Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Το πουρμπουάρ


Καμιά φορά νιώθω σαν σκουπίδι που το παρασέρνει το ρυάκι της βροχής μια μέρα του Σεπτέμβρη. Από τις τελευταίες, που το έχεις πια χωνέψει πως το καλοκαίρι δεν γυρίζει πίσω. Ένα σκουπίδι με σκέψεις παράδοξες. Ας πούμε, επιστρέφοντας πριν λίγες μέρες αναρωτιόμουν ποια ιδέα θα είχαμε για τον εαυτό μας αν δεν υπήρχαν καθρέπτες και  το είδωλό μας δεν ήταν παρά μια φευγαλέα σκιά, άλλοτε μικρή στο κάθετο σφυροκόπημα του ήλιου και άλλοτε θεόρατη στων τοίχων τα πεδία (τις νύχτες που οι δρόμοι μάς οδηγούν στα αδιέξοδά τους), άλλοτε κρύα σαν το σίδερο και άλλοτε φλεγόμενη σαν τον έρωτα. Αν βλέποντας τη σκιά μας πριν βγούμε έξω λέγαμε «είσαι ωραίος σήμερα».

Μια άλλη μέρα σκέφτηκα πως κάποιες γενικές δεν είναι καθόλου γενικές – ας πούμε, οι κτητικές. Και μια άλλη, πως ξέρω ανθρώπους που όταν τελειώνουν την ανάγνωση ενός βιβλίου, αφήνουν πίσω τους λευκές σελίδες. Στη βιβλιοθήκη παρακολουθώ καμιά φορά τους αναγνώστες να μελετούν και σκέφτομαι πως ο τρόπος που κάποιος διαβάζει είναι και ο τρόπος που γαμάει: άλλος αργά και γλυκά χαϊδεύοντας τις λέξεις, άλλος σκυμμένος πάνω τους θέλοντας ίσως να είναι ο μοναδικός που θα τις καταλάβει, άλλος βιαστικός και αγχωμένος γυρνώντας βάναυσα τις σελίδες σαν να τις εκδικείται.

Τέτοια σκουπιδάκια σκέψεις μαζεύονται πολλά. Μια καλοκαιρινή σκέψη είναι πως τα φύκια που ‘βρισκα στην παραλία είναι σαν φράσεις μισές, μπερδεμένες, υπαινικτικές, ματαιωμένες. Τα έχει ξεβράσει εκεί η θάλασσα. Τα μαζεύω με προσοχή, τα κλείνω σε ένα τετράδιο και τα αφήνω εκεί. Να γίνουν ποίημα. Υπάρχουν και σκέψεις επίμονες, που όσο και αν προσπάθησαν, δεν κατέληξαν κάπου. Θα έχεις προσέξει κι εσύ τους ζητιάνους στο δρόμο που έχουν ένα χαρτόνι μπροστά τους που λέει πως πεινάνε, δεν έχουν σπίτι ή έχουν παιδιά και ζητάνε λίγα χρήματα να ζήσουν. Και ύστερα γράφουν στο τέλος «ευχαριστό». Κάποιο νόημα θα έχει αυτή η ανορθογραφία, για κάποιο λόγο τα χαρτόνια των ζητιάνων είναι γραμμένα όλα με το ίδιο λάθος.

...
Κάθομαι μέσα μου καμιά φορά και ξεκουράζομαι. Παραγγέλλω καφέ κι ανάβω τσιγάρο. Μπορεί να σφυρίξω και έναν σκοπό, όπως κάνουν τα πουλιά που στέκονται δίπλα μας κάποια στιγμή σε ένα κλαδί και κελαηδούν. Και ύστερα από λίγο σηκώνομαι και φεύγω. Συνήθως αφήνω και πουρμπουάρ στο τραπέζι. Καλή ώρα…

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά

3 σχόλια:

roubinakiM είπε...

...και κάτι άλλοι διαβάζουν μόνο στο κρεβάτι...

Χαμένο Επεισόδιο είπε...

1. λάικ (συγγνώμη, μου έμεινε από το facebook)
2. Δεν είμαι σίγουρος ότι γαμάμε όπως διαβάζουμε, σκέψου πόσους ανθρώπους έχεις γνωρίσει με εντελώς αντίθετες συμπεριφορές έξω και στο κρεβάτι.
3. Μου αρέσει ο πιο προσωπικός βιβλιοθηκάριος (αλλά καταλαβαίνω και τη χρησιμότητα του άλλου που μου αρέσει λίγο λιγότερο).

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Χαμένο επεισόδιο ομολογώ πως το δείγμα που έχω υπόψιν μου και του οποίου μπορώ να ξέρω τη συμπεριφορά τόσο στο κρεβάτι, όσο και στο διάβασμα επιβεβαιώνει την άποψή μου!

υγ: νομίζω πως "ο βιβλιοθηκάριος" το επόμενο διάστημα θα είναι ούτως ή άλλως πιο προσωπικός...