Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Ιστορίες μιας άσχημης γοργόνας



1816. Αρχές Ιουλίου. Στο πλοίο «Μέδουσα» που αναχωρεί από το Charente-Maritime επιβαίνουν 400 Γάλλοι αξιωματούχοι. Το πλοίο έχει προορισμό το Saint-Louis. στην Αφρική. Αποστολή των επιβατών του η ανάληψη της διακυβέρνησης της νέας γαλλικής αποικίας της Σενεγάλης. Το πλοίο προσαράζει ανοιχτά της Μαυριτανίας και εγκαταλείπεται. 150 επιβάτες καταφεύγουν σε σχεδία που μέρες παρασύρεται για μέρες από ρεύματα και πλέει χωρίς προορισμό. Στη σχεδία σημειώνονται θάνατοι από την πείνα και τη δίψα, εξέγερση και κανιβαλισμός, καθώς τα εφόδια είναι ελάχιστα. Επιβιώνουν σε κτηνώδη κατάσταση 10 επιβαίνοντες, οι οποίοι περισυλλέγονται από το πλοίο “Argus” 13 μέρες μετά. Ο ζωγράφος Jean-Louis-Théodore Gericault εμπνέεται από την ιστορία αυτή και το 1819 παρουσιάζει τον πίνακά του με τίτλο «η σχεδία της Μέδουσας», οπότε και δημιουργείται σκάνδαλο για την ωμή φρίκη που καταγράφει.




2012. Αρχές Ιουλίου. Ένας άντρας εντοπίζεται από Τυνήσιους ψαράδες, να επιβαίνει σε υπόλειμμα φουσκωτού σκάφους, γυμνός και σε άθλια κατάσταση. Ο άντρας αναφέρει πως περισσότεροι από 50 άνθρωποι, προερχόμενοι από την Ερυθραία, τη Σομαλία και το Σουδάν, προσπαθούν μαζί του να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να φθάσουν στην Ιταλία από τη Λιβύη με το σκάφος. Στόχος τους να διαφύγουν από την πείνα και την εξαθλίωση που κυριαρχεί στις εμπόλεμες χώρες τους. Το φουσκωτό σκάφος, στο οποίο επιβαίνουν, ανατρέπεται ανοιχτά της Ιταλίας. Διασώζεται μόνο αυτός. Επί 14 μέρες καταφέρνει να επιβιώσει αβοήθητος στο σκάφος που παραδέρνει στη Μεσόγειο. Κανείς ζωγράφος δεν θα καταγράψει την ωμή φρίκη αυτών των ναυαγών. Κανένα σκάνδαλο δεν θα δημιουργηθεί. Η ασχήμια της φρίκης δεν μπορεί πια να μας πετρώσει. Εξοικειωθήκαμε με την όψη της.


Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

la couleur du soufre


Σημείωση: για λόγους στοιχειώδους σεμνοτυφίας δεν τιτλοφορώ το κείμενο αυτό «το χρώμα του κώλου».



Ο στρατός είναι μια παράλογη αναγκαιότητα που εκτός από τον προφανή σκοπό που καλείται να υπηρετήσει , υπερασπίζεται και αρχές και αξίες που για κάποιο λόγο τις συνδέει με αυτόν: ανδρεία, εθνική υπερηφάνεια, υπακοή, ιεραρχία, αυτοθυσία… Σε περιόδους ειρήνης η βασική αναγκαιότητα ατονεί. Προκειμένου όμως να διατηρηθεί το στρατιωτικό σύστημα και να δικαιολογηθεί η χρησιμότητά του, η υπεράσπιση των αρετών που αναφέραμε γίνεται πια ο βασικός στόχος, για τον οποίο κάθε νέος άντρας καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Και εκεί ανθεί το αλλόκοτο.

Οι στρατιωτικές ιστορίες είναι ένας άρρηκτος δεσμός για όσους έχουν θητεύσει στο παράλογο. Πολλές φορές αναπτύσσονται τέτοιου είδους θεματικές συζητήσεις σε παρέες, όπου με την απαραίτητη συνοδεία καφρίλας ξεδιπλώνονται στιγμιότυπα και περιγράφονται πρόσωπα, ρόλοι και χαρακτήρες, ακόμη και από βύσματα – που αλί αν ξέρουν τι χρώμα είναι το χακί. Η συνήθης αντίδραση του πιθανά παρόντος θηλυκού πληθυσμού των συνθέσεων αυτών ξεκινάει από χαλαρή αδιαφορία μετά αποδοκιμαστικού μορφασμού, μέχρι αυστηρή αποδοκιμασία μετά εντόνου μορφασμού.

Η στρατιωτική μου θητεία κράτησε 18 μήνες. Κατά τη διάρκειά τους έζησα πίσω από μάντρες στρατοπέδων κοιτώντας είτε την Κόρινθο, είτε τα Γιάννενα, είτε τον κόλπο του Μούδρου. Θα έλεγα πως μάλλον ήμουν μια αξιοπρεπής περίπτωση απροσάρμοστου φαντάρου με κομπλεξικές και σνομπ τάσεις. Πώς αλλιώς εξάλλου να δικαιολογήσω τους τόνους βιβλίων που διάβασα, όταν οι διπλανοί μου περιεργάζονταν τσόντες του απώτερου παρελθόντος – που ωστόσο διατηρούσαν αναλλοίωτη την… επικαιρότητά τους χρόνια μετά μέσα στη μονάδα. Προνομιακός χώρος ανάγνωσης, η σκοπιά. Τι άλλο να κάνω εξάλλου, αφού ο εχθρός μάλλον δεν ενδιαφερόταν να μας επιτεθεί;

Την περίοδο εκείνη – ίσως όχι τυχαία -  με ενδιέφερε ο σουρεαλισμός και διάβαζα οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου γύρω από αυτόν; Βιογραφίες, μανιφέστα, ιστορία του κινήματος, θεωρητικά κείμενα. Αν και κριτικός στο σουρεαλισμό, και ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, διάβασα κάποια στιγμή και τον Georges Bataille. Το βιβλίο λεγόταν «Ηλιακός πρωκτός». Ήταν μια έκδοση της «Νεφέλης» σε μετάφραση του Κωστή Παπαγιώργη. Αν θυμάμαι καλά ήταν μια σειρά δοκιμίων. Σε ένα από αυτά υπήρχε ένα κείμενο για τον ακρωτηριασμό του Βαν Γκογκ. Υπήρχε μια γαλλική φράση εκεί μέσα που περιέγραφε το κίτρινο χρώμα των διάσημων ηλίανθων, στο οποίο κίτρινο ο ίδιος ο ζωγράφος απέδιδε κάτι από τη φθοροποιό και άρρωστη εικόνα του ήλιου. Χαρακτήριζε αυτό το κίτρινο ως χρώμα του θειαφιού ή γαλλιστί “la couleur du soufre”.

Μου άρεσε ο ήχος της φράσης:  “la couleur du soufre”. Και με το στυλό που πάντα κουβαλούσα πάνω μου την έγραψα στον ασβεστωμένο τοίχο της σκοπιάς, περνώντας ξανά και ξανά το μελάνι πάνω στα γράμματα για να είναι ευκρινής. Το νούμερο τέλειωσε, αλλά την επόμενη μέρα είχα πάλι σκοπιά στο ίδιο μέρος. Ανέβηκα βαριεστημένα και στάθηκα να χαζεύω το ηλιοβασίλεμα στον κόλπο του Μούδρου. Θυμήθηκα τότε τη φράση και έψαξα να τη βρω. Με έκπληξή μου πρόσεξα πως κάποιος είχε απαντήσει από κάτω. Κάποιος γαλλομαθής ίσως; Ο συνομιλητής μου λοιπόν απαντούσε: «το χρώμα της σούφρας σου μαλάκα». Και σε μια από αυτές τις σπάνιες συναντήσεις του σουρεαλισμού με την πραγματικότητα άρχισα να γελώ θεωρώντας πως είχε κλείσει ο κύκλος, αφού η «σούφρα μου» συναντούσε πια τον "ηλιακό πρωκτό" του Bataille

ΥΓ: Για κάποιο λόγο συμφωνήσαμε κάποιοι να γράψουμε ιστορίες του στρατού στα blog μας. Στο αφιέρωμα συμμετέχουν επίσης:

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Jean Amery- Primo Levy: το βίωμα ως χρήσιμος στοχασμός


Δεν ξέρω τι μας διδάσκουν τα κατορθώματα, οι αυτοκρατορίες, οι πόλεμοι και οι μάχες, οι ανακαλύψεις, το εμπόριο, οι ήρωες, οι βασιλείς, οι αυτοκράτορες που πάντα γέμιζαν και πάντα θα γεμίζουν τα σχολικά μας βιβλία. Πρέπει ίσως να είμαστε περήφανοι που είμαστε Έλληνες, ίσως η περηφάνια μας αυτή να είναι απόλυτα απαραίτητη για να αντέχουμε αυτόν τον τόπο. Κάποιοι  ισχυρίζονται πως η περηφάνια είναι δημιουργική, γόνιμη, γεννάει νέους ήρωες και νέα επιτεύγματα.

Όπως και να είναι, αναρωτιέμαι τον τελευταίο καιρό πόσο πιο χρήσιμη θα ήταν στην εκπαίδευσή μας τη σχολική η διδασκαλία των ανθρώπινων φρικαλεοτήτων. Πόσο θα τροφοδοτούσε τη διαρκή ετοιμότητά μας για υπεράσπιση του ανθρώπινου χαρακτήρα του πολιτισμού μας η γνώση της έκτασης και της έντασης των εγκλημάτων που διαπράξαμε όλους αυτούς τους αιώνες, συνήθως στο όνομα μιας σημαίας, μιας πίστης, μιας θρησκείας, μιας τάξης.

Αυτό θα σήμαινε ίσως πως έτσι το εκπαιδευτικό σύστημα θα γινόταν χρήσιμο στην κοινωνία, επομένως και επικίνδυνο. Επομένως καλύτερα να κοιμίζουμε τους λαούς με περηφάνια.

Δεν είχα ποτέ ασχοληθεί ιδιαίτερα με το φρικιαστικό θέμα της γενοκτονίας των Εβραίων από τη ναζιστική Γερμανία, των στρατοπέδων συγκέντρωσης, του Ολοκαυτώματος, της λεγόμενης «τελικής λύσης» που εξολόθρευσε εκατομμύρια γυναίκες, άντρες και παιδιά επειδή ήταν ή χαρακτηρίζονταν Εβραίοι, ομοφυλόφιλοι ή τσιγγάνοι. Οι αναφορές μου ήταν σκόρπιες και συχνά αλλοιωμένες από ιδεολογήματα ή συναισθηματισμούς. Διάβασα λοιπόν τον τελευταίο καιρό τέσσερα βιβλία άμεσα σχετικά με το θέμα. Παρατηρώ ότι όλα εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια και προσπαθώ να καταλάβω γιατί αργήσαμε να μιλήσουμε εκτενώς γι’ αυτό το θέμα στην Ελλάδα. Το πρώτο είναι η συγκλονιστική αφήγηση ενός «προνομιούχου» των στρατοπέδων συγκέντρωσης, του Ελληνοεβραίου Σλόμο Βενέτσια, με τίτλο «Sonderkommando: Μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίου» (Πατάκης, 2008) Το δεύτερο είναι του Jean Amery, έχει τίτλο «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» και κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδ. Άγρα το 2010. Είναι μια συλλογή εξαιρετικών δοκιμίων ενός ευφυούς ανθρώπου που μετατρέπει το βίωμά του σε διανοητική περιπέτεια. Λιγότερο αιχμηρός στο επίσης δοκιμιακό «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν» (Άγρα, 2000) και στεγνά, σχεδόν επιστημονικά, αφηγηματικός, στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (Άγρα, 2009) ο Πρίμο Λέβι αποτελεί επίσης μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση μάρτυρα των φρικαλεοτήτων.

Τα βιβλία αυτά εκτός από την προφανή χρησιμότητά τους, της γνώσης που συγκροτείς για το πιο αποτρόπαιο ίσως ολοκληρωτικό έγκλημα της ανθρώπινης ιστορίας, σου προσφέρουν αφειδώς τα ερωτήματά τους. Ενδεικτικά: πόσο συνένοχοι είμαστε όταν γνωρίζουμε για ένα έγκλημα που διαπράττεται δίπλα μας και δεν αντιδρούμε; Υπάρχει συνολική ενοχή; Υπάρχει συνολική εξιλέωση από αυτή την ενοχή; Ποιοι επιβιώνουν, πώς επιβιώνουν από τις ακραίες συνθήκες απανθρωποποίησης; Ποιοι ήταν, ποιοι είναι, ποιοι θα είναι οι θύτες; Υπάρχουν στοιχεία κοινά στις κοινωνίες που εξαθλιώνονται από τους πολέμους και τις οικονομικές κρίσεις και στις μικροκοινωνίες των εγκλωβισμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ένα πειραματικό εργαστήριο για μια σειρά επιστήμες: ανθρωπολογία, ιστορία, κοινωνιολογία, γλωσσολογία, ψυχολογία;

Στα βιβλία αυτά δεν κυριαρχεί η περιγραφή φρικιαστικών στιγμιότυπων. Αυτό που στοιχειώνει τον αναγνώστη είναι ο αναστοχασμός του βιώματος, το θάρρος του διανοητή να αντιμετωπίσει τις αμείλικτες εμπειρίες του με τρόπο χρήσιμο σε όποιον διαβάσει την αφήγηση ή τη σκέψη του. Πόσο βαθειά ανθρώπινος είναι ο στόχος αυτός: να κάνεις χρήσιμο στην κοινωνία το βίωμά σου.

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Μια «ιστοΐα» για το ξύρισμα (δράμα εις πράξιν μία)




Καλοκαιρινό μεσημέρι Σαββάτου. Μια φλύαρη μικρή στις αρχές των γλωσσικών της κατακτήσεων ζητάει επίμονα από τον μπαμπά την αφήγηση μιας ακόμη (έκτης ή έβδομης) ιστορίας. Η μαμά σιδερώνει στο χωλ.

Μικρή: Άλλη μια ιστοΐα μπαμπά. Καλαταία....
Μπαμπάς: Τελευταία όμως, εντάξει; Λοιπόοοον...
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που ζήτησε από τον μπαμπά του να της πει μια ακόμη ιστορία. Ο μπαμπάς κοίταξε μέσα στο κεφάλι του και δεν βρήκε ούτε μία. Άνοιξε τη ντουλάπα, σήκωσε τα μαξιλάρια, έψαξε στην κατσαρόλα, αλλά τίποτα, είχαν όλες τελειώσει. Ο μπαμπάς έσκυψε το κεφάλι και καθόταν στενοχωρημένος που δεν είχε άλλες ιστορίες. Το κοριτσάκι είδε που ήταν στενοχωρημένος, έσκυψε, του έδωσε ένα φιλάκι και του είπε: « μην στεναχωριέσαι μπαμπά». Και τότε φύτρωσε στο μάγουλο του μπαμπά μια μικρή ιστοριούλα: η ιστορία του φιλιού
Μικρή: Και μετά;
Μαμά: Και μετά ο μπαμπάς την ξύρισε.
Μπαμπάς: ………
Μικρή: Μπαμπά α μου πει μια ιστοΐα τώα;

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Zoom in



 Τους παρακολουθώ μάλλον παράλογα εντυπωσιασμένος. Μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται μια γιορτινή παράσταση των παιδιών, που αποχαιρετούν με ανακούφιση μια δύσκολη από όλες τις απόψεις σχολική χρονιά και υποδέχονται με λαχτάρα το παιδικό τους καλοκαίρι. Με φωτογραφικές μηχανές, δεκάδες φωτογραφικές μηχανές και βίντεο εκείνοι εστιάζουν στα καμάρια τους, κάποιες φορές ξεχωρίζουν από το πλήθος γονιών και παππούδων, τα πλησιάζουν την ώρα που απαγγέλλουν, υποκρίνονται ή χορεύουν και τα απαθανατίζουν. Και δεν σταματούν παρά μόνο όταν η κόρη ή ο γιος τους τελειώσει το νούμερό του, οπότε ηχηρώς αποχωρούν, αδιαφορώντας αν η γιορτή ή η παράσταση συνεχίζεται.

Εστιάζουν στη συμμετοχή του παιδιού τους σ’ ένα δρώμενο, όχι στο ίδιο το δρώμενο, τη σημασία του, την αισθητική του, το μήνυμά του, τις δυνάμεις και τους ρόλους που το συγκροτούν, τη δουλειά και την προετοιμασία που έχει γίνει. Επιβραβεύουν όχι το σύνολο, όχι την πρωτοβουλία, αλλά το μέρος, το δικό τους μέλος, τη «δική τους» συμμετοχή. Φωτογραφίζουν το παιδί τους στη γιορτή του σχολείου και όχι τη σχολική γιορτή των παιδιών. Του δείχνουν μετά τη φωτογραφία και του λένε πως το σημαντικό είναι αυτό που εκτέλεσε αυτό στη γιορτή, όχι η γιορτή, όχι αυτό που έκαναν όλα τα παιδιά, όχι αυτό που έκαναν το σχολείο και οι δάσκαλοι. Διδάσκουν έτσι στα παιδιά τους πως σημασία δεν έχει η κοινωνία και οι θεσμοί, αλλά το άτομο. Γι’ αυτούς το κριτήριο αποδοχής και αξιολόγησης είναι η συγγένεια, η εξάρτηση, το επεκταμένο Εγώ τους, η «ιδιοκτησία» τους. Δεν επιβραβεύουν, δεν ενθαρρύνουν, δεν συμμετέχουν εν τέλει στο κοινό έργο. Και έτσι το υποσκάπτουν. Είναι περήφανοι όμως γιατί το παιδί τους ήταν καλό και όλοι το είδαν.

Και έτσι, συνηθισμένοι πια να εστιάζουν μόνο σε ό,τι άμεσα τους αφορά, άμεσα τους ωφελεί ή τους πλήττει, λίγες μέρες μετά τη γιορτή ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές. Τα σχολεία είναι λογικά, εκλογικά κέντρα.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Το μεγάλο δερματόδετο βιβλίο (έξι παράλογες παραλλαγές μιας ιστορίας)




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βιβλιοθηκάριος που εργαζόταν σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Αγαπούσε τόσο πολύ τη δουλειά του, την τάξη με την οποία κατένειμε τα βιβλία, την αδιάκοπη επέκταση της γνώσης, τη φλύαρη και απέλπιδα προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν τον κόσμο, που αποφάσισε μια μέρα να μην ξαναγυρίσει στο σπίτι του. Εξάλλου κανείς δεν τον περίμενε εκεί και από κανένα δεν θα  έλειπε αν εξαφανιζόταν, ούτε καν φυτά είχε στο μπαλκόνι του να έχουν την ανάγκη του για πότισμα ή κλάδεμα ή έστω θαυμασμό των λουλουδιών τους. Καιρό το σκεφτόταν κι όταν πια το αποφάσισε, όλα τα πρακτικά ζητήματα είχαν λυθεί.

Όταν ήρθε η μέρα, πήγε σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης, άνοιξε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο και χάθηκε μέσα του για πάντα.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας συγγραφέας που ολοκλήρωσε τη συγγραφή ενός βιβλίου του. Ανακουφισμένος που επιτέλους τελείωσε η πολύμηνη και κοπιώδης δουλειά του, αποτυπωμένη σε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο, κάθισε να το διαβάσει μια τελευταία φορά πριν το στείλει στον εκδότη του. Η αρχική του ανακούφιση, καθώς η ανάγνωση προχωρούσε, μετατράπηκε σε αγωνία, αντιπάθεια, μίσος. Τελειώνοντας πια είχε γίνει έξαλλος: το βιβλίο του ήταν πολύ καλό. Ο ήρωάς του είχε χτιστεί με μαεστρία, η αφήγηση κάλυπτε κι αποκάλυπτε με ερεθιστικό τρόπο τα γυμνά μέλη της ιστορίας του, η ίδια η ιστορία ήταν βαθειά ανθρώπινη. «Οι κριτικοί σε λίγους μήνες θα μιλούν αναμφισβήτητα για ένα συγκλονιστικό έργο» σκέφτηκε ο δύστυχος συγγραφέας. Συνειδητοποιούσε πια πως ο βασικός ήρωας του βιβλίου θα ζούσε πολύ περισσότερο από το δημιουργό του – ίσως δεκαετίες ή και αιώνες μετά να μιλούσαν γι’ αυτόν έχοντας ξεχάσει  το συγγραφέα (για τον οποίο εξάλλου κανείς ποτέ δεν θα έγραφε μια ιστορία με τόση μαεστρία και ταλέντο).

Μην αντέχοντας πια αυτό τον ανταγωνισμό με τον ήρωα του βιβλίου του ο συγγραφέας το ίδιο βράδυ το κατέστρεψε ολοσχερώς κι ευτυχισμένος ξάπλωσε να κοιμηθεί. Μόλις είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο, όμως κανείς δεν θα το μάθαινε ποτέ.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο που είχε γραμμένη στις σελίδες του μια παλιά ωραία ιστορία που άρεσε στους ανθρώπους, γι’ αυτό συχνά το έπαιρναν στα χέρια τους και το διάβαζαν. Κάποιοι από αυτούς σημείωναν στο πλάι των σελίδων του τις σχετικές και άσχετες σκέψεις τους, κάποιοι τσαλάκωναν τις σελίδες ή τοποθετούσαν ξένα χαρτιά ή λουλούδια για να μην χάσουν το σημείο που κάποια στιγμή τερμάτισαν την ανάγνωση. Κάποιοι κοιμόνταν με το βιβλίο στο χέρι, κάποιοι κρύωναν, κάποιοι έβηχαν, κάποιοι έκλαιγαν διαβάζοντάς το. Το βιβλίο κουράστηκε να ζει στις ζωές τόσων ανθρώπων, άρχισε να αγωνιά για την ακεραιότητά του, ύστερα αντιπάθησε όλους αυτούς που το θεωρούσαν δικό τους, στο τέλος ήταν έξαλλο εναντίον τους: τους μισούσε.

Άρχισε να αλλάζει το τέλος της ιστορίας του, να αλλάζει τη σειρά των κεφαλαίων του, να μικραίνει πολύ τις φράσεις του ή να τους παίρνει τις τελείες φτιάχνοντας φράσεις υπερσιβηρικές. Καθώς κανένα τέχνασμα δεν απομάκρυνε τους αναγνώστες – μάλλον περισσότερο τους ερέθιζε με τα τερτίπια του – σκέφτηκε ένα δαιμόνιο σχέδιο που επιτέλους μείωσε δραματικά αυτή την ανυπόφορη ενόχληση της ανάγνωσης: πολλαπλασιάστηκε σε όλες τις παραλλαγές του κι έγινε πια δεκάδες και εκατοντάδες και χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία. Και ύστερα οι άνθρωποι έφτιαξαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη και τα έβαλαν όλα μέσα και διάβαζαν και διάβαζαν και διάβαζαν μέχρι το τέλος του χρόνου.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο ήρωας μιας ιστορίας που αφηγούνταν ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο που στεκόταν στα ράφια μιας μεγάλης βιβλιοθήκης. Ο ήρωας περνούσε πολλές περιπέτειες στις σελίδες του και παρά το γεγονός πως δεν ήταν κανονικός άνθρωπος άρχισε να σκέφτεται πόσο κουραστικό είναι να ζεις και να ξαναζείς τα ίδια βάσανα μπρος στα μάτια τόσων ανθρώπων. Άρχισε να νοιώθει μίσος γι’ αυτόν που τον δημιούργησε εγκλωβίζοντας τη ζωή του στην πλούσια φαντασία του, υποβάλλοντας τις αντιδράσεις και τις σκέψεις του στη δική του απόλυτη θέληση. Ο ήρωας παρακολουθούσε και τους άλλους ήρωες των βιβλίων που ζούσαν δίπλα του, παραδομένους απελπιστικά στην τύχη που τους επιφύλαξαν οι δημιουργοί τους. Αρνούμενος την προκαθορισμένη πορεία του στο χρόνο αποφάσισε να αποδράσει, να γίνει άνθρωπος. Καθώς δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από τα βιβλία, τους φίλους του τους ήρωές τους, έγινε βιβλιοθηκάριος: άρχισε να κατανέμει τη διαρκώς επεκτεινόμενη και χωρίς ελπίδα προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν τον κόσμο.
***
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βιβλιόφιλος αναγνώστης. Με σπουδή και λατρεία διάβαζε κάθε βιβλίο που έπεφτε στα χέρια του. Θαύμαζε απεριόριστα τη φαντασία των συγγραφέων που μπορούσαν να δημιουργήσουν ανθρώπους και ιστορίες κι ένοιωθε πάντα πως η ανάγνωση είναι ένας καθρέφτης ή μια κλεμμένη ζωή. Του άρεσε να ζει λαθραία στις ιστορίες των βιβλίων- συχνά πίστευε πως ήταν πιο ενδιαφέρουσες από τη δική του μίζερη κι αδιάφορη ζωή.

Μια μέρα ο άνθρωπός μας πήρε στα χέρια του ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο και κάθησε όλο προσμονή να το διαβάσει. Γυρνώντας μία-μία τις σελίδες του, τις βρήκε λευκές, άγραφες, χωρίς ήρωες και ιστορία να αφηγηθούν. Και ήταν ίσως το καλύτερο βιβλίο που διάβασε ποτέ.

Υ.γ.: Την ιστορία αυτή (ή τις παραλλαγές της) εμπνεύστηκα διαβάζοντας το βιβλίο του Jacques Bonnet «Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα» (εκδ. Άγρα, 2010): ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που τσιμπολογάει τα πάθη του βιβλιόφιλου με την εκλεκτικότητα ενός καλοφαγά.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Θ' αργήσεις;



Απ’ όταν έπαψα να ζω μόνος μου, ιδίως μετά τη γέννηση των παιδιών, κανένα σημείο του σπιτιού δεν μου ανήκει αποκλειστικά και για όσο χρόνο χρειαστεί.  Ούτε καν η τουαλέτα, αφού η πιο συχνή ερώτηση όταν ετοιμάζομαι να μπω είναι «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…». Δεν μπορώ βέβαια να πιω γυμνός τον καφέ μου, να φάω στο κρεβάτι ή να διαβάσω χωρίς διακοπή το βιβλίο μου στο μπαλκόνι. Αυτά έχουν παρέλθει και «διηγώντας τα να κλαις».

Σε αντικατάσταση έχω εφεύρει κάποιες διάσπαρτες στιγμές μέσα στη μέρα, ιδιαίτερης ευαισθησίας στιγμές, που ένα τραγούδι, ένα ποίημα, ένα βλέμμα με γεμίζουν ελευθερία. Αυτές τις στιγμές πρέπει να τις ελέγχω, κυρίως τη διάρκειά τους, να προσέχω γιατί μπορεί μια μέρα ν’ ακούσω να μου λένε: «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…»

Θα περίμενες ίσως ένα πολιτικό ποστ, λίγες μέρες πριν τις εκλογές. Εντάξει, έχεις δίκιο: από τότε που ζούμε με όλους αυτούς τους άλλους γύρω μας, ούτε στο παραβάν τη μέρα των εκλογών δεν είμαστε μόνοι μας και για όσο χρόνο χρειαστεί. Πρέπει να υπολογίζουμε ότι ψηφίζουμε και για τους άλλους και πως ο χρόνος μας τελειώνει. Γιατί κάποιος θα ‘ρθει να πει: «θ’ αργήσεις; Θέλω κι εγώ…»

Καλή ψήφο αδέρφια!

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Ο θησαυρός της Ζωρζ Σαρή


Ο θησαυρός της γραφής της θα κατοικεί πάντα μέσα μας, όπως η πρώτη βροχή του φθινοπώρου ποτίζει τη διψασμένη γη του καλοκαιριού. Σε μία από τους πιο άξιους ταξιδευτές της παιδικής μας ψυχής - αυτής που μοιάζει μεγαλώνοντας με ιδανικό νησί που κάποτε επισκεφτήκαμε (κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα ίσως στα 8, 9 μας χρόνια) - ένα δάκρυ πολύτιμο είναι το στερνό μας "αντίο". Ένα δάκρυ από τους δικούς μας θησαυρούς.

Καλό ταξίδι Ζωρζ Σαρή

Γιώργος Κατσαμάκης
(ένας πιτσιρίκος που έκλεισε σήμερα τα 38 του χρόνια)

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Άνεργος

"Έχω να σας πω ένα πολύ άσχημο νέο: οι συμβάσεις σας είναι άκυρες. Από αύριο δεν μπορείτε να έρθετε πάλι στη δουλειά". Η Ειρήνη μας ανακοινώνει με πνιγμένη φωνή το μήνυμα. Το γραφείο σιγά-σιγά γεμίζει από συναδέλφους. Αδειάζω. Βουβή απόγνωση. Σαν να έχουμε μάθει μόλις για ένα θάνατο.

Πνίγομαι. Θέλω να ανασάνω. Φεύγω. Γυρίζω στην πόλη. Κάθε βήμα και μια σκέψη απελπισίας. Πρέπει να κόψω τα πάγια έξοδα. Μήπως επιτέλους να φύγουμε έξω; Πώς θα το πω στο γιο μου; Είναι η εκδρομή του Συλλόγου Γονέων το Σαββατοκύριακο. Θα αφήσω να περάσει, θα πάμε, θα του το πω μετά. Θα το πούμε στους παππούδες; Είναι και το χαράτσι στην Εφορία, 3000 ευρώ για την αποζημίωση των ολυμπιακών αγώνων που πήρα πριν 8 χρόνια. Λήγει τον Ιούνιο η διορία.

Γυρίζουμε σπίτι. Μουδιασμένοι κι οι δυο. Εκείνης η σύμβαση τελειώνει σε δυο μήνες. Δεν λέμε τίποτα στο μεγάλο. Δεν αντέχω να τον κοιτάξω. Τρώμε σιωπηλοί. Ξαπλώνουμε. Κοιμάμαι αμέσως: όταν ξυπνήσω μπορεί να είναι μόνο ένα όνειρο.

Ξύπνησα. Πονάω. Έβρεξε σήμερα. Μέσα μου.



Κυριακή βράδυ. Κάποιοι χορεύουν μεθυσμένοι σε μια ντίσκο. Έχω την κόρη μου στον ώμο κι αποχωρώ. Μπροστά μου μια οικογένεια Ρώσων. Φεύγουν κι εκείνοι. Κάτι λένε στη γλώσσα τους και γελούν. Το φεγγάρι πίσω μας. Νομίζω με κοιτάει -  μερικές φορές κι αυτή ακόμη τη σιωπηλή αδιακρισία του φεγγαριού δεν την αντέχεις." Όλοι γελάνε στην ίδια γλώσσα", σκέφτομαι. Κι όλοι πονούν με τα ίδια δάκρυα.

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ

Υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Ξέρω ότι δεν πρέπει να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ στις επικείμενες εκλογές. Το λένε τα ραδιόφωνα, οι εφημερίδες, τα κανάλια, οι ιστοσελίδες. Το λένε τα κόμματα, όλα τα άλλα κόμματα λένε πως δεν πρέπει να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ. Και καθώς, όπως όλοι, συνειδητοποιώ πως το μόνο προεκλογικό πρόγραμμα που ξέρω είναι του ΣΥΡΙΖΑ, μπερδεύομαι: κανείς άλλος δεν λέει τι θα κάνει ο ίδιος, όλοι λένε τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρω πια τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε το λέει ο ίδιος, είτε οι άλλοι. Και εκτός των άλλων έχω να ακούσω και τι λένε οι τράπεζες, οι βιομήχανοι,οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι G8, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που όλοι δηλαδή λένε πως δεν πρέπει να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ. Κι αφού δεν ξέρω ποιον να ψηφίσω, αφού όλοι για το ΣΥΡΙΖΑ μιλούν, προσπαθώ να καταλάβω από τις επιθέσεις τους στο ΣΥΡΙΖΑ ποιο είναι το δικό τους σχέδιο. Και εκεί χάνομαι. Κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν «χάιδευε τους κουκουλοφόρους και προστάτευε τους λαθρομετανάστες, θέλει σήμερα να διαλύσει την αστυνομία, εκπροσωπεί την πλήρη απουσία πολιτικής" , κι αν "ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκινά από το σφυροδρέπανο και φτάνει στην αναρχία" όπως λέει η ΝΔ; Κι αν "η παρασιτική αντίληψη βρήκε καταφύγιο στο ΣΥΡΙΖΑ", και  "όλο το παρασιτικό ΠΑΣΟΚ έχει μετακομίσει στο ΣΥΡΙΖΑ" και  "αργόμισθοι και φοροφυγάδες ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ" όπως λέει το ΠΑΣΟΚ εγώ με ποιους είμαι; Κι αν  "Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαπατά το λαό"  και "ο ΣΥΡΙΖΑ θα κάνει τη λάντζα της χρεοκοπίας"
όπως λέει το ΚΚΕ, ποιος θα πληρώσει τα σπασμένα; Κι αν είναι "λαϊκίστικος κι ανεύθυνος ο ΣΥΡΙΖΑ" τότε με ποιον ενδεχομένως χρειαστεί να συνεργαστεί η ΔΗΜΑΡ, αν "ο μη γένοιτο" αύριο χρειαστεί; Γιατί και η Μπακογιάνη κατηγορούσε ως λαϊκιστή το Σαμαρά, αλλά τώρα συνεργάζονται για να μην κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. 

Τι θα ψηφίσω; 



Αναρωτιέμαι. Γιατί όλο αυτό ξαφνικά; Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ γεμίζει πλατείες; Γιατί όλοι συζητούν για το ΣΥΡΙΖΑ; Γιατί τα διαπλεκόμενα μέσα μαζικής εξαπάτησης φωνάζουν σήμερα για επικείμενη καταστροφή από το ΣΥΡΙΖΑ και τόσους μήνες έκαναν τη στρουθοκάμηλο σε όσα κατέστρεφε το μνημόνιο του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΛάΟΣ; Γιατί το ΣΥΡΙΖΑ ακούει η Ευρώπη με αγωνία και οι λαοί με ενδιαφέρον;

Ίσως γιατί αν δεν υπήρχε ένας ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να εφεύρουμε έναν. Για να επενδύσουμε την ελπίδα μας για ανατροπή κι αλλαγή.

Θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ. Για ανατροπή κι αλλαγή. Κι ας φωνάζουν όλοι αυτοί πως δεν πρέπει. Πως δεν πρέπει να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ.

ΥΓ: Το κείμενο αυτό περιέχει 24 φορές τη λέξη ΣΥΡΙΖΑ. 24 άρθρα, γελοιογραφίες, ρεπορτάζ, συνεντεύξεις, επιφυλλίδες και άρθρα γνώμης που επιτίθενται στο ΣΥΡΙΖΑ περιελάμβανε το ΔΟΛιο "Βήμα" της Κυριακής χθες. 24...


Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Ο κήπος κι η πατρίδα


Καθώς διαβάζεις ένα βιβλίο, σε διαβάζει βέβαια κι εκείνο. Σκέψη τη σκέψη ανακαλύπτει τις παραγράφους σου όπως εσύ ανακαλύπτεις ρυτίδες στον καθρέπτη σου.

Καθώς διαβάζεις ένα βιβλίο, διαβάζεις κι ένα άλλο βιβλίο: αυτό που γράφεται μέσα σου βαδίζοντας στις παραγράφους- αυτό που καθρεπτίζεται στις μέσα σελίδες σου απορημένο με τις ρυτίδες του (αυτό το άλλο βιβλίο σε διαβάζει βέβαια κι εκείνο).

Ο Jean Amery, Αυστροεβραίος συγγραφέας, στο βιβλίο του «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» (Άγρα, 2010) θέτει με δοκιμιακή γραφή μια σειρά ηθικές και φιλοσοφικές δοκιμασίες στο βίωμά του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γ΄ Ράιχ. Κάποια στιγμή αναρωτιέται «πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος». Για να απαντήσει ευφυώς («όση λιγότερη μπορεί να κουβαλήσει») περιφέρεται σε ορισμούς για την πατρίδα: «πατρίδα σημαίνει ασφάλεια». Δοκιμάζοντας τον ορισμό του, πώς αντιδρά στα γεγονότα της ζωής του, περνάει κι από τον ορισμό: «πατρίδα είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας και της νιότης».

Το «δεύτερο βιβλίο» που λέγαμε πριν, έχει αρχίσει ήδη να γράφεται μέσα μου και δεν μ’ αφήνει να διαβάσω το αρχικό του Amery. Η σκέψη μεταναστεύει στη δική μου πατρίδα. Στην ανασφάλειά μου την τωρινή. Στέκομαι μετέωρος κι αναποφάσιστος ανάμεσα σε ένα εκνευριστικά ανυπόμονο παρόν που πνίγεται από την επικείμενη καταστροφή και σε μια μελλοντική εξορία που θα με οδηγήσει σε μια «νέα ασφάλεια» .

Φαίνεται πως η αναζήτησή μου αυτή με οδηγεί σε μια εύκολα προσβάσιμη «πατρίδα», λιγότερο ασφαλή από όσο χρειάζομαι: τον «τόπο των παιδικών χρόνων» μου. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε έναν κήπο που πάντα φρόντιζαν και φροντίζουν οι γονείς μου. Πριν λίγες μέρες μπήκα μέσα του κι εγκλωβίστηκα σιωπηλός. Ευτυχώς η πατρίδα αυτή κρατάει για λίγο και πρέπει να έρθει η επόμενη άνοιξη για να ανθίσει ξανά.















Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Κάτι ορισμοί των ημερών


Χωρίς ακόμη να έχω καταλήξει αν η ιδεολογική πίστη είναι εργαλείο ή καταφυγή. Αν αποτελεσματικότερος στη μάχη με το άδικο είσαι αν γαλουχήθηκες στη στράτευση ή αν οι εμπειρίες και η ανάγκη για επιβίωση σε έφτιαξαν αντάρτη. Αν είναι ώριμες οι αντικειμενικές συνθήκες και ο υποκειμενικός παράγοντας. Αν είναι κατάλληλες οι αντικειμενικές συνθήκες και ώριμος ο υποκειμενικός παράγοντας. Αν η μόνη μας στάση είναι η αντίσταση και η μόνη μας θέση η κριτική.

Αν αρκούν όλα αυτά. Αν πρέπει να αναθέτουμε σε μια πρωτοπορία την καθοδήγηση της οργής μας, αν πρέπει να περιμένουμε πρωτοπορία να γίνουν οι πολλοί, αν προλαβαίνουμε να δουλέψαμε για την ισχυροποίηση και διεύρυνση της επαναστατικής πρωτοπορίας που θα αντικαταστήσει το άδικο. Αν ανατρέποντας το άδικο, παίρνει αυτόματα το δίκαιο τη θέση του.

Χωρίς να είμαι σίγουρος αν χρειαζόμαστε διανοούμενους ή χειρώνακτες για να φτιάξουμε τον κόσμο. Αν ο κομμουνισμός είναι μια ηθική στάση ή μια οικονομική θεωρία. Θα τολμούσα να πω πως είμαι αριστερός; Αρκεί να επικαλούμαι το Μαρξ στην ερμηνεία του κόσμου;

Κουβαλώντας τις αμφιβολίες μου, που ολοένα αυξάνονται και βαραίνουν μεγαλώνοντας, αρκεί νομίζω να πω πως είμαι διαθέσιμος στη μάχη με το άδικο. Γιατί αν ένας αδικείται, αδικούμαι κι εγώ.

Αριστερός είναι υπό αυτή την έννοια όποιος αδικείται όταν αδικείται ο διπλανός του κι όποιος μάχεται το άδικο ακόμη και μόνος.


Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Επαγρύπνηση


Όταν ξεκίνησα να φτιάχνω αυτά τα κείμενα εδώ μέσα θεωρούσα πως έχω πιο ενδιαφέροντα (κυρίως για μένα) πράγματα να πω από αυτά που ζούσα. Από αυτά που με περιέβαλαν ως κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Η δημιουργική μου αντίρρηση είχε βρει τρόπο να σχηματοποιείται. 

Εδώ και λίγο καιρό διαπιστώνω πως όσα ζω, όσα γύρω μου συμβαίνουν, ξαφνικά είναι πολύ ενδιαφέροντα. Και αγωνιώ να γίνω μέτοχός τους. Η αληθινή ζωή είναι εκεί έξω. Το μέλλον με περιμένει. Έξω απ' την πόρτα μου.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Τα επιμύθια και το κατηχητικό της υποδούλωσης.




"Φεύγοντας από την Αθήνα, το τρένο έπρεπε να περάσει και από τη Θεσσαλονίκη, σημαντικό σιδηροδρομικό κόμβο της Βόρειας Ελλάδας.  Σταματήσαμε κοντά στο σταθμό για ανεφοδιασμό σε κάρβουνο και νερό. Πλησίασα στο παραθυράκι μήπως δω κανένα γνωστό. Οι Γερμανοί στρατιώτες ήταν παραταγμένοι ανά δέκα μέτρα κατά μήκος του τρένου.  Ο εργάτης που έλεγχε τις ράγες έτυχε να είναι γνωστός μου. Λεγόταν Γιώργος Καλούδης. Ήταν πέντ’ έξι χρόνια μεγαλύτερός μου και ήμασταν γείτονες όταν ήμασταν παιδιά. Ο πατέρας του ήταν γνωστός κομουνιστής και δούλευε στους σιδηρόδρομους.  Τον είχαν συλλάβει οι Γερμανοί με το που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος είχε πάρει τη θέση του πατέρα του. Η δουλειά του ήταν να ελέγχει εάν τα φρένα των τρένων εμπόδιζαν τους τροχούς και να τα ρυθμίζει μ’ ένα μακρύ σφυρί. Όταν με είδε, φάνηκε έκπληκτος. Πλησίασε διακριτικά, κάνοντας ότι δουλεύει στο βαγόνι μου.

«Πώς; Κι εσύ εδώ! Κοίτα να το σκάσεις οπωσδήποτε, γιατί εκεί που σας πάνε δεν μένει άνθρωπος ζωντανός:» μου είπε στα ελληνικά, προσπαθώντας να περάσει απαρατήρητος από τους Γερμανούς»

Η μαρτυρία του Σλόμο Βενέτσια, Εβραίου της Θεσσαλονίκης, καταγράφηκε σε βιβλίο πρώτη φορά το 2006. Στην Ελλάδα μεταφράστηκε το 2008 και κυκλοφορεί με τον τίτλο «Sonderkommando: μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίων» από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η μαρτυρία του Σλόμο Βενέτσια καταγράφει τις μνήμες ενός ανθρώπου που πέρασε από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επιβίωσε ασκώντας το φρικιαστικό «καθήκον» του Sonderkommando  και έζησε με τους εφιάλτες της άγριας και απάνθρωπης εμπειρίας του.

Ο Σλόμο Βενέτσια οδηγούσε τους άλλους ανθρώπους στους θαλάμους αερίων και ύστερα έπαιρνε τα πτώματά τους και τα κουβαλούσε μέχρι τους φούρνους που εξαφάνιζαν τα ίχνη του εγκλήματος. Με αυτό το καθήκον κατάφερε να επιβιώσει, όμως όπως ομολογεί στο τέλος του βιβλίου του ούτε ο ίδιος βγήκε από το κρεματόριο ζωντανός.

***
Οι εκλογές στην Ελλάδα βάζουν στη Βουλή τη ναζιστική συμμορία «Χρυσή Αυγή». Στον τόπο που γεννήθηκα, την Κόρινθο, τα ποσοστά της αγγίζουν το 12%. Ντρέπομαι γι’ αυτούς που την ψήφισαν.

***

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στο ΠΑΣΟΚ και το MEGA Chanel που με την ξενοφοβική και αντιμεταναστευτική προπαγάνδα τους έφεραν τη ναζιστική συμμορία Χρυσή Αυγή στην ελληνική Βουλή. Το Φεβρουάριο του 2011 στο δι-ιστολογικό αφιέρωμα για το φόβο, του δούρειο ίππο της εξουσίας, έγραψα πως «Ο φόβος είναι μια τρομακτική ιστορία, τα επιμύθια της οποίας δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ.». Κάποιοι επιχείρησαν να μας τα κρύψουν. Όμως ο φόβος, ως πολιτικά μεταδιδόμενο νόσημα θα γυρίσει πάνω τους.





Μου άρεσε πολύ αυτή η προεκλογική φωτογραφία του Αλέξη Τσίπρα. Η ελπίδα είναι πάντα πηγαία γελαστή. Και δυνατή.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Ο καθρέφτης (λίγες μέρες πριν τις εκλογές)


Ο καθρέφτης είναι μια φυλακή
για ισόβια είδωλα.
Το βαρύτατο έγκλημά τους,
ότι αντέγραψαν τη ζωή
αποκαλύπτοντας τα μυστικά της.

Ο καθρέφτης είναι ένας τάφος.
Καθώς αποχωρούμε συντετριμμένοι
αγωνίζονται οι νεκροί
να δραπετεύσουν.

Ο καθρέφτης είναι ένα δάκρυ.
Πολύ εύθραυστος
για να αντέξει την αγωνία του κόσμου

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Συντροφικό ποίημα



«Το ξέρεις βέβαια:

μια απιστία ή ένα ψέμα
είναι ασήμαντα για την παγκόσμια ιστορία
πράγματα
- κι ανώφελα βεβαίως.
Εκείνη κινείται λιώνοντας λαούς
καίγοντας πόλεις
μ’ επαναστάσεις, πολέμους και κινήματα.
Πώς θα μπορούσε μια αμφιβολία
να της κόψει το δρόμο;»


Χρόνια προσπαθούσε να με πείσει.
Και λίγο πριν ο θάνατος του κόψει
το δρόμο
γύρισε και μου’πε:
«δεν πρόλαβα ποτέ να της πω
πως ήταν όμορφη εκείνο το πρωινό»


Καθώς η τελευταία του κουβέντα
δεν ήταν για την επανάσταση
σκέφτηκα
πως εκείνο το πρωινό πρέπει να ήταν
καθοριστικό για την έκβασή της

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ανθοφόρος

Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί πήγαμε με τον πατέρα μου για σπαράγγια. Μάζεψα Άνοιξη και φωνή μου έγινε το βουητό των εντόμων. Επέστρεψα σήμερα στην πόλη. Ανθοφόρος












Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Μια ιστορία του Κωστή





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χαμογελαστή γριά που τη λέγαν Τσιν Τσον και ήταν πολύ καλή στο κουν φου.

Μια μέρα πέρασε από τα μέρη της γριάς ένα δυνατό παλικάρι  που φόραγε μία άσπρη στολή και μια μαύρη ζώνη. Το παλικάρι είπε:
-«ρε μπαμπόγρια κάνε στην άκρη, βιάζομαι πολύ!»

Η γριά είδε αυτό το παλικάρι και το ερωτεύτηκε. Πήγε στο Έβερεστ και ζήτησε να γίνει νέα και να μπορέσει να παντρευτεί το αγόρι. Οι θεοί άκουσαν τι ζήτησε η γριά και της είπαν:
- «θα σε κάνουμε σαν καινούρια»

Η γριά πήρε ένα άσπρο άλογο και ακολούθησε το παλικάρι και παρουσιάστηκε μπροστά του. Το παλικάρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της και γι’ αυτό παντρεύτηκαν και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

***
Την ιστορία αυτή έγραψε πριν λίγες μέρες ο γιος μου. Της πρόσθεσα και μια ζωγραφιά του. Και σας τη στέλνω με αυτή την παιδιακίσια υπόσχεση των παραμυθιών:
..." και εμείς καλύτερα"

Καλή ανάσταση αδέρφια

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Μάλλον μπροστά σου!

Πριν λίγες μέρες συναντήθηκαν δυο blog σε μια ταβέρνα. Δυο άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους ή έστω περίπου γνωστοί, αφού ο ένας παρακολουθεί τα κείμενα του άλλου. Κείμενα λέξεων και κείμενα φωτογραφιών που «διαβάζουν» τον έξω κόσμο με το δικό τους εσωτερικό βλέμμα.


Αφορμή να συναντηθούμε με τη Ντίνα στάθηκε ένα κείμενο μου για το «Σπυραντώνη» και μια σύντομη επίσκεψή της στην Αθήνα. Λίγες ώρες πριν βρεθούμε αφηγήθηκα σε μια φιλική παρέα την επικείμενη γνωριμία και έκπληκτος άκουσα μια φίλη να μου λέει πως ξέρει τη Ντίνα, και πως ήταν φίλοι και να της στείλω χαιρετίσματα… Άλλη μια φορά που η ζωή μού υπενθύμιζε πόσο μικρός είναι ο κόσμος.


Το ραντεβού μας ήταν βέβαια στην ταβέρνα στα Πατήσια. Έφτασα πρώτος με την κοκόνα μου περιμένοντας και την κυρά μου να ‘ρθει και διερεύνησα το χώρο για ένα βλέμμα διερευνητικό επίσης… Καθίσαμε και περιμέναμε. Λίγη ώρα αργότερα μια γυναίκα εμφανίστηκε στην πόρτα και το τηλέφωνό μου χτύπησε:

- Γιώργο που είσαι;
- Μάλλον μπροστά σου!


Αρχίσαμε να γελάμε και ξεκινήσαμε μια κουβέντα εγκάρδια που κράτησε μέχρι τη μία το βράδυ. Μιλήσαμε για τις ζωές μας, για τα blog και το internet, για τα Πούλιθρα, για την κατάσταση της χώρας και την πολιτική και για τα έξοχα παϊδάκια και τα σαλιγκάρια στιφάδο του μαγαζιού που γευόμασταν χρόνια τώρα πιθανά καθισμένοι σε διπλανά τραπέζια χωρίς να γνωριζόμαστε.


Δεν ξέρω τι ανάγκες καλύπτει αυτή η ιστορία με τα blog, αν καλύπτει ανάγκες. Αν είναι ένα παιχνίδι επικοινωνίας ή έκφρασης, ένα υποκατάστατο επικοινωνίας ή μια δημιουργική διέξοδος. Όταν καλούμαι να απαντήσω, συχνά καταφεύγω στη φύση του αναγνώστη: μου αρέσει να διαβάζω ενδιαφέροντα κείμενα και βλέμματα και να γνωρίζω ενδιαφέροντες ανθρώπους. Τα κείμενα ή οι φωτογραφίες μας είναι ένα κλειδί για ενδιαφέρουσες πόρτες. Ένα τέτοιο διαλέξαμε με τη Ντίνα ανοίγοντας ο ένας την πόρτα του άλλου. Και νομίζω πως κάναμε καλά.


Μέχρι την επόμενη συνάντησή μας στα Πούλιθρα (μάλλον το καλοκαίρι) εγώ θα παίρνω την τακτική δοσολογία της… «πουλιθρίνης» μου από το μαγικό blog της.

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Δ.Χ.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που καθόταν σ' ένα τραπέζι. Στο πλάι του ήταν ένα βάζο με λουλούδια, όμως το υπέροχο άρωμά τους έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει, έτσι που σκυθρωπός κάτι έγραφε σ' ένα χαρτί. Ύστερα ο άνθρωπος έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Τα λουλούδια μαράθηκαν στο βάζο και βρώμισαν. Κάποια μέρα η μπάλα ενός παιδιού έριξε το βάζο κάτω και το 'σπασε. Κι εδώ τελείωσε το παραμύθι.

***
Ο πίνακας είναι του Τάσου Μαντζαβίνου

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Ιχνηλασίες στις πίσω μας σελίδες



Το ένα βιβλίο είναι ένας "Νέος θησαυρός" του 1804. Το άλλο ένα "Ψαλτήριον Δαβίδ του προφήτου και βασιλέως" του 1793. Το ένα γραμμένο με ελληνικά γράμματα στην τούρκικη γλώσσα (καραμανλήδικο), το άλλο τυπωμένο στη Βιέννη από τον Βεντότη. Και τα δύο φέρουν... ίχνη από παιδιά που έμαθαν πάνω τους να διαβάζουν και να σκέφτονται.

Και καθώς οι αιώνες πέρασαν, αναρωτιέμαι* τι είναι παιδικό βιβλίο: ένα βιβλίο που άφησε τα ίχνη του σε ένα παιδί, ή ένα βιβλίο στο οποίο άφησε τα ίχνη του ένα παιδί...


Η απορία, καθώς σήμερα είναι η παγκόσμια μέρα παιδικού βιβλίου και τα γενέθλια του Άντερσεν...