καταλογογράφος, ταξιθέτης ή διαθέτης της καθημερινότητας και υπηρέτης μιας τέχνης απολαυστικής και παραγνωρισμένης
Τετάρτη 30 Απριλίου 2014
Είμαι μέσα μου
Είμαι μέσα μου ένα ανοιξιάτικο
περιβόλι γεμάτο πορτοκαλανθούς και
παιδιά που τρέχουν με ξύλινα σπαθιά στα
χέρια
Είμαι μέσα μου ένα καλοκαιριάτικο
μεσημέρι παίζοντας μπουγέλο στην
αυλή και στην κληματαριά τα
σταφύλια εκρήγνυνται
Είμαι μέσα μου η μυρωδιά της
πρώτης βροχής και η αναχώρηση
των αποδημητικών αναμνήσεων
Είμαι μέσα μου ένας χειμωνιάτικος
δρόμος που φεύγει σκυμμένος στη βροχή -
και χάνομαι
Δευτέρα 28 Απριλίου 2014
Στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 27/4/2014]
Άπλωσε στο σπίτι. Η μυρωδιά τους. Σε αγκαλιάζει όπως όταν
ήσουν μικρός και τεντωνόσουν να τα φτάσεις πάνω στο σερβάν, να τα κλέψεις
μυστικά και να τρέξεις έξω στο χτήμα να τα φας σε καμιά γωνιά. Στρογγυλά και
πλεξούδες. Προτιμούσες τις δεύτερες. Και τώρα, απλώνεις το χέρι σου, παίρνεις
μία «και του χρόνου» λες βιαστικά κι εκείνη χαμογελάει. «Πώς σου φαίνονται;»
λέει, κι εσύ απαντάς «όπως πάντα ρε μάνα» και παίρνεις να φύγεις και ύστερα
φρενάρεις, γυρίζεις και της ξαναλές «και του χρόνου» και τη φιλάς. Και μένει με
τα χέρια μπλεγμένα στην κοιλιά της, σαν πλεξούδες, ευτυχισμένη που και φέτος
μας έφτιαξε κουλούρια το Πάσχα.
Σκύβει πάνω από το αρνί. Μεγάλο Σάββατο απόγευμα. Μπορώ να
σε βεβαιώσω με τον ίδιο τρόπο 35 χρόνια τώρα που τον θυμάμαι να το κάνει. Έχει
ένα τσιγάρο στο στόμα και ράβει με μια σακοράφα τη σκισμένη του κοιλιά που την
έχει ήδη ποτίσει αλάτι και πιπέρι. Και ύστερα με γέλια και πειράγματα σουβλίζει
το αρνί με τους μπαρμπάδες και παραδίπλα οι γυναίκες τυλίγουν το κοκορέτσι. Οι
αντεριές το κυκλώνουν για να το κρατήσουν στη σούβλα του. Και σένα κυκλώνουν
χρόνια τώρα οι μυρωδιές αυτές, τα σκόρδα, το νοτισμένο κρέας, τα τρομαγμένα
μάτια των αρνιών, ο καπνός του τσιγάρου που απλώνει στο τελευταίο φως της
ανοιξιάτικης μέρας και το τσίπουρο που βγαίνει στο τέλος και η πρέφα, αργή, με
τις χορευτικές κινήσεις που λικνίζουν το αδύναμο και κοπανάνε το γερό χαρτί
μέσα στη νύχτα.
Υπάρχει ένα ποίημα, πολλά ποιήματα υπάρχουν. Και τραγούδια
που με τον ίδιο τρόπο τα κεντάς αυτές τις μέρες μέσα σου κάθε χρόνο. Τους
ελεύθερους πολιορκημένους με τον ξανθόν Απρίλη και του Σεφέρη τα Επιφάνια
(ιδίως το «κράτησα τη ζωή μου») τραγουδισμένα από τον Μπιθικότση και ύστερα τη
Ντόρα Γιαννακοπούλου στις «μικρές κυκλάδες» (το τριζόνι). Υπάρχουν τα ποιήματα «ενός
αθέατου Απριλίου» και ο «Πόρφυρας» του Σολωμού. Υπάρχει ένα ποίημα, του
Καρούζου «… φεύγω απ’ τα χέρια μου, φεύγω απ’ τη στύση/ διατρέχοντας ηχηρά το
νευρικό μου σύστημα/ είμαι σαν άκοπο βιβλίο που πάλιωσε/ στα μαυρισμένα ράφια
της θεότητας…». Τα ποιήματα αυτά είναι οι νεκροί μου, οι νεκροί μου είναι η ζωή
μου.
Δεν έχω να σου πω κάτι άλλο Όσο περνάνε τα χρόνια, ολοένα
αυτό το κείμενο μικραίνει. Σαν απόσταγμα. Συμπυκνώνει τις γεύσεις, τις
μυρωδιές, τα κενά του. Τις αναμνήσεις του. Οι αναμνήσεις μας είναι αποστάγματα
που πίνουμε Μεγάλο Σάββατο βράδυ παίζοντας πρέφα στην αυλή τώρα που τελειώσαμε
με τα σουβλίσματα και τα κοκορέτσια, τρώγοντας ξηροκάρπια στη θαλπωρή μιας
αναμμένης λάμπας.
Παρασκευή 25 Απριλίου 2014
Ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου για την 4η Αυγούστου
Είναι φορές που μια τυχαία ανακάλυψη
στα ράφια μιας βιβλιοθήκης αποκαλύπτει τις δαιδαλώδεις προσωπικές διαδρομές των
ανθρώπων. Και ευτυχώς που παρεμβαίνουν και οι φίλοι (εν προκειμένω η Πόλυ) και
σε βοηθούν να ξετυλίξεις το κουβάρι, με τρόπο που δεν θα μπερδέψει περισσότερο
τα πράγματα.
«Με τα στήθη τεντωμένα και τα
μπράτσα ρωμαλέα
Στην παλιά μας την Πατρίδα
βάζουμε θεμέλια νέα.
Στους τετράγωνούς μας ώμους θα
σηκώσουμε και πάλι
μεσ’ στους δυνατούς του κόσμου
την Ελλάδα μας μεγάλη.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το
φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των
ελληνικών χεριών.
Τώρα κάτω απ’ τους γαλάζιους της
Ελλάδος ουρανούς,
με χαρούμενα τραγούδια και χορούς
ελληνικούς,
εξανάσκυψες με τάξη, λεβεντόκορμη
εργατιά,
ανεμίζοντας στα χέρια της ψυχής
σου τη φωτιά.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το
φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των
ελληνικών χεριών.
Δε θ’ αφήσουμε να μείνη άκαρπο το
άγιο χώμα.
Έχει η δόξα τόσους σπόρους, που
δε βλάστησαν ακόμα!
Βασιλιάς και Κυβερνήτης ενωμένοι
μας φωτίζουν.
Λάμπουν τα σφυριά στον ήλιο, οι
πεδιάδες λουλουδίζουν.
Ήλιος και βροχή κι αγέρας και το
φως των αστεριών
Ευλογούν τον τίμιο κόπο των
ελληνικών χεριών.»
Το ποίημα αυτό φιλοξενείται σε
ειδική έκδοση της «Εργατικής Εστίας» που τυπώθηκε το 1939 στην Αθήνα με τίτλο
«Ύμνοι στην εργασία: συλλογή από τον προκηρυχθέντα διαγωνισμόν βραβεύσεως
εργατικού ύμνου». Στον πρόλογο της
έκδοσης αναφέρεται πως το διοικητικό συμβούλιο της «Εργατικής Εστίας»
μεριμνώντας «για την ψυχαγωγία των εργαζομένων και την εξίψωσι του πολιτιστικού
επιπέδου αυτών» προκηρύσσει διαγωνισμό για τη δημιουργία «εργατικού ύμνου» «διά
του οποίου θα υμνείται η αξία και η τιμή που απονέμεται εις την εργασία σήμερα
και θα τονίζεται η μεταβολή που επήλθε στη σκέψι και αντίληψι του εργαζομένου
κόσμου από της 4ης Αυγούστου 1936 και εντεύθεν».
Στο διαγωνισμό υπήρξαν 400
συμμετοχές. Την επιλογή και κρίση έκανε ειδική επιτροπή με επικεφαλής τον Τέλο
Άγρα. Το πρώτο βραβείο και 10.000 δραχμές έλαβε η υπό το ψευδώνυμο «Λάουρα», Μαρία
Κρυστάλλη. Το δεύτερο βραβείο και 6.000 δραχμές έλαβε ο υπό το ψευδώνυμο
«Ησίοδος», Νικηφόρος Βρεττάκος, το τρίτο και 2.000 δραχμές ο Κρίτων Σουρής και
το τέταρτο και 2.000 δραχμές η Ειρήνη Βλάχου. «Βάθος» και «πνευματική χροιά»,
στοιχεία συμβατά με τους σκοπούς της «Εργατικής Εστίας», αναγνωρίζει στο ποίημα
του Βρεττάκου ο Τέλος Άγρας εισηγούμενος το δεύτερο βραβείο να απονεμηθεί σε
αυτόν.
"Μέσα σε τέτοιες συνθήκες και δυο
χρόνια περίπου αργότερα από τότε, ανάλαβα την υπηρεσία μου στο Υπουργείο Ε. Βρέθηκα
ανάμεσα σε πολλή εχτίμηση. Ακόμη και ο γενικός γραμματέας μου μίλησε με πολλή
ευγένεια, καλώντας με ύστερα από μερικές ημέρες για να μου ειπεί να γράψω κι εγώ
δυο στίχους για «έναν ύμνο στην εργασία». Του είπα πως για τα τραγούδια αυτού
του είδους δεν χρειάζεται ποίηση αλλά λόγια. «Ό,τι χρειάζεται» μου απάντησε…»
Είναι 1939 και ο ποιητής ΝικηφόροςΒρεττάκος εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Έχει ήδη εκδώσει ποιητικές συλλογές,
προκαλώντας ακόμη και το ενδιαφέρον του Παλαμά, έχει ήδη ενοχλήσει το μεταξικό
καθεστώς με το βιβλίο του «ο Πόλεμος» το 1935, και τη συγκεκριμένη χρονιά
κυκλοφορούν δύο βιβλία του, η ποιητική συλλογή «Μαργαρίτα: εικόνες από το
ηλιοβασίλεμα» και το αφήγημα «Γυμνό παιδί». Η ανάγκη επιβίωσης και η αυτόβουλη βοήθεια
από ένα φίλο τον οδηγεί στις υπηρεσίες ενός υπουργείου. Είναι φράσεις του από
το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Οδύνη» που περιγράφουν την κατά παραγγελία των
ανωτέρων συγγραφή ενός ύμνου για τις προπαγανδιστικές ανάγκες του καθεστώτος.
Τετάρτη 23 Απριλίου 2014
Οι βιβλιοθήκες στα χέρια των επιχειρήσεων
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 19/4/2014]
Αν οι βιβλιοθήκες δεν είχαν γεννηθεί (και αναγεννηθεί) τις σημαντικότερες περιόδους του πολιτισμού μας, αν η δίψα για μάθηση και το όραμα για τη διάχυση της γνώσης δεν τις είχε γονιμοποιήσει ποτέ, σήμερα θα τις δημιουργούσε η επιχειρηματικότητα. Και όπως έπραξε με άλλα πολιτιστικά «προϊόντα», όπως το κινηματογραφικό έργο, θα έβαζε την κερδοσκοπική σφραγίδα της και σε αυτή τη διαδικασία: θα πλήρωνες για να διαβάσεις ή να δανειστείς ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη, όπως κάνεις σήμερα για ένα dvd στο βίντεο κλαμπ.
Το έσοδο για τα αρπακτικά του κέρδους θα ήταν (και είναι) τεράστιο, όχι μόνο από αυτή τη διαδικασία, αλλά κυρίως από την εισβολή της τεχνολογίας στις βιβλιοθήκες ή καλύτερα την παράδοσή τους σε αυτήν με τον τρόπο που επιτυχώς (προς το παρόν) γίνεται. Η τεχνολογία είναι μέσο ανάπτυξης, απελευθέρωσης, βελτίωσης, διευκόλυνσης, ωφέλειας, είναι επίσης μέσο πλουτισμού. Δεν μπορούμε, ούτε θέλουμε να αμφισβητήσουμε την επίδραση που ασκεί στη ζωή μας, οφείλουμε ωστόσο να αντιμετωπίσουμε στοχαστικά τα στοιχεία και τις επιδράσεις της.
Σε πρόσφατο άρθρο* του με τίτλο «οι βιβλιοθήκες στα χέρια των πολιτών», ο Τάσος Παγκάκης, στέλεχος μεγάλης εταιρείας τεχνολογίας, «πατώντας» στα βήματα πρωτοβουλιών όπως το «Future Library» του Ιδρύματος Νιάρχου και το TEDxRainier κάνει μια σειρά αποκαλυπτικών σκέψεων σχετικά με τις βιβλιοθήκες. Η εκτρωματική και εφιαλτική προσέγγιση των βιβλιοθηκών ως προϊόν από ανθρώπους άσχετους με αυτές, αλλά απόλυτα σχετικούς με την επιχειρηματικότητα είναι πάντα μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια, που κάποιες φορές βρίσκει θαυμαστές στο χώρο των βιβλιοθηκονόμων που αγωνιούν να προσεγγίσουν το μεγάλο κοινό σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών. Με δυο κουβέντες, για το συντάκτη του άρθρου οι βιβλιοθήκες 540 χρόνια τώρα απέτυχαν να διαθέσουν σε όλους τη γνώση, που εδώ και 22 χρόνια πέτυχε το internet, η «μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη».
Ο συντάκτης επιχειρηματολογεί για την ευχέρεια του ψηφιακού μέσου να διαμορφώνεται από τις προτιμήσεις των πολιτών-καταναλωτών, μπερδεύει σκόπιμα τις επιχειρήσεις που «ψηφιοποιούν» τις πληροφορίες με τις βιβλιοθήκες που κάνουν το ίδιο, υποβιβάζει τις βιβλιοθήκες σε «στατικούς χώρους» καταλογογράφησης και εύρεσης βιβλίων σε ράφια και «οραματίζεται» βιβλιοθήκες που θα γίνουν περιεχόμενο (λες και είναι κάτι άλλο) και προϊόν… Η βιωσιμότητα της γνώσης θα πρέπει να χρηματοδοτείται από ένα αντίτιμο από αυτόν που την επιθυμεί- διόλου παλιά η ιδέα, τα μέσα όμως για την προπαγάνδισή της είναι πλέον πανίσχυρα και με ευφάνταστο αμπαλάζ από ειδικούς της επικοινωνίας και του marketing.
Τι απαντούμε σε αυτά; Μα το εξής: οι βιβλιοθήκες, στα χέρια των πολιτών. Όχι στα χέρια των καταναλωτών, όχι στα χέρια των επιχειρήσεων. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τη διαχείριση των μέσων σε αυτούς που θα διαμορφώνουν τη διακίνηση του περιεχομένου κατά τα οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά συμφέροντά τους. Που δεν είναι κοινά με τα δικά μας.
* http://www.andro.gr/business/oi-vivliothikes-twn-politwn/
Τετάρτη 16 Απριλίου 2014
Οπτικό δοκίμιο περί ψευδωνυμίας
*οι φωτογραφίες των τραγουδιστριών είναι από τεύχη του περιοδικού "Το καινούριο τραγούδι" της δεκαετίας του '50. Τα ποιήματα είναι από την έκδοση του 1939 με τίτλο "Ύμνοι στην Εργασία"
Σάββατο 12 Απριλίου 2014
Το κλειδωμένο κλειδί
Κάποια στιγμή να ομολογήσουμε πως το κλειδί είναι φριχτά καταδικασμένο
να μένει μονίμως κλειδωμένο
έξω από όπου κάτι μέσα κλείδωσε. Και αυτή η ιστορία είναι
μια δίκαιη συνέπεια των πράξεών του.
Ποτέ δεν δοκίμασε την τύχη (το κλειδί) κάπου να κλειδωθεί ως κάτι πολύτιμο,
ένα ψέμμα ίσως.
Θέλω να πω πως το κλειδί αυτό ακριβώς είναι:
η αλήθεια που μένει πάντα απέξω.
Τρίτη 8 Απριλίου 2014
Οι βιβλιοθήκες ως χώροι κατανάλωσης*
του Χάρη Χεϊζάνογλου
*[Με αφορμή μια παρουσίαση της Βιβλιοθήκης της Βέροιας στο TEDxAthens από τον Δημήτρη Πρωτοψάλτου το 2010]
Αναλύοντας τυπολογίες χώρων και την ιστορική τους εξέλιξη δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς ότι τα τελευταία χρόνια (ειδικότερα μετά το ‘90) οι χώροι πια δεν ταυτοποιούνται τυπολογικά όπως στο παρελθόν, σύμφωνα με την λειτουργία τους, ούτε σχεδιάζονται ως τέτοιοι. Ο διαχωρισμός που έχει επικρατήσει είναι πλέον σύμφωνα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό τους χαρακτήρα. Παρά το γεγονός δηλαδή ότι το μουσείο, η βιβλιοθήκη κλπ εξακολουθούν να υφίστανται ως λειτουργίες, σχεδιάζονται πλέον ως δημόσιοι χώροι με μια κυρίαρχη λογική που πριμοδοτεί ισχυρά το στοιχεία του θεάματος, της κατανάλωσης (εμπορικής και οπτικής) και της συνάθροισης με στόχο τα παραπάνω.
Κάπως έτσι, και σε πλήρη αντίθεση με την κυρίαρχη αναλογία του μοντέρνου που ήταν το εργοστάσιο καθώς στόχος ήταν η λειτουργία, η κυρίαρχη αναλογία σήμερα είναι το πολυκατάστημα. Όλα γίνονται malls και κυρίως όλα λειτουργούν ως τέτοια. Ακόμα λοιπόν κι αν μορφολογικά η βιβλιοθήκη στην Βέροια δεν μοιάζει με mall, ο τρόπος που παρουσιάζεται η λειτουργία της αποδεικνύει ακριβώς αυτό.
Η βιβλιοθήκη αντιμετωπίζεται ως happening, ως σημείο οπτικής κατανάλωσης, ως κόμβος ανταλλαγής πληροφορίας και ως σημείο συνάθροισης με στόχο τα παραπάνω. Η παρουσίαση εστιάζει στα τάμπλετς, τον αριθμό των εγγεγραμμένων και των επισκεπτών, στις ομάδες πολιτών που μαζεύονται εκεί, στην αισθητική διάσταση του «ποιος πάει εκεί» και «γιατί πάει εκεί», στη civic society (η λέξη έχει γίνει μάστιγα).
Τι απουσιάζει σε όλο αυτό; Το ουσιαστικό περιεχόμενο που κάνει μια βιβλιοθήκη αυτό που είναι, τα βιβλία ή, για να το πω στη γλώσσα που έχει υιοθετηθεί, η «πληροφορία». Είναι εκπληκτικό ότι δεν αναφέρεται πουθενά ούτε το πόσα βιβλία υπάρχουν, αναλογικά ή ψηφιακά, ούτε ποιες θεματικές ενότητες καλύπτονται, ούτε πώς εμπλουτίζεται η βιβλιοθήκη με νέους τίτλους, ούτε πώς εξυπηρετούνται ερευνητές που αναζητούν πληροφορία που δεν υπάρχει ονλάιν, ούτε πώς συνδέεται η βιβλιοθήκη με την ιδιαίτερη πληροφορία που αφορά τον τόπο στον οποίο βρίσκεται, ούτε ποια είναι η διασύνδεση της συγκεκριμένης βιβλιοθήκης με άλλες ώστε κάτι που αναζητά κανείς εκεί και δεν το βρίσκει να παραπέμπεται αλλού και τόσα άλλα πράγματα που αφορούν καθαρά την λειτουργία της βιβλιοθήκης ως τέτοια, ως αρχείο ψηφιακής ή αναλογικής πληροφορίας κι ως σημείο πρωτογενούς παραγωγής πληροφορίας, κι όχι αποκλειστικά ως κόμβο ανταλλαγής της.
Για να μην παρεξηγηθώ, μπορεί η βιβλιοθήκη της Βέροιας να είναι μια καλή βιβλιοθήκη, να ικανοποιεί τον κόσμο της πόλης και τις ανάγκες του. Η ένσταση μου είναι στον τρόπο που παρουσιάζεται, ως happening, και ως πρότυπο για «την βιβλιοθήκη του μέλλοντος». Κατά τη γνώμη μου ο ρόλος της βιβλιοθήκης είναι άλλος από αυτόν που παρουσιάζεται εδώ, κι όσο κι αν έχει μεταβληθεί εξαιτίας των αλλαγών της τεχνολογίας, παραμένει σκληρά λειτουργικός και απαραίτητος για τους εργάτες της γνώσης. Είναι πολύ ενδιαφέρον να αντιμετωπίζεται ως ανοιχτός, δημόσιος, κοινωνικός χώρος αλλά είναι προβληματικό αυτό να γίνεται αυτοσκοπός.
Δευτέρα 7 Απριλίου 2014
Τα «συν» της Συμπρωτεύουσας
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 7/4/2014]
Έχει 16 παραρτήματα (κεντρική, περιφερειακές, παιδικές,
σχολική, παιδαγωγική), οργανώνει εκθέσεις, συναυλίες, βιβλιοπαρουσιάσεις,
αφιερώματα, διαλέξεις, συνέδρια, συγκροτεί λέσχες ανάγνωσης, θεατρικό εργαστήρι
και κοινωνικό φροντιστήριο, προσφέρει μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και δωρεάν
σεμινάρια (κηποτεχνίας, ξένων και ελληνικής γλώσσας, σχολής γονέων, υφαντικής,
δημιουργικής γραφής εφήβων, πλεξίματος κ.α.). Είναι βιβλιοθήκη, δημοτική
βιβλιοθήκη, στην Ελλάδα, και δεν είναι βέβαια η δημοτική βιβλιοθήκη της Αθήνας,
αλλά αυτή της Θεσσαλονίκης. Το «βέβαια» της τελευταίας φράσης θα το εξετάσουμε
σε επόμενο σημείωμα, αφού η δημοτική βιβλιοθήκη της Αθήνας ατύχησε στην
πολύχρονη ιστορία της και δεν αναπτύχθηκε όσο θα απαιτούσε το γεγονός και μόνο
ότι είναι η βιβλιοθήκη της πρωτεύουσας της χώρας.
Ας μείνουμε λοιπόν στη συμπρωτεύουσα. Και ας αντιληφθούμε
επιτέλους πως το αυτονόητο δεν είναι πάντα αδύνατο σε αυτή τη χώρα. Η Δημοτική
Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης έχει πετύχει καταρχάς κεντρικό σχεδιασμό και όραμα,
ανάπτυξη στον ιστό της πόλης, κάλυψη ή προσπάθεια κάλυψης των ποικίλων αναγκών
για το σύνολο των κατοίκων, χρήση και ως πολιτιστικού κέντρου και ως κοινωνικού
χώρου, ενεργοποίηση και συμμετοχή των πολιτών. Έχει γίνει κυψέλη των δημιουργικών
ανθρώπων της πόλης, σε αυτή δημιουργούν και συναντιούνται, σε αυτή
συναντιούνται με τους πολίτες. Ιδρύθηκε το 1932, γεννήθηκε το 1939. Το πρώτο
της παράρτημα προκύπτει το 1957 (στην Άνω Τούμπα) και η πρώτη κινητή βιβλιοθήκη
το 1963. Αποκτά το νέο κεντρικό της κτίριο το 2001 με τη συμβολή γενναίων
δωρεών από τον ποιητή Γεώργιο Βαφόπουλο (120 εκ. δραχμές) και την
Ευθυμία Επιβατιανού (100 εκ.
δραχμές).
«Το ονειρικό ταξίδι
της φυσαρμόνικας», «Παγκόσμια ημέρα ποίησης: του πάθους και της Απουσίας», «Το θέμα είναι τώρα τι λες»: αφιέρωμα στο
Μανόλη Αναγνωστάκη», «Φτιάξτε το δικό σας ηλεκτρονικό βιβλίο», «Διαβάστε μας το
ποίημα της καρδίας σας (ποιητικό μαθητικό αναλόγιο)», «Άραγε τι θέλει να πει ο
ποιητής;», «Παρέα με το συγγραφέα στη βιβλιοθήκη μου», «Τα trans λιπαρά
οξέα στη διατροφή μας», «Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης στην Κεντρική Δημοτική
Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης» είναι οι τίτλοι κάποιων από τις εκδηλώσεις του
«ποιητικού» Μαρτίου στη βιβλιοθήκη της συμπρωτεύουσας. Την ίδια περίοδο τρέχουν
και οι υπόλοιπες δράσεις που έχουν σχεδιαστεί για όλη τη χρονιά. Όλα αυτά σαν
επιπλέον υπηρεσίες στη βασική της μελέτης, ανάγνωσης και δανεισμού των βιβλίων
και του συνολικού υλικού των συλλογών.
Δεν θα ήταν επομένως άστοχο να παραδεχθούμε πως το «συν» στο
χαρακτηρισμό της Θεσσαλονίκης ως συμπρωτεύουσας μάλλον κάτι άλλο εννοεί, από το
μοίρασμα της ιδιότητας με την Αθήνα: η Θεσσαλονίκη μπορεί και είναι
«πρωτεύουσα» στον πολιτισμό, με πολλά «συν» στο ενεργητικό της.
Πέμπτη 3 Απριλίου 2014
Ένα παραμύθι για τη νύχτα
Κάποτε μπήκε μέσα της - πλανήθηκε στη γεύση και τη μυρωδιά της, κολύμπησε στα στήθη της και πάλεψε αντρίκια με τα μαλλιά και τα φιλιά της. ύστερα βγήκε κι έφυγε. κάποτε ανακάλυψε πως κάτι δικό του είχε χάσει μέσα της, κάτι πολύτιμο, που χωρίς αυτό δεν μπορούσε να ζήσει. κι επέστρεψε. και κάθε βράδυ πια μπαίνει μέσα της και ψάχνει να το βρει.
***
ο πίνακας είναι του εδουάρδου σακαγιάν
Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014
Η παλιά ιστορία των σπιτιών
Τα σπίτια δεν ήταν πάντα αυτά που ξέρεις γλυκό μου παιδί - δεν ήταν δεμένα και ακίνητα, πάντα σιωπηλά και ανέκφραστα. Τα παλιά χρόνια (μου είπε) τα σπίτια ήταν ελεύθερα να πάνε όπου θένε. Συχνά τα έβλεπες παρέες-παρέες να κατεβαίνουν γελώντας τις πλαγιές του βουνού σαν ξαναμμένα κοριτσόπουλα ή άλλοτε να παίζουν στο νερό σαν άγουρα αγόρια, ή να συζητούν ήσυχα καπνίζοντας τους έρωτες κάτι νύχτες με βροχή.
Μια μέρα, ξαφνικά, τα σπίτια σταμάτησαν. Αναίτια, χωρίς λόγο, χωρίς μια εξήγηση, δεν ασχολήθηκαν καν να μας πουν κάτι σαν ενημέρωση, προειδοποίηση, ανακοίνωση έστω. Με τον καιρό συνηθίσαμε την ακινησία τους και ύστερα μπήκαμε μέσα τους και μείναμε για πάντα εκεί - προστατευμένοι. Έτσι χωρίς λόγο, χωρίς εξήγηση, τα κατοικήσαμε. Δεν τα ρωτήσαμε καν. Με τον καιρό πάψαμε να σκεφτόμαστε αυτή την ιστορία.
Όμως, καλό μου παιδί, (μου είπε) καμιά φορά σκέφτομαι πως μπορεί μια νύχτα με βροχή εξίσου ξαφνικά να αποφασίσουν να ξαναζωντανέψουν τα σπίτια. Και να φύγουν...
***
η ζωγραφιά είναι της Στέλλας
Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014
Τα αποδημητικά πουλιά
Αυτό το δέντρο στη Γερμανία είναι γερμανικό. Στην Τουρκία, τουρκικό. Και στην Ελλάδα, ελληνικό προφανώς. Οι ρίζες του σκάβουν το γερμανικό, τουρκικό ή ελληνικό έδαφος αντιστοίχως. Τα φύλλα του τα ρίχνει στο γερμανικό, τουρκικό ή ελληνικό χώμα.
Σε αυτά τα δέντρα, καμιά φορά, στέκονται και κελαηδούν αποδημητικά πουλιά. Που κάθε δέντρο είναι πατρίδα τους.
Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014
Σπουδή στο Θεόφιλο
Στη Στέλλα, που είναι 4 ετών, αρέσει πολύ να ζωγραφίζει. Εδώ ζωγράφισε τον "Αθανάσιο Διάκο" με τον τρόπο του Θεόφιλου.
Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014
1ο Φεστιβάλ Παιδείας
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 23/3/2014]
Ανοιχτό σχολείο και πολιτισμός
στη γειτονιά. Αυτό ήταν το πείραμα του 1ου Φεστιβάλ Παιδείας που
συνδιοργάνωσαν 14 και 15 Μαρτίου στα Άνω Πατήσια η Γ’ ΕΛΜΕ και η Ένωση Γονέων
της 5ης Δημοτικής Κοινότητας. Αρωγοί σε αυτή τη διοργάνωση η Α΄ ΕΛΜΕ
και οι Ενώσεις Γονέων της 6ης Δημοτικής Κοινότητας, του Γαλατσίου
και της Νέας Φιλαδέλφειας-Χαλκηδόνας. Το πρόγραμμα του φεστιβάλ περιείχε
εισηγήσεις και συζήτηση για την εκπαίδευση, δύο θεατρικές παραστάσεις και
συναυλία μαθητικών συγκροτημάτων. Την πρώτη μέρα μίλησαν για το Νέο Λύκειο και
τις αλλαγές στην εκπαίδευση ο Παύλος Χαραμής και για την αξιολόγηση, τη
διαθεσιμότητα και τις απολύσεις εκπαιδευτικών ο Γρηγόρης Καλομοίρης. Η συζήτηση
που ακολούθησε έδωσε τη θέση της στην παράσταση του έργου “Himmelweg” του Χουάν Μαγιόρκα από τη
Θεατρική Ομάδα της Πολιτιστικής Λέσχης της ΟΛΜΕ. Η δεύτερη μέρα ξεκίνησε με τη διαδραστική
παράσταση της ακτιβιστικής ομάδας «Θέατρο του Καταπιεσμένου» για τη ρατσιστική
βία και ακολούθησαν οι συναυλίες των μαθητικών συγκροτημάτων Acoustica, Ηχώ από Σκιάθου και Subtle Approach.
Όπως είπαν οι διοργανωτές, το 1ο
φεστιβάλ θα το ακολουθήσει και δεύτερο, αφού γι’ αυτούς ο θεσμός που ξεκίνησε
είναι ο τρόπος που προτείνεται ώστε τα σχολεία να ανοίξουν στην κοινωνία, να τη
δεχτούν με τα ζητήματα που αυτή θέτει και να την «παντρέψουν» με την ενέργεια
και την αποστολή τους. Γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικοί καλούνται μαζί να
δουλέψουν γι’ αυτό, να σκεφτούν, να μιλήσουν και να διεκδικήσουν από κοινού την
ποιότητα της εκπαίδευσης. Η γειτονιά αποκτάει σχέση με το σχολείο, όλες οι
ηλικίες, οι εθνότητες, οι απόψεις έχουν βήμα έκφρασης και χώρο πρόσβασης στην
πολιτιστική δράση. Η κοινωνική συνοχή, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα, ο
στοχασμός, η ελευθερία έκφρασης, η καλλιέργεια της τοπικής ιστορίας είναι
ζητούμενα, στόχοι και κατακτήσεις.
Οι δράσεις αυτές αποτελούν έκφραση
της συλλογικής δημιουργίας και επιχειρούν το δεσμό, εκεί που η κοινωνική,
πολιτική και οικονομική συγκυρία εργάζεται για τη διάλυση της κοινωνίας. Είναι
στην πράξη διεκδίκηση της ελεύθερης έκφρασης, στην πράξη ρητορική πάνω στα
κοινωνικά προβλήματα, στην πράξη άμεση επικοινωνία και όχι διαμέσου Μέσων που
φιλτράρουν για λογαριασμό μας.. και επιλέγουν για λογαριασμό των αφεντικών τους
την πληροφορία. Όλα αυτά δεν ανακαλύπτονται τώρα. Το παράδειγμα του φεστιβάλ
παιδείας είναι άλλη μια προσπάθεια. Με τα κενά, τις εμμονές, τις αδυναμίες του,
αλλά και το κέφι, την έμπνευση, τον ερασιτεχνισμό του. Στην παράσταση του
«Θεάτρου του Καταπιεσμένου» ένας μικρός θεατής, ο Παύλος νομίζω, διέκοψε και
ζήτησε την αντικατάσταση του ηθοποιού που έπαιζε το ρόλο του ρατσιστή. «Ίσως να
μην θέλει να είναι κακός, ίσως όταν ήταν μικρός να είχε υποστεί και ο ίδιος
βία, ίσως να μην ξέρει τι κακό κάνει η βία». Όλοι γελάσαμε αμήχανα και τον
χειροκροτήσαμε θερμά. Ο Παύλος, Παύλο τον έλεγαν νομίζω, είναι η φωνή μας.
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014
Αυτός ο άνθρωπος μπροστά σας
Πάνω από τούτο το χαλί που πατάμε
είναι τα χέρια της μητέρας μου.
Μην τα πληγώσετε προσέξτε.
Πάνω απ' αυτό το ωραίο κέντημα
είναι τα μάτια της μητέρας μου.
Μην τα τυφλώσετε προσέξτε.
Πάνω από τούτη την πλεχτή φανέλα
είναι της μητέρας μου τα όνειρα.
Μην τα τρομάξετε προσέξτε.
Πάνω από αυτή τη ζωγραφιά που βλέπετε
είναι η ψυχή της μητέρας μου.
Προσέξτε μην τη βαρύνετε.
Αυτός ο άνθρωπος μπροστά σας
είναι ο καθρέφτης μιας ζωής φευγάτης.
Εγώ είμαι το αίμα της μητέρας.
Μην με στεγνώσετε άδικα...
***
Η φωτογραφία είναι του Αλβανού μετανάστη Ενρί Τσανάι. Ήρθε στην Ελλάδα το 1991. Λέει γι' αυτήν: «Την Ιωάννα, που είναι Ελληνίδα, τη συναντούσα συχνά στο κέντρο της Αθήνας, κυρίως στην Ομόνοια, όπου συνήθως πήγαινε για να βρει τη δόση της. Την έχω φωτογραφίσει πολλές φορές. Κάποια στιγμή παρατήρησα αυτό το M στο στήθος της. Τη ρώτησα τι σημαίνει. Μου απάντησε "μαμά". Η ίδια δεν είναι μητέρα. Το Μ είναι μάλλον για τη δική της μητέρα. Την Ιωάννα την είχαν εγκαταλείψει οι γονείς της όταν ήταν ακόμη παιδί. Ζούσε μόνη με τους παππούδες της και ένα τραβεστί κάπου στη Συγγρού. Εκανε και την πόρνη. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους έχουν σκληρές ιστορίες πίσω τους».
***
Το ποίημα είναι του Αλβανού μετανάστη Λουάν Τζούλις από τη συλλογή "Μυρίζω Μήλο" (Καστανιώτης, 2003). Ήρθε στην Ελλάδα το 1995. "Όλα τα πράγματα είναι συμπεράσματα από τη ζωή που ζούμε", λέει...
***
Σήμερα είναι παγκόσμια ημέρα της ποίησης και παγκόσμια ημέρα ενάντια στο ρατσισμό. Σήμερα είπαμε μια ομάδα φίλων να αναρτήσουμε μια φωτογραφία κι ένα ποίημα στα ιστολόγιά μας. Συμμετέχουν:
Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014
Ένα ταξίδι στην Τσεχία
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 16/3/2014]
Όταν κοιτάς από το παράθυρο του
αυτοκινήτου τα τοπία γύρω σου να φεύγουν, να επιστρέφουν εκεί από όπου εσύ έφυγες,
συμβαίνουν δύο πράγματα: καταρχάς εσύ κάπου πας, και κατά δεύτερο λόγο εσύ δεν
είσαι μέρος του τοπίου που απολαμβάνεις. Το να παρατηρούμε τι κάνει ο κόσμος
των βιβλιοθηκών σε όλο τον κόσμο επιφέρει για τους περισσότερους από εμάς αυτό
το δυσάρεστο συναίσθημα: δεν είμαστε μέρος του τοπίου που σαφώς θαυμάζουμε.
Επομένως το ταξίδι δεν εκπληρώνει την αποστολή του.
Το πρόσφατο ταξίδι ενός
συναδέλφου στην Τσεχία μας έφερε κάποιες αποσκευές. Η συζήτησή μας πάνω στις
εντυπώσεις του από εκεί είχε πάλι αυτή την ελεγχόμενη οργή που προκαλεί η
επίμονη ερώτηση «εμείς τι κάνουμε;». Η Τσεχία λοιπόν, με τις 14 περιφέρειες και
τις 6000 κοινότητες/δήμους που έχει, διαθέτει αυτή τη στιγμή 1 Εθνική, 14
περιφερειακές, 5408 δημόσιες και 3900 σχολικές βιβλιοθήκες. Στην καταγραφή αυτή
εξαιρούμε προφανώς τις λοιπές ειδικές βιβλιοθήκες. Όλες αυτές οι
βιβλιοθήκες συγκροτούν ενιαίο δίκτυο,
προκειμένου να αντιμετωπιστούν με συγκροτημένο σχεδιασμό και το καλύτερο επιδιωκόμενο
αποτέλεσμα ζητήματα πολιτικών λειτουργίας, οικονομικής διαχείρισης, ισότιμης
παροχής υπηρεσιών σε όλους τους Τσέχους. Η Εθνική Βιβλιοθήκη της χώρας με τις
περιφερειακές και τις ειδικές υποχρεούνται
να συνεργάζονται στους δύο βασικούς στόχους της σύνταξης της εθνικής
βιβλιογραφίας και της ενημέρωσης του συλλογικού καταλόγου του υλικού όλων των
βιβλιοθηκών της χώρας. Διαχειριζόμενη όλο αυτό το δίκτυο η Εθνική Βιβλιοθήκη
της Τσεχίας είναι ο μοναδικός διαπραγματευτής για όλες τις βιβλιοθήκες του
δικτύου για την απόδοση των πνευματικών δικαιωμάτων για το δανεισμό, αλλά και
για την πρόσβαση στην ηλεκτρονική πληροφόρηση, τις βάσεις δεδομένων και τα
ηλεκτρονικά περιοδικά. Παρέχοντας το δικαίωμα αυτό σε κάθε βιβλιοθήκη του
δικτύου, επιτυγχάνει η Τσεχία την πρόσβαση όλων σε αυτές.
Ερχόμαστε λοιπόν τώρα στο
αυτοκίνητο, αφήνουμε το τοπίο και παρακολουθούμε τον οδηγό… Δεν υπάρχει δίκτυο
βιβλιοθηκών, αλλά δίκτυα, θεσμοποιημένα ή όχι. Υπάρχουν οι δημόσιες/λαϊκές
βιβλιοθήκες, οι νοσοκομειακές, οι ακαδημαϊκές, οι σχολικές. Επομένως δεν
υπάρχει κεντρικός σχεδιασμός, εξοικονόμηση και αξιοποίηση πόρων, ενισχυμένη
διαπραγματευτική ισχύς για την πρόσβαση στις ηλεκτρονικές πηγές, ανάπτυξη
μεγάλων έργων οργάνωσης και παροχής πληροφοριακών υπηρεσιών (εθνική
βιβλιογραφία, ψηφιοποίηση υλικού κ.α.). Είναι πάγιο αίτημα δεκαετιών η
συγκρότηση ενός δικτύου βιβλιοθηκών και ο κεντρικός οραματικός και ρεαλιστικός
σχεδιασμός της πολιτικής βιβλιοθηκών.
Όταν επιστρέφεις από το ταξίδι,
βλέπεις πάλι τα τοπία που έβλεπες όταν πήγαινες. Τότε εκείνα πήγαιναν εκεί από
όπου εσύ έφευγες. Τώρα τα βλέπεις να κάνουν το ίδιο, και ενώ εσύ επιστρέφεις
στην αφετηρία σου, εκείνα πάνε στον αρχικό προορισμό σου. Με λίγα λόγια τοπία
και οδηγοί θα συναντιόμαστε μονάχα στις διαδρομές μας.
Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014
Έργα και ημέρες ενός βιβλιοθηκάριου: Ι
Δυο τυχαίες μέρες στη σειρά από τις πολλές μέρες που ζεις και ανασαίνεις στη βιβλιοθήκη. Καταλογογραφείς. Τούτο σημαίνει "εντάσσεις τα βιβλία της συλλογής σε έναν κατάλογο, (ηλεκτρονικό εν προκειμένω), δημιουργείς σημεία πρόσβασης στο υλικό για τους χρήστες της βιβλιοθήκης". Τέλος πάντων είναι βασική δουλειά ενός βιβλιοθηκάριου, αιώνες την κάνει το σινάφι μας. Δεν είναι η μόνη, είναι ουσιαστική. Σαν να πασπατεύεις το βιβλίο, τα γυμνά του μέρη, το θωπεύεις να σου πει τα μυστικά του, βοηθούσης της Άνοιξης που μας κρυφοκοιτάει θα έλεγα πως πρόκειται για μια πράξη ερωτική.
Όλες οι σχέσεις έχουν τα πάνω και τα κάτω τους... έτσι κι εδώ: τη μια μέρα καταλογογραφείς βιβλία φιλοσοφίας, την άλλη χειρουργικής, την τρίτη ένα γαλλικό βιβλίο για τη Μεγάλη Ιδέα! Το τι ορίζεις "πάνω' και τι "κάτω" είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας. Ας πούμε προχθές καταλογογραφούσα Σοπενχάουερ. Κι αυτό το ονομάζω "πάνω". Δείτε:
Την επόμενη έρχεται από καραμπόλα στα χέρια σου ένας τόμος με συσταχωμένα ανάτυπα ενός Έλληνα χειρούργου των αρχών του αιώνα, που λέγεται Θεόδωρος Λ. Παπαιωάννου, ο οποίος το 1933 γράφει άρθρα σε γερμανικά και γαλλικά περιοδικά, στο Βερολίνο και το Κάιρο, για την υστερεκτομή, την κήλη, τις αιμορροΐδες... Αυτό για λόγους καθαρά... προσωπικούς το ονομάζω "κάτω. Δείτε παρακαλώ:
Κι έρχεται η τρίτη μέρα, ας την πούμε "σήμερα", που στα χέρια σου πέφτει ένα βιβλίο κάποιου Edouard Driault που λέει για τη Μεγάλη Ιδέα και "την αναγέννηση του Ελληνισμού". Και αυτό τώρα το λες "πέρα", γιατί το μυαλό σου καθώς καταλογογραφείς σκέφτεται πως ο Driault δεν ήξερε το 1920 σε ποια αναγέννηση του Ελληνισμού οδήγησε 2 χρόνια μετά η μεγάλη ιδέα...
Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014
Βιβλιοθήκες και φυλακές
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 9/3/2014]
Από το «Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ» του Frank Darabont (1994) ως το “I love you” του Phillip Morris (2009)
και από το “Johny Apollo”
του Henry Hathaway
(1940) ως το “Edmond” του
Stuart
Gordon (2005),
είναι δεκάδες οι αμερικανικές ταινίες που περιέχουν σκηνές με βιβλιοθήκες
φυλακών. Στις εν λόγω σκηνές οι βιβλιοθήκες λειτουργούν είτε ως φόντο εξέλιξης
της πλοκής, είτε ως σημαντικό μέρος της. Τούτο σημαίνει πως στην αμερικανική
κουλτούρα οι βιβλιοθήκες αυτές δεν είναι κάτι ιδιαίτερο ή ξένο, είναι μια
οικεία εικόνα όπως τόσες άλλες του κόσμου των φυλακών.
Οι πρώτες βιβλιοθήκες σε φυλακές υπήρξαν στις Ηνωμένες
Πολιτείες ήδη από το 1790, με αρχικό στόχο μέσα από τη θρησκευτική κατήχηση να
επηρεάσουν τη συμπεριφορά και το σωφρονισμό των κρατουμένων. Βιβλιοθήκες σε
φυλακές δεν έχουν βέβαια μόνο οι ΗΠΑ. Ο Καναδάς ήδη ενδιαφερόταν γι’ αυτές από
το 19ο αιώνα, η Βρετανία βάσει νόμου οφείλει να έχει βιβλιοθήκες
στις φυλακές ή να δίνει πρόσβαση σε βιβλιοθήκη στους κρατούμενους τους. Κατά κανόνα
βιβλιοθηκονόμους απασχολούσαν και απασχολούν οι βιβλιοθήκες των φυλακών σε
Γερμανία και Γαλλία, οι οποίες επίσης πρωτοεμφανίστηκαν το 19ο
αιώνα, και στην Ιταλία (αρχές του 20ου). Η ανάπτυξη των εν λόγω
βιβλιοθηκών ποικίλει βέβαια από χώρα σε χώρα, οι ανεπτυγμένες ωστόσο χώρες τις
έχουν ως αναπόσπαστο στοιχείο του σωφρονιστικού τους συστήματος.
Ποια είναι αλήθεια η ελληνική πραγματικότητα; Δεν είναι
σπάνιο το αίτημα που κατά καιρούς εμφανίζεται
από συλλογικότητες και μεμονωμένους ανθρώπους για τη δωρεά βιβλίων και
την συγκρότηση βιβλιοθηκών στις ελληνικές φυλακές. Τούτο δείχνει πως κάποιοι
αντιλαμβάνονται την ανάγκη και προσπαθούν αυτενεργώντας να την καλύψουν. Έτσι
έχουν προκύψει συλλογές στις γυναικείες φυλακές Θηβών, στις Φυλακές Ανηλίκων
Αυλώνα, στις φυλακές της Κω, των Διαβατών και αλλού.
Τι αντιλαμβάνεται λοιπόν αυτή η κίνηση και τι δεν θέλει να
καταλάβει χρόνια τώρα η υπηρεσιακή και πολιτική ηγεσία του Υπουργείου
Δικαιοσύνης; Ότι οι βιβλιοθήκες είναι χρήσιμες και κρίσιμες στις φυλακές, είναι
εργαλείο μόρφωσης, ψυχαγωγίας και σωφρονισμού, είναι δικαίωμα που πρέπει να
παρέχει το κράτος σε όσους παρανόμησαν και εγκλημάτησαν. Λαμβάνοντας υπόψη
μάλιστα τη γλώσσα, το θρήσκευμα, την κάθε είδους ταυτότητα των εγκλείστων στις
φυλακές. Όλες αυτές οι εθελοντικές και πρωτοβουλιακές κινήσεις θα πρέπει να μην
καταλήξουν στην αναπόφευκτη απαξίωση του ερασιτεχνισμού, αλλά να αποτελέσουν
έμπνευση και τομή στις πολιτικές σωφρονισμού του ελληνικού κράτους.
Μια δημοτική βιβλιοθήκη στη Φινλανδία στήριξε ένα πρόγραμμα
για κρατουμένους σε φυλακές: έθεσε το υλικό και τον εξοπλισμό της στη διάθεσή
τους. Βοήθησε κρατούμενους γονείς να ηχογραφήσουν τον εαυτό τους να διαβάζει
παραμύθια και παιδικά βιβλία. Τα CD που δημιουργούνται φτάνουν στα παιδιά
τους με το ταχυδρομείο. Δεν είναι ότι λείπουν οι ιδέες. Η θέληση να τις
εφαρμόσουμε λείπει.
Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014
Για το Σωτήρη Σιώκο
του Γιώργου Γλωσσιώτη,
προέδρου της Ένωσης Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων της Πληροφόρησης
προέδρου της Ένωσης Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων της Πληροφόρησης
Σύντροφος, φίλος, αγωνιστής, άνθρωπος… Τόσο αναπάντεχα έφυγε από κοντά μας ο Σωτήρης. Οι λέξεις μοιάζουν λίγες να περιγράψεις αυτόν που δεν είναι πια κοντά μας. Με την αγάπη του για το βιβλίο, τις τέχνες, το θέατρο, τη μουσική, τις βιβλιοθήκες. Με το πάθος του για έναν δικαιότερο κόσμο. Με τους αγώνες του στην Αριστερά. Με ένα χαμόγελο πάντα. Δεν θα γράψω εδώ για την πορεία του. Σύντροφοι που τον ζήσανε χρόνια από κοντά είναι ίσως πιο καλό να μιλήσουν για αυτόν. Για την ακρίβεια δεν θα ήθελα να γράψω κάτι. Αλλά το θλιβερό άκουσμα προτρέπει. Από τη θέση του στο Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ ο Σωτήρης έδωσε κάθε αγώνα για τις βιβλιοθήκες. Θεώρησε τις βιβλιοθήκες ως βασικό συστατικό μια δημοκρατικής κοινωνίας και πάλεψε για την ενίσχυση του ρόλου τους. Έφερε τις βιβλιοθήκες στο κέντρο του πολιτισμού και προσπαθούσε πάντα να είναι βασική πολιτική επιλογή για το βιβλίο, την μόρφωση, την ψυχαγωγία. Τα συλλυπητήρια στην οικογένεια του και ιδιαίτερα στην σύντροφο της ζωής του, την Γιώγια, μοιάζουν λίγα. Η μνήμη μας είναι αυτή που θα τον κρατήσει κοντά μας. Και το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας Σωτήρη. Καλό ταξίδι σύντροφε…
Η παγκόσμια φλυαρία
Να πούμε εδώ πως στην παγκόσμια φλυαρία συμμετέχουν με τις μικρές τους δυνάμεις:
- η ψιχάλα που κεντάει τη σιωπή.
- εκείνη, ανοίγοντας τα μάτια της το πρωί
- το δάκρυ που έσταξε
- το σαλιγκάρι που γλιστράει στα βρεγμένα αγριόχορτα
- ο επιθανάτιος ρόγχος
- οι ηδονικοί αναστεναγμοί
Τρίτη 4 Μαρτίου 2014
Οι βιβλιοθήκες είναι συναντήσεις
[Αναδημοσίευση του άρθρου του Βιβλιοθηκάριου στην "Αυγή της Κυριακής" 2/3/2014]
Οι βιβλιοθήκες δεν είναι τα βιβλία, δεν είναι το κοινό τους, δεν είναι οι βιβλιοθηκάριοι. Τούτο δεν σημαίνει πως η βιβλιοθήκη είναι κάτι χωρίς ένα από αυτά. Είναι λοιπόν η συνάντησή τους. Ο βιβλιοθηκάριος και το βιβλίο είναι η οργάνωση της βιβλιοθήκης, ο βιβλιοθηκάριος και το κοινό είναι η κάλυψη των πληροφοριακών/ψυχαγωγικών αναγκών από τη βιβλιοθήκη, το βιβλίο και το κοινό είναι η γνώση και η ανάγνωση. Σε χώρες με ανάπηρη πολιτική βιβλιοθηκών η σχέση των τριών αυτών παραμέτρων αναπτύσσεται άνισα και περιστασιακά με συνέπεια να δημιουργούνται καθοριστικές αδυναμίες.
Θέμα του σημερινού κειμένου είναι οι «συναντήσεις», προνομιακό στοιχείο του βιβλιοθηκονομικού επαγγέλματος, τόσο με το υλικό, όσο και με το κοινό των βιβλιοθηκών. Η ποικιλία, οι διαφορετικές οπτικές και σκιάσεις, οι συνθέσεις και οι αναιρέσεις είναι καθημερινότητα του βιβλιοθηκονόμου αφού από τα χέρια του περνάει πλήθος υλικού και εκφρασμένων αιτημάτων πληροφόρησης ή ψυχαγωγίας. Η τριβή αυτή του επιτρέπει την ανάπτυξη ενός εγκυκλοπαιδισμού από τη μια, και μιας άμεσης αντίληψης των αναγκών του κοινού από την άλλη. Κυρίαρχο «κουσούρι» αυτής της τριβής είναι η ανοχή στη διαφορετικότητα και η διαλεκτική παιδεία που αποκτά.
Δύο από τα βιβλία που πρόσφατα πέρασαν από τα χέρια μου, το ένα για να καταλογογραφηθεί και το άλλο για να δοθεί προς δανεισμό θα μπορούσαν να είναι αυτό το διαλεκτικό δίπολο: το πρώτο είναι το «Mon univers” της Helen Keller (Felix Alcan, 1914), το δεύτερο o “Αριστοφάνης: ο πρώτος του κομμουνισμού πολέμιος», του Αντώνιου Χαλά (Εστία, 1938). Ο πρώτος (βιβλία του οποίου σήμερα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Γεωργιάδη…) επιτίθεται με όχημα τον… Αριστοφάνη και εν μέσω του μεταξικού δικτατορικού καθεστώτος, στον κομμουνισμό που «απειλεί να εξαλείψει τις μεγάλες ελληνικές αρετές της Σοφίας, Ανδρείας και του Κάλλους». Το βιβλίο της Keller με παίδεψε προσπαθώντας να το περιγράψω στον κατάλογο της βιβλιοθήκης. Τι θέμα να βάλεις στη ζωή ενός ανθρώπου, που ως τη στιγμή που το έπιασα στα χέρια μου αγνοούσα την ύπαρξή του; «H Helen Keller ήταν το πρώτο άτομο με κώφωση και τύφλωση που αποφοίτησε από πανεπιστήμιο το 1914, υπέρμαχος του δικαιώματος της γυναικείας ψήφου, των εργατικών δικαιωμάτων και του σοσιαλισμού, καθώς και άλλων προοδευτικών κινημάτων» διαβάζω σε μια εγκυκλοπαίδεια.
Νομίζω τελικά πως οι βιβλιοθήκες είναι η συνάντησή μας με το διαλεκτικό σύμπαν του ανθρώπινου ψυχισμού και της διανόησης, είναι πόρτες που ανοίγουμε στο χθες και το αύριο. Και καλό είναι να τις έχουμε ανοιχτές.
Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014
Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014
Δράσεις αλληλεγγύης στα σχολεία
[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 23/2/2014]
Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο αποτελεί το 1ο
Διασχολικό Ανταλλακτικό Παζάρι που διοργάνωσαν την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου στα
Άνω Πατήσια η Ένωση Γονέων της 5ης Δημοτικής Κοινότητας και οι
Σύλλογοι Γονέων 4 σχολείων (τα δημοτικά 142ο, 101ο, 65ο
και 113ο). Όπως λένε στην ανακοίνωσή τους οι διοργανωτές, 5.500
αντικείμενα (ρούχα, βιβλία, CD,
DVD, παιχνίδια, σχολικά
είδη, αποκριάτικες στολές) άλλαξαν χέρια και εκατοντάδες γονείς, παιδιά και
γείτονες προσήλθαν στο 142ο Δημοτικό Σχολείο Αθήνας για να
συμμετέχουν στη δράση. Τη δράση παρακολούθησε για αρκετές ώρες και ο υποψήφιος
δήμαρχος της Ανοιχτής Πόλης, Γαβριήλ Σακελλαρίδης. Δεν είναι η πρώτη φορά που η
Ένωση Γονέων αυτής της περιοχής υποστηρίζει δράσεις αλληλεγγύης, ούτε είναι η
μόνη που προβαίνει σε αυτές. Γνωστά είναι τα παραδείγματα των Ενώσεων Δάφνης-Υμηττού,
Πετρούπολης, Νίκαιας και άλλων που υποστηρίζουν δομές αλληλεγγύης.
Το γονεϊκό κίνημα είναι ένα κίνημα δεκαετιών δράσης και
διεκδικήσεων με ποικίλα χαρακτηριστικά, φυγές, φάσεις και τάσεις. Κοινό
χαρακτηριστικό της πολύχρονης πορείας του είναι το ενδιαφέρον γονέων και
κηδεμόνων για καλύτερη παιδεία, όμως ο δείκτης πολιτικοποίησης και συμμετοχής
ποικίλει ανά περίοδο, όπως εξάλλου ποικίλει και στην ευρύτερη κοινωνική ζωή. Το
γονεϊκό κίνημα διαρκώς αναζητά την ταυτότητά του και εξετάζει τη στάση του σε
ένα πλήθος εκπαιδευτικά, διοικητικά και εν γένει κοινωνικά ζητήματα που προκύπτουν.
Η παρούσα κοινωνική, οικονομική, πολιτική και εκπαιδευτική
συγκυρία ενεργοποιεί, και πρέπει να ενεργοποιεί, τις σχολικές κοινότητες. Με
φαινόμενα διάλυσης του οικονομικού και κοινωνικού ιστού, αποδόμησης της
λειτουργίας των σχολείων, επικίνδυνων πειραματισμών στο εκπαιδευτικό σύστημα,
διόγκωσης της ανεργίας και της ανέχειας και επανεμφάνισης του φασισμού οι σύλλογοι
και οι ενώσεις γονέων δεν μπορούν να λειτουργούν με εσωστρέφεια, ούτε να
αντιλαμβάνονται ως θερμοκήπιο τη σχολική κοινότητα. Οι άξονες της νέας στάσης
τους είναι, φαίνεται να είναι, η αλληλεγγύη και η ανατροπή.
Πρέπει λοιπόν στις ήδη διαμορφωμένες κοινότητες της
εκπαίδευσης να ενταθούν οι δράσεις που θα ενημερώνουν για τις αλλαγές στην
παιδεία και τις συνέπειές τους, να υπερασπίζονται τον αντιφασιστικό αγώνα, να
ευαισθητοποιούν για τις δομές αλληλεγγύης, να οραματίζονται την ποιότητα της
παιδείας, κοντολογίς να ενεργοποιούν τον ευαίσθητο, ανήσυχο, δημιουργικό χώρο
του γονεϊκού κινήματος προς δράσεις σαφώς πολιτικές. Εργαλεία και τρόποι για το
ρόλο αυτό υπάρχουν. Η ίδια Ένωση Γονέων παραμονές τις εθνικής γιορτής της 28ης
Οκτωβρίου πρόβαλε σε κινηματογράφο των Πατησίων για όλα τα λύκεια της περιοχής
ευθύνης της το ντοκυμαντέρ του Βασίλη Λουλέ «Φιλιά εις τα παιδιά», το σχολείο
που φιλοξένησε το ανταλλακτικό παζάρι έκανε το ίδιο, προβάλλοντας σε παιδιά
δημοτικού τον «Τελευταίο Δικτάτορα» του Τσάπλιν.
Τα παραδείγματα που αναφέρονται, αδικούν τη συνολική εικόνα
με την επιλεκτικότητά τους. Υποδεικνύουν όμως τις δυνατότητες και της
προκλήσεις, τον ενθουσιασμό και την ικανοποίηση που περιέχει ο υπέροχος αυτός
αγώνας.
Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014
Τότε, εντάξει
Η ελπίδα βέβαια μια παράλογη πίστη είναι, αδικαιολόγητη. Η ζωή είναι σαν τα παραμύθια: ξεκινάει πάντα με ένα "μια φορά" και τελειώνει με ένα "και ζήσαν". Εκτός εάν. Εάν η ελπίδα είναι το διάστημα ανάμεσα σε μια αρχή και ένα τέλος. Τότε, εντάξει.
***
Οι φωτογραφίες λες είναι σαν τα παιδιά που επιμένουν πεισματικά πως θέλουν να φάνε αυτή τη σοκολάτα και αν δεν τους τη δώσεις δεν θα σταματήσουν να παρακαλάνε, να κλαίνε, να απειλούν. Οι φωτογραφίες είναι μια σοκολάτα. Που αν δεν τη φας, θα λιώσει αργά-αργά λερώνοντας την τσέπη σου που μέσα της την κρύβεις
***
Η Α. είπε πως η μητέρα της έζησε μια μυθιστορηματική ζωή. Εννοώντας πως οι επιλογές, οι αλλαγές, οι ανατροπές στη ζωή της ήταν μεγάλες. Η Α. είπε πως η δική της ζωή εύκολα θα χωρούσε και σε μια φράση. "Ξέρω όμως φράσεις που μείναν αξέχαστες" θα μπορούσα να της πω.
***
Είπα στους φίλους μου χθες: "δεν θέλω να σας τρομάξω, αλλά παραφυλάει η άνοιξη εκεί έξω". Το βράδυ που γύρισε η Κ. στο σπίτι κρατούσε ένα κλαράκι ανθισμένης αμυγδαλιάς στο χέρι.
***
Τελειώνω το φαΐ αργά το βράδυ. Βάζω το πιάτο και το ποτήρι στο νεροχύτη. Ακροπατώ. Ακροβατώ. Όλοι κοιμούνται. Γδύνομαι και τυλίγομαι το δέρμα του κρεβατιού μου. Εκεί στην άκρη της μέρας, στο τελείωμα της φλύαρης παρουσίας της, ξαναπιάνω τα περισσεύματά μου. Μισοτελειωμένες φράσεις, εκνευρισμούς, φαντασιώσεις, αποσιωπήσεις, εμφάσεις, απορίες νουθεσίες, απογοητεύσεις. Βουνό τα σκουπίδια. Τα ξεδιαλέγω, ψάχνω κάτι που παράπεσε, που ίσως κάνει να το κρατήσω, αξίζει, χρειάζεται για μια δουλειά. Ματαιοπονώ βεβαίως πριν με πάρει ο ύπνος πρόθυμο και ανυπεράσπιστο να με προδώσει κι αυτός τη μέρα που θα ξημερώσει.
Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014
Γυμναστική στη βιβλιοθήκη ΙΙ
[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 16/2/2014]
Είναι το βιβλίο ένα αναχρονιστικό αντικείμενο; Το χαρτί
είναι ένα υλικό που αντικαθίσταται από τα ψηφιακά μέσα; Διασκεδαστικό,
αισιόδοξο, ανοιχτό στην κοινωνία βιβλίο είναι ο «Χάρυ Πότερ» ή ο «Μεγάλος
Περίπατος του Πέτρου»; Υπάρχει σκόνη στο διαδίκτυο; Οι βιβλιοθήκες είναι
σκονισμένα ράφια ή ιδρωμένα γυμναστήρια; Σε μια εποχή μετάβασης, όπως αυτή που
ζούμε, τα ερωτήματα ψάχνουν κάβο να δέσουν, γιατί έχουν αυτή την τάση τα
ερωτήματα, να ψάχνουν εναγωνίως απαντήσεις. Με κάποιες αναλογίες, η συζήτηση
που γίνεται θυμίζει την εποχή που ανέτειλε η ιδιωτική τηλεόραση. Το επιχείρημα
ήταν πως έπρεπε να φύγουμε από την κυβερνητική προπαγάνδα, πως ο μη σοβιετικός
μας κόσμος έπρεπε να είναι «ελεύθερος» και «ανεξάρτητος», εξάλλου όσοι έθεταν
την ατζέντα της συζήτησης μιλούσαν για «ελεύθερη» ραδιοφωνία και «ανεξάρτητη»
τηλεόραση. Η σημερινή ατζέντα μιλάει για κοινωνία των πολιτών, για εθελοντική εργασία:
«η «ανταμοιβή» που προκύπτει από αυτή την εμπειρία, συχνά μπορεί να υπερβαίνει
κατά πολύ οποιαδήποτε μορφή οικονομικής αποζημίωσης» λέει στην πρόσκλησή της
για εθελοντές η βιβλιοθήκη της Βέροιας.
Αν αρνούμαστε αυτή την οπτική, τι έχουμε να αντιτάξουμε;
Σχεδιασμό και αυτενέργεια. Σχεδιασμό υπηρεσιακό, διοικητικό, πολιτικό. Τοπικό,
περιφερειακό και κρατικό. Αυτενέργεια που θα αξιοποιεί την έμπνευση, τις
ικανότητες και τις δυνατότητες κάθε μονάδας να προσφέρει με βάση την εμπειρική
γνώση που κατέχει σχετικά με τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά του κοινού στο
οποίο απευθύνεται. Βασικό έλλειμμα για το σχεδιασμό είναι η απουσία αξιόπιστης
διαδικασίας χαρτογράφησης: δεν γνωρίζουμε πόσες βιβλιοθήκες υπάρχουν στην
Ελλάδα, σε τι κοινό απευθύνονται, τι υλικό και με ποια (χρονικά, ποιοτικά,
θεματικά κ.τ.λ.) χαρακτηριστικά έχουν, ποιες ιδιαιτερότητές τους είναι
αξιοποιήσιμες, τι χώρους διαθέτουν. Ακόμη και αν δημιουργήσουμε έναν φορέα και
μια διαδικασία για τη χαρτογράφηση των ελληνικών βιβλιοθηκών, θα πρέπει να
έχουμε σαφές τι θέλουμε να κάνουμε, να βασιστούμε σε δυο-τρεις βασικές
παραδοχές, ενδεικτικά και αυθαίρετα ας πούμε κάποιες: θέλουμε μία βιβλιοθήκη σε
κάθε πόλη, θέλουμε βιβλιοθήκη σε κάθε σχολείο, θέλουμε βιβλιοθήκη σε κάθε
νοσοκομείο και κάθε φυλακή, θέλουμε ελεύθερη πρόσβαση των επιστημόνων και των
επαγγελματιών στη σύγχρονη επιστημονική πληροφόρηση, θέλουμε όλοι οι πολίτες να
έχουν δικαίωμα δανεισμού σε κάθε βιβλιοθήκη, θέλουμε βιβλιοθήκες εξειδικευμένες
σε κάθε θεματική περιοχή. Χρειαζόμαστε και έναν λόγο για όλα αυτά, ένα όραμα:
θέλουμε οι βιβλιοθήκες να γίνουν όχημα για τη μόρφωση, ψυχαγωγία και ανάπτυξη
του λαού μας, θέλουμε το λαό μας σκεπτόμενο, ενημερωμένο, ανήσυχο.
Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση δεν μπορεί παρά να γίνει
οργανωμένα και από ειδικούς. Δεν μπορεί παρά να βασιστεί στην έμμισθη εργασία-
η εργασία των εθελοντών δεν πρέπει να είναι βασική προϋπόθεση, αλλά επίκουρη
προσφορά. Ο σχεδιασμός δεν μπορεί παρά να είναι κρατικός, να πηγάζει από τις
ανάγκες και να τις υπηρετεί, αδιαφορώντας για τα συμφέροντα και τις «οδηγίες»
της αγοράς.
Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014
Το σιδέρωμα
[Αναδημοσίευση της ιστορίας του "Βιβλιοθηκάριου" στο ερωτικό αφιέρωμα του enfo.gr]
-
Καλησπέρα!
-
Ήρθες Μιρέλα; Σου φτιάχνω καφέ;
Οι κουβέντες ήταν πάντα λίγες μέσα σε αυτές τις πέντε ώρες
του Σαββατιάτικου απογεύματος. Εξάλλου η Κατερίνα ένιωθε άβολα που μια ξένη
γυναίκα σιδέρωνε τα ρούχα τους. Σαν κάποιος τρίτος να τους παραβιάζει, σαν να
παρακολουθεί κρυφά τις μύχιες σκέψεις τους, σαν να εισβάλλει στις ιδιωτικές
τους στιγμές. Ωστόσο ο χρόνος της δεν επέτρεπε τέτοιες ευαισθησίες και οι
ανάγκες των ίδιων, όσο και των παιδιών ήταν διαρκείς. Όπως και να είναι, τα
Σαββατιάτικα απογεύματα ήταν πάντα σιωπηλά, αν εξαιρέσεις τη μουρμούρα του
ραδιοφώνου που υπογράμμιζε τη σιωπή των δύο γυναικών. Η Μιρέλα σιδέρωνε στο
σαλόνι και η Κατερίνα διόρθωνε γραπτά στο γραφείο. Ο Σπύρος έπαιζε μπάσκετ με
τους συναδέλφους από τη δουλειά και τα παιδιά ήταν συνήθως σινεμά, στην πλατεία
ή σε φίλους τους.
-
Ναι. Έναν διπλό ελληνικό σκέτο.
Η Μιρέλα συνήθισε τόσα χρόνια στην Ελλάδα τον τούρκικο καφέ,
που τον λέμε ελληνικό για να τον πίνουμε ευκολότερα. Πολλά συνήθισε. Και την
απουσία του άντρα συνήθισε, και τα παιδιά που μεγάλωσαν κι έφυγαν και την
μοναξιά συνήθισε. Και τα ξένα σπίτια. Που το καθένα έχει τα δικά του χούγια και
τη δικιά του μυρωδιά. «Το κάθε σπίτι έχει τη δικιά του σιωπή», σκεφτόταν συχνά.
Και γελούσε που ο γιος της παλιά της έλεγε πως την φοβάται όταν σιδερώνει, πως
όλα τότε τα σκέφτεται, τα ζυγίζει, τα σχεδιάζει και τους τα ξεφουρνίζει. Τώρα
πια δεν υπάρχουν πράγματα να σχεδιάσει όμως, μόνο πράγματα να θυμηθεί υπάρχουν.
Τώρα δεν σιδερώνει τα ρούχα της δικής της οικογένειας, αλλά τις ξένες οικογένειες
φροντίζει να είναι ατσαλάκωτες. Η δουλειά ποτέ δεν την τρόμαξε. Σιδερώνοντας
πια σε σπίτια ήταν σαν να συνέχιζε να περιποιείται τους δικούς της ανθρώπους.
-
Να σου φέρω τα ρούχα. Μαζεύτηκαν κάμποσα αυτή τη φορά.
Αν μπορέσεις να μπαλώσεις κι αυτά εδώ τα παντελόνια του μικρού… Ανοικονόμητος
είναι…
-
Και βέβαια. Μόνο μαύρη κλωστή να μου φέρεις κυρία
Κατερίνα.
Ο θάνατος της χτύπησε πολλές φορές την πόρτα. Έχασε τον
άντρα της πριν 3 χρόνια, όμως δεν τον είχε και ποτέ δικό της. Όχι ότι δεν τον
υπηρέτησε, όμως δεν τον αγάπησε. Ήταν αδύναμος, νωχελικός, δεν έφυγε ποτέ από
το χωριό στην Αλβανία, έμεινε δεμένος με τη γλώσσα, τις νοοτροπίες, τους φίλους
τους νεανικούς. Και τη γλώσσα ακόμη δεν την έμαθε καλά, αν και έζησε 14 χρόνια
στην Ελλάδα. Είναι παράξενο, δικά του πουκάμισα δεν σιδέρωσε ποτέ. Τι να τα
κάνει στην οικοδομή. Ούτε στα παιδιά· ό
κόσμος τους, τα ρούχα, η μουσική τους είναι τόσο διαφορετικά πια. Είναι
παράξενο που όλοι την προτιμούσαν γιατί σιδέρωνε γρήγορα και άψογα τα
πουκάμισα.
-
«… Την ώρα που σιδέρωνε/της ήρθε να αφιέρωνε/σε κάποιον
τη ζωή της…»
Η σιδερώστρα ανοιχτή στο σαλόνι και πάνω της το σίδερο κάνει
ταξίδια σε σώβρακα, φανέλες, πουκάμισα, μπλούζες, πιζάμες, θήκες για ξένα
σώματα, που πονάνε, ιδρώνουν, ονειρεύονται αναστενάζουν, χύνουν, χέζουν τρώνε,
αγαπάνε και διαψεύδονται. Θήκες για σώματα που ζούνε. Το ραδιόφωνο στην κουζίνα
παίζει ένα τραγούδι του Κραουνάκη για ένα «σίδερο με ατμό» και η Μιρέλα
σκορπάει πάλι στις αναμνήσεις της. Μια ύπουλη συνωμοσία την απελευθερώνει. Ήταν
άνοιξη, ήταν μικρή, 16-17 χρόνων, στα Τίρανα. Στα δέντρα, μικρές εκρήξεις τα
λουλούδια, εκρήξεις χρωμάτων και οσμών και ένα έρωτας σκορπούσε το μεθύσι και
τη ζάλη του παντού. Καθόταν στο ποτάμι με ένα βιβλίο στο χέρι, παλιό βιβλίο,
του πατέρα. Γραμμένο στα γαλλικά. Το έκρυβε ο πατέρας στο σεντούκι, όμως εκείνη
το έπαιρνε και καθόταν στο ποτάμι διαβάζοντας για τα άνθη του κακού. Ξεκινάει
με τα μανίκια, ανοιχτά τα κουμπιά και σηκωμένα ψηλά και από μέσα η λευκή του
σάρκα με τις γραμμές των μυών του να μετακινούνται σε κάθε του κίνηση, και
απαλά κυλάει διπλώνοντας τα δύο φύλλα σαν να αγκαλιάζει το σώμα του, το στήθος
του με τις μικρές ρωγίτσες τις ατίθασες και τις τριχούλες στον αφαλό του
βρεγμένες από το ποτάμι μικρές σταγόνες σαν τον ατμό που προχωράει και θολώνει
υγραίνοντας τη μνήμη, και ύστερα περνώντας το σίδερο από κουμπί σε κουμπί σαν
να τον ξεκουμπώνει με τα τρεμάμενα δάχτυλά της και ύστερα τέλος ο γιακάς. Και ο
λευκός λαιμός του και το λαρύγγι του ατίθασο και αεικίνητο σαν αδημονούσα
επιθυμία. Μια σφιχτή αγκαλιά ο γιακάς, ίσιος και καθαρός σαν τελευταίο χάδι.
Δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν για τον Μπεκίμ, ούτε τον ξαναείδε από τότε.
Μόνο να: που καιρό τώρα σιδερώνοντας στα ξένα σπίτια τα
αντρικά πουκάμισα ο νους της φεύγει, σε ένα ανοιξιάτικο πρωινό πηγαίνει στα
Τίρανα, δίπλα στο ποτάμι, που το λευκό του πουκάμισο ήταν ριγμένο πια στα
χόρτα, ηδονικά ανυπεράσπιστο στο χάδι του αέρα.
Ιδρωμένη τελειώνει το σιδέρωμα. Έχει νυχτώσει. Δίπλα της,
στίβα τα σιδερωμένα ρούχα, στις καρέκλες απλωμένα τα πουκάμισα.
-
Πολύ ωραία Μιρέλα. Αυτά τα πουκάμισά σου, πάντα άψογα
σιδερωμένα. Όσα συμφωνήσαμε λοιπόν. Θα σε ξαναπάρω όταν είναι.
-
Καληνύχτα κυρία Κατερίνα!
***
Ο πίνακας είναι του David McCosh (1931)
Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014
Γυμναστική στη βιβλιοθήκη I
[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 9/2/2014]
Μία τάση των τελευταίων χρόνων επιχειρεί να απαντήσει στις ανατροπές και μεταβάσεις που επιφέρει η τεχνολογική έκρηξη στις βιβλιοθήκες ανιχνεύοντας και προωθώντας νέους ρόλους σε αυτές. Είναι μια θεμιτή, ανήσυχη δραστηριότητα που διαλέγεται με την εποχή και τις απαιτήσεις της πιέζοντας τα πράγματα να προσαρμοστούν σε αυτήν; Έχει ενδιαφέρον να αντιληφθούμε ποιοι και πώς τη διαμορφώνουν. Στόχος δεν είναι σαν τον Στάτλερ να καθίσουμε στα θεωρεία και γκρινιάζοντας να σχολιάσουμε την παράσταση, αλλά να κατεβούμε στη σκηνή συμμετέχοντας και συνδιαμορφώνοντάς την.
Είναι λοιπόν οι βιβλιοθήκες χώρος όπου ασκείται το σώμα; Οι βιβλιοθήκες της Βέροιας και του Κερατσινίου, ενταγμένες στο μηχανισμό αυτής της τάσης, θα απαντούσαν «why not?”. Εξάλλου το έχουν κάνει, μετατρέποντας ένα μέρος του χώρου τους σε fitness club και δωρεάν γυμναστήριο της γειτονιάς. Στο πρόσφατο 9ο διεθνές συνέδριο που οργάνωσε η Οργανωτική Επιτροπή Ενίσχυσης Βιβλιοθηκών, ένα συνεργατικό σχήμα
που συγκρότησαν αρχικά ξένοι οργανισμοί για την ενίσχυση των ελληνικών
βιβλιοθηκών, ένας Ολλανδός σύνεδρος μας μιλούσε για τη χαρά των video games στις βιβλιοθήκες και
πέραν της εκπαιδευτικής χρήσης του παιχνιδιού. Η βιβλιοθήκη της Λειβαδιάς
οργανώνει σεμινάρια εύρεσης εργασίας σε άνεργους της περιοχής της με εξαιρετική
επιτυχία, όχι στην ανεύρεση, αλλά στη συμμετοχή ενδιαφερομένων.
Τι συμβαίνει λοιπόν; Έκλεισαν τα γυμναστήρια και τα στάδια; Τα παιδιά δεν έχουν παιχνίδια να παίξουν; Οι βιβλιοθήκες αντικαθιστούν τους αρμόδιους οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας; Η ανεργία είναι συνέπεια ενός κακού βιογραφικού κι ενός υποεκπαιδευμένου απασχολήσιμου; Η βιβλιοθήκη καλλιεργεί τον ανταγωνισμό εκπαιδεύοντας το κοινό της στην καλή προώθηση της εργασιακής του αξίας ή τροφοδοτεί με ουσιαστικές γνώσεις όσους χρειάζονται να μάθουν; Μια από τις δράσεις που οργανώνονται στις εν λόγω βιβλιοθήκες είναι οι αγώνες ρητορικής με θέματα εξόχως πολιτικά: «Ακόμη και στη σημερινή εποχή, οι χαρισματικοί ηγέτες μπορούν να δώσουν λύση στα προβλήματα των κοινωνιών» ή «η μετανάστευση των νέων ως μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που γεννά η τρέχουσα οικονομική κρίση στην Ελλάδα»! Έχει ενδιαφέρον τέτοιες συζητήσεις να οργανώνονται δίπλα στο σημείο που δολοφονήθηκε από νεοναζιστές ένας αντιφασίστας μουσικός. Το γεγονός αυτό φαίνεται να μην γεννάει ερωτήσεις, απορίες, αντιστάσεις, αλλά να σχεδιάζεται άνωθεν μια αντιδραστική συζήτηση που αναζητά «χαρισματικούς ηγέτες» που θα μας σώσουν και προβληματίζεται για τη μετανάστευση των Ελλήνων στο εξωτερικό και όχι για την μετανάστευση ως καθολικό κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο και τον επακόλουθο ρατσισμό.
Νομίζω πως οφείλουμε να οργανώσουμε ένα άλλο μοντέλο, πιο πνευματικό, πιο αλληλέγγυο με περισσότερη κοινωνική ευαισθησία. Οι βιβλιοθήκες είναι ο… «σκονισμένος» κόσμος των βιβλίων. Γι’ αυτό φτιάχτηκαν, αυτό περιέχουν, αυτό υπηρετούν. Αυτό οφείλουν να καλλιεργήσουν, έστω αυτενεργώντας: τη γόνιμη, επικίνδυνη, καταπραϋντική, παραμυθητική, βέβηλη πάλη του πνεύματος. Γυμναστήρια του νου να τις κάνουμε, όχι αίθουσες για ζούμπα και πιλάτες. Να υπηρετήσουμε την ανάγνωση για να διαμορφώσουμε σκεπτόμενη κοινωνία που αναζητά και μαθαίνει, που αμφισβητεί και απολαμβάνει τις ηδονές της σκέψης.
Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014
Η ιστορία του Βασίλη
Το θάνατο τον λένε Σπύρο. Και είναι ένας γλάρος που κάθεται στο διπλανό κρεβάτι. Έχει γυρίσει μπρούμυτα και λύνει ένα σταυρόλεξο. Όταν σηκώνεται, τον βλέπεις, έχει το στυλ και την περπατησιά των ψαράδων. Είναι τα μάτια του μια θάλασσα, μέσα στην οποία βυθίζεται σε κάθε του λέξη. Το πρόσωπό του είναι τα βράχια που πάνω τους εκρήγνυται η θλίψη.
Το θάνατο τον λένε Σπύρο. Και κάθε φορά που ζυγώνω στο λιμάνι με αναγγέλλει στους καφενέδες του νησιού που περιμένουν οι ψαράδες. Κι εγώ του δίνω ψάρια, τα πετάω στον αέρα κι αυτός τ' αρπάει. Ο θάνατος ο γλάρος με αναγγέλλει σε αυτούς που φεύγουν.
Είμαι ψαράς. Βυθίζομαι στα μάτια του γλάρου και πιάνω ψάρια και ύστερα τον ταΐζω. Όπως ταΐζουμε με ικεσίες το θάνατο. Για να μας αναγγείλει.
Με λένε Βασίλη. Είμαι ψαράς σ'ένα νησί του Αιγαίου. Νοσηλεύτηκα για λίγες μέρες σ'αυτό το νοσοκομείο. Ο καλύτερός μου φίλος είναι ένας γλάρος, ο Σπύρος. Εδώ και χρόνια τα μεσημέρια τρώμε μαζί στο καφενείο. Αύριο γυρίζω στο νησί. Και θα τον δω.
***
ο πίνακας είναι του Δημήτρη Λαλέτα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





























