Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ιστορίες βιβλιοθηκών (2): οι Βρυξέλλες

Στις βιβλιοθήκες πολλές φορές εκτυλίσσονται (συχνά εν αγνοία μας) ιστορίες βιβλίων και αναγνωστών. Δύο μέρες μετά το προηγούμενο σημείωμα για τα μπορντέλα και τη βιβλιοθήκη της Καστοριάς, μας επισκέφτηκε τελικά ο Κ. Σημαιοφορίδης, με τον οποίο είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για το Ραφαηλίδη και τα δύο σημεία της Καστοριάς που αναφέρει στο βιβλίο του. Μου είπε πως οι ιδεολογικές διαφορές δεν αφαιρούσαν στο ελάχιστο την αμοιβαία εκτίμηση του ενός προς τον άλλο. Είπαμε πως θα πούμε περισσότερα όταν διαβάσει και εκείνος το «Μνημόσυνο για ένα ημιτελή θάνατο».

Τα βιβλία είναι καταφυγές και περάσματα. Ετούτο σημαίνει πως ο ρόλος τους είναι παροδικός. Ακόμη και αν χρησιμοποιηθούν ξανά, οφείλεις είτε να βγεις από το τέλος τους, είτε να μπεις στην αρχή τους από άλλο σημείο. Είναι φιλόξενα όσο τα διαβάζεις- μετά μάλλον κλείνονται στον εαυτό τους και αφιερώνονται στη σιωπή της αυτάρκειάς τους. Τέλος, κατά κανόνα τα βιβλία εκδικούνται τους δημιουργούς τους ζώντας περισσότερο από αυτούς. Προνομιακός χώρος, όπου συντελούνται όλα αυτά είναι οι βιβλιοθήκες, τόποι αθανασίας των έργων του πνεύματος ή αν προτιμάτε, νεκροταφεία των δημιουργών του.

Το οδοιπορικό αυτό σε αναφορές των βιβλιοθηκών σε βιβλία συνεχίζεται με ένα χάρτη: θα διαλέξουμε μια πόλη, τις Βρυξέλλες, και θα γυρίζουμε γύρω της για να βρούμε την ευκαιρία να μιλήσουμε πάλι για το ρόλο των βιβλιοθηκών στην ιστορία μας.

… «Γεννήθηκα, κατά τύχη, στις Βρυξέλλες, καθώς οι γονείς μου αναζητώντας τον άρτο τον επιούσιο και τις καλές βιβλιοθήκες, ταξίδευαν στους δρόμους του κόσμου… η γνώση για μένα, δεν διαχωριζόταν από τη ζωή, ήταν η ίδια η ζωή… Έχω συχνά σκεφτεί, από τότε, ότι η ποίηση αντικαθιστούσε σε μας την προσευχή, … Είχα, κατά τύχη, βρει εύκολα δουλειά στη Μπελβίλ ως σχεδιαστής σε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε μηχανές. Το βράδυ ο οδοντωτός και το μετρό με οδηγούσαν μέχρι την Αριστερή Όχθη, στο Καρτιέ Λατέν… Μου έμενε μιάμιση ώρα για να διαβάσω στη Βιβλιοθήκη Σαιντ Ζενεβιέβ με ένα κεφάλι τόσο κουρασμένο που λειτουργούσε μόνο κατά το ήμισυ…»

Διαλέγω στιγμιότυπα, σκόρπιες φράσεις, από τη ζωή ενός βιβλιόφιλου επαναστάτη από αυτούς που έζησαν τον 20ο αιώνα στην πρώτη γραμμή των αγώνων για την αλλαγή της κοινωνίας. Αρχικά αναρχικού, μετέπειτα μπολσεβίκου, κριτικού του σταλινισμού, συγγραφέα και ιστορικού…. Η αυτοβιογραφία του Βικτόρ Σερζ (Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, εκδ. Scripta, 2008) είναι ένα από τα βιβλία που διαφωτίζουν ποικιλότροπα τα σημαντικά γεγονότα του 20ου αι., με μια γραφή που ταλαντεύεται ανάμεσα στη στράτευση και την ελευθερία της σκέψης για να αφηγηθεί μια ζωή που ξεκινάει την πολιτική της δράση στους δρόμους και την τελειώνει στην εξορία και τις φυλακές.

Από τις Βρυξέλλες και συγκεκριμένα από τους σοσιαλιστές του Βελγίου ξεκίνησε μια πρακτική που αντέγραψαν στις αρχές του 20ου αιώνα οι «δημοκρατικοί» στην Ισπανία: Σοσιαλιστές και Ριζοσπάστες το έλεγαν “casa del pueblos” (σπίτι του λαού). Οι αναρχικοί το έλεγαν “centro obreros” (εργατικό κέντρο). Στην ουσία και το μεν και το δε ήταν αίθουσες συγκεντρώσεων. εκδηλώσεων και διδασκαλίας των προλετάριων και αγροτών, διάσπαρτες στην Ισπανία, όπου καλλιεργούνταν οι πολιτικοί και ιδεολογικοί δεσμοί τους. Κάθε κόμμα ή ιδεολογία είχε τα δικά του, πολλά δε πρόσφεραν και φαγητό ενώ σε αρκετά υπήρχαν και βιβλιοθήκες. Οι αναρχικοί όριζαν και βιβλιοθηκάριο του Κέντρου (Οι Ισπανοί αναρχικοί: τα ηρωικά χρόνια 1868-1936/Μάρεϊ Μπούκτσιν, εκδ. Βιβλιοπέλαγος, 2011)

Τρίτο σημείο πρόσβασης στις Βρυξέλλες ο σύντροφος Κάρολος. Είναι πασίγνωστη η σχέση του Μαρξ με τις βιβλιοθήκες, ιδιαίτερα τη Βρετανική, της οποίας ήταν σταθερός θαμώνας. Είναι αρκετά γνωστή και η παραίνεση του πατέρα του στον ίδιο, όταν ήταν φοιτητής (και μέλος της «Λέσχης των Ποητών») στη Βόννη να «γυμνάζει και το σώμα όπως το πνεύμα του», την οποία εξάλλου δεν τήρησε ποτέ… Σχετικά άγνωστο είναι το στιγμιότυπο που αναφέρεται στην περίοδο που ζούσε στις Βρυξέλλες, τη δημοτική βιβλιοθήκη των οποίων επισκεπτόταν τακτικότατα επίσης. Κάποια στιγμή αποφάσισαν με τον Έγκελς να κάνουν ένα ταξίδι 6 εβδομάδων στην Αγγλία προκειμένου να επωφεληθούν από τις πλούσιες σε υλικό βιβλιοθήκες του Μάντσεστερ και του Λονδίνου (Κάρολος Μαρξ/Φράνσις Γουίν, εκδ. Ωκεανίδα, 2001).

Και στις τρεις ιστορίες οι βιβλιοθήκες αποτέλεσαν εργαλείο μόρφωσης, έρευνας και ιδεολογικής εγρήγορσης για ανθρώπους που σημάδεψαν την ιστορία των κοινωνικών αγώνων. Καμιά φορά σκέφτομαι (ελπίζω) με τη δουλειά μου να συνεχίζω την παράδοση αυτή…

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Ιστορίες βιβλιοθηκών (1): η Ευλαμπία

Χθες η κόρη μας είχε γενέθλια- έκλεισε τα πολλά… δύο χρόνια της. Εντάξει μπορώ πια να καταλάβω τις διαφορές των δύο φύλων εναργέστερα… Ας πούμε, είμαι σίγουρος πως τώρα που κάθομαι να γράψω αυτό το σημείωμα, το βλέμμα της μου λέει με σιγουριά: «για μένα γράφεις, το ξέρω». Γι’ αυτό και εγώ, που δεν θέλω να με καταλάβει, για άλλα θα σας πω.

Τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να με ενθουσιάζουν οι συναντήσεις της ανάγνωσης: γεγονότα και περιγραφές που σμίγουν μόνο γιατί έτυχε να διαβάσω βιβλία που τις περιέχουν απομονωμένες (για τους δικούς τους λόγους), στοιχεία που απαντούνται στη ζωή ή τη σκέψη μου και στα παράλληλα σύμπαντα της μυθοπλασίας ή της σκέψης των συγγραφέων.

Διάβασα αυτές τις μέρες στο «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο» του ευφυή, παθιασμένου και αριστερού Βασίλη Ραφαηλίδη μια περιγραφή για το μπουρδέλο της Καστοριάς, όπου έζησε τα εφηβικά του χρόνια. Μοιάζει να «συνομιλεί» με αυτό που έγραψα λίγες μέρες πριν για το παλιό μπουρδέλο της Κορίνθου:

… «το ωραιότερο θέαμα το πρόσφερε το μπορντέλο της Καστοριάς. Βρίσκονταν στην είσοδο της πόλης, σκαρφαλωμένο σε έναν βράχο. Μέσα είχε δυο «ιέρειες» την κυρία Νίκη και την κυρία Κούλα, που σε λίγο θα τις γνωρίσω καλά κι εγώ.

Όταν λοιπόν, επέστρεφαν οι στρατιώτες απ΄ τα μέτωπα του Γράμμου και του Βίτσι, δυο τεράστιες ουρές σχηματίζονταν έξω απ’ το μπορντέλο. Η μία κατέληγε στο κρεβάτι της κυρίας Νίκης. Και η άλλη στο κρεβάτι της κυρίας Κούλας. Παρόμοιες ουρές, ξανάδα μόνο όταν πήγα στο στρατό, όχι στο μπορντέλο της Κορίνθου, αλλά μπροστά απ’ το καζάνι του συσσιτίου» …

Η πρώτη εικόνα της 18μηνης στρατιωτικής μου ζωής ήταν οι μεγάλες ουρές μπροστά από τα μαγειρεία στο στρατόπεδο της Κορίνθου, και ακόμη πιο συγκεκριμένα ο ίσκιος μας πηγαίνοντας βράδυ για φαΐ που σέρνονταν σαν μαύρο φίδι στο γυμνό τοίχο που φώτιζε ένας δαιμονισμένος προβολέας. Για κάποιο λόγο αυτή η εικόνα τυπώθηκε στα μυαλά δύο αντρών με πολλά χρόνια διαφορά μεταξύ τους, με την ίδια ένταση και το ίδιο συναίσθημα…

Λίγες σελίδες μετά το «μπορντέλο» της Καστοριάς ο Ραφαλίδης μιλάει και για τη βιβλιοθήκη της:

… «Άρχισα, λοιπόν, να ψάχνω στη δημοτική βιβλιοθήκη της Καστοριάς, με τη βοήθεια του συμπαθέστατου και μεγαλοπρεπέστατου βιβλιοθηκάριου κυρίου Ζήκου, για βιβλία σχέση έχοντα με πολέμους, με αντάρτικα, με επαναστάσεις, όλα ανάκατα. Κι ούτω πως έφτασα κάποτε στην Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης του Μινιέ… Εκείνο τον καιρό διάβαζα μετά μανίας ό,τι μου ‘πεφτε στο χέρι. Από Καζαμία μέχρι Μάσκα, και από Ντελί μέχρι Ντοστογιέφσκι, Σαίξπηρ, Μολιέρο. Μολιέρος δεν υπήρχε στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Μου τον σύστησε ο κύριος Ζήκος, ο βιβλιοθηκάριος.» …

Λίγες σελίδες πριν (στη ζωή πάντως δεν μπορείς να γυρνάς στις «πίσω σου σελίδες») αναφέρει τον «καλό του φίλο» και συμμαθητή Κώστα Σημαιοφορίδη. Ο παλιός βουλευτής της ΝΔ έρχεται συχνά στη βιβλιοθήκη που δουλεύω. Σκέφτομαι να τον ρωτήσω για το Ραφαηλίδη, τη βιβλιοθήκη της Καστοριάς και τον κύριο Ζήκκο και μάλλον και για το μπορντέλο, την κυρία Νίκη και την κυρία Κούλα (σαφώς άλλη από αυτήν του Κουμανταρέα στην ομώνυμη νουβέλα).

Ακόμη και αν υποκρίνομαι τον απορροφημένο στους λαβύρινθους της σκέψης μου, την παρακολουθώ να παίζει δίπλα μου, αδειάζοντας και γεμίζοντας ένα κουκλόσπιτο και να σιγομουρμουρίζει την «Ευλαμπία» (οικογενειακό σουξέ κι αυτό του καλοκαιριού), που μιλάει για μια ακόμη ιστορία ανάμεσα στα δύο φύλα….


(Συνεχίζεται…)

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Το διαρκές βίωμα


Ξέρεις, νομίζω πως η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν είναι κάτι που προστατεύεται για να μην αμαυρωθεί...


... θα έλεγα λοιπόν πως μάλλον είναι ένα διαρκές βίωμα αντίστασης

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Το έθνος και η δημοκρατία

Από την εποχή που ο «Εθνικός Στρατός» πολεμούσε με το «Δημοκρατικό Στρατό», υπερασπιζόμενοι ο ένας το έθνος και ο άλλος τη δημοκρατία, έγινε φανερό πως στην Ελλάδα αυτά τα δύο δεν πάνε ποτέ μαζί και ποτέ δεν υπηρετούνται ταυτόχρονα. Ή κάπως έτσι. Λίγα χρόνια μετά τον εμφύλιο, οι επαγγελματίες εθνικόφρονες παραμέρισαν τη δημοκρατία για να υπερασπίσουν πάλι την έννοια του έθνους- κλείνοντας για μια ακόμη φορά την εθνοπατριωτική τους αποστολή με μια εθνική καταστροφή. Και αφού η ιστορία πάντα ξεκουράζεται μερικά χρόνια παίρνοντας έναν υπνάκο πριν βγει πάλι το σεργιάνι της στο χρόνο, τον τελευταίο καιρό που η δημοκρατία συγκρούεται με τις δυσλειτουργίες της, ανεβαίνουν οι μετοχές του «έθνους» στα στόματα των υπεύθυνων για τα αδιέξοδα του έθνους πολιτικών.

Ο υπουργός οικονομικών και «βαρύνουσα πολιτική προσωπικότητα», δεινός ρήτορας και επίδοξος αρχηγός του κόμματος των σοσιαλιστών Ευάγγελος Βενιζέλος τον τελευταίο καιρό που τα πράγματα στην Ελλάδα δεν πάνε και πολύ καλά… επιδίδεται με ιδιαίτερη ζέση στην επίκληση του έθνους. Επιχειρεί με το ιδεολόγημα αυτό να συγκολλήσει τα κομμάτια της κοινωνίας που διαλύει η πολιτική του; Είναι τάχα μόνο αυτή η πρόθεσή του; Στις 27/10/2011 ο ίδιος δήλωνε πως «μεταξύ έθνους και τραπεζιτών επιλέγουμε το έθνος», την ίδια στιγμή που ισχυριζόταν πως η παρουσία και ο έλεγχος της τρόικας των δανειστών πρέπει να είναι «τακτική και συνεχής». Την ίδια μέρα δήλωνε υπερασπιζόμενος τη νέα δανειακή σύμβαση πως  «απαλλάχτηκε το έθνος από ένα σημαντικό βάρος». Στις 7/11 δήλωσε «Έχουμε μια νέα κυβέρνηση εθνικής ενότηταςκαι εθνικής ευθύνης. Αυτή είναι η απόδειξη της δέσμευσής μας και της ικανότητάςμας ως Έθνος να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα και να ανασυγκροτήσουμε τη χώρα». Είναι πολλοί αυτοί που έχουν σχολιάσει τη χρήση των όρων «έθνος» και «θεός» τον τελευταίο καιρό από χείλη μη εξοικειωμένα με τις λέξεις αυτές. Είναι μόνο μια προσφυγή στη μεταφυσική ουτοπία ή μήπως απηχούν δεύτερες πολιτικές σκέψεις;


Η πρόσφατη ιστορία μας έχει δείξει πως η υπερβολική χρήση ακονίζει το μαχαίρι του «έθνους», το οποίο καταφέρνει τρομακτικές πληγές στο σώμα της δημοκρατίας. Ελπίζω να μάθαμε κάτι και να απαντήσουμε κατάλληλα. Όσοι θεράποντες της δεύτερης.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Ένα κερί για τα παλιά μπουρδέλα

Εδώ ήταν παλιά τα μπουρδέλα. Η μικρή μας πόλη τα είχε βάλει ήσυχα-ήσυχα σε μιαν άκρη της, να μην την ενοχλούν με τα θαμπά τους φώτα, τους ξαναμμένους φαλλούς των φαντάρων και τα πανσέληνα στήθη των κοριτσιών (που στέκονται σαν φανοστάτες στις μισάνοιχτες πόρτες). Η πόλη μεγάλωσε και έσπρωξε πιο πέρα την άκρη της, τα κορίτσια γέρασαν, οι φαντάροι απολύθηκαν βέβαια προ πολλού. Και το φυλάκιο απέναντι το κλείσανε. Τώρα τα μπουρδέλα στέκουν ρημάδια, χωρίς σκεπές (το νερό της βροχής χρόνια τώρα ξεπλένει τα πάθη σπρώχνοντάς τα βαθειά μέσα στο χώμα), με λογκωμένες αυλές και χάρβαλα παντζούρια και δαγκωμένους σοβάδες. Καμιά φορά όταν περνάω απέξω θέλω να μπω ν’ ανάψω ένα κερί γι’ αυτούς που έχυσαν εδώ το σπέρμα τους, γι’ αυτές που έχυσαν εδώ το δάκρυ τους, γι’ αυτές και αυτούς που ίδρωσαν από αγωνία και απόγνωση. Εδώ.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Ασυναρτησίες με ένα σπουργίτι*

Κυριακή πρωί σαν να είσαι στην άκρη του τούνελ, έξω στο φως. Είχες την αίσθηση αυτές τις μέρες πως δεν υπάρχει άκρη, εξάλλου τούνελ χωρίς φως στην άκρη του, δεν είναι τούνελ: είναι αδιέξοδο.  Κάποιες στιγμές έβλεπες το φως στην άκρη και έλεγες "είναι το τραίνο που έρχεται κατά πάνω μου". Όπως και να ‘ναι, είσαι στο φως, σπρώχνεις ένα καρότσι, μες στο καρότσι είναι η δίχρονη κόρη σου που τραγουδάει επίμονα «γιάγελα, γιάγελα, γιάγελα ουου». Έχεις φτάσει στο Γαλάτσι προσπαθώντας να βάλεις σε σειρά τα πράγματα του μυαλού σου. Στρίβεις σε μια πάροδο. Λίγα μέτρα πιο πέρα συναντάς το καφενείο-ουζερί «το σπουργίτι». Χαμογελάς.

Παρασκευή βράδυ. Επιστρέφεις από το σούπερ μάρκετ. Στην άδεια «Όμορφη Γρανίτσα» δυο ηλικιωμένοι παρακολουθούν από την ανοιχτή τηλεόραση τη συζήτηση στην κατάμεστη Βουλή. Ψάχνεις να βρεις το νόημα της αντίθεσης (γεμάτη Βουλή-άδειο καφενείο). Όμως σου ξεφεύγει. Σαν το σπουργίτι: πήρε τα ψιχουλάκια του και φεύγει το νόημα των πραγμάτων. Σαν το τραγουδάκι το παιδικό που έλεγε ο γιος σου «στα νιάτα του» (!!):

«Ένα σπουργιτάκι τόσο δα
στο παραθυράκι πώς χοροπηδά!
Τσίου, τσίου, λέει, κρύο φοβερό
ούτ’ ένα σποράκι δεν μπορώ να βρω.
Έλα σπουργιτάκι τρα λα λα
έχω να σου δώσω ψίχουλα πολλά
είμ’ ένα παιδάκι με καρδιά καλή
έλα σπουργιτάκι σ’ αγαπώ πολύ.»

Σάββατο βράδυ, αργά. Πας να πάρεις τις Κυριακάτικες- «αλλάζουν συνεχώς πρωτοσέλιδο, θα αργήσουν να έρθουν». Στην ουσία δεν θες να επιστρέψεις στο σπίτι. Θα ήθελες να μπορούσες όλη νύχτα να περπατάς στις γειτονιές της μεγάλης μας πόλης. Να μαντεύεις τις σιωπές και να ερμηνεύεις τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών της. Παρακολουθείς το λίγο κόσμο γύρω σου: ένα ζευγάρι επιστρέφει προφανώς από επίσκεψη. Συζητούν χαμηλόφωνα. Μια παρέα πιτσιρικάδες καπνίζουν «φούντα» δίπλα στο σιντριβάνι. Στο ψητοπωλείο αντικριστά συζητούν ένας άντρας και μια γυναίκα. Εκείνη τον κοιτά δακρυσμένη. Τελικά επιστρέφεις. Τα παιδιά έχουν κοιμηθεί. Εκείνη έχει ξαπλώσει. Ξαπλώνεις στο πλάι της και ανοίγεις και εσύ το βιβλίο σου: «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο». Κάποια στιγμή το μυαλό σου πάλι φεύγει. Θυμήθηκες απόψε εξαιτίας του Ραφαηλίδη τον Αντώνη το ζωγράφο από τη Χαλκίδα: εξορίες, εικονικές εκτελέσεις, φυλακές… Αγαπούσε τα σπουργίτια, ήταν η παρέα του στη φυλακή. Και τα «σκυλάκια». Είχε φυτρώσει ένα στο παράθυρο της φυλακής και αγαλλίαζε η ψυχή του. Μια μέρα τον είδε ο δεσμοφύλακας να το ποτίζει, ζύγωσε ο άθλιος και το έκοψε.

****