ να γίνω μέτοχός τους. Η αληθινή ζωή είναι εκεί έξω. Το μέλλον με περιμένει. Έξω απ' την πόρτα μου.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Τα επιμύθια και το κατηχητικό της υποδούλωσης.




"Φεύγοντας από την Αθήνα, το τρένο έπρεπε να περάσει και από τη Θεσσαλονίκη, σημαντικό σιδηροδρομικό κόμβο της Βόρειας Ελλάδας.  Σταματήσαμε κοντά στο σταθμό για ανεφοδιασμό σε κάρβουνο και νερό. Πλησίασα στο παραθυράκι μήπως δω κανένα γνωστό. Οι Γερμανοί στρατιώτες ήταν παραταγμένοι ανά δέκα μέτρα κατά μήκος του τρένου.  Ο εργάτης που έλεγχε τις ράγες έτυχε να είναι γνωστός μου. Λεγόταν Γιώργος Καλούδης. Ήταν πέντ’ έξι χρόνια μεγαλύτερός μου και ήμασταν γείτονες όταν ήμασταν παιδιά. Ο πατέρας του ήταν γνωστός κομουνιστής και δούλευε στους σιδηρόδρομους.  Τον είχαν συλλάβει οι Γερμανοί με το που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος είχε πάρει τη θέση του πατέρα του. Η δουλειά του ήταν να ελέγχει εάν τα φρένα των τρένων εμπόδιζαν τους τροχούς και να τα ρυθμίζει μ’ ένα μακρύ σφυρί. Όταν με είδε, φάνηκε έκπληκτος. Πλησίασε διακριτικά, κάνοντας ότι δουλεύει στο βαγόνι μου.

«Πώς; Κι εσύ εδώ! Κοίτα να το σκάσεις οπωσδήποτε, γιατί εκεί που σας πάνε δεν μένει άνθρωπος ζωντανός:» μου είπε στα ελληνικά, προσπαθώντας να περάσει απαρατήρητος από τους Γερμανούς»

Η μαρτυρία του Σλόμο Βενέτσια, Εβραίου της Θεσσαλονίκης, καταγράφηκε σε βιβλίο πρώτη φορά το 2006. Στην Ελλάδα μεταφράστηκε το 2008 και κυκλοφορεί με τον τίτλο «Sonderkommando: μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίων» από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η μαρτυρία του Σλόμο Βενέτσια καταγράφει τις μνήμες ενός ανθρώπου που πέρασε από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επιβίωσε ασκώντας το φρικιαστικό «καθήκον» του Sonderkommando  και έζησε με τους εφιάλτες της άγριας και απάνθρωπης εμπειρίας του.

Ο Σλόμο Βενέτσια οδηγούσε τους άλλους ανθρώπους στους θαλάμους αερίων και ύστερα έπαιρνε τα πτώματά τους και τα κουβαλούσε μέχρι τους φούρνους που εξαφάνιζαν τα ίχνη του εγκλήματος. Με αυτό το καθήκον κατάφερε να επιβιώσει, όμως όπως ομολογεί στο τέλος του βιβλίου του ούτε ο ίδιος βγήκε από το κρεματόριο ζωντανός.

***
Οι εκλογές στην Ελλάδα βάζουν στη Βουλή τη ναζιστική συμμορία «Χρυσή Αυγή». Στον τόπο που γεννήθηκα, την Κόρινθο, τα ποσοστά της αγγίζουν το 12%. Ντρέπομαι γι’ αυτούς που την ψήφισαν.

***

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στο ΠΑΣΟΚ και το MEGA Chanel που με την ξενοφοβική και αντιμεταναστευτική προπαγάνδα τους έφεραν τη ναζιστική συμμορία Χρυσή Αυγή στην ελληνική Βουλή. Το Φεβρουάριο του 2011 στο δι-ιστολογικό αφιέρωμα για το φόβο, του δούρειο ίππο της εξουσίας, έγραψα πως «Ο φόβος είναι μια τρομακτική ιστορία, τα επιμύθια της οποίας δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ.». Κάποιοι επιχείρησαν να μας τα κρύψουν. Όμως ο φόβος, ως πολιτικά μεταδιδόμενο νόσημα θα γυρίσει πάνω τους.





Μου άρεσε πολύ αυτή η προεκλογική φωτογραφία του Αλέξη Τσίπρα. Η ελπίδα είναι πάντα πηγαία γελαστή. Και δυνατή.