Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

η ζωή μας γυμνή

Όσο ο καιρός είναι ακόμα καλός, το σούρουπο βγαίνω το σεργιάνι μου στον κόσμο. Με την κόρη μου στο καρότσι της χανόμαστε στις διαδρομές της μεγάλης μας πόλης. Προτιμώ τις συνοικίες με μικρά σπίτια και πλατείες («οι πολυκατοικίες κρύβουν τους ανθρώπους»), γιατί αδιάκριτα σχεδόν παρακολουθώ τη ζωή των άλλων ανθρώπων. Τις μυρωδιές από τα φαγητά που μαγειρεύουν, τους καυγάδες των μεγάλων και τα παιχνίδια των μικρών, μουσικές, τσιγάρα στα μπαλκόνια και μπύρες στα παγκάκια, παιδιά που διαβάζουν στο δωμάτιό τους για το σχολείο, την απίστευτη μοναξιά και ασχήμια των σπιτιών όταν οι ανοιχτές τηλεοράσεις αρχίζουν να κραυγάζουν ενημέρωση επιβάλλοντας ταυτόχρονη ησυχία σκέψης παντού. Βλέπω και μικρά μαγαζιά- όσα δεν έχουν κλείσει ακόμη – με ανθρώπους σκυφτούς και κουρασμένους από τη φασαρία και τις αγωνίες της μέρας.
Όλα αυτά και άλλα πολλά μου αρέσουν γιατί δεν έχουν τη βιτρίνα της καινούριας ζωής μας, είναι ό,τι συμπορεύεται με τα φθαρμένα όνειρα μεγαλώνοντας, με τους στόχους που είτε επιτεύχθηκαν, είτε έμειναν πίσω, με τις υποχρεώσεις που εκκρεμούν, με δυο κουβέντες βλέπω μια ζωή δίπλα μου χωρίς περιτύλιγμα, γυμνή.

Σήμερα κάποια στιγμή σταμάτησε μπροστά μας ένα αυτοκίνητο με δυο κορίτσια μέσα, δροσερά. Η συνοδηγός είχε στα χέρια της ένα GPS, αλλά δεν έβρισκε την «οδό Σινοπούλου». Στην Ελλάδα όταν οι ποιητές γίνονται δρόμοι, τονίζονται στην παραλήγουσα, πρόλαβα να σκεφτώ πριν απαντήσω. Έφυγαν και συνέχισα να σκέφτομαι. Θα ήθελα μονάχα να τους πω πως ο δρόμος έχει το όνομα ενός Ποιητή, και ο Ποιητής είναι ένας δρόμος.. Αλλά είμαι σίγουρος πως δεν τις ενδιέφερε.

Να διάολε. Αυτό θέλω να σας πω: είναι όμορφη η ζωή μας γυμνή.

**********
Αύριο στην Πλούμιτσα στη Λακωνία, στη μικρή γειτονιά των άγριων λουλουδιών και των γκρεμισμένων πύργων θα κρυφτούν για πάντα τα οστά του άλλου Ποιητή, του Νικηφόρου Βρεττάκου. Δεν έχει βέβαια καμία σημασία ποιοι θα μιλήσουν γι’ αυτόν…

Έγραψα όλα σχεδόν τα πράγματα
Στα χαρτιά. Έχω αντιγράψει
τα πρόσωπα τ’ ουρανού και της γης.
Ωστόσο επειδή, δε το ξέρω, μπορεί
και να σβηστούν τα όσα έγραψα, όχι
αυτά τα χαρτιά, αλλά η φύση
που αφήνω πίσω μου φεύγοντας
είναι η διαθήκη μου.

[«η διαθήκη», ποίημα από τη συλλογή «Εκκρεμής Δωρεά» του Νικηφόρου Βρεττάκου]

2 σχόλια:

HappyHour είπε...

Ξέρεις πόσοι θα ζήλευαν αυτή τη ζωή; Πολλοί! Αλήθεια στο λέω, όταν θα περάσουν τα χρόνια κι η κόρη σου θα φτάσει στην ηλικία των δροσερών κοριτσιών θα αναπολείς αυτές τις βόλτες σας. Εκείνη δεν θα τις θυμάται αλλά θα έχει ποτιστεί με τις μυρωδιές που μυρίσατε, με τα παιχνίδια των παιδιών που είδατε, με τα στενά δρομάκια που περπατήσατε, με την αγάπη που μοιραστήκατε...

Μπράβο σου!

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

... Ευχαριστώ Χάππυ...