Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Το παραμύθι του ηθοποιού


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που έπαιζε στο θέατρο. Ήταν λοιπόν ηθοποιός και αναπαριστούσε τις ζωές των άλλων ανθρώπων. Όχι ολόκληρες, απλά ένα μέρος τους. Το πιο ενδιαφέρον ίσως, ή το πιο σημαντικό. Το πιο σημαντικό μέρος της ζωής των ανθρώπων είναι αυτό στο οποίο αποδεικνύεται ο λόγος της ύπαρξης τους. Ο λόγος ύπαρξης αυτού του ηθοποιού ήταν να αποδεικνύει το λόγο ύπαρξης των υπολοίπων ανθρώπων χρησιμοποιώντας τον παραμορφωτικό φακό της τέχνης του - αυτό είναι προφανές. Τα παραμύθια μοιάζουν με το θέατρο σε αυτό το σημείο, στην πύκνωση ή την εστίαση στη ζωή, γι’ αυτό και σε αυτό το παραμύθι ο άνθρωπος που έπαιζε θέατρο έχει λόγο να υπάρχει, αφού εντοπίστηκε κάπως ο σκοπός της ύπαρξής του.

Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που έπαιζε θέατρο. Σκοπός της ζωής του ήταν η αναπαράσταση της ζωής των άλλων. Η αναπαράσταση σε κάνει άνθρωπο μόνο, που μπαίνει και βγαίνει διαρκώς στις ζωές των άλλων. Πλάνητα, τσιγγάνο σε κάνει. Άπατρι. Οι ηθοποιοί δεν έχουν πατρίδα. Σχεδόν δεν υπάρχουν εκτός της παράστασης. Πατρίδα τους είναι κάθε φορά το έργο. Κάθε φορά, άλλο έργο. Οι ηθοποιοί  είναι τα σώματα που πάνε από ρόλο σε ρόλο, από έργο σε έργο. Μέχρι το τέλος.

Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που έπαιζε θέατρο. Σκοπός της ζωής του ήταν η αναπαράσταση της ζωής των άλλων. Όμως μια μέρα μπήκε σε έναν ρόλο από τον οποίο δεν ήθελε να βγει. Ήταν ένας μονόλογος. Ο μονόλογος ενός ευτυχισμένου ανθρώπου που έλεγε πως η ζωή είναι ένας μονόλογος ούτως ή άλλως. Πόσο ευτυχισμένος έδειχνε μέσα στο μονόλογό του!


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που έπαιζε θέατρο. Σκοπός της ζωής του ήταν η αναπαράσταση της ζωής των άλλων. Όμως μια μέρα μπήκε σε έναν ρόλο από τον οποίο δεν βγήκε ποτέ. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

*** στη φωτογραφία απεικονίζεται ο Γερμανός ηθοποιός Adalbert Matkowsky

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Αυτοαναφορικότητες


Περνούσαμε δίπλα από τα διυλιστήρια του Βαρδινογιάννη πηγαίνοντας για την Αθήνα με τους δικούς μας. Τότε το ταξίδι ήταν μεγαλύτερο νομίζω. Τα αυτοκίνητα δεν έτρεχαν πολύ, τουλάχιστον όχι το δικό μας, κι εμείς ήμασταν μικροί. Κοιτούσαμε με τον αδερφό μου θαμπωμένοι τα χιλιάδες φωτάκια και τους σωλήνες που μπερδεύονταν ο ένας με τον άλλο σε ποικίλες διακλαδώσεις. Όλο αυτό έμοιαζε σαν ένα τεράστιο πάρκο ή σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο για κάθε εποχή και ώρα. Και ήταν κι αυτές οι τρεις φλόγες στα πανύψηλα φουγάρα που δεν έσβηναν ποτέ κι έμοιαζαν όπως η φλόγα των ολυμπιακών αγώνων της Μόσχας ή φλόγα που δεν έσβηνε ποτέ τα αρχαία χρόνια μέσα στους ναούς. Ήταν αναμφισβήτητα μια πανέμορφη και δυνατή εικόνα. Τα διυλιστήρια ήταν ένα σύνορο με τον έξω κόσμο όταν ήμασταν παιδιά. Κι ο έξω κόσμος ήταν πάντα εξαιρετικά φωτισμένος και πολύβουος. Ύστερα τα διυλιστήρια μεγάλωσαν, μεγάλωσαν κι άλλο, κι εμείς μάθαμε πως η ομορφιά τους σκοτώνει. 

Νομίζω πως μεγαλώνοντας γινόμαστε λίγο ληξίαρχοι, ορίζουμε καθετί με την προέλευσή του, προσθέτοντας πάντα χρονολογία γέννησης και θανάτου, περιγράφοντας την ακμή και την πτώση κάθε ανθρώπου, συναισθήματος, σχέσης και πράγματος. Χθες ήμασταν ανεβασμένοι στην τεράστια καρυδιά στο σπίτι που μεγάλωσα. Με τα μακριά κοντάρια μας κοπανούσαμε το δέντρο αναγκάζοντάς το να αφήσει τα καρύδια του να πέσουν. Ήταν μια δουλειά λίγο αγχωτική βλέποντας τα σύννεφα να πυκνώνουν πάνω μας και τον αέρα να προμηνύει καταιγίδα. Έπιασα τον εαυτό μου περιγράφοντας το δέντρο σε μια φίλη, να μιλάει για το πώς φύτρωσε (μια μεγάλη νεροποντή έφερε καρύδια στο μπροστινό μέρος τους κτήματος, μέσα σε λίγους μήνες είχε φυτρώσει ένα μικρό κλαδάκι δίπλα στο πηγάδι). Της είπα πως πάντα στην περιοχή που μεγάλωσα είχε καρυδιές. Στο διπλανό κτήμα είχε δύο, ανεβαίναμε σε αυτές με τα ξαδέρφια μου και φτιάχναμε σπιτάκια και παίζαμε τους σκαρφαλογατοκυνηγούς όταν ήμασταν παιδιά! Κι ύστερα είχε μια τεράστια καρυδιά και δίπλα στο καλύβι του παππού, και μετά πίσω από το συνεργείο των μπαρμπάδων μου.

Πιάνω τον εαυτό μου συχνά να μην βλέπει αυτά που βλέπει, αλλά να μετράει αυτά που θυμάται. Σαν να προσπαθεί να συγκρατήσει κάπως τη συνοχή των πραγμάτων που αλλάζουν και φθείρονται και σβήνουν. Εντάξει και οι άσβεστες φλόγες κάποια στιγμή δεν έχουν τι άλλο να κάψουν.

***
ο πίνακας είναι της Jane Fisher

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Λίγη ησυχία παρακαλώ



Το δεύτερο ενικό να το λέμε πλέον ενικό της καταφυγής. Σε αυτό το πρόσωπο καταφεύγεις για να δεις το δικό σου πρόσωπο. Όταν αντέχεις να το δεις.

Αυτές τις μέρες είσαι σε ένα ποτάμι ή ρυάκι – δεν έχει σημασία τι είναι, γιατί εσύ είσαι ένα καρυδότσουφλο σαν τη ζωγραφιά σε κάποιο παλιό παραμύθι που διάβαζες παιδί. Σε παρασέρνει η ορμή και η δίνη του κι εσύ μια χαρά ήσουν στο κλαδάκι που είχες σκαλώσει, προλάβαινες να σκεφτείς και να χαζέψεις τριγύρω. Σου αρέσει να χαζεύεις τριγύρω, αυτό είναι κάτι για το οποίο καμιά φορά σε κατηγορούν. Δεν είσαι από αυτούς τους αργόστροφους, το αντίθετο μάλιστα: είσαι ορμητικός, παθιασμένος, αφιερώνεσαι στο σκοπό, είσαι γρήγορος και αποτελεσματικός. Αλλά αυτό δεν είναι ο σκοπός σου. Θα μπορούσες αντί να είσαι άνθρωπος, να είσαι ένα κυκλάμινο σε ένα δάσος. Αυτή η αιώνια ακινησία δεν σε τρομάζει – εξάλλου όλα κινούνται με τον ένα ή άλλο τρόπο.

Θα ήθελες έστω οι ταχύτητες να χαμηλώσουν. Να κάνεις και καμιά στάση ρε παιδί μου. Να ξανασκεφτείς. Είναι όμως που νιώθεις πως δεν περισσεύουν δυνάμεις για το συλλογικό, πως είσαι ο κρίκος σε μια ευαίσθητη αλυσίδα, δεν σου επιτρέπεται να σπάσεις. Κι ο χρόνος κυλάει και οι μέρες, οι μήνες, οι εποχές και τα χρόνια περνούν και γυρνώντας το βλέμμα σου πίσω βλέπεις κομμάτια σου, σοβάδες της ψυχής σου που έχουν πέσει στη διαδρομή, μισές ελπίδες και όνειρα και ξεχασμένες ακυρώσεις και διαψεύσεις. Ό,τι αφήνουμε πίσω κι όχι γιατί ελευθερωθήκαμε από αυτά, αλλά γιατί αφαιρεθήκαμε κάποια στιγμή και τα χάσαμε.

Είναι εύκολο νομίζω να είσαι θεωρητικός σε αυτή τη ζωή. Σου επιτρέπεται εκεί στην εύκολη μοναξιά του «διανοητή» να είσαι εύστοχος στην κριτική, και το λάθος ανασκευάζεται χωρίς δυσκολία και χωρίς να αποδοθούν ευθύνες γι’ αυτό. [Επέλεξα με τον κέρσορα το υπόλοιπο αυτής της παραγράφου και το διέγραψα. Έγραφα για την πολιτική, τα «συλλογικά πολιτικά υποκείμενα» και την κριτική των όπως με βλέπεις πιο αριστερά συντρόφων μου. Όλο αυτό θα περιόριζε κάπως τη γενικότητα αυτού του κειμένου].

Ας πεις και για κάποιους από τους πειρασμούς αυτών των ημερών – που ουδόλως σε αγγίζουν, ούτε καν σε κολακεύουν, κατά συνέπεια δεν είναι και τόσο πειρασμοί. Θα μπορούσες εύκολα να είσαι μέρος αυτής της νέας διοίκησης, όχι μόνο για να ωφεληθείς από αυτήν, ή να ελαφρώσεις έστω για λίγο από την Κρίση, αλλά κυρίως γιατί μπορείς και ξέρεις να προσφέρεις. Στέκεσαι όμως στους όρους αυτής της προσφοράς, στην ηθική αυτής της προσέγγισης. Δεν θες να αναπαράγεις τους μηχανισμούς της κομματικής πελατείας, θες τη θεσμοθετημένη επαφή των πολιτών (ατομικά και οργανωμένα) σε αυτή την πορεία. Δεν θες να σου πουν «έλα» γιατί ξέρεις ανθρώπους ή γιατί σε ξέρουν, αλλά γιατί αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα και τη σημασία της όποιας και με όποιον τέτοιας προσέγγισης. Θα μου πεις, μπορείς τώρα να συνομιλήσεις με φορείς, υψηλότατους φορείς αυτής της κυβέρνησης, μπορείς να επηρεάσεις (ή να διαμορφώσεις συνολικά) την πολιτική τους για το βιβλίο και τις βιβλιοθήκες ας πούμε, και κάνεις τον δύσκολο; Μα είναι ξεκάθαρο: δεν μπορείς ουσιαστικά να παρέμβεις όταν το αίτημα δεν ακουμπάει σε ένα σχεδιασμό και μία βούληση, δεν μπορεί να ζητείται η δική σου βούληση να γίνει η βούληση ενός υπουργού. Το θέμα είναι να συμβάλεις στη βούληση και το σχεδιασμό ενός υπουργείου, όχι ενός υπουργού, που σήμερα είναι και αύριο δεν είναι.

Σε πλησιάζει μια διαφημιστική εταιρεία. Ενδιαφέρεται για το σύλλογό σου και σου προσφέρει ένα χρηματικό ποσό για να της διαφημίσεις ένα προϊόν. Δεν προσφέρει σε σένα βέβαια τα χρήματα, αλλά στο σύλλογό σου. Το φτηνό αντίτιμο της δουλειάς που θα τους προσφέρεις θα το πουν «χορηγία» στο σύλλογο. Και φτηνά θα κάνουν τη δουλειά τους και θα το παίξουν χορηγοί. Ο σύλλογός σου τα χρειάζεται τα λεφτά για να φτιάξει επιτέλους μια βιβλιοθήκη. Τι κάνεις λοιπόν; Είναι δυνατόν να συναινέσεις να σου βάλουν χέρι οι εταιρείες και το marketing γιατί ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Θα τους αφήσεις να σε λερώσουν με τα συμφέροντά τους χαρίζοντας τους την εθελοντική σου παρθενιά; Μπορείς βέβαια ως βέρος κομουνιστής να καταγγείλεις την κυβέρνηση που "εξαπάτησε το λαό με τη δήθεν αριστερή ρητορεία της για να του υφαρπάξει την ψήφο, ενώ στην ουσία χαρίζει στο κεφάλαιο, στις πολυθνικές και στους διεθνείς τοκογλύφους το λαό και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης". Κι όλα αυτά γιατί απλά δεν μπορείς να πεις πως τις βιβλιοθήκες και τον πολιτισμό τον έχουν χεσμένο και τον θεωρούν και πολυτέλεια (αξιοποιήσιμη ως ισοδύναμο από τη μη εφαρμογή του 23% ΦΠΑ στην ιδιωτική παιδεία και παραπαιδεία).


Δύσκολος τελικά ο ενήλικος κόσμος, γεμάτος λακκούβες και βάρη και περισπάσεις και εκχωρήσεις και σειρήνες και θόρυβο, πολύ θόρυβο αδερφέ μου. Κι εσύ δεν αντέχεις το θόρυβο γιατί ο θόρυβος είναι φορτωμένος, βαρύς: κουβαλάει συμφέροντα, μυστικά, φιλοδοξίες, ιδεοληψίες, φανατισμό και μικροπρέπεια. Εσύ είσαι φτιαγμένος με άλλα υλικά, είσαι παιδί, όπως ήσουν όταν πραγματικά ήσουν παιδί. Απλά είσαι πια ένα παιδί με πολλές υποχρεώσεις που δεν προλαβαίνει να παίξει με τα στρατιωτάκια του.

***
Η Στέλλα πήρε χθες κάποια ψηφοδέλτια που είχαν μείνει από τις εκλογές σε μια γωνιά, τα γύρισε από την ανάποδη και τα ζωγράφισε. Η ενήλικη σκέψη μου απέδωσε έναν συμβολισμό σε αυτή την πράξη. Αλλά το παιδί μέσα μου επιμένει πως η πίσω όψη ενός ψηφοδελτίου είναι απλά ένα λευκό χαρτί.



Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Πότε ξεκινούν τα παραμύθια


Μια φορά και μπλα μπλα μπλα. Η ιστορία της ζωής των ανθρώπων έχει επεισόδια που ενδιαφέρουν κάποτε τους παραμυθάδες. Ένας έρωτας βασανισμένος, κάποια ξωτικά ή δράκοι, οι δοκιμασίες και η τελική επίτευξη του στόχου είναι αξιοποιήσιμα στοιχεία σε μια αφήγηση που ξεχωρίζει ένα κύριο από κάποια δευτερεύοντα. Αρέσει στους ανθρώπους να διαβάζουν τα κύρια της ζωής των άλλων, έτσι βουτηγμένοι όπως είναι οι περισσότεροι στα δευτερεύοντα. Ακόμη και οι ήρωες όμως των παραμυθιών δεν ζουν μια ζωή απ’ άκρη σ’ άκρη ενδιαφέρουσα. Γι’ αυτό και τα παραμύθια όταν ολοκληρώνουν την αφήγηση του  κύριου, ξεμπερδεύουν με τα ρετάλια της ιστορίας με μια φράση: «και ζήσαν αυτοί καλά».


Όλα θα ήταν προβλέψιμα, εύκολα και καθεστωτικά, αν δεν υπήρχε κι αυτό το ειρωνικό στο τέλος «κι εμείς καλύτερα». Αυτό το «εμείς» που μας διαχωρίζει από τους ήρωες των παραμυθιών εμάς που τα ακούμε κι εμάς που τα αφηγούμαστε, κι αυτό το «καλύτερα» που μας εξορίζει στην τύχη του στωικού και αυτοσαρκαζόμενου προλετάριου της ευτυχίας. Κι ενώ το παραμύθι κανονικά τελείωσε με αυτή τη φράση, ουσιαστικά μόλις ξεκίνησε.

***
ο πίνακας είναι του Θωμά Τουρναβίτη

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Φλυαρία


Είναι μια μαύρη γραμμή που αναβοσβήνει στην οθόνη μου. Μια κάθετη μικρή γραμμούλα μέσα στην κυριαρχία του λευκού κι αδημονεί. Έτσι μου ‘ρχεται να τη σκοτώσω.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

"ο έρως του μανθάνειν"



Ιλαρίων Σιναΐτης ο Κρης (1765-1838)

Τοις απανταχού ευρισκομένοις ομογένεσιν όσοι της του γένους δόξης και ωφελείας ζηλωταί τυγχάνουσιν . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Εν τω του Γένους Ελληνικώ Τυπογραφείω , 1820. - 27 σ. ; 21 εκ.

***
ενδεικτική βιβλιογραφία:
Τα όρια της «μέσης οδού»: Οικουμενικό Πατριαρχείο και Γλωσσικό Ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Κάτι Δευτέρες του Σεπτεμβρίου του δύο χιλιάδες δεκαπέντε



Κάτι Δευτέρες του Σεπτεμβρίου του δύο χιλιάδες δεκαπέντε
Περιφέρομαι άσκοπα στα έρημα και άμορφα τοπία
Εντός μου
Έχοντας χαθεί για τα καλά κι αδιάφορος για όλα
-        περνάω δίπλα από δυο άστεγους άντρες
Που κοιμούνται κατάχαμα και αχνοπατώ ξαφνικά

Μην τους ξυπνήσω

***
ο πίνακας είναι του Γρηγόρη Σεμιτέκολο

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Το παραμύθι του Ματζαγρά


Μια φορά δυο φίλοι έβαλαν γιάντες κι όποιος έχανε θα έπαιρνε τον άλλο στους ώμους του και θα τον πήγαινε μέχρι την εκκλησία στην άκρη του χωριού. Κι ήταν μικροί, παιδιά ακόμα. Κάθε που έδινε ο ένας στον άλλον κάτι, ο άλλος του απαντούσε «το θυμάμαι» κι έτσι κανείς δεν γιάντιζε. Οι δυο φίλοι μεγάλωσαν κι έγιναν νέοι άντρες κι ο ένας έφυγε μετανάστης στον Καναδά κι έκανε προκοπή εκεί και φαμίλια. Ύστερα από χρόνια γύρισε στην πατρίδα κι όλοι έκαναν μεγάλη χαρά που τον είδαν, όμως εκείνος βιαζόταν να βρει το φίλο του. «Να, δες μια φωτογραφία του εστιατορίου μου» του είπε. «Το θυμάμαι» του είπε ο άλλος και γέλασαν και ήπιαν πολύ και θυμήθηκαν τα παλιά κι ο καθένας γύρισε στη ζωή και τον τόπο του. Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο κι ο μετανάστης ξαναγύρισε στην πατρίδα κι όλοι έκαναν χαρά που τον είδαν, όμως εκείνος πήγε πάλι να βρει το φίλο του. «Σου ‘φερα δώρο» του είπε. «Το θυμάμαι» του είπε ο άλλος και γέλασαν και ήπιαν πολύ και θυμήθηκαν τα παλιά κι ο καθένας γύρισε στη ζωή και τον τόπο του.

Τα χρόνια έπιασαν να φτάνουν στο τέλος τους. Για τον ένα σίγουρα τελείωσαν, αυτόν που είχε μείνει πίσω, αφού πέθανε μια μέρα. Κι όλοι ειδοποίησαν τον άλλο πως πέθανε ο φίλος του κι εκείνος πήρε αμέσως ένα αεροπλάνο κι ήρθε από τον Καναδά στην πατρίδα. «Σου έχει αφήσει ένα γράμμα» του είπαν. «Αγαπιτέ μου φίλε» του έγραφε «φεύγο από αφτήνα τη ζοί. Όμως θέλο να ξέρο πως θα μαστε μαζί εκί στα ξένα που φιγες κε δεν θα χορίσουμε ποτές. Κράτα τη φοτογραφία που ίμαστε πεδιά. Να με θιμάσε». Συγκινημένος ο μπρούκλης πήρε τη φωτογραφία που ήταν στο φάκελο, θυμήθηκε τα παλιά και γέμισαν τα μάτια του με όλες τις βροχές της ξενιτιάς και της μοναξιάς του τόσων χρόνων. Καθώς την κοιτούσε διέκρινε να έχει γραμμένη στην πίσω της πλευρά μια λέξη. Τη γύρισε και διάβασε «ΓΙΑΝΤΕΣ».


Ύστερα ήρθε η ώρα. Σήκωσαν το φέρετρο και το πήγαν στην άκρη του χωριού, στο κοιμητήριο. Κι όλοι σχολίασαν το πείσμα του γέρου να σηκώσει κι αυτός στους ώμους το φίλο του στο τελευταίο του ταξίδι.

***
η φωτογραφία είναι από το Canadian Museum of Immigration at Pier 21

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Το Coppertone


Οι φωνές τους έφταναν επάνω, σ’ εμάς. Αυτό σήμαινε πως η μέρα ξεκινούσε. Οι πρώτοι λουόμενοι, σαν μελίσσι που τρυγούσε λαίμαργα τη θάλασσα, ήταν το ξυπνητήρι που μας σήκωνε πρόθυμα εμένα και τον αδερφό μου από το πατάρι της τσαρδάκας. Η μάνα πάλευε (συνήθως χωρίς αποτέλεσμα) να μας ταΐσει μέχρι να γδυθούμε, να βάλουμε τα μαγιώ μας και να κουτρουβαλήσουμε στην παραλία. Οι πιο φασαριόζοι ήταν οι Έλληνες – «ήρθαν οι Αθηναίοι» λέγαμε κάπως υποτιμητικά κατεβαίνοντας. Κατά κανόνα, αυτοί οι τελευταίοι έφερναν και φαΐ μαζί τους, άνοιγαν μπωλ με κεφτεδάκια, καθάριζαν καρπούζια, φώναζαν κάποια Μαρία και κάποιον Πέτρο να βγουν από τη θάλασσα, να μην πηγαίνουν βαθιά, να ‘ρθουν να φάνε, είχαν σωσίβια και σχεδόν πάντα όταν ξεκουμπίζονταν από την παραλία μας, άφηναν πίσω τους σκουπίδια: φλούδες από φρούτα, αλουμινόχαρτα και συχνά κωλόχαρτα λερωμένα που τα έπαιρνε ο αέρας, τα κολλούσε στις πορτοκαλιές και στα σχίνα αφήνοντας ασκεπείς και μόνους τους πελώριους… «μιναρέδες» τους. Χωρίς αμφιβολία δεν τους θέλαμε τους Έλληνες τους Αθηναίους στην παραλία μας. Την καταλάμβαναν σαν να ήταν δικιά τους και τη λέρωναν.

Η παραλία όμως ήταν δικιά μας, γιατί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 με το που κλείναν τα σχολεία, κατεβαίναμε στο χτήμα του Κουτσογκίλα που ήταν φίλος και συνάδελφος του πατέρα. Το χτήμα γειτόνευε με τρία σημαντικά πράγματα: πρώτον με τον Σαρωνικό, δεύτερον με ένα μεγάλο ξενοδοχείο – από αυτά που αδειοδοτούνταν εύκολα στη Χούντα από τους επαναστάτες στρατιωτικούς που έσωσαν τη χώρα μας από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και τρίτον με ένα μαγαζάκι με τουριστικά προϊόντα που πουλούσε και κόμικ (Ποπάυ και Σεραφίνο). Εμένα πάντως μου άρεσε ο Τιραμόλα περισσότερο. Ο πατέρας κι ο αδερφός του που ήταν και θείος μας είχαν φτιάξει ένα τσαρδάκι, στο οποίο μέναμε όλο το καλοκαίρι, μέχρι να σημάνει περίπου το κουδούνι του σχολείου που θα μας μάντρωνε στον κόσμο της γνώσης ξανά. Τα τσαρδάκια ήταν αυτοσχέδιες ελαφρού τύπου κατασκευές που συνήθως χρησιμοποιούσαν οι αγρότες της περιοχής για ξεκούραση και εποπτεία στις θερινές καλλιέργειες. Κατά κανόνα ήταν ένα υπερυψωμένο πατάρι πάνω σε πασσάλους που καμιά φορά διέθετε και σκέπαστρο από καλάμια. Ένα τέτοιο είχαν φτιάξει λοιπόν στο χτήμα του Κουτσογκίλα ο πατέρας κι ο θείος, το είχαν στηρίξει από τη μια πλευρά στα θεόρατα κυπαρίσσια που ήταν το σύνορο με το ξενοδοχείο. Στο επάνω δώμα κοιμόμασταν. Υπήρχαν δύο «κρεβατοκάμαρες» χωρισμένες με απλωμένο σεντόνι ανάμεσα, μία για το θείο και τη θεία και μία για εμάς. Μια ξύλινη σκάλα μάς κατέβαζε κάτω που ήταν η κουζίνα και η τραπεζαρία, ένα ξύλινο αναδιπλούμενο στρογγυλό τραπέζι δηλαδή, και η τσίγκινη βρυσούλα που έπλεναν τα πιάτα. Η τσαρδάκα ήταν εκατό μέτρα από την παραλία, έπρεπε να περπατήσουμε ανάμεσα στις πορτοκαλιές, τα σχίνα, να ανοίξουμε τη ξύλινη πορτούλα και πλέον ήμασταν εκεί, στο μεγάλο δικό μας μπλε. Όλη τη μέρα ήμασταν εκεί, εκτός που το μεσημέρι μάς μάζευαν για να κοιμηθούμε. Συχνά πήγαιναν τα βράδια εκεί και ο μπαμπάς με τη μαμά και άλλοτε ο θείος με τη θεία, πήγαιναν να κλείσουν την πόρτα έλεγαν, που δεν έπρεπε να μείνει ποτέ ανοιχτή έλεγαν.

Θα πρέπει τώρα να έρθουμε και στα πιο μύχια της ζωής του συγγραφέα που διαφεντεύει ετούτο το κείμενο, που κρύβει και φανερώνει κατά βούληση ό,τι γουστάρει. Γιατί το θέμα αυτού του κειμένου είναι τα βυζιά. Πρώτη φορά είδα βυζιά στην παραλία του Κουτσογκίλα. Μικρά και μεγάλα, γέρικα, αφράτα, νεανικά, με ραγάδες, μικρές και μεγάλες ρώγες, μισοκρυμμένα ή ατίθασα, βρεγμένα και στεγνά βυζιά. Πολλά βυζιά κι εγώ ήμουν κοντά στα 10 και νομίζω πως παντού έβλεπα βυζιά. Νομίζω πως ήταν άλλος ένας λόγος που προτιμούσαμε με τον αδερφό μου τους ξένους θαμώνες του ξενοδοχείου (Γερμανούς και Γάλλους κυρίως, μια φορά είχαμε γνωρίσει και έναν κανονικό Ρώσο που είχε έρθει για δουλειές στην Ελλάδα και πολύ χάρηκε που είδε που είχαμε μια lubitel φωτογραφική μηχανή και τον καλέσαμε στο τσαρδάκι και φάγαμε ψάρια και χταπόδια που έπιαναν οι άντρες αλλά δεν μιλήσαμε σχεδόν καθόλου γιατί ούτε εκείνος, ούτε εμείς ξέραμε αγγλικά). Κυρίως οι Γερμανίδες και οι Γαλλίδες έκαναν μπάνιο τόπλες που έλεγε η μαμά. Καμιά φορά βλέπαμε και καμιά Ελληνίδα, αλλά πάντα καταλαβαίναμε με τον αδερφό μου ότι δεν ήταν ξένη, γιατί οι Ελληνίδες ντρεπόντουσαν και ενώ έβγαζαν το μαγιώ, γυρνούσαν μπρούμυτα μην δει κανείς το άσπρο τους στήθος. Αν θυμάμαι καλά πρέπει να σκεφτόμουν πριν κοιμηθώ τα βράδια πως τους άπλωνα αντηλιακό στην πλάτη και όχι μόνο, πως μου ζητούσαν «ε, μικρέ, μπορείς να μου απλώσεις στην πλάτη αυτό το υγρό» και πως το έλεγαν στη γλώσσα τους κι εγώ το καταλάβαινα και πρόθυμα, πολύ πρόθυμα άπλωνα αυτό το γλιστερό λάδι στο κορμί τους. Τα ίδια πρέπει να σκεφτόταν και ένας μεσήλικας που άραζε λίγο πιο απόμακρα από το σημείο που έκαναν μπάνιο οι ένοικοι του ξενοδοχείου κι έκανε γυμνισμό έλεγε ο μπαμπάς και συνεχώς ασχολιόταν με το πουλί του και ύστερα έφευγε και δεν ασχολιόταν άλλο με το πουλί του. Νομίζω πως και το δικό μου πουλί ξύπναγε με κέφι όταν τα πρωινά που σηκωνόμασταν, το πρωινό αεράκι μάς έφερνε τη μυρωδιά από ινδική καρύδα που άπλωναν στο κορμί τους οι Γαλλίδες και οι Γερμανίδες τουρίστριες στην παραλία.


Τα χρόνια πέρασαν. Το χτήμα έγινε κάμπινγκ. Δεν είναι της μόδας πια τα αντηλιακά με άρωμα καρύδας και ομολογουμένως ο ημιγυμνισμός δεν είναι πια τόσο διαδεδομένος – κάτι η τρύπα του όζοντος, κάτι η καμπή του κινήματος της γυναικείας χειραφέτησης εξαφάνισαν τα βυζιά από τις παραλίες. Εν προκειμένω από την παραλία των παιδικών μου χρόνων.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

4η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Αγαπητέ Νίκο,

Έχω ένα χρόνο να σου γράψω, αν και εν τω μεταξύ συναντηθήκαμε, χωρίς και πάλι να πούμε πολλά. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος αν έχω πολλά που αξίζει να πω, αν τα πολλά αξίζει να λέγονται – καταλαβαίνεις τώρα.




Αυτή η χρονιά ήταν πυκνή για όλους μας, λέω να την αραιώσω λίγο. Σαν να φτιάχνω βυσσινάδα. Φέτος έφτιαξα βύσσινο γλυκό και λικέρ λοιπόν. Κάθισα ένα ολόκληρο πρωινό στη βεράντα, φορώντας μόνο ένα σώβρακο για να μην λερωθώ και τυλιγμένος με σκισμένες νάυλον σακούλες που γέμισαν κόκκινους χυμούς. Σαν ημίγυμνος χασάπης ήμουν (που έχει ελαφρώς παχύνει) - αρκετά γελοία εικόνα φαντάζομαι. Με μια φουρκέτα αφαιρούσα το κουκούτσι από τα εκατοντάδες μικροσκοπικά βυσσινάκια κουτσομπολεύοντας με τη μάνα για συγγενείς και φίλους. Τώρα το ψυγείο μου έχει 5-6 βάζα με μικρές γλυκές εκρήξεις για ώρες ανάγκης. Μην ξεχάσεις να μου πεις, αν πράγματι θες να σου στείλω.




Ήθελα χρόνια να περπατήσω στο νεκρό σταθμό του τραίνου στην Τρίπολη, και φέτος το έκανα. Μείναμε ένα βράδυ εκεί και αργά το απόγευμα ξέφυγα από τους υπόλοιπους και άρχισα να περπατάω στις σκουριασμένες ράγες του, χαζεύοντας τους λιγοστούς συρμούς (μεταφοράς προϊόντων κυρίως) που ήταν παροπλισμένοι και ακίνητοι τριγύρω. Όλη αυτή η ακινησία άφηνε στα φαντάσματα των παιδικών μου χρόνων χώρο να κινηθούν: ο κυρ Αντρέας σήκωνε το πράσινο στρογγυλό σήμα που κρατούσε στο χέρι και τα τραίνα ξεκινούσαν, η Βούλα με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε να τον δούμε, οι άλλοι σιδηροδρομικοί με χαιρετούσαν χαϊδεύοντας και μπερδεύοντας τα μαλλιά μου, γυναίκες και άντρες έμπαιναν διστακτικοί κι έβγαιναν βιαστικοί από τραίνα που σφύριζαν. Με πονάει αυτή η χώρα που σκοτώνει τα τραίνα Νίκο. Και που οι σιδηροδρομικοί που με χαιρετούσαν γελαστοί πια δεν υπάρχουν – κι αυτό με πονάει. Φαίνεται πως η ωρίμανση είναι μια αναγκαστική συγκατοίκηση με τον πόνο.




Είδες Νίκο τη φωτογραφία του Aylan που ξάπλωσε δίπλα στο κύμα νεκρός. Λένε διάφορα διάφοροι για το «κύμα των προσφύγων» - ότι θα χάσουμε την καθαρότητά μας εμείς οι Ευρωπαίοι. Ξέρεις δα πόσο και πώς στο παρελθόν μας έχει απασχολήσει αυτό το θέμα της καθαρής μας φύσης και της ταυτότητας μας στα στρατόπεδα εξόντωσης των ναζί. Αν μας μολύνουν όλοι αυτοί οι ξένοι θα χάσουμε λένε την ταυτότητα μας, μην πω και την ποιότητά μας σαν άνθρωποι, σαν κοινωνίες, σαν έθνη. Κάποιοι ενοχλούνται από τη φωτογραφία του νεκρού παιδιού, αναρωτιούνται ποιο μάτι εστίασε, επέλεξε τη στιγμή του κλικ σε μια φωτογραφική μηχανή. Γι’ αυτούς δεν χρειάζεται η εικόνα της φρίκης, οι συνέπειες των πράξεων και των παραλήψεών μας δεν πρέπει να οπτικοποιούνται και να διαμοιράζονται. Αρκεί να ξέρουμε πως πεθαίνουν παιδιά, δεν χρειάζεται να τα βλέπουμε νεκρά λένε.



Τα δικά μου παιδιά κάνανε μπάνια φέτος Νίκο. Ο μεγάλος πήγαινε για ψαροντούφεκο με τον παππού του και η μικρή έφτιαχνε παλάτια στην άμμο με τα κουβαδάκια της. Η ίδια θάλασσα που έπνιξε τον Aylan δρόσισε τα δικά μου παιδιά. Ύστερα πήγαμε οικογενειακώς στα Κύθηρα, κοντά σου δηλαδή! Ήπιαμε μοχίτα στο μπαράκι του Ηρακλή και της Αφροδίτης, ο μεγάλος κόλλησε με μια αγοροπαρέα, έπαιζαν με τα κύματα, πήγαιναν βόλτες κι έπαιζαν χαρτιά συνέχεια – φαινόταν να μην μας έχει ανάγκη, ερχόταν στο σπίτι μόνο για ύπνο (και τουαλέτα). Η μικρή μας θα πάει στην πρώτη δημοτικού σε λίγες μέρες ξέρεις. Ε, αυτά με τα παιδιά. Νομίζω πως είναι ευτυχισμένα. Ανησυχώ όμως, μήπως πρέπει να αφήσουμε όλα αυτά τα συλλογικά και κινηματικά που κάνουμε αυτά τα χρόνια, και στραφούμε απόλυτα στα παιδιά μας. Μήπως για να αντέξουν σε όσα έρθουν, πρέπει να τα δυναμώσουμε με κάθε τρόπο και μέσο – μήπως δεν αρκούν τα ευτυχισμένα παιδικά τους χρόνια για να επιβιώσουν σε αυτή τη χώρα. Μήπως δεν κάναμε και πολλά με τη συλλογική μας δράση...



Τι ήταν αυτό που έγινε με το ΣΥΡΙΖΑ ρε Νίκο; Πόσο επιχαίρουν «πιο» αριστεροί μου φίλοι που δικαιώθηκε η αμφισβήτηση και η αμφιβολία τους. Μήπως είμαστε κοντά στην ανατροπή του καπιταλισμού και πρέπει να ριζοσπαστικοποιήσουμε την κοινωνία; Χάσαμε λέω, και θυμώνω με τα ποντίκια που αφήνουν το καράβι της Αριστεράς (έστω κι αν είχε πάρει δεξιά να γέρνει). Κι ανησυχώ που φαίνεται πως δεν είμαστε ποτέ ικανοί να κυβερνήσουμε.

Σε κούρασα. Συγχώρα με. Άκουσα προχθές ένα υπέροχο τραγούδι από τη Βελεσιώτου και σε σκέφτηκα. Είναι σε στίχους του Γιάννη Πανουσόπουλου, τη μουσική έχει γράψει ο Τάσος Γκρους. Να, δες το:



Σε φιλώ Νίκο. Και περιμένω νέα σου.

Με αγάπη,
Γιώργος


Υγ: έχεις χαιρετίσματα από τη Σταυρούλα, τη Λίνα, τη Ρούμπη, τη Μαριαλένα και τη Χάρις

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Το πρώτο ενικό πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ


Τον καιρό αυτό κυκλοφορούν διάφορα κείμενα, κυρίως αποστρατεύσεων και αποχωρήσεων, τα οποία συντάσσονται από συντρόφους της κυβερνώσας Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ. Κυριαρχούνται από εκφράσεις σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Καταγράφουν προσωπικές πορείες, καταθέτουν προσωπικά ένσημα αγωνιστικότητας, περιγράφουν προσωπικές διαψεύσεις, απεμπολούν προσωπικές ευθύνες και στην καλύτερη περίπτωση υπόσχονται μελλοντική συλλογική/κινηματική δράση και στράτευση. Για όσους ζουν στη γλώσσα της Αριστεράς είναι ασύνηθες αυτό το «Εγώ». Η αισιοδοξία, η ελπίδα, η όποια μαχητικότητα του συλλογικού παρελθόντος πλέον αντικαθίσταται από τον απογοητευμένο εγωισμό ενός πρώτου ενικού προσώπου. Έχει ενδιαφέρον ένα αντίστοιχο παράλληλο γλωσσικό ολίσθημα και στο δημόσιο λόγο του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ τις τελευταίες μέρες στις προεκλογικές συνεντεύξεις που δίνει: «πορεύτηκα», «πάλεψα», «αισθάνομαι», «στη συνείδησή μου», «εγώ και η κυβέρνησή μου». Ένας καλοπροαίρετος σχολιαστής σε αυτή τη χρήση του λόγου θα έβρισκε έναν ηγέτη μόνο του που σηκώνει το βάρος των αναπόφευκτα προσωπικών επιλογών του – η κυβέρνηση έχει πάντα ατομική αναφορά, ακόμη και αν η εξουσία ανήκει στο λαό. Ο καλοπροαίρετος αυτός σχολιαστής ίσως να απόφευγε σε αυτό το πρώτο ενικό να χρεώσει αστική παρέκκλιση (στην ανύπαρκτη… δογματική ορθοδοξία) ή αποτύπωση ενός νέου αρχηγικού μοντέλου του κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Ποιον αφορούν αυτά τα συνήθως μεγάλα κείμενα που συνοδεύουν την αποστράτευση ή την παραίτηση στελεχών και πρώην βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ; Από ποιους διακινούνται και σε ποιον απευθύνονται; Ποιες σκοπιμότητες εξυπηρετούν εκτός από τις προφανείς και σε ποια χρήση διατίθενται πλέον από εχθρούς και φίλους; Ποια εξουσιαστική αντίληψη τα διακινεί στο δημόσιο επικοινωνιακό χώρο με άλλη βαρύτητα από τις διατυπωμένες, συλλογικές ή προσωπικές, αποστρατεύσεις απλών μελών της βάσης του κόμματος; Προφανώς δεν διάβασε κανείς στο enikos.gr τη δήλωση παραίτησης μελών της Γραμματείας της Οργάνωσης Μελών των Πατησίων έτσι όπως αυτή διαμοιράστηκε ηλεκτρονικά στα μέλη της Οργάνωσης. Η αποτύπωση του συλλογικού προβληματισμού 40 μελών αυτής της οργάνωσης, όπως αυτός ξεδιπλώθηκε σε άτυπη συνάντησή τους προ ημερών στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στα Άνω Πατήσια, δεν θα έχει τα ίδια share και like της συνέντευξης της αγαπητής Μαρίας Κανελλοπούλου, της δήλωσης του αγαπητού Στάθη Δρογώση ή του αγαπητού Ανδρέα Καρίτζη (για να μιλήσω ενδεικτικά για συντρόφους που εκτιμώ ιδιαίτερα). Είναι λαϊκισμός και κομπλεξισμός ή πολιτική αντίληψη να ισχυριστεί κανείς πως ουδόλως αφορούν και ενδιαφέρουν οι προσωπικές καταγραφές των στελεχών του «πολιτικού υποκειμένου» που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ; Πως αξία έχουν οι συλλογικές διεργασίες, η συλλογική πολιτική κρίση, η συλλογική αποστράτευση;


Αναμφίβολα η σημειολογία του Εγώ στο δημόσιο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύπτει το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα του κόμματος. Πάντως, αφού η πολιτική σκέψη έχει εκφραστεί με τόση ποικιλία αυτές τις μέρες, είπα (αποφεύγοντας ίσως ακόμα να τοποθετηθώ επί της ουσίας….) να ασχοληθώ με εξωτερικά και δευτερεύοντα στοιχεία της πολιτικής επικαιρότητας των ημερών μας. Και εξαιρώντας βέβαια από την περιγραφή αυτή τις στάγδην προσωπικές αλλά δημόσιες δηλώσεις ένταξης επιφανών πολιτικών προσωπικοτήτων (Κωνσταντοπούλου, Ραχήλ, κ.α.) που προσέρχονται με το Εγώ τους στη νεοσύστατη ριζοσπαστική αριστερά της ΛΑΕ.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Το παραμύθι του Άλμπι


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα νησί ένα παιδί, ένα παιδί που το έλεγαν Άλμπι. Σε ένα μικρό χωριό, πολύ μικρό χωριό ζούσε ο Άλμπι, που είχε μια μεγάλη, πολύ μεγάλη παραλία, και τα καλοκαίρια πήγαινε κι ερχόταν σε αυτή τη μεγάλη, πολύ μεγάλη παραλία. Ο κόσμος του Άλμπι ήταν ένα φωτεινό καλοκαίρι παίζοντας, με τα κύματα παίζοντας ή στην άμμο, παίζοντας ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι με χαρτιά το βράδυ στην καντίνα του Ηρακλή και της Αφροδίτης. Παίζοντας με τα παιδιά που έρχονταν στο νησί, τουρίστες ή ξενιτεμένους που επέστρεφαν για διακοπές στο γενέθλιο τόπο.

Και ύστερα ερχόταν το φθινόπωρο που άδειαζε την παραλία και τα πρόσωπα αποχωρούσαν στη συννεφιά της κανονικής τους ζωής και ξεκινούσε το δημοτικό πάλι, όμως το καλοκαίρι περίμενε να εμφανιστεί και εμφανιζόταν ξανά. Και ο Άλμπι έπαιρνε τη φουσκωτή του βάρκα, τη γέμιζε παιδιά και τα πήγαινε δεξιά στον ένα βραχίονα της παραλίας, πίσω από το μεγάλο βράχο με την ελληνική σημαία που είχε τεράστια φύκια στο βυθό ή ψάρευαν με τα καλάμια τους στο μώλο αριστερά χωρίς ποτέ να πιάσουν ένα ψάρι.


Μια φορά κι έναν καιρό οι γονείς του Άλμπι του είπαν πως θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Δεν μπορούσαν άλλο να ζήσουν στην Ελλάδα, γιατί η οικονομική κρίση δεν τους επέτρεπε να δουλεύουν και να ζουν αξιοπρεπώς. Και πως θα είναι καλύτερα στην Αλβανία του είπαν, και πως εκεί δεν θα τον λένε «αλβανάκι». Κι έτσι τελείωσε οριστικά το μεγάλο, πολύ μεγάλο καλοκαίρι του Άλμπι. Τώρα ο κόσμος του μεγάλωσε κι άλλο – δεν είχε θάλασσα πια στο μεγάλο, πολύ μεγάλο, κόσμο του κι αφήσαν τη βάρκα πίσω στο νησί.

***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Τζάννε "Κάφκου"

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Το παραμύθι των αστείων βιβλιοθηκών


Πολλές φορές κι έναν καιρό ένας άνθρωπος συνήθιζε να έρχεται στη βιβλιοθήκη. Ζητούσε κάθε φορά ένα διαφορετικό βιβλίο και καθόταν στο αναγνωστήριο για ώρες και γελούσε. Μόνο γυρνούσε τις σελίδες του και γελούσε με αυθάδεια, πράγμα που ενοχλούσε τους υπόλοιπους αναγνώστες κι εκνεύριζε εμάς τους βιβλιοθηκάριους. Και δεν είναι ότι ήταν εύθυμα τα βιβλία που έπαιρνε – δεν είχαν καν το ίδιο θέμα: άλλοτε διάβαζε λογοτεχνία, άλλοτε παιδικά, άλλοτε χημείες, ιστορία ή παιδαγωγική κι άλλοτε θεολογία, πολιτική ή φιλοσοφία. Τίποτε δεν διέκοπτε ή άλλαζε την εύθυμη διάθεσή του. Μια μέρα ένας από εμάς τον επέκρινε με αυστηρό ύφος πως τελοσπάντων οι βιβλιοθήκες είναι ένας χώρος του στοχασμού και της σιωπής, όμως εκείνος του απάντησε μεγαλόφωνα πως οι βιβλιοθήκες είναι αστείες – «τίποτα εδώ μέσα δεν είναι ζωντανό, εκτός από εμένα και από εσάς» του είπε.


Μετά από καιρό, εντελώς ξαφνικά ο άνθρωπός μας σταμάτησε να γελάει. Συνέχισε να έρχεται επιμελώς στη βιβλιοθήκη, όμως η ευθυμία του δεν ξανακούστηκε ποτέ. Μια μέρα ένας από εμάς τον ρώτησε το λόγο. «Τίποτα εδώ μέσα δεν είναι αθάνατο, εκτός από τα βιβλία», του είπε.

***
ο πίνακας είναι της Βίκυς Γεωργιοπούλου

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Aharon Appelfeld, Μπάντενχαϊμ 1939


Το «Μπάντενχαϊμ 1939» (Εστία, 2008, μετάφραση Μάγκυ Κοέν) και η γραφή του Εβραίου συγγραφέα Άαρον Άπελφελντ είναι μια συνάντηση που δύσκολα ξεχνάει ένας αναγνώστης. Όχι μόνο γιατί το θέμα του, ο εκπατρισμός και το Ολοκαύτωμα, είναι μια ζοφερή ιστορία της Ευρώπης, αλλά γιατί ο τρόπος του να μιλήσει γι’ αυτά είναι ευφυώς υπαινικτικός, έμμεσος, οικουμενικός, εν τέλει τραγικός. Το «Μπάντενχαϊμ 1939» είναι η ιστορία μιας αποκλεισμένης πόλης, των εγκλωβισμένων κι ανυποψίαστων σε αυτήν Εβραίων, είναι ένα χρονικό ψευδαισθήσεων ακριβώς πριν τη μεγάλη καταστροφή. Η αφήγηση είναι μια μουσική δωματίου που ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά – η ίδια η αφορμή είναι ένα φεστιβάλ μουσικής μιας επαρχιακής πόλης. Οι χαρακτήρες του έργου αποφλοιώνονται καθώς ο χρόνος κυλάει, τα αποθέματα της ευμάρειας λιγοστεύουν και η φυγή, ο διωγμός, φαντάζει μια κάποια λύσις. Η επίμονη, εμβριθής, αποκαλυπτική και διόλου ωραιοποιημένη περιγραφή των χαρακτήρων και των συμπεριφορών από τον Άπελφελντ δημιουργεί ένα ασφυκτικό κλίμα αδημονίας για το τέλος – οι αναγνώστες ξέρουμε τι θα συμβεί, πιάνουμε ωστόσο τον εαυτό μας να προσδοκά τη λύτρωση του αφανισμού, να θέλει να φωνάξει στους χαρακτήρες του βιβλίου «είναι οι τελευταίες σας στιγμές, θα γίνετε όλοι καπνός στα φουγάρα του Άουσβιτς, δεν το καταλαβαίνετε;». Ο αναγνώστης βιώνει σχεδόν ένα θεατρικό δρώμενο, βρίσκεται μπλεγμένος σε μια δεσμευτική παράσταση ενός τσεχωφικού έργου, με ποικίλες κι άσχετες συζητήσεις γύρω από ένα γεύμα ή ένα καφέ που επιμένουν να αγνοούν το αναπόφευκτο που ούτως ή άλλως δουλεύεται και προχωράει. Νομίζω πως η θεατρικότητα και η καφκική ασφυξία του έργου αυτού είναι μια λογοτεχνική εμπειρία – είναι σημαντικό πώς θα μιλήσεις. Το τέλος έρχεται, κι έρχεται στην ώρα του σφυρίζοντας και καταπίνει τους ανθρώπους. Όλα τελειώνουν σε 4-5 γραμμές και στις γραμμές του τραίνου που αναχωρεί με βία για την Πολωνία.





Ο Άαρων Άπελφελντ γεννήθηκε το 1932 στο χωριό Ζαντόβα του Τσέρνοβιτς (Μπουκοβίνα – σήμερα ανήκει στην Ουκρανία). Σε ηλικία 8 χρόνων βλέπει τους ναζί να δολοφονούν τη μητέρα του και ο ίδιος κλείνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, από το οποίο δραπετεύει και περιπλανάται για χρόνια. Επιβιώνει. Φεύγει για την Παλαιστίνη, στην οποία βρίσκει τον πατέρα του (δεν θα μιλήσει ποτέ για τη συνάντησή τους). Μαθαίνει τα εβραϊκά, γιατί τίποτα από τις γλώσσες του παρελθόντος του δεν είναι πια ζωντανό (τα γίντις της γιαγιάς του, τα ουκρανικά της υπηρέτριας, τα ρουμανικά του δρόμου, τα γερμανικά των γονιών του), και γράφει σε αυτά τα βιβλία του. Θεωρείται από τους σημαντικότερους ισραηλινούς συγγραφείς. Στα ελληνικά κυκλοφορεί και η «ιδιότυπη αυτοβιογραφία του» με τίτλο «Ιστορία μιας ζωής» (Εστία, 2007, μετάφραση Μάγκυ Κοέν).

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Ota Pavel, μια ζωή ψαρεύοντας


Υπάρχουν βιβλία που εμφανίζονται μπροστά σου σαν απροσδόκητα ξέφωτα. Απολαμβάνεις την αφήγησή τους, παρατείνεις την ανάγνωση προκειμένου να αναβάλεις το τέλος τους. Αφήνεις τα κεφάλαιά τους να καθίσουν μέσα σου και να ωριμάσουν. Διάβασα ένα τέτοιο βιβλίο αυτές τις μέρες: είναι η συλλογή διηγημάτων «Μια ζωή ψαρεύοντας» του Τσέχου συγγραφέα Ota Pavel (εκδόσεις Ίκαρος, 2014, μετάφραση Κώστα Τσίβου). Ο Pavel (1930-1973) είναι μια ιδιαίτερη μορφή των τσεχικών γραμμάτων, γιος ενός Εβραίου πατέρα (που βιώνει τον εγκλεισμό στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης) και μιας χριστιανής μητέρας (με την οποία ζει τα χρόνια του Πολέμου). Ο πατέρας και τα αδέρφια του «επιβιώνουν» από τα στρατόπεδα, επιστρέφουν και η ζωή της οικογένειας παίρνει πάλι μπροστά. Ο Πάβελ εργάζεται ως ανθρακωρύχος, αθλητής και αθλητικός δημοσιογράφος. Το 1964 καλύπτοντας τους χειμερινούς ολυμπιακούς αγώνες του Ινσμπρουκ εμφανίζει μανιοκαταθλιπτικά επεισόδια που τον οδηγούν σε χρόνιες νοσηλείες σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Γράφει και δημοσιεύει διηγήματα αυτή την περίοδο, μέχρι το 1973 που πεθαίνει 43 χρόνων από ανακοπή καρδιάς.

Το «Μια ζωή ψαρεύοντας» είναι σύνθεση και επιλογή από δύο συλλογές του. Ο Ota Pavel σε αυτά τα διηγήματά του γράφει για την ελευθερία επιστρέφοντας στην παιδική του ηλικία. Με τρυφερή ειρωνεία και αυθεντικό θαυμασμό περιγράφει τον ποικίλο κόσμο των ενηλίκων, όσα του έμαθαν για τη ζωή και το ψάρεμα. Το ψάρεμα ωστόσο είναι τελικά η μαεστρία της επιβίωσης. Ο συγγραφέας απομονώνει τη δραστηριότητα του ψαρέματος όχι για να την περιγράψει, αλλά για να σχολιάσει την ίδια τη ζωή στο σύνολό της. Αποχαιρετά συντετριμμένος τη χαμένη παιδικότητα– είναι ενδεικτικό το τελευταίο διήγημα, όπου ο ενήλικος πια ψαράς δέχεται έκπληκτος ως δώρο μια ψαριά με δυναμίτη, την οποία τελικά απορρίπτει. Το ψάρεμα για τον μικρό Ota είναι πράξη αντίστασης, αψηφισιά στα χρόνια του πολέμου, είναι ο τρόπος του να κρατήσει κοντά του τον πατέρα και τα αδέρφια του. Ο κόσμος που περιγράφει ο Pavel κυριαρχείται από τη μορφή του πατέρα που κατά κανόνα πλαισιώνεται από τον χορό των ενήλικων αντρών – αν και η μορφή της μητέρας υπάρχει σε δεύτερο πλάνο σχεδόν παντού, ενώ σε ένα διήγημα υπάρχει και η γυναίκα-πειρασμός πάλι συνδεδεμένη με τον πατέρα. Ο αρσενικός του κόσμος είναι ένας κόσμος θαρραλέος στα πάθη και τα λάθη του, που τσαλακώνεται και συνεχίζει μέχρι το τέλος να δοκιμάζει. Και εν τέλει χάνει τη μάχη.


 Η γραφή του Pavel είναι αφοπλιστικά ανεπιτήδευτη και άμεση. Είναι παραμυθάς. Στις ιστορίες του προκύπτουν συχνά και αβίαστα ποιητικές ρωγμές. Διάχυτη είναι η σάτιρα, περισσότερο ως αντίστιξη στην αμείλικτη πραγματικότητα. Ο πόλεμος είναι παρών, αλλά κυρίαρχη είναι η ελευθερία. Το ψάρεμα (ή το κυνήγι), είναι ένας χαμένος παιδικός παράδεισος, όπου μπορείς να αγωνίζεσαι για να ζήσεις. Νομίζω πως περισσότερο από ένα βιβλίο για την Ελευθερία το «Μια ζωή ψαρεύοντας» είναι ένα βιβλίο για την Ήττα, σπαρακτικό μες στα παιδικά του ρούχα. 

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Παραμύθι για τις σιωπηλές γυναίκες των μπαλκονιών


Θα έχεις προσέξει ίσως τα μεσημέρια του καλοκαιριού που κάθονται στο μπαλκόνι. Δένουν τα χέρια και στέκουν αμίλητες. Δεν καθαρίζουν φασολάκια, δεν κεντούν, δεν παρακολουθούν καν την ανύπαρκτη κίνηση των δρόμων και τους περαστικούς. Μόνο είναι εκεί και κοιτούν. Συνήθως μόνες, πάντα μόνες, ακόμη κι αν κάποια στιγμή εμφανιστεί από μέσα ένας άντρας κρατώντας μια εφημερίδα στα χέρια. Φορούν συνήθως παλιομοδίτικα φουστάνια, μαύρα με γκρίζα λουλουδάκια και είναι σαν φάροι – ποτέ δεν κατάλαβες για τι σε προειδοποιούν. Ποια βράχια οριοθετούν, ποια σύγκρουση αποτρέπουν.


Αν έγραφα ένα παραμύθι γι’ αυτές θα έλεγα ίσως πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια νέα γυναίκα που αγάπησε και είπε τον έρωτά της σε έναν άντρα. Εκείνος την τον αρνήθηκε κι εκείνη έκτοτε δεν ξαναμίλησε – γιατί ό,τι είχε να πει αληθινό στη ζωή της ,το είπε. Από τότε μεγάλωσε και κάθεται πια τα καλοκαιρινά μεσημέρια σιωπηλή στα μπαλκόνια, σαν άγαλμα ζωντανό της μοναξιάς και σαν μνημείο της άρνησης.

***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Ρόρρη

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Το παραμύθι του κακού λύκου


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λύκος. Ένας κανονικός κακός λύκος που ήθελε να τρώει ζωάκια και όποτε μπορούσε το έκανε. Οι εποχές είχαν αλλάξει όμως και δεν ήταν πολιτικά ορθό να υπάρχουν κακοί λύκοι στα παραμύθια. Άλλοτε οι λύκοι γίνονταν καλοί και τα γουρουνάκια ή τα προβατάκια κακά, άλλοτε γίνονταν χορτοφάγοι και άλλοτε έλειπαν τελείως από τις ιστορίες. Το μεταμοντέρνο είχε εξαφανίσει τους λύκους από τα παραμύθια! Ελάχιστοι είχαν μείνει μέσα στα δάση, κι αυτοί κρύβονταν μην τους βρει κανένας παραμυθάς και τους αλλάξει τη φύση. Γιατί εκεί βρισκόταν το πρόβλημα: οι ιστορίες έπαψαν να έχουν κανονικούς κακούς, όλα ήταν μια παρεξήγηση που λυνόταν στο τέλος, νικούσε το καλό γιατί κακό δεν υπήρχε. Κι έτσι μεγάλωναν παιδιά που δεν έβλεπαν το κακό γύρω τους, δεν αναρωτιόνταν γιατί τα ΜΜΕ έχουν μεγάλα δόντια και οι τράπεζες μεγάλα νύχια.

Ο λύκος μας λοιπόν, επειδή πεινούσε, πήρε μια γενναία απόφαση. Ούτως ή άλλως η απουσία κακών λύκων είχε εξαφανίσει και τα αρνάκια από τα δάση. Κι έπρεπε να βρει να φάει. Και μια μέρα λοιπόν βρήκε σε ένα δάσος κι έφαγε έναν παραμυθά. Κι αφού χόρτασε, ξάπλωσε στη σκιά ενός δέντρου κι αποκοιμήθηκε. Ύστερα από λίγες μέρες ξαναπείνασε κι έφαγε άλλον ένα διαθέσιμο παραμυθά, και ύστερα κι άλλον, κι άλλον. Κι άρχισαν σιγά-σιγά να λιγοστεύουν οι παραμυθάδες (πράγμα που διόλου δεν ανησύχησε βέβαια τα αρνάκια, τα γουρουνάκια, τα κατσικάκια και τις κοκκινοσκουφίτσες που ζούσαν στα μεγαλοαστικά προάστια των μεγαλουπόλεων μαζί με τους πάσης φύσης καλλιτέχνες και διάσημους.).


Στο τέλος δεν έμεινε ούτε ένας παραμυθάς. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Αυγουστιάτικο παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν δυο άνθρωποι ευτυχισμένοι. Κάθονταν στην αυλή τους τα καλοκαίρια κάτω από την κληματαριά κι έτρωγαν καρπούζι. Εκείνη ύστερα διάβαζε το βιβλίο της κι αυτός τάιζε το καναρίνι και καθάριζε το κλουβί του. Εκείνη φορούσε ένα κοντό κόκκινο φουστάνι κι εκείνος από τη μέση και πάνω ήταν γυμνός. Εμείς μέναμε απέναντι και στην αρχή ήμασταν παιδιά, μετά έφηβοι, σπουδάσαμε, παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά, χάσαμε τους γονείς μας, πεθάναμε. Εκείνη πάντα διάβαζε το βιβλίο της κι εκείνος τάιζε το καναρίνι και καθάριζε το κλουβί του. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα που λένε.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015

Ζητήματα μετασχηματισμών στα σύγχρονα παραμύθια


Μια φορά κι έναν καιρό φτιάχναμε παραμύθια με ένα βασιλόπουλο, μια κακιά μάγισσα, τρεις δοκιμασίες και κατά περίπτωση ένα δράκο, ένα κορίτσι, ένα ζώο με μιλιά κ.ο.κ. Τα πράγματα έχουν αλλάξει αρκετά από τότε (καλά να ‘μαστε, και ‘σεις καλύτερα). Βασιλόπουλα πια δεν υπάρχουν, οι δοκιμασίες δεν έχουν τελειωμό, τα ζώα δεν μιλούν (ούτε οι άνθρωποι) και οι δράκοι σβήσαν τις φωτιές εντός τους και άλλαξαν μορφή. Τίποτα σχεδόν δεν είναι το ίδιο, ούτε πια τα παραμύθια.

Πριν λίγο καιρό λοιπόν ένα αγόρι με κουστούμι που εργαζόταν ως στέλεχος σε μια πολυεθνική εταιρεία αγάπησε ένα όμορφο αγόρι  απλά και καθημερινά ντυμένο που πουλούσε hot dog σε μια καντίνα στο δρόμο εκεί κοντά. Τον σπίτωσε και χαίρονταν ξένοιαστοι τον έρωτά τους. Μια μέρα όμως όλοι στην εταιρεία άρχισαν να συζητούν για τη συγκατοίκηση αυτή με έναν κάποιο υποκριτικό συντηρητισμό και τα νέα έφτασαν στη διευθύντρια, μια σκύλα άγρια που καιρό τώρα έψαχνε αφορμή να εκδικηθεί τον υφιστάμενό της που αρνιόταν επίμονα, αν κι ευγενικά, τον έρωτά της. Στην αρχή έκανε ανώνυμη καταγγελία στις δημοτικές αρχές πως η καντίνα δεν έχει την προβλεπόμενη άδεια. Ακολούθησε μια μικρή ταλαιπωρία, όμως όλα αποδείχτηκαν νομότυπα. Στη συνέχεια έκανε ανώνυμη καταγγελία στις υγειονομικές αρχές για υγειονομικές παραβάσεις και παραλείψεις. Όμως κι σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα λύθηκαν σχετικά εύκολα και γρήγορα. Ακολούθησαν κι άλλα πολλά, εξοντωτικά ωράρια στη δουλειά για τον υφιστάμενο, ένας gay ζιγκολό ως δόλωμα στον πωλητή, μια απόπειρα «ατυχήματος», μια έξωση, μια απειλή απόλυσης… Τίποτα δεν ανέκοψε τον έρωτα των δυο αντρών. Ύστερα από λίγους μήνες ωστόσο το ζευγάρι χώρισε, ο πωλητής αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο χωριό του στο Αγρίνιο (όπου στη συνέχεια παντρεύτηκε μια ντόπια κοπέλα κι έκανε δυο γλυκύτατα παιδάκια). Το στέλεχος της πολυεθνικής δεν μακροημέρευσε σε άλλη σχέση τα επόμενα χρόνια (από όσο ξέρω) και η διευθύντρια κάποια στιγμή έφυγε από την εταιρεία για να εργαστεί αλλού.

Με τέτοιες ιστορίες είναι κάπως δύσκολο στους παραμυθάδες να φτιάχνουν παραμύθια, που να ‘χουν κι ευτυχισμένο τέλος. Προσπαθούν ωστόσο και κάνουν ό,τι μπορούν:


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βασιλόπουλο που αγάπησε μια αγροτοπούλα. Μια μάγισσα όμως κακιά δεν άντεξε τον έρωτά τους, γιατί ήθελε να παντρέψει την κόρη της μαζί του. Στην αρχή προσπάθησε με ξόρκια να στερέψει το χωράφι του δύστυχου του κοριτσιού, όμως τα πουλιά που την αγαπούσαν πέταξαν πάνω από το χωράφι της και σκόρπισαν χιλιάδες σπόρους στάρι με τα ράμφη τους. Και το χωράφι θέριεψε και η σοδειά μεγάλωσε. Ύστερα η κακιά μάγισσα μεταμόρφωσε ένα βάτραχο σε νεαρό έμπορο και τον έστειλε να της πει λόγια γλυκά και λόγια αγάπης. Όμως εκείνη αρνήθηκε τον έρωτά του και ο νεαρός επέστρεψε ο δύστυχος στους βάλτους κι έκτοτε φωνάζει το όνομά της απελπισμένος. Στο τέλος η κακιά μάγισσα μεταμορφώθηκε σε δηλητηριασμένη μηλιά με όμορφα, λαχταριστά μήλα και στάθηκε μια μέρα στο δρόμο του κοριτσιού, το οποίο πέρασε από εκεί, όμως τα μάτια της ήταν δακρυσμένα από τον πόθο του έρωτα και δεν είδε τα μήλα. Πέρασε ωστόσο από εκεί η κόρη της μάγισσας και πριν προλάβει κάτι εκείνη να της πει, λιμπίστηκε τα λαχταριστά τα μήλα, δάγκωσε ένα, κι έπεσε ξερή. Τέτοιος πόνος, τέτοια κραυγή βγήκε μέσα απ΄ την ψυχή της μάγισσας τότε, που σαν τη φλόγα των δράκων, την κατέκαψε. Το βασιλόπουλο ύστερα από όλα αυτά παντρεύτηκε την αγαπημένη του, έκαναν και δυο παιδιά και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα και μήτε εγώ ήμουν εκεί, μήτε κι εσείς να με πιστέψετε!

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Το παραμύθι της σκιάς


Μία φορά ήταν η σκιά ενός κοριτσιού που περπατούσε με τον πατέρα της μέσα στη νύχτα. "Μπαμπά γιατί οι σκιές μάς ακολουθούν;", τον ρώτησε. "Για να μην είμαστε μόνοι", της απάντησε εκείνος.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Εγωιστικό παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ακροβάτης. Που ακροβατούσε. Όμως αυτό δεν ήταν μοναδικό: όλοι λίγο-πολύ ακροβατούμε, άλλος σε σκοινιά, άλλος σε έρωτες, σε οικογένειες, καριέρες, κόμματα, σε τόσα. Μια μέρα έπεσε από το σκοινί. Και σκοτώθηκε. Όμως ούτε αυτό ήταν μοναδικό: οι πτώσεις από σκοινιά, έρωτες, οικογένειες, καριέρες, κόμματα και τόσα επιφέρουν ποικίλες κακώσεις και καμιά φορά το θάνατο.

Το σπουδαίο με αυτό το παραμύθι είναι πως μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας ακροβάτης. Που ακροβατούσε. Κι έπεσε από το σκοινί. Και σκοτώθηκε. Και οι υπόλοιποι άνθρωποι ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Κάτι ζωγραφιές του 19ου αιώνα


Συχνά βρίσκω στη Βιβλιοθήκη παλιά βιβλία μουτζουρωμένα, σημειωμένα, ζωγραφισμένα ή με χειρόγραφες κτητορικές φράσεις. Οι αιώνες περνούν γύρω τους, οι ιστορίες των βιβλίων γερνούν, οι συγγραφείς τους πεθαίνουν, ίσως ποτέ κανείς άλλος να μην τα διάβασε, ίσως κάποιος σοφός ερευνητής να ενδιαφέρθηκε για το κείμενό τους κάποια στιγμή. Όμως εμένα, που είμαι απλά ένας βιβλιοθηκάριος, με συγκινούν αυτές οι παράμετρες προσθήκες που κάποια στιγμή αποτυπώθηκαν στο περιθώριο και κάνουν κάθε βιβλίο μοναδικό. Μου αρέσουν όχι τα ίδια τα βιβλία ή η σοφία τους. Αλλά η ιστορία του καθενός από αυτά που πήγε από χέρι σε χέρι κι έφτασε μέχρι εμένα που σας ιστορώ ετούτα. Σαν τα τουρκόφωνα χριστιανόπουλα στην Καππαδοκία τον 19ο αιώνα που έφτιαξαν στα καραμανλίδικα βιβλία τους αυτές τις ζωγραφιές, ίσως από ανία.