Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η «νέα βιβλιοθήκη» (ΙΙ)

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 21/9/2014]


Αναρωτιόμαστε αν πρόοδος είναι ό,τι καινούριο υπάρχει στον τρόπο που κάνουμε ή αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Συχνά μας λένε πως αυτό είναι η πρόοδος, πως η τεχνολογία είναι η πρόοδος, η απαγκίστρωση από ιδεολογήματα του παρελθόντος είναι η πρόοδος, πως «ό,τι γυαλίζει είναι χρυσός.». Πρέπει λοιπόν να απαντήσουμε πως πρόοδος είναι ό,τι βελτιώνει την απόδοση των σκοπών μας, ό,τι υπηρετεί καλύτερα το στόχο των προσπαθειών μας.

Είναι συχνές οι στρεβλώσεις τα τελευταία χρόνια στον τομέα των θεσμικών ζητημάτων του πολιτισμού μας. Εμφανίζονται ως «πρόοδος» πράγματα που πίσω από το εντυπωσιακό περιτύλιγμά τους κρύβουν οικονονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σχεδιασμό. Η στρέβλωση είναι μεγαλύτερη σε εμάς που δεν πετύχαμε όλα αυτά τα χρόνια ένα γερό θεσμό, τον οποίο έστω θα ταλαιπωρούμε, αλλά κατά κανόνα αυτοσχεδιάζαμε πετυχαίνοντας ενίοτε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ένας τέτοιος κόσμος είναι οι ελληνικές βιβλιοθήκες.


Η «νέα βιβλιοθήκη» του Almere ή η δικιά μας «νέα εθνική βιβλιοθήκη» του Ιδρύματος Νιάρχου είναι ιδεολογικοποιημένοι τίτλοι που επιχειρούν να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν ανασκευάζοντας και τους σκοπούς που αυτό υπηρετούσε (λειψά και μίζερα στην περίπτωση τη δικιά μας). Η «νέα βιβλιοθήκη» βαφτίζεται στους κανόνες της αγοράς, επιχειρηματολογεί με τη διαφήμιση και τα σημαινόμενά της, πολιτικολογεί συστημικά απαξιώνοντας το κράτος και αδιαφορεί για τις μειονότητες.


Θέλουμε κόσμο στις βιβλιοθήκες, αλλά τον θέλουμε να διαβάζει και να ανακαλύπτει τον κόσμο της γνώσης και της σκέψης. Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να δουλέψουμε πάνω στην ανάγκη της ανάγνωσης, πρέπει να καλλιεργήσουμε τη σκέψη, πρέπει να μάθουμε στην αναζήτηση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διαφημιστικά τρικ για να τους βάλουμε σε αυτές, δεν πρέπει να τους εξαπατήσουμε αλλοιώνοντας τους στόχους μας. Στόχος δεν είναι να πούμε πόσοι μπήκαν, προκειμένου να πείσουμε τις εκφυλισμένες ηγεσίες μας για την ανάγκη σταθερής και γενναίας χρηματοδότησης. Δεν θέλουμε τις βιβλιοθήκες σημεία διαφήμισης, δεν θέλουμε τις βιβλιοθήκες βήμα πρόσβασης της αγοράς στη γνώση και τη σκέψη, δεν θέλουμε την αγορά και τους πολιτικούς της ταγούς να καθορίζουν το περιεχόμενο και την προσβασιμότητα στις βιβλιοθήκες, δεν θέλουμε ματωμένους χορηγούς σε επιτοίχιες πλάκες. Δεν τους θέλουμε γιατί επιπλέον ξέρουμε πως θα περάσουν πάνω από το σώμα μας, που απελπισμένα τους παραδώσαμε, και θα φύγουν. Λίγη πρόσκαιρη κλεμμένη δόξα θα έχει μείνει, και τα μυαλά δεν θα έχουν αλλάξει. Πρέπει να πείσουμε τις πολιτικές ηγεσίες που καβαλάνε την εξουσία πως η επένδυση στις βιβλιοθήκες από το κράτος είναι σταθερή και μόνιμη επένδυση στη μόρφωση και την καλλιέργεια του λαού μας. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να καβαλήσουμε την αποστολή μας, τον πνευματικό και κοινωνικό μας ρόλο.

2 σχόλια:

Spyros Pierros είπε...

H Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης είναι η πρώτη ή έστω από τις πρώτες ελληνικές βιβλιοθήκες που έφτιαξε κι ένα μικρό δανειστικό τμήμα. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να φτάσουμε να δανείζεται το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων μιας λαϊκής (public) βιβλιοθήκης, για να καταργηθούν τα απαριθμητικά ταξιθετικά συστήματα και να μπουν τα βιβλία σε ανοιχτά ράφια, με λίγο πιο λογικό τρόπο. Και στη Θεσσαλονίκη και σε όλη την Ελλάδα.

Δεν άλλαζαν οι βιβλιοθήκες, τα μπακάλικα γίνονταν σούπερ μάρκετ, η Ελλάδα άλλαζε και οι βιβλιοθήκες ακολουθούσαν σταδιακά και άνισα και είναι μια αλλαγή που δεν έχει ολοκληρωθεί εξίσου σε όλες τις ελληνικές βιβλιοθήκες. Η αλλαγή αυτή δεν ήταν χωρίς αντιρρήσεις και αντιστάσεις. Πριν από 25 - 30 χρόνια έδινα μεγαλύτερη σημασία στις αντιρρήσεις και ονόμαζα τις αλλαγές αυτές πρόοδο• σήμερα βλέπω την ευρύτερη εικόνα αλλά είμαι σίγουρος ότι οι βιβλιοθήκες θα ήταν σε χειρότερο σημείο αν είχαν μείνει στα κλειστά βιβλιοστάσια και στους δελτιοκαταλόγους, σε συλλογές με βιβλία διαχρονικής αξίας, παρακαταθήκες έρευνας και μόρφωσης.

Σε αυτή την πορεία βάλαμε στις βιβλιοθήκες και βιβλία ευτελούς αξίας, τσιχλόφουσκες και προτηγανισμένες πατάτες. Μόνο που δεν φαντάζομαι ότι θα συμφωνούσαμε στο τι είναι ευτελούς αξίας για να το πετάξουμε• φτάσαμε εδώ με την ανοχή στα γούστα των άλλων και βάζοντας στις βιβλιοθήκες αισθηματικά, αστυνομικά, κατασκοπευτικά, επιστημονική φαντασία, κόμικς, μαγειρική, πλέξιμο. Και τα δέκα χρόνια και 54 μέρες είναι ακίνητα στα ράφια ενώ η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων συνεχίζει αθόρυβα να επανεκδίδεται κι έχει ένα σταθερό αριθμό δανεισμό κάθε χρόνο.

Νομίζω ότι οι βιβλιοθήκες αλλάζουν μαζί με τις κοινωνίες στις οποίες ανήκουν και δεν είναι πιθανόν να κινηθούν όλες μαζί σε αντίθετη κατεύθυνση. Φαντάζομαι όλοι θα θέλαμε να είναι οι ελληνικές βιβλιοθήκες σε διαφορετικό σημείο, να είμαστε σε ένα σημείο συγκρίσιμο με το Άλμερε, όπου μια πόλη 150 χιλιάδων κατοίκων έχει μια βιβλιοθήκη με 300 χιλιάδες τεκμήρια και 150 εργαζόμενους. Θα μπορούσε να έχει συμβεί κάτι τέτοιο σε μια κοινωνία που ζητάει την εφαρμογή εκείνου του νόμου που λέει ότι κάθε σχολείο έχει σχολική βιβλιοθήκη. Στην πραγματική μας διαδρομή όμως ο αρχιεπίσκοπος ζήτησε να κοιμηθούν και λίγο οι νόμοι και οι συμπολίτες μας διαδήλωσαν για τα ούρα του Ίσιτς και τη ρύθμιση της ρύθμισης χρέους του Ολυμπιακού και πολιόρκησαν αστυνομικό τμήμα όπου κατέφυγαν εφοριακοί.

Δεν υπάρχει περίπτωση οι βιβλιοθήκες να κινηθούν αντίθετα από την υπόλοιπη κοινωνία γιατί και οι βιβλιοθηκάριοι είναι μέρος της κοινωνίας και των κάθε είδους διαδηλωτών. Κι ούτε κάποια κυβέρνηση πρόκειται να δώσει λεφτά στις βιβλιοθήκες γιατί είναι εξ ορισμού καλές. Μπορούμε να αποκτήσουμε όμως εξαιρετικές βιβλιοθήκες αν αποκτήσουμε μια εκπαίδευση που χρειάζεται βιβλιοθήκες για να δουλέψει και ο τρόπος που δουλεύει η εκπαίδευση είναι από τα πράγματα που μπορεί να ορίσει μια κυβέρνηση.

Σπύρος Πιέρρος
Βιβλιοθηκάριος
Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Σπύρο σε ευχαριστώ για το σχόλιο. Υπάρχει ένας κίνδυνος στην κατανόηση του κειμένου μου, που νομίζω πως δεν οφείλεται σε δική μου αβλεψία, αλλά στην αναγκαστική πυκνότητα των 400 λέξεων. Με τρόπο που επιδιώκει να "μπάζει" ώστε να πριμοδοτεί τον διάλογο αφήνει ίσως μια αίσθηση συντήρησης και αντίδρασης. Αυτό που εξίσου... πυκνά μπορώ να πω είναι ότι έχει σημασία να έχουμε στο νου μας ποιοι και πώς τις εισηγούνται. Δεν αρκεί να υιοθετούμε τις αλλαγές και να συγχρονιζόμαστε. Πρέπει και να στοχαζόμαστε πάνω σε αυτές και τα χαρακτηριστικά τους. Ψιλά γράμματα θα μου πεις. Εννοείται πως οι "προτηγανισμένες πατάτες" είναι συστατικό της διαλεκτικής που υπηρετούν οι βιβλιοθήκες μας, πρέπει να υπάρχουν και δεν ξέρω ποιος και πώς θα πει ποιες είναι οι τσιχλόφουσκες και ποιες όχι. Άλλο αυτό όμως, και άλλο άπασα η Δημουλίδου στα ράφια και ανύπαρκτος ο Τσίρκας (σχηματικά τους αναφέρω).

ΥΓ: Δεν είναι όλοι οι διαδηλωτές, του ίδιου είδους...