Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Τα παιδικά πάρτυ




Τα παιδικά πάρτυ είναι συνήθως η δυνατότητα που μας δίνεται για μια ανούσια διεκπεραιωτική κοινωνική επαφή. Είναι αυτό που συνήθως έχεις να κάνεις όταν έχεις να κάνεις σαφώς κάτι καλύτερο. Είναι η ευκαιρία σου να μιλήσεις και να ακούσεις για θέματα όπως η παιδική διατροφή (τι ΜΟΥ τρώει), η παιδική πέψη (τι ΜΟΥ χέζει), η παιδική ένδυση (τι ΜΟΥ φοράει), οι παιδικές συνήθειες (τι ΜΟΥ παίζει) κτλ.

Συνήθως προσπαθώ να αποφύγω το ρόλο του συνοδού- όμως κάποιες φορές η πραγματικότητα διαψεύδει τις αγωνίες μου. Ή τις προσπερνά.

Μια τέτοια ημέρα ήταν το προηγούμενο Σάββατο. Διαλέξαμε ανάμεσα σε τρία – τέσσερα πάρτυ- ποιος θα πάει σε ποιο και σε ποια δεν θα πάμε. Στο πάρτυ όμως της Νάντιας σαφώς και θα πηγαίναμε. Οπότε τελοσπάντων φτάσαμε. Οι συζητήσεις αρχικά κινούνταν στο γνώριμο μοτίβο των παιδικών θεμάτων, καθώς οι περισσότεροι συνδαιτυμόνες ήταν φρέσκοι γονείς (και άψητοι ακόμη στην εν λόγω θεματολογία). Όμως γρήγορα τα πράγματα ανατράπηκαν όταν ένας εργένης συνάδελφος μάς ανακοίνωσε ότι φεύγει για τη Δανία. Η αδερφή του ήδη μένει εκεί και εργάζεται, ενώ κάποιες πρώτες επαφές με βιβλιοθήκες έχει κάνει ήδη και αναμένονται κάποιες συνεντεύξεις. «Δεν αντέχω άλλο τους χρυσαυγίτες στη δουλειά- κάθε φορά που απεργώ μου κάνουν τη ζωή δύσκολη. Έκλεισαν και τη βιβλιοθήκη, με έχουν μεταθέσει σε άλλη δουλειά, δεν έχω λόγο να μείνω».

Το κλίμα άλλαξε αυτόματα και με μία ένταση εκπληκτική μία χοντρή κυρία άρχισε να βρίζει «τους πολιτικούς που είναι ανίκανοι και κλέφτες και κατάντησαν σε αυτό το χάλι τη χώρα και όλα τα κόμματα που διόριζαν τους δικούς τους και οι συνδικαλιστές που αντιδρούν και ο Τσίπρας που έκανε καταλήψεις και…». Σαν έτοιμοι από καιρό (και όψιμα θαρραλέοι) άρχισαν όλοι να κελαηδούν ενώ χωρίς σταματημό η χοντρή κυρία επαναλάμβανε για «τους κλέφτες και τα κόμματα που καπελώνουν τις διαδηλώσεις». Όταν προσπαθήσαμε να υπερασπιστούμε τη λειτουργία των κομμάτων και να πούμε πως δεν έχουν κλέψει όλοι και πως δεν έχουν όλοι το ίδιο μερίδιο ευθύνης και τελοσπάντων αν καταργήσουμε την πολιτική καταργούμε τη δημοκρατία μία λεπτή κυρία θεωρώντας μάλλον πως είμαστε ΚΚεδες άρχισε να ειρωνεύεται τις ξεχωριστές συγκεντρώσεις στις διαδηλώσεις, και όταν δεν τσιμπήσαμε, τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ. Ένας φλώρος με κουλτουριάρικα γυαλιά (μου θύμισε τον υπαλληλάκο του Λαζόπουλου) τότε θυμήθηκε να βρίσει την Αριστερά που γεμίζει τα πανεπιστήμια με αφίσες και διαλύει την εκπαίδευση και την έρευνα, ενώ θα έπρεπε να μην δηλητηριάζει με συνδικαλισμό τους φοιτητές. Επίσης είπε πως οι δημόσιοι υπάλληλοι απεργούν για 500 ευρώ μείωση ενώ τόσα χρόνια κοπροσκύλιαζαν και πως ο Τσίπρας το μόνο που έχει στο βιογραφικό του είναι οι καταλήψεις, ενώ ο Τζήμερος….  Μετά μια άλλη κυρία, στρουμπουλή με κατσαρά μαλλιά, άρχισε να λέει πως καλύτερα στην εταιρεία της να απολύσουν δύο λιγότερο εργατικούς υπαλλήλους ή αυτούς που δεν είναι χρόνια στη δουλειά (όπως η ίδια) και τότε εγώ της είπα πως καλύτερα να απολύσουν αυτούς που έχουν παιδιά και που είναι μεγάλοι και τότε εκείνη θυμωμένη σταμάτησε να μιλάει. Σύντομα τη χοντρή κυρία (πρώην Ρηγού, Πασόκα και νυν Χρυσαυγίτισσα),  άρχισε να σιγοντάρει ένας συγγενής των οικοδεσποτών που ρωτούσε επίμονα για τους μετανάστες και το ομόεθνο, το ομόθρησκο και το ομόγλωσσο των Ελλήνων, ενώ η μητέρα του προσπαθούσε να τον συγκρατήσει προκειμένου να μη γίνει σύρραξη και ο φίλος που μεταναστεύει στη Δανία του έλεγε πως κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν είναι ταυτόσημο για όλους («δεν είμαι λιγότερο Έλληνας από σένα επειδή είμαι άθεος» του έλεγε) κι εγώ είχα απομονώσει έναν κύριο στην άκρη και συζητούσαμε τα ίδια με πιο ήπιους τόνους και μου έλεγε πως η Αριστερά θα έπρεπε να έχει ένα τελείως διαφορετικό ήθος και όχι ο Σκουρλέτης να πηγαίνει το παιδί του σε ιδιωτικό σχολείο γιατί πώς θα ξέρει αύριο τη δημόσια Παιδεία αν γίνει υπουργός κι εγώ προσπαθούσα να του πω πως…. (στο τέλος της βραδιάς έμαθα πως και ό ίδιος πάει το παιδί του σε ιδιωτικό σχολείο)…

Είναι μάταιο σίγουρα όλο αυτό που πάω να κάνω: να περιγράψω τις φωνές, την οργή, το τυφλό μίσος, τον κυνισμό, το φανατισμό που μέσα σε ελάχιστα λεπτά φούντωσε και κράτησε για ώρες. Με ξάφνιασε η ένταση, με τρόμαξαν οι φωνές των αγανακτισμένων. Έπιασα τον εαυτό μου να αμύνεται προκλητικά και να επιτίθεται χειρουργικά, όχι γι’ αυτό μόνο που πιστεύει, αλλά και για συστήματα με τα οποία διαφωνεί, αλλά θεωρεί θεμιτή την ύπαρξή τους. Αναγκάστηκα να υπερασπιστώ πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις με τα οποία ποτέ δεν είχα πολιτική σχέση, πάντα τα κατήγγειλα, τα θεωρούσα συνακόλουθα του σάπιου συστήματος των κομμάτων εξουσίας. Αναγκάστηκα να υπερασπιστώ το συνδικαλισμό, όχι αυτόν που εκείνοι εννοούσαν, αλλά αυτόν που εγώ εννοώ. Τους πολιτικούς και τα κόμματα όχι αυτούς που εκείνοι υποστήριζαν πριν, αλλά αυτούς που θεωρώ απαραίτητους για να λειτουργεί η δημοκρατία. Τελικά πάντα απέναντι σε όλους αυτούς θα είμαι; Την εποχή της ευμάρειας που οι περισσότεροι έκαναν δουλειά με το σάπιο σύστημα ήμουν απέναντι ως άτομο και πολίτης και εργαζόμενος. Τώρα, πικραμένοι, θυμωμένοι και φασίζοντες όπως είναι, τυφλοί, με βρίσκουν πάλι απέναντι, πιο σίγουρο από ποτέ και ήρεμα δυνατό με τις ιδέες μου και τις βεβαιότητές μου.

Μάταιο είναι και αυτό ακόμα: να αφηγηθώ τη δική μου στάση. Στέκομαι εν τέλει σε αυτό μονάχα: τα παιδικά πάρτυ δεν είναι πια η δυνατότητα που μας δίνεται για μια ανούσια διεκπεραιωτική κοινωνική επαφή. Είναι ασκήσεις μικρών εμφυλίων. Όχι ανάμεσα σε αριστερούς και δεξιούς, αλλά ανάμεσα σε εργαζόμενους και άνεργους, δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, γονείς και άτεκνους, νέους και ηλικιωμένους…

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Ζώσα μαγεία


Τα φώτα κλείνουν κι εσύ το ξέρεις πως ευθύς μετατρέπεσαι σε μύστη μιας προαιώνιας τελετής, που όσο κι αν απομακρύνεται από τη γέννησή της, όσο κι αν παραδίδεται στα εγκόσμια, διατηρεί πάντα τον ιερό χαρακτήρα της ζώσας αναπαράστασης.



Το θέατρο συμβαίνει κάθε στιγμή που ένας ηθοποιός κι ένας θεατής αναμετρούνται. Βέβαια πάντα νικάει ο θεατής. Ο ηθοποιός στο τέλος θα ντυθεί κι αυτός τη ζωή του θεατή, και θα αποχωρήσει από την ίδια έξοδο.

Όπως και να είναι πάντα μου φαινόταν αδιανόητο πώς ένας ηθοποιός ντύνεται την πραγματική του ζωή και αποχωρεί μετά το τέλος της παράστασης. Τάχα ασφυκτιά ο ρόλος μέσα στον ηθοποιό μετά το θέατρο; Κι αν οι ρόλοι στη ζωή ενός ηθοποιού είναι πολλοί, στριμώχνονται εκεί μέσα του; Μήπως στήνουν παραστάσεις εντός του; Μήπως δραπετεύουν κάπως σε μετέπειτα αναπαραστάσεις;  Εμείς οι θεατές, πόσους ρόλους τάχα παίζουμε σε μια παράσταση; Και ποιος στο τέλος χειροκροτεί; Και ποιον στο τέλος εμείς χειροκροτούμε;

* η φωτογραφία είναι από την εξαιρετική παράσταση του "Όλιβερ Τουίστ" στο "Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν".

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Οι ζωγραφιές της Στέλλας

 



 
Τη βλέπω σκυμμένη με προσήλωση πάνω στα χαρτιά της να δημιουργεί έναν κόσμο παράξενο, είτε ερμηνεύοντας αυτόν που είναι γύρω της, είτε φτιάχνοντας έναν δικό της - αδιάφορο της είναι τι από τα δύο. Χαίρεται μονάχα που δημιουργεί. Πόσο θα ήθελα όμως να πάρω τους μαρκαδόρους της κόρης μου μια μέρα να φτιάξω έναν κόσμο παράξενο, όπως τον θέλω εγώ.

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Ιστορία μιας Ευτυχίας




Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’50 σε μια γειτονιά της Αθήνας. Δυο φίλοι, ο Γιώργος και ο Δημήτρης, 7-8 χρόνων, παίζουν «ολυμπιακούς αγώνες» με ένα τσούρμο πιτσιρίκια στο δρόμο. Ξαφνικά τη βλέπουν. Είναι ένα κορίτσι στην ηλικία τους. Κάθεται σε κάτι σκαλοπάτια και τους κοιτάει. Είναι καινούρια στη γειτονιά, και εκείνοι θαμπώνονται κι ευθύς την ερωτεύονται. Κι αρχίζουν σαν τα κοκκόρια να κορδώνονται μπροστά της. Κι ο καιρός περνάει και ο ανταγωνισμός φυτρώνει ανάμεσα στους δύο φίλους, που κάθε μέρα ο ένας ενημερώνει τον άλλο πως «χθες που πήγα βόλτα με την Ευτυχία…» και πως «με την Ευτυχία χθες λέγαμε…». Εκείνη τους κάνει δώρα συχνά: γκαζές, σβούρες και καραμέλες. Και στους δύο.  Μια μέρα ο Δημήτρης λέει στο Γιώργο πως πέρασε μια ολόκληρη νύχτα με την Ευτυχία. Στις επίμονες ερωτήσεις του φίλου του, ο Δημήτρης απαντάει πως πέθανε η γιαγιά της και πως εκείνος της έκανε παρέα όλο το βράδυ που την είχανε στο σπίτι.

Κύλησε ο καιρός, τα παιδιά έγιναν άντρες. Ένα βράδυ ο Γιώργος πήγε σινεμά. Η ταινία που θα έβλεπε λεγόταν «Γυμνοί στο δρόμο». Σε ένα πλάνο την είδε. Την Ευτυχία. Την Ευτυχία τους στο πανί. Είχε ένα μικρό ρόλο. Έλεγε και δυο κουβέντες. Ήταν όμως εκείνη, ο παιδικός έρωτάς τους.

Τα χρόνια πέρασαν κατά πως γίνεται συνήθως. Ο Γιώργος και ο Δημήτρης έμειναν πάντα φίλοι. Ο Δημήτρης πέθανε στα 45 του, τέλη της δεκαετίας του ’80. Ο Γιώργος την ιστορία αυτή μου την είπε προχθές. Κι εγώ την έγραψα εδώ. Να μείνει κάπως…

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ορφανές σκέψεις για ορφανές βιβλιοθήκες



Ξέρεις, νομίζω πως τα λιγότερα αποθέματα αυτό τον καιρό η κοινωνία μας τα έχει στην ελπίδα. Και όσο περισσότερο ανάγκη την έχει, τόσο πιο σφιχτοχέρα γίνεται στο ξόδεμά της. Όμως η ελπίδα δυναμώνει στο μοίρασμα. Στις κατά μόνας χρήσεις αδυνατίζει, ξεφτίζει, αλλοιώνεται.

Μια μέρα σαν κι αυτή- μ’ ένα ήλιο δωρικό να χύνεται στην πόλη, νοιώθω να γκρεμίζομαι στο κενό. Κοιτάζω τους ανθρώπους γύρω μου, ψάχνω να βρω στα μάτια τους την υπόνοια μιας ελπίδας, καλά κρυμμένης έστω. Σιωπή και σφιγμένα χείλη. Κι όταν κάτι αναπάντεχα χαρούμενο ή ευτυχισμένο προκύπτει, απελευθερώνεται άθελά τους ο καημός. Σαν το τζίνι από το λυχνάρι του Αλαντίν.

Οι σκέψεις αυτές είναι σκαλοπάτια για να κατέβω σε αυτά που σήμερα θέλω να σου πω: δεν ορίζουν το σύνολο, οδηγούν όμως στη βασική του λειτουργία.

Μια από τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες στην Ελλάδα, με μοναδικής αξίας υλικό είναι αυτή του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. 22.000 βιβλία, 2000 τόμοι σχολικών εγχειριδίων του 19ου και του 20ου αιώνα, 214 τίτλοι περιοδικών κ.α. είναι τα ποσοτικά στοιχεία της συλλογής αυτής. Όμως μια βιβλιοθήκη δεν είναι μόνο το υλικό της, αλλά κυρίως το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί και με το οποίο συνδέεται οργανικά, το κοινό και το προσωπικό της, η αποστολή και ο στόχος της.

Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο εδώ και ένα χρόνο έχει διαλυθεί, ή σύμφωνα με το πασοκικώς δοκιμότερον «συγχωνευθεί» με το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και μετατραπεί σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου. Οι υπηρεσίες και οι εργαζόμενοι σε αυτό έχουν μεταφερθεί σε νέο κτίριο στους Αμπελόκηπους, ενώ στο αρχικό άθλιο κτήριο ψηλά στη λεωφόρο Μεσογείων παραμένει η μεγάλη βιβλιοθήκη, μόνη αυτή ως υπηρεσία αποκομμένη από τον φορέα της σε ένα κτήριο-φάντασμα. Τη βιβλιοθήκη δεν λειτουργούν πλέον οι δύο ειδικευμένοι βιβλιοθηκονόμοι, καθώς αυτή παραδόθηκε στη γνώριμη και επικίνδυνη κομματική πελατεία των ανειδίκευτων αποσπασμένων εκπαιδευτικών. Αφήνεται λοιπόν σκόπιμα μια σημαίνουσας αξίας βιβλιοθήκη να καταστραφεί και μαζί με αυτήν να απαξιωθούν οι υπηρεσίες της στην εκπαιδευτική πολιτική και να χαθεί το πολύτιμο υλικό της;


Φαντάζει, κι ίσως να είναι, πολυτέλεια να ασχολείται κανείς με την καταστροφή μιας βιβλιοθήκης. Όταν γύρω μας καταρρέουν οι εργασιακές σχέσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η υγεία και η παιδεία. Τι νόημα έχει να αγωνιάς για τα σχολικά εγχειρίδια του 19ου αιώνα, όταν τα σχολικά εγχειρίδια στην Ελλάδα του 21ου είναι σε φωτοτυπίες;

Στη γυάλα που ζω, πορτοκαλής και σιωπηλός σαν το χρυσόψαρο, τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες είναι λυτρωτικά και σημαντικά πράγματα, με βαρύνουσα σημασία στην κοινωνική ζωή και ρόλο δυναμικό στο παρόν και το μέλλον. Το έχω δει να συμβαίνει όλο αυτό- κι αυτή η πείρα γίνεται μέσα μου πυρά. Ο κόσμος γύρω γδύνεται τις απολαύσεις του παρελθόντος και η πλαδαρότητα του πνεύματός του μοιάζει αποκρουστική στα μάτια μου. Είναι όμως ζήτημα αξιοπρέπειας η αντίστασή μας. Και η αξιοπρέπεια δεν ξοδεύεται. Αν την έχεις.

***
Οφείλω να συμπληρώσω και εδώ, όπως θα κάνω και σε προσεχές ποστ στο μπλογκ μου πως η πρώην βιβλιοθήκη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου διαθέτει βιβλιοθηκονόμους εργαζόμενους εδώ και κάποιους μήνες. Οι πηγές μου μάλλον δεν ήταν έγκυρες, τουλάχιστον όσον αφορά στα χρονικά δεδομένα. Οφείλω συγγνώμη στους συναδέλφους...

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Επιστρέφοντας σε αυτά που δεν αφήνουμε πίσω...




 Εκείνη αφιερώνει το βιβλίο της στην αδελφή της. Την κοινή τους ιστορία αφηγείται εξάλλου «το καπλάνι της βιτρίνας». Εκείνη πάλι, αφιερώνει ένα από τα δεκάδες χιλιάδες αντίτυπά του «στην Κέλλυ με αγάπη». Της το ζήτησε ένας φαντάρος στη Λήμνο, πριν κάμποσα χρόνια, γιατί θα το έστελνε στο κορίτσι του που δούλευε στην Αγγλία. Εκείνος της γράφει και δική του αφιέρωση ζητώντας της «να επιστρέψουν σε αυτό που ποτέ δεν άφησαν πίσω τους».

Είναι «το καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη που έχει τις τρεις αυτές αφιερώσεις εντός του. Και είναι στη βιβλιοθήκη μου, στη βιβλιοθήκη μας δηλαδή, γιατί με το κορίτσι που λέγαμε πριν, παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά και θα είμαστε μαζί για πάντα. Ενώνοντας και τις βιβλιοθήκες μας. Ήταν Μάιος του 1998 στη Μύρινα που συνάντησα τη Ζέη.


 Ήταν Οκτώβριος του 2012, ένα βροχερό πρωινό που τη συνάντησα πάλι. Στη λεωφόρο Αλεξάνδρας να μας περιμένει να την πάρουμε με το αυτοκίνητο. Είχαμε οργανώσει επίσκεψή της στο σχολείο του γιου μας. Ανοίγω τη πόρτα, την πλησιάζω. «Καλημέρα» της λέω, «είμαι ο φαντάρος από τη Λήμνο». «Δεν έχεις αλλάξει πολύ από τότε» μου λέει. Την κοιτώ, ούτε τα μάτια της άλλαξαν σκέφτομαι. Την αποχαιρετώ, πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά. Μπαίνει στο αυτοκίνητο, τις παρακολουθώ, η Κέλλυ της δείχνει το καπλάνι, την αφιέρωση, γελούν και φεύγουν.
Το μεσημέρι επιστρέφω στο σπίτι. Ένας «μεγάλος περίπατος του Πέτρου» είναι ακουμπισμένος στο τραπέζι. Τον ανοίγω. «Στον Κωνσταντίνο» γράφει στην πρώτη του σελίδα με στυλό. Και δύο σελίδες μετά είναι τυπωμένη η αφιέρωσή της «στα παιδιά μας».

***
Κάλεσα μια ομάδα φίλων να γράψουν στα blog τους κείμενα για τις αφιερώσεις στα βιβλία. Γιορτάζοντας με αυτό τον τρόπο τις πρώτες εκατό αναρτήσεις του ιστολογίου «Αφιερώσεις Συγγραφέων». Τους ευχαριστώ:

- "Αφιερώσεις"  από την "Αναγεννημένη"
- "Το σπίτι με τις ροδιές" από τα "Χαμένα Επεισόδια"
- "Χειρόγραφες αφιερώσεις στα βιβλία της συλλογής μου: για τις αφιερώσεις του Βιβλιοθηκάριου αφιερωμένο εξαιρετικά!" από το "Καγκουρώ"
- "Αφιερώσεις σε βιβλία" από το "Φαούδι"
- "In memoriam... και μια αφιέρωση σε ένα μελλοντικό βιβλίο" από τις "Rubies and Clouds"
- "Αφιερωμένο στις "Αφιερώσεις" " από το "For Infromation scientists... and others"
- "Προσκλητήριο ενθυμήσεων και σιωπητήριο λόγου" από τους "Κυνοκέφαλους"
- "Βιβλικό τάμα" από το "Εξεγερμένο το 2009"
- "Αφιερώσεις" από το "Ερυθρό Καγκουρώ"
- "Υστερόγραφο σε εκατό αντίτυπα" από τον "Τσαλαπετεινό"
- "Αφιερώνοντας στην... fun-μίλια" από την "Greek libraries in a new world"
- "Αφιερωμένο εξαιρετικά" από το "The three wishes's weblog"
- "Η αφιέρωση" από το "Σημειωματάριο"
- "Αφιέρωση σε βιβλίο" από τη "Roadartist... in athens!"
- "Περί μορίων και πόρων" από το "Η Ωραία Σέλιτσα"
- "Χαϊκού για αφιερώσεις" από τον "SilentCrossing"
- "Με αγάπη, με εκτίμηση, με τιμή, με συμπάθεια, με φιλία με αφοσίωση με ευλάβια... στον... στην... στους..." από την "Anna-Silia"
- "Μια αφιέρωση που δεν έγινε ποτέ" από το "Polyanna's days"
- "Οι φίλοι... τα βιβλία... οι φάροι μας" από τη "Dina Vitzileou"

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Στιγμές μιας διαδήλωσης του 2012


Βράδυ Τετάρτης. Επιστρέφουμε από τη συγκέντρωση στο Σύνταγμα. Βρέχει πολύ, το Μοναστηράκι έχει γίνει Βενετία. Στους ποταμόδρομούς του κόσμος πυκνός, παρέες-παρέες προχωρούν φωνάζοντας: "ψωμί-παιδεία-ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το '73". Ένα αγόρι μπροστά μας παίρνει το κορίτσι του αγκαλιά και το περνάει απέναντι από ένα πλημμυρισμένο δρόμο. Εκείνη φοράει μπότες, εκείνος σταράκια. Φτάνοντας δίνουν ένα φιλί και συνεχίζουν: "ψωμί-παιδεία- ελευθερία, η χούντα..."




 




Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Ένα παραμύθι αυτών των ημερών*



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που δεν μιλούσε συχνά. Όταν κάποιος του έκλεβε το ψωμί, δεν αντιδρούσε. Όταν τον έσπρωχναν στην αγορά και του έπαιρναν τη θέση, δεν διαμαρτυρόταν. Όταν το άδικο τον έπνιγε, αυτός σιωπούσε φοβισμένος. Μια μέρα εμφανίστηκε ένας δράκος στην πόλη. Φωτιά δεν έβγαζε από τα ρουθούνια του, ούτε έτρωγε ανθρώπους. Μόνο πλησίασε τον άνθρωπό μας και του πήρε για πάντα τη φωνή. Φεύγοντας του είπε:
«Έτσι που δεν μιλούσες τόσα χρόνια, σου είναι άχρηστη πια η φωνή».

* και στην εποχή μας γράφονται παραμύθια...

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Δυο ιστορίες συζητούν στη πόρτα



Υπάρχουν δυο εικόνες στο μυαλό μου. Έχουν καθίσει στην έξοδο και συζητούν τι θα φορέσουν, πού θα πάνε, τι θα κάνουν, με ποιον θα βγουν. Σαν καλές φιλενάδες έχουν πιάσει κουβεντολόι εκεί, ίσως πια να έχουν αρχίσει αυτές τις εκμυστηρεύσεις που καμιά φορά κάνουν οι γυναίκες μεταξύ τους στην άκρη μιας πόρτας. Η μία είναι της φαντασίας μου, ή μάλλον σκηνοθετημένη στο μυαλό μου από ένα βιβλίο, τη δεύτερη εικόνα την είδαν τα μάτια μου. Καθώς δεν βρίσκω με τι να τις ταιριάξω, τις σπρώχνω τώρα να βγουν, να αεριστεί λίγο το μυαλό μου, να πάρουν σειρά και τα υπόλοιπα…

Είναι δυο γυναίκες γύρω στα εβδομήντα. Η μία, μικροκαμωμένη με  πολλές ρυτίδες και δειλή φωνή. Η άλλη, «Λωξάντρα» – νταρντάνα με φωτεινό πρόσωπο και βήμα σίγουρο και βιαστικό. Έχουν ένα μαγαζί στη γειτονιά, μια μικρή βιοτεχνία «αθλητικών ενδυμάτων». Η «Λωξάντρα» είναι στη μηχανή, η άλλη, στις πωλήσεις. Τα ράφια τους είναι γεμάτα. Φόρμες παιδικές, γυναικείες, αντρικές και φούτερ, 14-16 ευρώ το σετ. Σε διάφορα σχέδια και χρώματα. Μπαίνει κόσμος κι αγοράζει- πήγαμε κι εμείς. Ρούχα ξεδιπλώνονται και ξαπλώνουν πάνω στους πάγκους, ύστερα πάλι μπαίνουν στις σακούλες τους, κάποια μένουν, κάποια φεύγουν κάποια άλλα κονταίνουν. Το μαγαζί αυτό, σκέφτομαι, δεν είναι μόνο ένα εμπορικό κατάστημα, όπως και οι δυο γυναίκες, δεν είναι μόνο δυο γριές που εργάζονται. Κι ας μην το ξεχωρίζουν αυτό πολλοί, οι περισσότεροι. Σύζυγοι, μανάδες και εργαζόμενες, γέρνουν στο δεύτερο μισό της ζωή τους με πείσμα και ικανότητα και επιβιώνουν. Καθώς κυλάμε ολοένα και πιο βαθιά στην κρίση, σκέφτομαι πως τέτοιοι άνθρωποι  αξίζουν να επιβιώσουν, οι ίδιοι θα φροντίζουν πάντα γι΄ αυτό. Δεν πέρασαν από τη ζωή τους καταναλώνοντάς τη, την έφτιαξαν με τα χέρια και το μυαλό τους. Πόσο χαμένη και ανίκανη είναι η γενιά μου γαμώτο.


Στο «Μαουτχάουζεν» ο Καμπανέλης αφηγείται μέσα στα άλλα μια ιστορία (την έζησε, την έγραψε, τη διάβασα, την εικονοποίησα στη φαντασία μου, τη γράφω, τη διαβάζετε τώρα κι εσείς). Μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου εξόντωσης και αναμένοντας εγκλωβισμένος εκεί την επιστροφή στη χώρα, ερωτεύεται μια εβραία και εκείνη αυτόν. Με δυσκολία και πόνο μοιράζονται την ψυχή και τα σώματά τους μετά από όσα τράβηξαν, έπαθαν και κυρίως είδαν. Κάνουν έρωτα κάποια στιγμή σε ένα φυλάκιο στην άκρη του στρατοπέδου. Δεν υπάρχει βέβαια κρεβάτι πουθενά, οπότε για να είναι καθαρά ξεκολλάνε ένα μεγάλο χάρτη της Γερμανίας από τον τοίχο και τον στρώνουν κάτω. Πάνω στο χάρτη απλώνει ο Ιάκωβος το παλτό του και ύστερα γυμνώνονται και αγκαλιάζονται και βυθίζονται στου έρωτα τις ηδονές.

Δεν μπορεί να ξεκολλήσει λοιπόν το μυαλό μου από εκεί. Οι χάρτες υπάρχουν για να κάνουμε έρωτα πάνω στα σύνορά τους, τα εθνικά σχέδιά τους, τα μεγαλεία της φυλής τους. Τους χάρτες του ξεκρεμάμε από εκεί που τους έβαλαν οι επαγγελματίες πατριώτες στρατηγοί για να τους κάνουμε ερωτική μας κλίνη.

Δεν ξέρω τι μπορούν να λένε αυτές οι δύο ιστορίες στην εξώπορτα του μυαλού μου. Όμως τις βλέπω, χαιρετιούνται τρυφερά και φεύγουν πια.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Μια ιστορία από την άκρη των χρόνων

Η εκφώνηση ζητάει την αφήγηση μιας ιστορίας του Πολέμου- μιας ιστορίας που κάποιος μεγάλος, παππούς ίσως, έζησε. Την ιστορία, ή μάλλον την αρχική παραλλαγή της, άκουσε πριν από 3 χρόνια και δεν θα τη ξεχάσει ποτέ ίσως. Σήμερα πάντως τη θυμήθηκε και την έγραψε στο τετράδιο της γλώσσας. Στην άκρη άλλης μιας επετείου του "ΟΧΙ", ή μάλλον στην άκρη μιας μέρας που θέλει να θυμίζει πως η ελευθερία και η δημοκρατία έχουν αντίτιμο, ένας οχτάχρονος μαθητής γράφει μια σχολική εργασία για τον Πόλεμο:


"Αυτή την ιστορία μου την είπε η θεία η Φλώρα που είναι τώρα 82 χρονών. Μου την είπε όταν ήμουν μικρό παιδάκι.

Η θεία η Φλώρα στον Πόλεμο ήταν οχτώ χρονών. Μια μέρα οι γονείς της την έστειλαν να βρει φαγητό για την οικογένεια. Πήγε να ζητιανέψει από ένα φούρνο, αλλά δεν είχαν γιατί τα είχαν πάρει όλα οι Γερμανοί και οι Ιταλοί. Ένας Ιταλός την είδε και τη λυπήθηκε και της έδωσε ένα καρβέλι ψωμί, αλλά αυτή είπε "όχι δεν θέλω, έχουμε στο σπίτι".

Όταν πήγε σπίτι έβαλε τα κλάματα, επειδή η οικογένειά της ήταν φτωχή και δεν είχε ψωμί. Από περηφάνεια δεν πήρε το καρβέλι από τον Ιταλό".

Τη Φλώρα την πήρε τηλέφωνο ο γιος μου και της διάβασε την ιστορία που έγραψε. Τον άκουσε βουβή. Με ραγισμένη φωνή τον ευχαρίστησε κι ύστερα του ευχήθηκε τα "χίλια καλά". Τελειώνει η μέρα και σκέφτομαι πως οι παρελάσεις που ποτέ δεν θα περιφρουρηθούν από μπάτσους και στρατιώτες είναι οι παρελάσεις των ιστοριών που θα αφηγούνται οι άνθρωποι- μικρές ιστορίες από μεγάλους πολέμους για ψωμί και ελευθερία.

*** 
Το χαρακτικό είναι του Γιώργου Σικελιώτη

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Παράκλησις προς τον αναγνώστην


Εγερτήριο- με τη σειρά στο μπάνιο, γάλα, ντύσιμο, τσάντες για το σχολείο, το δεκατιανό στο σακουλάκι, παπούτσια και έτοιμοι. Ωπ, "πρώτα φιλάκι".

- Να σου πω Στελλίτσα... σου αρέσει τελικά το σχολείο;
- Ναι...
- Πολύ;
- Ναι
- Τι σου αρέσει πιο πολύ;
- Ο Διονύσης
-...

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Το θέμα είναι η υπεράσπιση των βιβλιοθηκών



 Σε ανάρτησή της στην προσωπική της σελίδα στο facebook, η… συγγραφέας Χρυσηίδα Δημουλίδου επιτίθεται στις βιβλιοθήκες που φιλοξενούν βιβλία της προκαλώντας μια σειρά αντιδράσεων συγγραφέων, αναγνωστών, εκδοτών, βιβλιοθηκονόμων.

Το θέμα δεν είναι η «δημιουργός» Χρυσηίδα Δημουλίδου που δεν θέλει τα βιβλία της να υπάρχουν στις βιβλιοθήκες. Κατά την άποψή της τα βιβλία δεν πρέπει να δανείζονται, γιατί η ίδια χάνει λεφτά. Αν περάσουν «5-10 χρόνια και το βιβλίο κάνει τον κύκλο του ή βρίσκεται στα αζήτητα (πχ ένας Καζαντζάκης, ένα Ντοστογιέφσκι, μια Λιλίκα Ζωγράφου [sic])» η «δημιουργός» συμφωνεί πως μπορούν πλέον να υπάρχουν στις βιβλιοθήκες και να κυκλοφορούν ελεύθερα.

Το θέμα δεν είναι οι αναγνώστες των βιβλίων της κυρίας Χρυσηίδας, πολλοί εκ των οποίων συμφωνούν με τις απόψεις της αυτές. Είμαστε αυτό που διαβάζουμε εξάλλου.

Το θέμα δεν είναι πως εκδοτικοί οίκοι, όπως η «Διάπλαση»,  βιάστηκαν να υπερθεματίσουν αναφέροντας πως προτιμούν να πολτοποιούν βιβλία τους παρά να τα χαρίζουν σε βιβλιοθήκες που παρακαλούν για δωρεές.

Το θέμα δεν είναι πως δημοσιογραφούντες στις εφημερίδες, όπως ο κος Γιάννης Μπασκόζος  γράφουν πως «οι βιβλιοθήκες ή τα ιδρύματα που δανείζουν στο κοινό βιβλία ή άλλο προστατευόμενο υλικό θα πρέπει να ζητήσουν προηγουμένως άδεια για τη δραστηριότητά τους αυτή».

Τι να απαντήσεις λοιπόν στο κλίμα αυτό που αρχίζει να διαμορφώνεται τον τελευταίο καιρό από ποικιλώνυμα κέντρα;

Πως το θέμα είναι η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και των βιβλίων στις βιβλιοθήκες, η διάχυση του πνεύματος, η ελευθερία της γραφής, της ανάγνωσης, της κρίσης ανεξάρτητα από την οικονομία των αγορών και την ποιότητα των πνευματικών έργων. Οι βιβλιοθήκες υπάρχουν για να υπηρετούν το αγαθό, τις υπηρεσίες και την ελευθερία αυτή. Το θέμα είναι επομένως η υπεράσπιση των βιβλιοθηκών.

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Μικρό κείμενο για τα ζωντανά παράθυρα



Τα παράθυρά μου είναι ζωντανά- ανασαίνουν. Εισπνέουν τη βουή της πόλης και εκπνέουν τη σιωπή του σπιτιού. Τα απογεύματα του φθινοπώρου χορεύουν τα παράθυρά μου σαν τη Σαλώμη το χορό των πέπλων - θωπεύουν το κορμί μου οι κουρτίνες τους. Τα παράθυρά μου είναι εχέμυθοι καθρέφτες- συγκρατούν επίμονα του κόσμου τα μυστικά. Τα παράθυρά μου – στο έχω ξαναπεί- είναι τοίχοι που δεν χτίστηκαν, είτε γιατί δεν έφτασαν τα υλικά οικοδομών, είτε γιατί περίσσεψαν. Κι αν το τελευταίο σου φαίνεται παράδοξο, να ξέρεις πως ό,τι περισσεύει είναι ό,τι έλειψε από αλλού. Τα παράθυρά μου έχουν θέα άλλα παράθυρα, κάποια από αυτά είναι ζωντανά, εισπνέουν τη βουή της πόλης και εκπνέουν τη σιωπή των σπιτιών τους. Αυτή η πόλη κατοικείται από τοίχους που δεν χτίστηκαν είτε γιατί δεν έφτασε η αγάπη, είτε γιατί περίσσεψε η μοναξιά.

*η φωτογραφία, με τίτλο "Nude" (1945) είναι του Edward Weston

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Φτιάχνοντας πύργους

Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες
και περπατώ στα ξένα
κι είναι το σπίτι ορφανό
αβάσταχτο το δειλινό
και τα βουνά κλαμένα”



Όρθιος μπροστά στο νεροχύτη πλένω τα πιάτα. Η μικρή κάθεται στο καρεκλάκι της στο τραπέζι της κουζίνας και ζωγραφίζει. Κυλάνε τα νερά μέσα απ’ τα χέρια μου και με ξεπλένουν με έναν μέσα τρόπο.


 Πρέπει να πήγαινα Τετάρτη δημοτικού. Όταν ήρθε στο σχολείο ο νέος δάσκαλος, ο πιο νέος από όλους τους. Ξανθός, με ανάκατα μαλλιά και μούσια και γυαλιά. Aπό αυτές τις χαρακτηριστικές φιγούρες των νέων στις αρχές του ’80. Ήταν ο κύριος Σακκάς, Βασίλης Σακκάς. Θα μας έκανε «Φυσική Πειραματική». Ανέλαβε και τη χορωδία στις γιορτές, προνομιακό μου πεδίο,  όπου ξεδίπλωνα το τραγουδιστικό μου ταλέντο από μικρός, οπότε η σχέση μας έγινε πιο στενή. Αυτός μας έμαθε το «αν όλα τα παιδιά της γης» του Ρίτσου, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού σε μουσική Μαρκόπουλου, με αυτόν προβάρισα το «πότε θα κάνει ξαστεριά» για να το πω στη γιορτή του Πολυτεχνείου. Στο τέλος της χρονιάς μου έκανε δώρο «τα ξύλινα σπαθιά» του Καλλιότσου (μαζί με το «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» της Ζέη, τα βιβλία με ισχυρά ακόμη τα ίχνη τους μέσα μου). Ένα χρόνο μετά, στην Πέμπτη, ο δάσκαλος είχε φύγει πια από το σχολείο, αποφασίσαμε τα παιδιά να βγούμε στο προαύλιο και να «διαδηλώσουμε» για την ειρήνη. Απειλούνταν βομβαρδισμοί της Λιβύης από τις ΗΠΑ και δεν ξέρω πώς, αλλά βγήκαμε όλα έξω  και αρχίσαμε να τραγουδάμε «αν όλα τα παιδιά της γης πιάναν γερά τα χέρια…». Τους «ελεύθερους πολιορκημένους» τους ξανασυνάντησα φοιτητής. Ο φίλος μου ο Παντελής μου τους έγραψε σε μια κασέτα- ακόμη την έχω.

“Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
ένα χελιδονάκι,
να πάει να χτίσει τη φωλιά
στου κήπου την κορομηλιά
δίπλα στο μπαλκονάκι,”

Θα μου πεις: «τι έπαθες απόψε και θυμάσαι αυτά τα τόσο παλιά;»
Σκέφτομαι λοιπόν πως πατρίδα μας δεν είναι μόνο τα παιδικά μας χρόνια. Αλλά και τα τραγούδια. Τα τραγούδια που μας ένωσαν όλους σε συναυλίες και οικογενειακές συνάξεις, σε συγκεντρώσεις και πορείες, σε γλέντια και ξενυχτισμένους έρωτες. Που μας ένωσαν, καταλαβαίνεις; Που μαζί τα τραγουδήσαμε, ενώσαμε τους καημούς, τις φωνές και τα όνειρά μας. Συνειδητοποιώ πως τόση ώρα ακούω το τραγούδι «της ξενιτιάς» του Θεοδωράκη. Όλα αυτά ξεδιπλώνονται μέσα μου ενώ πλένω τα πιάτα κι η κόρη μου ζωγραφίζει και μου έρχεται ένα «αχ» και ύστερα ξεκινάω το τραγούδι δίπλα στο ανοιγμένο παράθυρο (καταραμένη ζέστη και υγρασία Οκτώβριο μήνα) και θα ήθελα τώρα να είμαστε όλοι μαζί, εδώ στο σπίτι και να τραγουδάμε αγκαλιασμένοι και να χορεύουμε τα τραγούδια μας τα ελληνικά που αυτός ο λαός τα έζησε σε πολέμους και φτώχεια και χούντες και εξορίες και αγώνες για δημοκρατία, δικαιοσύνη και ελευθερία και να τραγουδάμε όλοι μαζί, σαν μια φωνή, τραγούδια της ξενιτιάς, τραγούδια των καημών του μετανάστη που αναπολεί τη μάνα και την αδερφή και τη γειτονοπούλα του κάπου στην Καμπούλ, στο Δελχί, στη Δαμασκό, ενώ πάνω του πέφτουν νεοφασίστες και τον χτυπούν και θέλουν να τον σκοτώσουν και όλοι εσείς γαμώ την Παναγία σας κοιτάτε χαυνωμένοι στα χρόνια που πέρασαν και τραγουδούσαμε όλοι μαζί τραγούδια για δημοκρατία, δικαιοσύνη και ελευθερία.

“στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή

Να πάει στη μάνα υπομονή
δεμένη στο μαντίλι
προικιά στην αδερφούλα μου
και στη γειτονοπούλα μου
γλυκό φιλί στα χείλη”    

Και το τραγούδι τελειώνει μέσα μου μαχαίρι. Η μικρή έχει ολοκληρώσει τις ζωγραφιές της και γυρίζει με νάζι (πάλι) να μου πει:

"μπαμπά φα πάμε να φκιάξουμε πύ(ρ)γους;"

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Ποιος είσαι ρε φίλε;

Αυτές τις μέρες γυροφέρνω το τετράδιο που γράφω αυτά τα πράγματα. Πάω κι έρχομαι. Πιάνω και αφήνω τις λέξεις μου, ξεκινάω και φρενάρω τις σκέψεις μου. Έχουν νόημα λοιπόν όλα αυτά; Έχουν σκοπό; Έχουν έστω μια αισθητική ποιότητα ή μια επικοινωνιακή λειτουργία; Φυτεύουν ιδέες; Προκαλούν μια αντίδραση;




Μην βιαστείς ν’ απαντήσεις. Τουλάχιστον πρώτα άκουσέ με.. Πριν λίγες μέρες ένας «ανώνυμος» σχολιαστής άφησε στο μπλογκ ένα σχόλιο να περιμένει την έγκρισή μου για να δημοσιοποιηθεί. Αποκαλώντας με «ψευτοκουλτουριάρη μαλάκα» με εγκαλούσε γιατί δεν επιτρέπω τον ελεύθερο σχολιασμό, γιατί τα σχόλια περνούν από την εποπτεία μου πριν εμφανιστούν. Τόσο το «ψευτοκουλτουριάρη» όσο και το «μαλάκα» μου άρεσαν σαν χαρακτηρισμοί. Διαφωνώ με τους χαρακτηρισμούς του, αλλά η άποψή του με επιβεβαιώνει. Ο ανώνυμος μαλάκας που τα έγραψε αυτά όμως είναι «ανώνυμος». Εγώ που τα γράφω όλα αυτά σας λέω ποιος είμαι, μπορείτε εύκολα να με βρείτε. Τα ίδια θα σας πω και δια ζώσης (ίσως με άλλο περιτύλιγμα), πάντως τα ίδια. Το πρόβλημα είναι βέβαια ότι το σχόλιο το έπνιξα - δεν ταίριαζε με το κείμενο που είχα γράψει (όπου περιέγραφα την κηδεία ενός προσφιλούς μου προσώπου).

Αυτό το ασήμαντο συμβάν άφησε σκόνη πίσω του. Τι είναι λοιπόν αυτό το παιχνίδι; Δική μου ανάγκη έκφρασης; Τα κείμενα αυτά είναι δραπέτες της όποιας δημιουργικότητάς μου; Είναι πολιτική προπαγάνδα όσα γράφω ή ανούσιες και βαρετές εκμυστηρεύσεις; Μην νομίζεις πως με ενδιαφέρει και ιδιαίτερα, δεν εξαρτώμαι και τόσο από όσα θα μου πεις. Αυτό που με εκκινεί πιστεύω είναι πως εσύ δεν εκφράζεσαι. Και παλεύω να καλύψω το κενό- όχι το δικό σου, το συλλογικό. Δεν σε ξέρω εδώ που τα λέμε. Εσένα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές. Ούτε αυτά που σκέφτεσαι διαβάζοντάς τες. Μου ‘χει δοθεί κάμποσες φορές η ευκαιρία ζωντανά να μου πείτε πως αυτά που γράφω σας ενδιαφέρουν – κατά κανόνα… γυναίκες μου το λέτε αυτό. Τα στατιστικά της blogspot επίσης μου δίνουν μια ικανοποιητική εικόνα. Όμως αυτό (που μου αρέσει βεβαίως) στα αλήθεια δεν με κολακεύει καθόλου. Γιατί στα αλήθεια τώρα θα ήθελα πιο πολύ από όλα την αντίδρασή σας. Τη συζήτηση. Αυτό θα ήταν μια καλή λειτουργία αυτού του μπλογκ.

Όταν έχεις ένα προορισμό, δεν περιφέρεσαι, συνήθως παίρνεις της ευθεία σου και πας. Εμένα όμως εδώ μέσα ο σκοπός μου είναι να περιφέρομαι, να ψαχουλεύω τις εμμονές και τα κομμάτια τις ζωής μου: τον έρωτα, τα παιδιά, τη φιλία, τα βιβλία, τη δουλειά, την ποίηση, την Αριστερά, την πολιτική, τις ιδέες, τις εμπειρίες μου. Όσα εδώ μέσα γράφω είμαι «εγώ». Όχι όμως ολόκληρος. Και επίσης όχι αυτός που ο αναγνώστης φαντάζεται. Θέλω να πω πως άλλο μια γνωριμία ή μια φιλία στον έξω κόσμο, τον πραγματικό και άλλο αυτή η σχέση γραφέα- αναγνώστη που έχουμε. Η έξω σχέση είναι σαφώς πιο δημοκρατική, πιο δυναμική, ίσως και πιο ειλικρινής. Αυτή εδώ τώρα είναι ίσως πιο… στοχαστική, λιγότερο αμφίδρομη και πιο μοναχική (άρα είναι ελάχιστα «σχέση»). Με απωθούν οι εκμυστηρεύσεις και οι λυρικές εξομολογήσεις δημοσιογραφούντων στα μπλογκ- μοιάζουν με δημόσιο αυνανισμό (:φαντασιώσεις δεμένες στη μοναξιά).

Για να τελειώνουμε λοιπόν: πάω κι έρχομαι αυτές τις μέρες στα κείμενα και τις σκέψεις μου γιατί είναι μπερδεμένες οι λέξεις μου. Ντύνονται αγχωμένες τα φορέματα της εποχής τους και της μόδας τους ενώ θα προτιμούσαν να κυκλοφορούν γυμνές και ερωτεύσιμες ανάμεσά σας. Αυτή την μπερδεμένη εποχή που ζούμε πρέπει νομίζω όλοι επιτέλους να μιλήσουμε, να ακούσουμε και να σκεφτούμε. Εγώ αυτά έχω να πω. Πρέπει και εσείς να μιλήσετε τώρα.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Στις συναθροίσεις της ιστορίας


Περπατώ. Πορεύομαι ανάμεσα στους ανθρώπους ετούτης της μέρας. Που διαδηλώνει. Συναθροίζομαι παρανόμως. Στέκομαι δίπλα του. Τον κοιτώ. Είναι πάλι εδώ. Είναι 19 χρόνων και είναι 90 χρόνων και καβαλάει τον Παρθενώνα με μια σημαία στα χέρια. Χαμογελάω. Του χαμογελάω. Σύντροφε Μανώλη στις συναθροίσεις της ιστορίας βαράς προσκλητήριο. Ερχόμαστε.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Η πράσινη ζακέτα

Πετάγεσαι! Έχεις αργήσει, σε πήρε ο ύπνος. Γδύνεσαι την ασφάλεια των ονείρων σου και βγαίνεις στο δρόμο. Η μέρα, γύρω σου, όχι μέσα σου. Κατεβαίνεις στο σταθμό, έρχεται το τραίνο, μπαίνεις μέσα. "Επόμενος σταθμός, 33 χρόνια πριν" ακούς από τα μεγάφωνα.

Ο κόσμος είναι λιγοστός. Μετέωρο μεσημέρι της τελευταίας μέρας του Σεπτέμβρη. Έξω από μια εκκλησία στέκονται κάποιοι μαυροφορεμένοι. Πλησιάζεις και συ. Εμφανίζεται εκείνη. Ντυμένη λουλούδια. "Κανείς δεν σκέφτηκε να της φέρει δειλινά", σκέφτεσαι. Τη χαιρετάς βουρκωμένος. Θυμάσαι ένα παιδικό τραγουδάκι. Στο έλεγε στις βραδινές σας  βόλτες να μην φοβάσαι το σκοτάδι. Σκύβεις, της το λες στ' αυτί, να μην φοβάται - γιατί είναι πολύ τώρα το σκοτάδι της: "ήταν ένα μικρό παιδί και άξιο παλικάρι/ γαϊδάρου κώλο φίλησε και βρήκε ένα δεκάρι/ και το δεκάρι τό ΄δωσε και πήρε ένα σιμίτι/ και το πρωί εξύπνησε μ' ένα σκατό στη μύτη".

Οι άνθρωποι είναι φυτά που τα βάζουμε σε μεγάλες γλάστρες Κυριακή μεσημέρι και περιμένουμε μετά ν' ανθίσουν. Φεύγουμε. Πάμε τώρα για ψάρι στο "Αννόβερο", της Κατίνας την ταβέρνα. Όλοι μιλούν δυνατά και εσύ δεν μπορείς. Σηκώνεσαι, παίρνεις το δρόμο και πας. Τη βρίσκεις. Σε φωνάζει: "ήρθες κορώνι μου; Τι να σε φιλέψω καρδούλα μου;".
"Θα μου πεις ένα παραμύθι;" της λες. Σε παίρνει στην αγκαλιά της, σε τυλίγει με την πράσινη ζακέτα της κι αρχίζει: "Μια φορά κι έναν καιρό ζήσαν αυτοί καλά και 'μεις καλύτερα...".

Παίρνω το δρόμο της επιστροφής, Κυριακή βράδυ. Γύθειο - Τρίπολη - Κόρινθος - Αθήνα. Σκεφτόμουν, ξέρεις, πως σε κάθε σταθμό που περνάμε κάτι αφήνουμε. Λίγο από εμάς τελικά απομένει στον τελικό προορισμό μας. Κάθε σταθμός είναι και ένας ακρωτηριασμός. Κι αυτό είναι το εισιτήριό μας για να συνεχίζουμε.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Ιστο(ρ)ίες μιας Συννεφούλας


 Ο μεγάλος είναι με τη μάνα του στο ποδόσφαιρο τώρα που ετούτα εγώ σας ιστορώ. Οι λοιποί, εγώ και η τρίχρονη κόρη μου μείναμε στο σπίτι. Ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, διαβάζω την εφημερίδα και εκείνη στο πλάι μου ένα δικό της βιβλίο. Κάποια στιγμή (πριν λίγα λεπτά δηλαδή) γυρνάει με αυτό το γαλίφικο ύφος που με εκνευρίζει πάντα καθώς με βρίσκει απροετοίμαστο (πάντα) και μου λέει:

Εκείνη (γαλίφικα, είπαμε): Μπαμπά είσαι καλό αγο(ρ)άκι.
Εγώ (καχύποπτα): Ναι; Πώς το κατάλαβες αυτό;
Εκείνη (απτόητη): Φα μου βάλεις να ακούσω το "αχ καβούλα μου;"
Εγώ (επιβεβαιώθηκα): Ναι κοκκόνα μου!


Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Το ίχνος του φασισμού

"… οι Έλληνες, ακίνητοι και σιωπηλοί σαν τη Σφίγγα, ανακούρκουδα στο χώμα πίσω από τις καραβάνες με την πηχτή σούπα, καρπός μόχθου, απάτης και της εθνικής τους αλληλεγγύης. Έχουν απομείνει ελάχιστοι πλέον, αλλά η συμβολή τους στη φυσιογνωμία του στρατοπέδου, καθώς και στην αργκό του, είναι σπουδαία: Όλοι ξέρουν τι σημαίνει «καραβάνα» κι ότι “la comedera es buena” σημαίνει ότι η σούπα είναι καλή. Η λέξη  που εκφράζει γενικά την κλοπή είναι “klepsi-klepsi”, προφανώς ελληνικής προέλευσης"


Το απόσπασμα είναι από το συγκλονιστικό βιβλίο του Primo Levi «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (Άγρα, 2009). Το βιβλίο αναφέρεται με χειρουργική ακρίβεια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς-Μπιρκενάου, στο οποίο "έζησε" ο συγγραφέας και από το οποίο "επέζησε". Το απόσπασμα (και άλλα διάσπαρτα στο κείμενο) αναφέρεται με θαυμασμό στους Έλληνες συγκρατούμενούς του σεφαραδίτες και ρωμανιώτες εβραίους που με ζηλευτή αλληλεγγύη και εθνική ενότητα αντιμετώπισαν τις συνθήκες των στρατοπέδων εξόντωσης. Ο Levi τους θεωρεί καπάτσους, οι περισσότεροι, σε σχέση με τις άλλες ομάδες εβραίων, είναι γαντζωμένοι στη ζωή και μηχανεύονται τεχνάσματα επιβίωσης. Οι σύγχρονοι αυτοί Οδυσσείς στελεχώνουν κατά κανόνα και τις πιο αποτρόπαιες ομάδες εργασίας στο στρατόπεδο, τους Sonderkommando, αυτούς που μαζεύουν τα πτώματα των δηλητηριασμένων με αέριο και τα καίνε στους φούρνους. Είναι οι ίδιοι που θα πρωτοστατήσουν στην εξέγερση των Sonderkommando, μία από τις λίγες εξεγέρσεις αιχμαλώτων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο Levi θα συναντήσει ξανά τον καπάτσο, ικανό, γαντζωμένο στη ζωή Έλληνα εβραίο, όταν πια από καθαρή τύχη θα γλιτώσει από το στρατόπεδο και η "Ανακωχή" (Μέδουσα, 1997) θα τον φέρει να περιπλανάται μαζί του στην ανατολική Ευρώπη μέχρι να επιστρέψει στην πατρίδα του την Ιταλία. Θα γραπωθεί από τη πολυμήχανη εφευρετικότητά του, την ασίγαστη δίψα να ζήσει, το πείσμα, τον εγωισμό του. Ο "Έλληνας" του Levi ήταν «ένας άνθρωπος δυνατός και ψυχρός, μοναχικός και λογικός, που είχε ζήσει από τη παιδική του ηλικία μέσα στο άκαμπτο πλέγμα μιας εμπορευματικής κοινωνίας. Ήταν ή είχε υπάρξει ανοικτός και σε άλλα πράγματα. Δεν έμενε αδιάφορος στον ουρανό και τη θάλασσα της πατρίδας του, στις χάρες ενός σπιτιού και μιας οικογένειας, στις διαλογικές συζητήσεις. Τα απωθούσε, όμως, στο περιθώριο της δραστηριότητας και της ζωής του, ώστε να μην διαταράσσει αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε “le travail dhomme”. Η ζωή του ήταν ένας διαρκής πόλεμος, και θεωρούσε δειλό και τυφλό οποιονδήποτε αρνιόταν το σιδηρούν σύμπαν του. Είχαμε υποστεί και οι δύο το στρατόπεδο συγκέντρωσης: εγώ το είχα βιώσει σαν μια τερατώδη στρέβλωση, μια βρώμικη διαστροφή της ιστορίας μου και της ιστορίας του κόσμου. Εκείνος σαν μια θλιβερή επιβεβαίωση διαβόητων πραγμάτων. «Πόλεμος υπάρχει πάντα»… ».

Είναι από αυτά τα τραγικά παιχνίδια της ανθρώπινης ιστορίας μας. Κατά κανόνα ο εβραίος της Ελλάδας προσδιορίζεται σχεδόν πρώτη φορά ως "Έλληνας" στα στρατόπεδα εξόντωσης. Και αυτοπροσδιορίζεται πια ως τέτοιος όταν η διαφοροποίησή του από τους υπόλοιπους ευρωπαίους ασκενάζυ εβραίους τον σφραγίζει ανεξίτηλα με την εθνική ταυτότητα του Έλληνα (βλ. Ιστορία των Ελλήνων εβραίων/K. E. Fleming. Αθήνα: Οδυσσέας, 2009). Για να γυρίσει πίσω να βρει μια χώρα ρημαγμένη, περιουσίες κλεμμένες και να αφήσει τον τόπο που έζησε αιώνες για το Ισραήλ. Και με τη συνεργασία και ανακούφιση των ελληνικών κυβερνήσεων της εποχής. Παλιές ιστορίες θα μου πεις…

Έτσι όπως περιφέρομαι από βιβλίο σε βιβλίο, περνάω και από άλλες ζωές εκτός από τη δική μου. Προσπαθώ να καταλάβω τον κόσμο, να ετοιμαστώ (έστω και την τελευταία στιγμή). Η  πραγματικότητα, γυμνή και χωρίς φτιασίδια να την κάνουν ποθητή ή έστω επιθυμητή, παρουσιάζεται κάθε μέρα μπροστά μου οικεία πια, ξέρω την ιστορία της, τα πάθη και τα λάθη της.

Τελειώνω το κείμενο, κλείνω τον υπολογιστή, φεύγω απ’ το σπίτι. Σήμερα έχει γενική απεργία και συγκέντρωση στην Αθήνα. Βγαίνω στους δρόμους. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι μαζί μου και εγώ μαζί τους. Στην Πανεπιστημίου, λίγο πριν την έξοδο στο Σύνταγμα στέκομαι για λίγο στην άκρη. Παρακολουθώ τα μπλοκ των διαδηλωτών να περνούν. Ζυγώνουν οι λαϊκές συνελέυσεις, αντιεξουσιαστές και αναρχικοί. Μηνύματα παθιασμένα, μαύρα ρούχα, όμορφα αγόρια και κορίτσια, σφιγμένες γροθιές, φωνές σίγουρες, αντιφασιστικά συνθήματα, πόλεμος στο φασισμό. Λίγο μετά περνούν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου με κόκκινες σημαίες, δεμένοι ο ένας με τον άλλο σαν αλυσίδες, χτυπούν ρυθμικά τα πόδια τους και προχωρούν φωνάζοντας πως ο φασισμός θα πεθάνει, πως «ψωμί, παιδεία, ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το ’73». Ο κόσμος γύρω μου χειροκροτεί. Κι εγώ μαζί τους.

Μην περιμένεις κάπως να δέσω τώρα όλα αυτά. Σταθμοί είναι, σημεία επίσκεψης στα βιβλία και στη ζωή έξω είναι. Όμως κοίταξε: είμαστε κάπως το ταξίδι μας στον κόσμο τελικά, οι διαδρομές μας, οι άνθρωποι που συναντήσαμε. Και το ίχνος που άφησε το πέρασμά μας. Σε αυτό το ίχνος δεν χωράει ο φασισμός. Και αυτό πρέπει να το φροντίσουμε.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Τεμαχισμένος χρόνος



Έχουν και τα ρολόγια καρδιά. Σαν κι εμάς. Που κάνει τικ-τακ τικ-τακ. Τρομάζω στην ιδέα πως κάποτε θα σταματήσει κι η δική τους καρδιά. Και τότε μονάχα η σιωπή θα μετράει το χρόνο.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

"Επιστροφή στ' άστρα": μια μισάνοιχτη ρόμπα


Οι απολαύσεις σπάνια είναι αθώες, θέλω να πω πως αν υπήρχαν ένορκοι σε αυτή τη φανταστική τους δίκη στο δικαστήριο της κοινωνικής αποδοχής, σίγουρα θα τις θεωρούσαν ομόφωνα ένοχες και θα τις καταδίκαζαν σε έσχατη καζούρα. Μεγαλώνοντας και καθώς ο σωφρονισμός επιφέρει τις κατάλληλες διορθώσεις των προτιμήσεών μας όλα αυτά ξεχνιούνται, αναγνωρίζεται και ο πρότερος έντιμος βίος και ο καταδικασθείς παραδίδεται ελεύθερος πια στην κανονικότητα.

Όλα αυτά τα κάπως βαρύγδουπα του προλόγου απλά υποδέχονται την πρόσκληση του «Χαμένου Επεισοδίου» να γράψουμε για τις ένοχες απολαύσεις μας, για όσα ευτελή ενδεχομένως απολαμβάνουμε καμιά φορά έμπλεοι τύψεων. Το ενδιαφέρον του ετούτο είναι σαφώς ιδιοτελέστατο, καθώς η δική μας «έκθεση» μειώνει το μέγεθος της δική του ένοχης απόλαυσης; του αρέσει η Νατάσα Θεοδωρίδου! Το ξέρω πως είναι εξωφρενικό κάτι τέτοιο (να του αρέσει η Θεοδωρίδου), ομολογώ όμως και εγώ μια δική μου ένοχη απόλαυση με την ελπίδα πως θα γράψουνε κι άλλοι κι έτσι όλοι μαζί θα είμαστε μια ωραία μισάνοιχτη ρόμπα.


Είναι λοιπόν τα διάσημα γεωγλυφικά της Νάζκα στο Περού φτιαγμένα από εξωγήινους ή για εξωγήινους; Υπάρχει αρχαίο αεροδρόμιο στις νήσους του Πάσχα, αποδεικνύονται μνήμες από διαστημικά ταξίδια σε τοιχογραφίες, ανάγλυφα και αρχαιότητες του Μεξικού, της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Μέσης Ανατολής ή των Ινδιών; Και τελοσπάντων για να τελειώνουμε με αυτά τα… βασανιστικά ερωτήματα: ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι καθαρόαιμα ανθρώπινος ή έχει εξωγήινη προέλευση; Αυτά ήταν υπαρξιακά ζητήματα που με απασχόλησαν για καιρό στα εφηβικά μου χρόνια, όσο τέλος πάντων καιρό χρειάστηκε για να διαβάσω όλα τα βιβλία του δημοφιλούς εκείνη την εποχή τσαρλατάνου Έριχ φον Νταίνικεν.

Η εφηβεία εξάλλου, εκτός των άλλων, είναι και μια περίοδος δοκιμής των δόκιμων απολαύσεων, καθορισμού σε σχέση με τις προτιμήσεις των υπολοίπων γύρω μας. Θα μπορούσα να νοιώθω άβολα για πολλές από τις μουσικές μου προτιμήσεις εκείνης της περιόδου, καθώς ακούγοντας Ξυλούρη, Θεοδωράκη ή Μαρκόπουλο ας πούμε, δεν άνηκα στα κυρίαρχα ρεύματα της ποπ, της ντίσκο ή του μέταλ της εποχής. Μια τέτοια προτίμηση ήταν σαφώς ένοχη, αφού δεν είχε την έγκριση των πολλών και το θέμα βέβαια είναι αν, πώς και με τι συνέπειες υπερασπίζεσαι  τη διαφορετικότητά σου.


Ο Νταίνικεν ωστόσο δεν θα μπορούσε να είναι ένοχη απόλαυση εκείνα τα χρόνια: τα βιβλία του πουλούσαν τρελά στους πάγκους των πλανόδιων βιβλιοπωλών δίπλα σε άλλα για την Ατλαντίδα ή το «μου χαρίζεται ένα βασιλόπουλο παρακαλώ;» της Ζωγράφου, τον «έρωτα στα χρόνια της χολέρας» του Μαρκές ή το «ξύπνα ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ. Ο Νταίνικεν έδινε σε μένα όμως μια εντυπωσιακή ευκαιρία φθηνής και αντιεπιστημονικής αμφισβήτησης της επίσημης γραμμής, της επίσημης άποψης για την ιστορία του πολιτισμού.

Η ενοχή ωστόσο υπάρχει εκ των υστέρων καθώς τα βιβλία του υπάρχουν ακόμη στη βιβλιοθήκη μου – δεν θα μπορούσα να τα πετάξω. Γελώ με τον εαυτό μου τώρα, αλλά αναγνωρίζω τα άτσαλα βήματα μιας αναγνωστικής εφηβείας, που άρπαζε τα πάντα και ανώριμη καθώς ήταν δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαζόταν με τον κομπογιαννίτη αρχαιολογούντα συγγραφέα 


 ***
Ένοχες απολαύσεις όλοι έχουμε- ε, δεν θα ανοίξουμε και τελείως τη ρόμπα: ο Daniken είναι μια  ισοδύναμη δόση στη Θεοδωρίδου του «Χαμένου Επεισοδίου, στο Στάλιγκραντ του Red Kangaroo, στις ζαρντινιέρες του Τσαλαπετεινού, στην Αλέξια του SilentCrossing, την ησυχία της kihli, τη γύμνια του Πρόβατου, τις αμερικανικές ρομαντικές κομεντί του Raggedy Man, και τις φυσαλίδες από νάυλον του kospanti. Όλοι αυτοί συμμετέχουμε σε αυτή την απελευθερωτικά άρρωστη διιστολογική ιδέα με τίτλο "Guilty Pleasures"

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η μνήμη και η φωτιά


Υπάρχουν βιβλιοθήκες που καίγονται και βιβλιοθήκες που φυτρώνουν πάνω στα καμένα. Ίσως γιατί και στη μία και στην άλλη περίπτωση οι βιβλιοθήκες υπηρετούν την ανάγκη της μνήμης, οπωσδήποτε απαραίτητης για την επιβίωση του πολιτισμού και της συλλογικής ταυτότητας. Όταν η συλλογική ταυτότητα κινδυνεύει, οι βιβλιοθήκες γίνονται στάχτη. Όταν καίγονται βιβλία θα καούν και άνθρωποι



Ήταν Απρίλιος του 1941 όταν οι Γερμανοί μπήκαν στη Θεσσαλονίκη. Από τις πρώτες τους κινήσεις ήταν η κλοπή και συλλογή αντικειμένων και τεχνουργημάτων της εβραϊκής κοινότητας. Η «Ρόζενμπεργκ Σοντερκομάντο» υπήρξε ένα ειδικό σώμα ναζί στρατιωτών που συγκροτήθηκε αμέσως με στόχο τη συγκέντρωση αντικειμένων για την καινούρια «Βιβλιοθήκη Διερεύνησης του Εβραϊκού Ζητήματος» που δημιουργούνταν στην Φρανκφούρτη. Ο Ιτσχάκ Νεχαμά, αναφέρει στην μαρτυρία του στη δίκη του Άιχμαν πως «μια μέρα ήρθαν τρία φορτηγά και πήραν ολόκληρη τη βιβλιοθήκη με τα παλιά βιβλία που είχαμε στην  Κοινότητα, βιβλία από την εποχή που δεν είχαν ακόμη φύγει οι εβραίοι από την Ισπανία. Οι ραβίνοι μας έκλαιγαν τόσο πολύ όταν μας πήραν αυτά τα βιβλία, που το θυμάμαι μέχρι σήμερα. Θυμάμαι τα δάκρυα αυτών των σοφών ανθρώπων που έλεγαν: τίποτα δεν μας νοιάζει, παρά μόνον αυτά τα βιβλία». Η καταστροφή αυτή ήρθε να συμπληρώσει ολοκληρωτικά μια άλλη λίγων χρόνων πριν: το 1917 τα δύο τρίτα της Θεσσαλονίκης  έγιναν στάχτη μετά την πιο μεγάλη πυρκαγιά στην ιστορία της πόλης, που άφησε πίσω της 60.000 άστεγους πολίτες και καταστραμμένη οριστική την αρχιτεκτονική/ιστορική φυσιογνωμία της. Θύματά της και οι εβραίοι που έχασαν σπίτια, 32 συναγωγές και τις επιχειρήσεις τους, καθώς και τα πιο σημαντικά στοιχεία της συλλογικής τους ταυτότητας: μία από τις μεγαλύτερες εβραϊκές βιβλιοθήκες στον κόσμο (μαζί με άλλες 9 ραβινικές), 600 κυλίνδρους τορά και τα αρχεία της αρχιραβινείας τους.

Την ίδια τύχη είχε και η πλούσια ραβινική βιβλιοθήκη της Αθήνας το Μάιο του 1941, όπως επίσης και η βιβλιοθήκη της εβραϊκής κοινότητας της Λάρισας (η οποία εκτός των άλλων είχε παλιά δερματόδετα βιβλία και παπύρους).

Διαφορετική ήταν η τύχη ωστόσο των κυλίνδρων της Τορά και της εβραϊκής βιβλιοθήκης των Ιωαννίνων, αφού ο δήμαρχος της πόλης Δημήτριος Βλαχλείδης όταν μπήκαν οι Γερμανοί στα Γιάννενα μετέφερε τη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη στο κτίριο της κεντρικής συναγωγής προκειμένου να διασώσει αυτή και όλα τα βιβλία των εβραίων στο υπόγειό της. Τα βιβλία και τα ιερά σκέυη των συναγωγών επιστράφηκαν στην αποδεκατισμένη πια εβραϊκή κοινότητα μετά το τέλος του πολέμου.



Με την ήττα των ναζί στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισαν να απελευθερώνονται σταδιακά όσοι επιβίωσαν στα στρατόπεδα θανάτου. Οι χώροι αυτοί, οι φορτωμένοι το θάνατο και τον πόνο εκατομμυρίων ανθρώπων υπέστησαν πολλές φορές τις επιδρομές πλιατσικολόγων μέχρι να αρχίσουν να συγκροτούνται πλέον ως παγκόσμια προσκυνήματα και χώροι μνήμης και να οργανώνονται ως τέτοιοι. Είναι ίσως αποτρόπαιο όσο και απαραίτητο να αποκτά ένας τέτοιος τόπος μουσειακό χαρακτήρα, υπηρετώντας τη διαρκή υπενθύμιση των φρικαλεοτήτων, τη διαρκή σήμανση του κινδύνου του φασισμού. Εκεί που κάποτε καίγονταν τα κουφάρια βασανισμένων ανθρώπων, τουρίστες επισκέπτονται σήμερα με τα κινητά και τις φωτογραφικές τους μηχανές για να δουν τον τόπο του μαρτυρίου. Ακόμη και σήμερα η κοστοβόρα μουσειοποίηση των χώρων αυτών υπηρετεί εθνικές, θρησκευτικές ή πολιτικές ευαισθησίες ή εμμονές, πράγμα αναμενόμενο ίσως αφού ο μεταπολεμικός κόσμος ελάχιστα ίσως διδάχτηκε από τη φρίκη του μεγάλου πολέμου.

Στο Auschwitz-Birkenau, ίσως το πρώτο στρατόπεδο που μετατράπηκε σε μουσείο, υπάρχει σήμερα μεγάλη βιβλιοθήκη που στόχο έχει να αποτελεί κέντρο έρευνας και μελέτης. Η πολύγλωσση βιβλιοθήκη του Άουσβιτς-Μπιρκενάου έχει 30.000 περίπου βιβλία (μαρτυρίες, δοκίμια, λογοτεχνικά έργα, λευκώματα κ.α.) και 2.500 περιοδικά και δεκάδες χάρτες που αφορούν στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Γ’ ράιχ, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης/εργασίας/θανάτου και ιδιαίτερα την ιστορία του Άουσβιτς.


Στη συλλογική αυτή μνήμη της φρίκης του μεγάλου πολέμου δεν ξέρω πώς και πόσο έχει συμβάλει η χώρα μου- θα ήθελα να υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Άουσβιτς και ελληνική βιβλιογραφία. Γι’ αυτό τους ρώτησα και περιμένω την απάντησή τους.

Βιβλιογραφία:
- Ιστορία των Ελλήνων εβραίων/ K. E. Fleming. Αθήνα: Οδυσσέας, 2009
- Οι εβραϊκές συνοικίες των Ιωαννίνων/ Απόστολος Παπαϊωάννου. Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος, 2007

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Kalimera


Νύχτα διακοπών στα Πούλιθρα Αρκαδίας. Κλείνω το βιβλίο. «Μαουτχάουζεν», του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Μαρτυρία από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αυστρία. Σηκώνομαι. Κοιτώ απ’ το παράθυρο. Το φεγγάρι έχει πάψει πια την ανηφόρα του. Σβήνει σιγά-σιγά ο δρόμος του στη θάλασσα. Οι θάλασσες του φθινοπώρου είναι πυκνογραμμένα χειρόγραφα, σκέφτομαι. Παλίμψηστα εκμυστηρεύσεων κι αποσιωπήσεων.



Ένα φως ανοίγει στο διπλανό δωμάτιο. Επέστρεψαν οι ένοικοί του από τη βραδυνή τους έξοδο. Μια οικογένεια Αυστριακών, τους είχαμε συναντήσει και πέρυσι το Σεπτέμβρη πάλι εδώ. Τα πρωινά ανταλλάσσουμε μια “kalimera” πηγαίνοντας την πορεία μας προς τη θάλασσα. Επιστρέφω στο κρεβάτι. Ανοίγω το βιβλίο. Οι κρατούμενοι επιστρέφουν στο στρατόπεδο από καταναγκαστικά έργα: «Βγαίνουμε απ’ το δάσος και μπαίνουμε στον αμαξωτό δρόμο. Περνάμε πλάι από δυο πολίτες αγρότες που κατεβάζουν από μια άμαξα καφάσια λαχανικά. Εμείς τους βλέπουμε. Αυτοί κάνουν πως δεν μας βλέπουν. Το άλογο της άμαξας σηκώνει το κεφάλι και μας κοιτάζει καλά-καλά. Φτάνουμε στην εξωτερική πύλη»…



Χαμογελάω κάπως. Πρέπει να ξύσουμε καλά τα μολύβια μας που θα γράψουν την ιστορία του επικείμενου χειμώνα. Σκέφτομαι. Ο φασισμός σηκώνει πάλι το αποτρόπαιο κεφάλι του Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν το βλέπουμε. Ενώ εκείνος μας κοιτά και μας υπολογίζει. Για θύματα ή εχθρούς.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Φθινοπωριάζει κάποτε στις βιβλιοθήκες



Καμιά φορά φθινοπωριάζει στο χαρτοβασίλειό μου. Συνταξιοδοτούνται ίσως τα φύλλα των δέντρων κι ύστερα κάποιος τα κρύβει σε βιβλία και μένουν εκεί τυλιγμένα με τις τυπωμένες σελίδες τους, ερείπια του παρελθόντος κάποιας φιλίας ή ενός έρωτα. Ενθύμια ή μνημόσυνα ενός καλοκαιριού. Ή σαν σελιδοδείκτες ενός βιβλίου του 1868 κάποιου Louis Pasteur που ανακάλυψε λέει πού οφείλεται το ξίνισμα του κρασιού.

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Τα γυαλιά της δικής μου μυωπίας



Αν νομίζεις πως είναι απλό το ζήτημα, κάνεις λάθος. Εγώ πάντα ακέραιος ήμουν, τώρα κάπως χάλασα. Όλα λειτουργούσαν καλά. Πώς έγινε αυτό ξαφνικά; Έβαλα γυαλιά ή μάλλον μου έβαλαν γυαλιά. Μυωπίας. Δηλαδή επιβεβαιώνεται εξ αυτών ότι είμαι ελαττωματικός, πως κάτι χαλάει, έστω στην όρασή μου. Θα μπορούσα βεβαίως να το ελαφρύνω το θέμα: άλλοι στην ηλικία μου ή λίγο μετά αρχίζουν την πρεσβυωπία, μεγαλώνουν δηλαδή γέρνοντας στο δεύτερο μισό της ζωής τους. Δεν αρκεί αυτό και τίποτα άλλο από όσα δοκίμασα να πω στον εαυτό μου. Διάλεξα ένα ζευγάρι με κάπως κουλτουριάρικο σκελετό και πλέον βλέπω καθαρά τον κόσμο μέσα από δυο τζάμια που νοιώθω πως με κρύβουν από αυτόν σαν να φοράω μάσκα.

Το θέμα περιπλέκεται περαιτέρω. Τόσο καιρό, ίσως χρόνια, νόμιζα πως έβλεπα καθαρά τον κόσμο. Πως οι θολές γραμμές και τα περιγράμματά του ήταν θολά για τους δικούς του λόγους κι όχι για τους δικούς μου. Τώρα απορώ με την καθαρότητα των γραμμών του. Θέλω να πω πως δεν ήξερα ότι δεν έβλεπα καθαρά κι αν αυτό συμβαίνει για κάτι τόσο… οφθαλμοφανές τι μπορεί να γίνεται με όλα τα άλλα που οι αισθήσεις και ο νους μου συλλαμβάνουν; Κι όπως συνήθισα να βλέπω τα πράγματα κάπως θολά τώρα πρέπει να συνηθίσω να τα βλέπω καθαρά (πόσο μάλλον που τώρα ξέρω πως είναι αλλιώς από όπως εγώ τα βλέπω).

Με παρατηρώ κανένα μήνα τώρα πώς προσπαθώ να συνηθίσω τα γυαλιά μου. Δειλά- δειλά να τα κυκλοφορήσω σε συγγενείς και φίλους και συναδέλφους και γνωστούς. Να αποδεχτώ πως θα γεράσουμε μαζί. Να τα εντάξω στην καθημερινότητά μου. Μοιάζει υπομονετικά να περιμένουν την αποδοχή μου, όμως ακόμα δεν τα συμπαθώ, και δεν νομίζω πως θα τα αγαπήσω ποτέ: όχι γι’ αυτό που μου προσφέρουν- μια καλύτερη όραση, αλλά γιατί εξαιτίας τους μου αποκαλύφθηκε πως δεν έβλεπα καθαρά πιο πριν.

***
το ποστ είναι κατά κάποιο τρόπο απάντηση σε ένα ερώτημα της Χειμωνιάτικης Λιακάδας (Τι σου άφησε το καλοκαίρι που φεύγει;)