Δεν ξέρω αν τα κομμάτια του παζλ συγκροτούν μια εικόνα μεγάλη,
πόσα κομμάτια είναι, αν λείπει κανένα. Γεγονός είναι ότι από μόνα τους το κάθε ένα
κομμάτι είναι μια εικόνα με τις εσοχές και τις εξοχές της για να ταιριάζει με
το σύνολο. Ή μάλλον για να γειτονεύει με τη διπλανή της πραγματικότητα χωρίς
προστριβές.
Μας χωρίζει ένα τοίχος. Σε εκείνους προσφέρει κυρίως σκιά.
Σε εμάς μάλλον ασφάλεια. Μας ενώνει άθελά μας ένα παράθυρο ανοιχτό. Εκείνοι
πουλάνε ηρωίνη, κοκαΐνη, χαπάκια. Εκείνοι τρυπούν τις φλέβες τους χύνοντας μέσα
τους τον ηδονικό τους θάνατο. Εκείνοι κάποιες ώρες της μέρας ακουμπάνε στον τοίχο,
συζητούν για γκόμενες, μισθούς, παιδιά. Όταν εμφανίζονται εκείνοι, οι άλλοι χάνονται,
όταν φεύγουν εκείνοι, οι άλλοι επιστρέφουν. Ένα σκηνικό θανάτου με βαποράκια,
χρήστες και μπάτσους που δίνει καθημερινή παράσταση αναιδώς στα μάτια των περαστικών, δεν θέλει
και δεν μπορεί να κρυφτεί από μια πόλη που γκρεμίζεται σιγά-σιγά μες στο λιοπύρι.
Η άλλη πλευρά, η δική μας: η βιβλιοθήκη. Μια μουσικοπαιδαγωγός αναζητάει
πληροφορίες για τους μουσικούς της Σμύρνης, ένας ιστορικός μελετά τμήματα του
αρχείου του Κοραή, μια υποψήφια διδάκτορας ξεσκονίζει κάτι παλιά ιατρικά ανάτυπα,
ο Θέμης ο «Αλβανός» ψάχνει πληροφορίες για το χωριό του στο Πωγώνι, ή μάλλον
για ένα μοναστήρι που είναι εκεί. Δυο κόσμοι που τους χωρίζουν ένας τοίχος και
μια προοπτική. Οι μεν σε ένα αδυσώπητο και άθλιο κυνήγι με το θάνατο, οι δε σε ένα
νηφάλιο και επαναπαυμένο κυνήγι με τη γνώση. Εσύ εκεί, βαποράκι της γνώσης να
αναρωτιέσαι με τύψεις ποιος κόσμος είναι πιο αληθινός, ο κόσμος που ξοδεύεται στην
άλλη πλευρά του τοίχου ή ο σωρευμένος κόσμος που οργανώνεις στην από ‘δω πλευρά
του; Ο ασφαλής ή ο ανυπόκριτος;
Τα καλοκαίρια στο πατρικό μου σπίτι είναι πάντα σχεδόν μια
μικρή θητεία σε παράλληλο της πραγματικότητας κόσμο, εξίσου πραγματικό βεβαίως.
Το χτήμα με τα δέντρα και τους κήπους του, τα ζωντανά και τα παιδιά του, τις κληματαριές,
τα νυχτολούλουδα, τις βάρκες, τ’ απογεύματά του. Ένας μικρός παράδεισος ηθελημένα
αποκομμένος από τον περίγυρό του. Μέρες του Αυγούστου. Πρωί για μπάνιο. Επιστρέφοντας
από τη θάλασσα. Ντους στην αυλή, παιδιά, παππούδες, γονείς. Μπουγέλο με παγωμένο
νερό απ’ το πηγάδι, φωνές, γέλια, συνωμοσίες. Ύστερα σαλάτα, πατάτες τηγανιτές,
κεφτεδάκια. Ξάπλα στο υπόγειο, μεσημεριανός ύπνος, όλοι μαζί. Απόγευμα ποδηλατάδα
με τον μεγάλο σε διαδρομές των παιδικών μου χρόνων. Βράδυ, μπιρίμπα. Πάω να κλείσω
την εξώπορτα. Το σπίτι κοιμάται. Το φεγγάρι με σκεπάζει με το διάφανο σεντόνι
του. Επούλωση. Λίγα μέτρα πιο πέρα ένα απίστευτο σκηνικό χτίζεται βίαια: το
στρατόπεδο νεοσυλλέκτων της πόλης γίνεται στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών. Δήμος,
φορείς, φασίστες αντιδρούν. Οι αντιρατσιστές απαντούν με συγκέντρωση στο κέντρο
της πόλης. Η πόλη ψιθυρίζει ανήσυχη πάνω στη φιέστα της Χρυσής Αυγής. Τη νύχτα,
πυροβολισμοί. Επιδοτήσεις και δηλώσεις, αθλιότητα και αγωνία, μικροαστισμός και
υποκρισία. Μια πόλη καλείται να αντιμετωπίσει επιτέλους την αλήθεια, την
κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα μέσα στο σπίτι της. Μουδιάζει. Θυμώνει.
Κρύβεται.
Τα κομμάτια του παζλ δεν ξέρω ποια εικόνα συγκροτούν καθώς
το ένα στήνεται δίπλα στο άλλο. Όμως σιγά-σιγά διαπιστώνω πως φτιάχτηκαν για να
μην ταιριάζουν. Η κεντρική εικόνα μοιάζει να είναι μια σειρά κλειστές εικόνες
στο σχήμα τους, κομμάτια πραγματικότητας αταίριαστα μεταξύ τους. Είμαι στη μια
πλευρά του τοίχου κι όχι στην άλλη, είμαι σε ένα χτήμα κλεισμένος κι όχι σε ένα
στρατόπεδο. Μάλλον από καθαρή τύχη.

















