Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Τα δωμάτια της γραφής

Συγγραφέας είναι νομίζω αυτός που πλάθει ιστορίες ή τις διηγείται με τρόπο που να σε αιχμαλωτίζει στην οπτική της αφήγησής του. Είναι αυτός που μεταπλάθει τα υλικά των αισθήσεών του σε σκέψεις. Είναι ο ναυτικός που στην πλεούμενη φυλακή του λύνει τα δεσμά της μίζερης πραγματικότητας αφηγούμενος περιπέτειες, οι οποίες στην καλύτερη περίπτωση δεν έγιναν ποτέ ακριβώς έτσι.

Όπως και πέρυσι, έτσι και φέτος, καθώς ο χρόνος μαζεύει τα πράγματά του από την ντουλάπα, πακετάρει τα βιβλία του, τις σημειώσεις, τα λάθη του και ετοιμάζεται να μπαρκάρει, επιλέγω να αφήσω τη μικρή μου συμβολή στην επέτειο ενός ποιητή. Πριν από εκατό χρόνια γεννήθηκε ο Νίκος Καββαδίας στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι της Μαντζουρίας Και όπως φαίνεται δεν πέθανε ποτέ.


Δεν έχω να πω πολλά πρωτότυπα – ίσως μονάχα αυτό: πριν από δυο χρόνια βρήκα σε μια σημαντική προσωπική βιβλιοθήκη που κατέγραφα, ένα βιβλίο με χειρόγραφό του μέσα το «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα» σε ένα φύλλο τετραδίου.

Θαυμάζω απεριόριστα την ικανότητα της Ζέη να αφηγείται ιστορίες. Στο αφιέρωμα που έκανε η «Λέξη» στον Καββαδία στο τεύχος 202, αφηγείται λοιπόν πώς τη φυγάδευσε ο Κόλιας μια φορά με ένα εμπορικό πλοίο λαθραία για να συναντήσει το Σεβαστίκογλου στη Θεσσαλονίκη. «… όταν φτάσαμε στο λιμάνι, ο Κόλιας μ’ έπιασε σφιχτά από το χέρι λες και ήτανε να με χάσει. Δεν θυμάμαι πώς το λέγανε το πλοίο. Εκείνος έσπρωχνε τον κόσμο κι ανεβαίναμε σκάλες, ώσπου φτάσαμε στο κατάστρωμα. – Κάτσε εδώ και μην κουνήσεις, μου είπε και με τοποθέτησε σε μια γωνιά… Σε λίγο γύρισε ο Κόλιας μ’ έναν καμαρότο που κρατούσε ένα πλιαν σκαμνάκι και μου είπε. - Ο Σάββας είναι δικός μου, θα σε προσέχει.»

Τελειώνει την αφήγησή της έτσι: … «Πριν λίγα χρόνια είχα πάει στη Λευκάδα καλεσμένη σ’ ένα σχολείο. Κάνοντας μια βόλτα στην πλατεία είδα μπροστά μου τον Κόλια. Δηλαδή την προτομή του. Φορούσε το κασκέτο του και κοίταζε μ’ ένα θλιμμένο παιδικό βλέμμα τη θάλασσα. Κι ύστερα από τόσα χρόνια μου ήρθανε στο νου οι στίχοι του και τους απάγγειλα από μέσα μου εκεί μπροστά του.

«Ήθελα πάντα νάμενα μικρό κι αγνό παιδί
Που απ’ το ψυχρό δωμάτιό του έξω ποτέ δε βγαίνει
Και που σκυφτό, παράξενα βιβλία φυλλομετρεί
Κι απέναντί του το κοιτούν παλιάτσοι αραδιασμένοι.»

Κι αφού, καθώς φαίνεται, ο Μαραμπού έμεινε πολύ καιρό σ’ εκείνο το δωμάτιο κλεισμένος να ταξιδεύει στις θάλασσες, θα βρω την ευκαιρία να πω και για το… διπλανό δωμάτιο της κυρίας που ιστορεί τα παραπάνω.


Στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «η σκηνή και η γραφή» (εκδ. Καστανιώτη), ο σκηνογράφος Σάββας Χαρατσίδης περιγράφει κάπου το σπίτι της Ζέη και του Σεβαστίκογλου στο Παρίσι. Λέει πως τους γνώρισε το 1973. Το σπίτι τους ήταν «τρία μικρά δωμάτια στην Πλας ντ’ Ιταλί, φορτωμένο βιβλία και χαρτιά. Δύσκολα μπορούσες να βρεις χώρο να καθίσεις… η Τρίτη πόρτα σ’ έμπαζε στην κουζίνα. Ήταν η πιο μικρή κουζίνα που είδα ποτέ στη ζωή μου. Ωστόσο κι εκεί, ανάμεσα σε κατσαρόλες και γυαλικά, πάλι χαρτιά και βιβλία. Λίγο αργότερα η Άλκηστη θα με βεβαιώσει σοβαρότατα, δείχνοντάς μου ένα τραπεζάκι 60 Χ 50 εκατοστά, κάτω από ένα παράθυρο που έβλεπε σε φωταγωγό: «εδώ μόνο έχω ησυχία και μπορώ να γράψω».

Τυχεροί οι συγγραφείς που δραπετεύουν. Τυχεροί…

3 σχόλια:

renata είπε...

Γιώργο, τι καλά που μιλάς για δυο πολυαγαπημένους μου συγγραφείς!
Σε μακαρίζω και ζηλεύω πολύ για το χειρόγραφο του Κόλια.

Ένα μέσο να ξεφεύγω όταν ζορίζομαι είναι να κοιτάζω ένα σάιτ με φωτογραφίες από προσωπικές βιβλιοθήκες. ;)

Riski είπε...

Όμορφη ανάρτηση!

(Μαγικές οι βιβλιοθήκες!)

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Όταν βρεθούμε θα σας πω λίγες κουβέντες γι' αυτή τη βιβλιοθήκη.

Όσον αφορά στον Καββαδία, είναι νομίζω ο πιο εικαστικός από τους ομότεχνούς του.