Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινούπολης: σφραγίδες και επισήματα του 19ου και του 20ου αιώνα


Ήταν ελληνικά και δυτικά βιβλιοπωλεία στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Πωλούσαν ελληνικά, γερμανικά και γαλλικά βιβλία. Τα περισσότερα ήταν μεικτές επιχειρήσεις, βιβλιοπωλεία και τυπογραφεία/εκδοτικοί οίκοι, όπως του Σεϊτανίδη, των Νοταραίων ή του Αγγελίδη. Όλα όμως σφράγιζαν τα βιβλία που πωλούσαν με τη δική τους επωνυμία ή κωλλούσαν κάποιο δικό τους επίσημα. Τόσο για να διαφημίσουν την παρουσία τους, όσο και για να αποτρέψουν παράνομες μεταπωλήσεις. Οι σφραγίδες μένουν μες στις δεκαετίες πάνω στα βιβλία, μπορείς να τις δεις στις βιβλιοθήκες όταν τα χέρια σου πιάσουν κάποιο βιβλίο της περιόδου αυτής. Τις επόμενες δεκαετίες η συνήθεια της σφράγισης ατόνησε, οι "αποδείξεις" ύπαρξης των βιβλιοπωλείων έπαψαν να ταυτίζονται με τα ίδια τα βιβλία. Τα χνάρια όμως στα παλιά βιβλία μας αφήνουν μια εικόνα του αριθμού και της δυναμικής των βιβλιοπωλείων στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα κι αλλού, που θα μπορούσε να διερευνηθεί περισσότερο, μεθοδικότερα, προς συμπλήρωση της ιστορίας του ελληνικού βιβλίου...

Δεν είναι η πρώτη φορά που μας απασχόλησαν οι σφραγίδες των βιβλιοπωλείων. Παλαιότερη καταγραφή του "Βιβλιοθηκάριου": εδώ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Ν. ΣΕΪΤΑΝΙΔΟΥ ΟΔΟΣ ΜΠΑΛΜΟΥΜΤΖΙΔΙΚΑ Νο 291
ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΖΟΥΝΤΑΝ ΚΑΠΟΥ

Γ. Ι. Σε
 Γ. Ι. ΣΕΪΤΑΝΙΔΗΣ, ΕΚΔΟΤΗΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ, ΓΑΛΑΤΑ
ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
                                                                   

Μ. ΜΠΑΧΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΑΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ-ΕΚΔΟΤΑΙ
ΟΔΟΣ ΓΙΟΡΓΑΝΤΖΙΛΑΡ ΑΡ. 19 ΓΑΛΑΤΑ-ΚΩΝ/ΠΟΛΙΣ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Λ. ΠΑΝΩΡΙΟΥ ΚΑΙ Γ. ΑΛΙΜΠΕΡΤΟΥ
ΕΝ ΚΩΝΣΤ/ΠΟΛΕΙ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ
Ν. ΔΕΠΑΓΕ

ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΕΝ ΓΑΛΑΤΖΙΩΙ
ΑΔ. ΓΡΟΥΜΠΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ
Ο ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ Δ. ΦΙΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΑΣ

CHRISTODOULOS CONSTANTINOU CONSTANTINOPLE
LIBRAIRE Teke Place du Tunnel No 525
PERA

CHRISTODOULOS CONSTANTINOU CONSTANTINOPLE
LIBRAIRE TEKE PLACE dU TUNNELl No 525
PERA

ΑΔΕΛΦΟΙ  Σ. ΝΟΤΑΡΗ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΑΙ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Π. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ & ΣΑΣ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ


                    ΑΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΑΙ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ                  DEPASTA FRERES LIBRAIRES EDITEURS A CONSTANTINOPLE


(ΑΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ) Librairie Depasta Freres Galata,
pres du Han de la Commission du cote du Tramway Constantinople

Fournisseur de S.M.I. Le Soultan Otto Keil
Librairies Internationale Constantinople
Otto Keil
Librairie Internationale Constantinople

S. H. Weiss Constantinople
Libraire

Librairies internationale LORENTZ& KEIL
457, Grand' rue de Pera, 457 Vis a vis le Passage Oriental CONSTANTINOPLE

Librairie internationale OTTO KEIL
457, Grand' rue de Pera, 457 Vis a vis le Passage Oriental CONSTANTINOPLE

LIBRAIRIES DES ECOLES CONSTANTINOPLE
PERA (TEKE) Place du Tunnel, No 525



ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΦΙΛΙΚΟΥ ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ ΚΩΝΣΤ/ΛΕΩΣ ΟΔΟΣ ΓΙΟΡΓΑΝΤΖΙΛΕΡ 26


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Α. Κ. ΓΕΡΑΡΔΟΥ ΚΑΙ ΣΑΣ
ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


J. PAPADIS, LIBRAIRE, CONSTANTINOPLE


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Σ. ΛΕΜΟΝΙΔΟΥ, ΕΝ ΓΑΛΑΤΑ ΚΩΝΣΤ/ΠΟΛΕΩΣ
ΓΙΟΡΤΑΝΤΖΙΛΑΡ 26


LIBRAIRIE ANTOINE PH. CHALAS
490 Galata Yuksek-Kaldirim 490
CONSTANTINOPLE

ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΕΙΟΝ & ΚΑΤΑΣΤΙΧΟΠΟΙΕΙΟΝ ΤΟΥ ΧΑΡΤΟΠΩΛΕΙΟΥ Ν. ΤΣΑΟΥΣΗ


Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

Το παραμύθι του ποταμού


Στον ύπνο ενός ανθρώπου υπήρχε πριν πολλά χρόνια μια μικρή πολιτεία κρυμμένη μέσα στα βουνά. Κάποτε όμως εμφανίστηκε εκεί τελείως ξαφνικά ένα ποτάμι. Άρχισε να κυλά αθόρυβα, τόσο ήσυχα που κανείς δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του. Σαν φίδι ξαπλωμένο το απομεσήμερο κι ακίνητο σε λιβάδι ξανθό του Αυγούστου παραμονεύοντας τη φωνή των ανθρώπων που προδίδει τις σκέψεις τους. Οι άνθρωποι που το πλησίαζαν άθελά τους, έχαναν μονομιάς τη μιλιά τους. Το ποτάμι έπαιρνε τα λόγια τους και τα πήγαινε μακριά σε κάποια ανταριασμένη θάλασσα στην άκρη του κόσμου. Άνοιγαν το στόμα τους πλέον οι άνθρωποι και ο ήχος δεν υπήρχε πια. Μην μπορώντας με κανέναν τρόπο να προφυλάξουν τους υπόλοιπους υπηκόους απ' το παράξενο κακό, σιγά-σιγά ολόκληρη η πολιτεία έχασε τη μιλιά της. Στο τέλος η αγορά, οι ναοί και τα σπίτια ήταν αθόρυβα, τόσο ήσυχα που κανείς δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της πολιτείας ξανά στον κόσμο. Κι ακόμη κανείς δεν ξέρει γι' αυτήν, εξόν από έναν γέροντα ψαρά στην άκρη του κόσμου. Που ακούει χρόνια τώρα τα μυστικά των ανθρώπων της κρυμμένης πολιτείας στον ύπνο ενός ανθρώπου ψαρεύοντας.

***
ο πίνακας είναι του Louis Gugliemi

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

Το παραμύθι του τελευταίου βιβλιοθηκάριου


Μεταφράστηκε πριν λίγες μέρες από ομάδα ειδικών γλωσσολόγων, μαθηματικών και πληροφορικών ένα παράξενο κείμενο, γραμμένο σε μια άγνωστη γλώσσα πριν πολλά χρόνια. Αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια συντήρησης ενός αρχέτυπου,  είναι γραμμένο με σινική μελάνι σε ένα αντίτυπο της editio princeps του λεξικού του Σούδα που φιλοξενείται στη Βιβλιοθήκη. Οι ειδικοί έδωσαν στη δημοσιότητα τη μετάφραση της περιβόητης "ιστορίας του τελευταίου βιβλιοθηκάριου", όπως ονομάστηκε από τον τύπο το εν λόγω σημείωμα:

"Είχαμε τόσο πολύ συνηθίσει την παρουσία του που ήταν πια σαν να μην υπήρχε για εμάς. Ερχόταν νωρίς το πρωί κι έφευγε τελευταίος όταν σουρούπωνε στον κόσμο των βιβλίων κι έξω. "Τη νύχτα γράφονται τα βιβλία, ας τα αφήσουμε να γεννηθούν" μας έλεγε την ώρα που βυθιζόταν στο σκοτάδι του πηγαιμού του.

Την τελευταία φορά που ήρθε στη βιβλιοθήκη με πλησίασε και μου είπε κάτι παράξενο, το οποίο δεν θα το θυμόμουν αν δεν το είχα αναπόφευκτα συνδυάσει με την εξαφάνισή του: "τα γράμματα γέννησαν το έθνος μας κι όχι το γένος μας τα γράμματα. Εμφανιστήκαμε στον κόσμο γιατί μίλησαν τη γλώσσα μας τα βιβλία, γιατί έγραψαν για εμάς οι συγγραφείς, ζούμε την ιστορία που αφηγήθηκαν οι παραμυθάδες στα παιδιά μια κρύα, βροχερή νύχτα δίπλα στο τζάκι - γι' αυτό καμιά φορά δακρύζουμε χωρίς λόγο κι οι σκέψεις μας θροΐζουν σαν τα φύλλα της βελανιδιάς.

Από εκείνη τη μέρα όλα άρχισαν να αλλάζουν. Εξαφανίζονταν ένας-ένας οι άνθρωποι, ο βασιλιάς κι ο λαός μας, σαν να μην υπήρξαμε ποτέ χάνονταν τα ίχνη μας. Είμαι ο τελευταίος του έθνους μας που παραμένω ζωντανός, νομίζω όμως πως έρχεται και μένα η σειρά μου να βυθιστώ στο σκοτάδι του πηγαιμού μου. Είμαι μόνος πια στη Βιβλιοθήκη. Γράφω αυτό το σημείωμα για να μην χαθεί ποτέ η ιστορία του έθνους μου και ο τρόπος του αφανισμού μας. Δεν ξέρω ποιος θα καταφέρει ποτέ να διαβάσει αυτό το κείμενο, αφού κανείς δεν θα ζει από όσους μίλησαν τη γλώσσα μας, αλλά δεν υπάρχει και κάποια άλλη γλώσσα για να αφηγηθώ την ιστορία αυτή. Αν ποτέ κανείς μπορέσει να διαβάσει αυτή την ιστορία, ίσως το έθνος μας ξαναγεννηθεί."

***
Το χαρακτικό είναι του John DePol

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

Σε γνωρίζω από την κόψη του βιβλίου την πλουμιστή...


Τα βιβλία είναι το περιεχόμενό τους. Είναι οι συνθήκες συγγραφής τους. Ο συγγραφέας τους. Ο σχολιαστής, ο μεταφραστής, ο επιμελητής τους. Ο εικονογράφος τους. Ο εκδότης ή/και ο τυπογράφος τους, ο τόπος έκδοσης. Τα χαρτί, το τιράζ. Ο αριθμός έκδοσης ή ανατύπωσης, το εξώφυλλο, το "αυτί" ή η κουβερτούρα τους, οι πληροφορίες στο οπισθόφυλλο, ο κολοφώνας τους. Η βιβλιοδεσία, το δέσιμό τους. Ο χρόνος έκδοσης, το ύψος, το πλάτος τους, οι σελίδες τους, η  έντυπη αφιέρωση του συγγραφέα, η σελίδα τίτλου. Είναι αυτός που τα διάβασε κι αυτός που δεν τα διάβασε, αυτός που τα ολοκλήρωσε και αυτός που τα άφησε στα μισά. Είναι αυτός που τα αγόρασε κι αυτός που τα πούλησε, αυτός που τα χάρισε κι αυτός που του χαρίστηκαν, είναι μια χειρόγραφη αφιέρωση, είναι αυτός που τα μεταπούλησε κι αυτός που τα ξαναγόρασε, είναι ο συστηματικός ή ο επιπόλαιος αναγνώστης, ο συλλέκτης, ο βιβλιόφιλος, ο βιβλιοδέτης. Είναι ο τόπος που έζησαν, τα μέρη που διαβάστηκαν (η παραλία, ένα γραφείο, ένα τραπέζι σε μία αυλή, μια αιώρα δεμένη στη λεμονιά), είναι οι βιβλιοθήκες που τα φιλοξένησαν κι αυτές που τα φιλοξενούν. Είναι ο αριθμός εισαγωγής τους, το ISBN, το ταξιθετικό τους σύμβολο, το barcode στην τελευταία σελίδα ή το RFID, η τιμή τους. Είναι ο σελιδοδείκτης τους (πάνινος, μεταλλικός, χάρτινος), οι τσακισμένες σελίδες τους, οι χειρόγραφες υπογραμμίσεις, οι μουτζούρες, οι σημειώσεις, οι ζωγραφιές τους, ένα ίχνος καφέ που κάποτε χύθηκε δίπλα τους, ένας λεκές λαδιού ή υγρασίας, τα "τούνελ" του βιβλιοσκώληκα. Είναι οι ράχες τους.

Είναι η κόψη των σελίδων τους. Συνήθως λευκή. Όμως κάποιες φορές έγχρωμη. Μονόχρωμη ή ζωγραφιστή, στο χέρι ή με την τεχνική της μαρμαρόκολλας. Και σκέφτεσαι την παράδοξη αγάπη κάποιες φορές των ανθρώπων για τα βιβλία, που τα στολίζει με την τυχαιότητα των χρωμάτων, σαν να ομορφαίνει το μέσα τους ή σαν να υποδεικνύει την ομορφιά των κειμένων, μετατρέποντάς τη σε μια χρωματική πανδαισία στην κόψη του κόσμου.

Μου αρέσει αυτή η κόψη του κόσμου που βρίσκω στις βιβλιοθήκες. Χάνεται μες στο χρόνο. Όμως κάποτε υπήρξε.





























Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

Το παραμύθι του φαντάσματος


Ένα φάντασμα μια νύχτα άφησε έναν αναστεναγμό. Κι ο αναστεναγμός του έγινε άνεμος, κι αντάρα έγινε μεγάλη, κι ήρθαν μαύρα σύννεφα κι έβρεξε βροχή σαν το κλάμα ενός παιδιού που το μαλώσαν άδικα. Και η βροχή έγινε θάλασσα που ερωτεύεται τους ναυτικούς και μέσα της βαθιά τους παίρνει και τους κρατάει μες στη σιωπή της, όπως τα βιβλία κρατούνε μέσα τους τις λέξεις.

Αναστενάζουν τα φαντάσματα καμιά φορά. Όταν η μνήμη της ηδονής και του πόνου τους κόβει την ανάσα, αναστενάζουν. Όταν θυμούνται που είχαν σώμα και σκιά. Και τότε βρέχει στον κόσμο των ανθρώπων κι αντάρα γίνεται μεγάλη!

***
ο πίνακας είναι του Jankel Adler

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Το παραμύθι της Χρυσής!


Ήταν μια ποιήτρια που ήθελε να κατουρήσει. Επειδή όμως ήταν γριά και δεν μπορούσε μονάχη της, ο βασιλιάς έβγαλε ανακοίνωση στο Πανεπιστήμιο ποιος καθηγητής θα ήθελε να βοηθήσει τη διάσημη λογοτέχνη στην ανάγκη της. Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δυο, κανείς δεν απάντησε. Τότε ο βασιλιάς έβγαλε δεύτερη ανακοίνωση στο Πανεπιστήμιο, ποιος φοιτητής θα ήθελε να βοηθήσει τη διάσημη λογοτέχνη στην ανάγκη της. Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δυο, κανείς δεν απάντησε. Ο βασιλιάς παραξενεύτηκε που αν και λάτρευαν οι διανοούμενοι τα ποιήματά της, δεν ήθελαν να την βοηθήσουν να κατουρήσει. Κι επειδή τα πράγματα είχαν αρχίσει να πιέζουν επικίνδυνα και η ποιήτρια έπρεπε οπωσδήποτε να κατουρήσει, έβγαλε ανακοίνωση στο λαό: "η μεγάλη μας ποιήτρια έχει την ανάγκη σας. Πρέπει κάποιος να την καθίσει στην τουαλέτα να κατουρήσει". Πέρασε μια μέρα, και πριν τελειώσει η δεύτερη εμφανίστηκε μπρος στο βασιλιά η Χρυσή, μια δούλα του παλατιού. "Βασιλιά μου", του είπε, "έμαθα πως μια γριά χρειάζεται την ανάγκη μου. Πες μου πού θα τη βρω, γιατί γι' αυτό ήρθα, για να τη βοηθήσω". Γρήγορα ο βασιλιάς έστειλε τα νέα στην ποιήτρια κι ακολούθως έστειλε τη Χρυσή, κι η Χρυσή βοήθησε την ποιήτρια που τόσες μέρες είχε μείνει ακατούρητη να ανακουφιστεί επιτέλους. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κατουρούσε.

Κι ύστερα οργανώθηκε στο Πανεπιστήμιο μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν της ποιήτριας, ήρθε κόσμος πολύς, και οι καθηγητές του Πανεπιστημίου φορώντας τις τηβέννους τους, και οι φοιτητές, ως κι ο βασιλιάς ακόμη, καθισμένος στον χρυσό του θρόνο έδωσε το παρόν. Η ποιήτρια μάλιστα τίμησε τη γιορτή προς τιμήν της βγάζοντας και λόγο " διά την συμβολήν της ποιήσεως εις την πνευματικήν ανόρθωσιν του έθνους" κι όλοι χειροκρότησαν βαθύτατα συγκινημένοι κι εντυπωσιασμένοι με το βάθος των στοχασμών και την ρέουσα σκέψη της.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

***
ο πίνακας είναι του Pablo Picasso

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

Το τελευταίο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Ήταν ένας ποιητής. Ένα βράδυ που ξάπλωσε στο κρεβάτι του, τον πήρε ο ύπνος και τον πήγε σε μια χώρα πολύ μακρινή ή πολύ κοντινή, καθόλα διαφορετική ή ολόιδια με τη δική του. Από την αρχή της παρουσίας του εκεί τον κατέλαβε ένα δυσάρεστο συναίσθημα μοναξιάς, ένας φόβος σερνόταν σαν φίδι στα ξερόχορτα τριγύρω του κάνοντας έναν στριγκό και αποτρόπαιο ήχο σαν το ξύσιμο της ψυχής, ένα ημίφως, μάλλον του δειλινού, σκέπαζε και φώτιζε συνάμα τα πάντα. Στο διάβα του άρχισε να συναντά παράξενα όντα που ήταν, λέει, οι κάτοικοι αυτής της χώρας: ένα δαχτυλίδι αρραβώνα, ας πούμε, το χέρι ενός αγάλματος, ένα πεθαμένο παιδί, σεντόνια ενός ερωτικού κρεβατιού κιτρινισμένα απ' το χρόνο και φθαρμένα, έναν αεροπόρο, ελπίδες, πολλές ελπίδες, που περπατούσαν δίπλα του, μιλούσαν, χαιρετιόνταν ή πάλι, αν ήθελαν, έφευγαν σκυφτές και σιωπηλές. Δεν άργησε να καταλάβει το νόημα κι αυτού του κόσμου, ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο τόπος που εξορίζονταν τα υπόλοιπα του κανονικού κόσμου, ο τόπος που έμεναν τα κομμένα μέλη ανθρώπων κι αγαλμάτων, τα χαμένα όνειρα, οι έρωτες που έσβησαν, τα παιδιά που δεν μεγάλωσαν.

Κι όταν πια βεβαιώθηκε ποιος είναι αυτός ο κόσμος, τον κατέλαβε ο πραγματικός κι αχαλίνωτος πανικός. Προσπαθούσε να ξυπνήσει, να φωνάξει, να φύγει ή να διώξει από γύρω του τους παράξενους κατοίκους του παράξενου αυτού κόσμου, τους έβριζε και επιχειρηματολογούσε με ρητορείες και σθένος, όπως οι δικηγόροι στα δικαστήρια των φόνων, πως δεν έχει καμία θέση σε αυτόν τον κόσμο, πως είναι πολίτης του άλλου κόσμου. Κι όλοι γύρω του, ακόμη και τα κομμένα μέλη των αρχαίων αγαλμάτων γελούσαν με συγκατάβαση και με λόγια γλυκά παρηγοριάς του μιλούσαν κι ο λόγος τους σαν ναρκωτικό έπεσε μέσα του και μια μεγάλη θλίψη πήρε πια τη θέση της οργής και της άρνησης στην ψυχή του. Γιατί κατάλαβε πως οι ποιητές είναι το κομμένο χέρι ενός παιδιού που κάποτε κράτησε ένα κόκκινο μπαλόνι.

***
ο πίνακας είναι του Paul Nash

Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

Το τρίτο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Ένας άνθρωπος ξεχάστηκε σε ένα παραμύθι που κανείς, ποτέ δεν αφηγήθηκε. Η ζωή του είχε αναμφίβολα ενδιαφέρον, κι οι περιπέτειές του, όμως για κάποιο άγνωστο σ' εμάς λόγο ο συγγραφέας άφησε ημιτελές το παραμύθι, για την ακρίβεια ατελές. Κι ένα παραμύθι χωρίς τέλος, δεν είναι κανονικό παραμύθι, κανείς δεν θέλει να το ακούσει. Τα παραμύθια οφείλουν να είναι αρτιμελή για να είναι αποδεκτά.

Ο άνθρωπος αυτός, ελεύθερος από τη φαντασία και τους εφιάλτες του συγγραφέα του ξεκίνησε έκτοτε ένα μεγάλο ταξίδι στον κόσμο του παραμυθιού, που ήταν τεράστιος, γιατί ένα παραμύθι χωρίς τέλος είναι ένας κόσμος χωρίς σύνορα. Είδε πολλά κι έζησε καλά. Κι εμείς καλύτερα!

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Το δεύτερο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Ένας άντρας νύσταζε πάντα πάρα πολύ. Ευθύς μόλις ξυπνούσε, ξεκινούσε το βασανιστήριο της αναγκαστικής αγρύπνιας γι' αυτόν. Έπρεπε με κάθε τρόπο να μείνει ξύπνιος, στιγμή να μην κλείσει τα μάτια του, ούτε στο μετρό, ούτε στη δουλειά, ούτε στα μαγαζιά ή στα σούπερ μάρκετ. Οι υπόλοιποι άνθρωποι γύρω του τον κοιτούσαν έκπληκτοι ή θυμωμένοι, όποτε έκανε κάπως να γείρει το κεφάλι του στο τζάμι του τρένου, να ξεκουραστεί σε μια αναπόληση, να κλείσει για λίγο τα μάτια του στο κάθισμα μιας αναμονής ή να ξαπλώσει στις σελίδες του βιβλίου που διάβαζε. Κάποιοι φρόντιζαν να τον σπρώχνουν με τα χέρια τους ή ακόμη και να φωνάζουν απότομα και δυνατά, για να τον ξυπνήσουν, να τον απομακρύνουν από του ύπνου τα απάνεμα λιμανάκια.

Ώσπου ένα πρωί ξύπνησε, ντύθηκε, ήπιε έναν βιαστικό καφέ και βγήκε στης πόλης τους δρόμους - πράγματα που έκανε βέβαια κάθε μέρα. Όμως σαν κάποιος να τους είχε αφαιρέσει τη συνηθισμένη βουή, σαν κάποιος να είχε οδηγήσει των ανθρώπων τα βήματα σε κάποιο άγνωστο τόπο μακρυά κι έξω από αυτήν. Η πόλη έμοιαζε άδεια. Ο άντρας περπατούσε στην αρχή παραξενεμένος, ύστερα φοβισμένος, αναζητούσε απελπισμένα έστω μια ανθρώπινη μορφή, αλλά μάταια: δεν συνάντησε κανέναν. Άρχισε να μπαίνει σε σπίτια, σε μαγαζιά, ιατρεία, σχολεία και σταθμούς, δεν σταμάτησε στιγμή να ψάχνει έναν άνθρωπο. Μετά από χρόνια συνάντησε σε μια βιβλιοθήκη ένα κορίτσι να κοιμάται ακουμπισμένο σε ένα τραπέζι αναγνωστηρίου κι η ευτυχία του ήταν τόση που άρχισε να την σπρώχνει με τα χέρια του και να της φωνάζει "ξύπνα... ξύπνα... ζουν άνθρωποι έξω απ' τα όνειρα".

Και πετάχτηκε. Τα μάτια του άνοιξαν απότομα, αφήνοντας το αδυσώπητο φως να μπει εντός τους, η βουή ορμητικά τον κύκλωσε σαν να επιχειρούσε να του αποκλείσει κάθε δίοδο διαφυγής, η κίνηση γύρω του όρισε το δικό του χώρο στον κόσμο με τη μεγαλύτερη σαφήνεια των συνόρων. Οι άνθρωποι τον χτυπούσαν και του φώναζαν, κι όταν αυτός συνήλθε πια, απότομα, σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα, συνέχισαν κανονικά τη ζωή τους. Αγνοώντας τον.

*
ο πίνακας είναι του Hugo Scheiber

Παρασκευή 24 Μαΐου 2019

Το πρώτο παραμύθι του τελευταίου ανθρώπου


Μια φορά ένα άντρας καθόταν σε ένα τραπέζι μονάχος του στην άκρη μιας μεγάλης πέτρινης παραλίας. Γύρω του δεν ήταν κανείς, κι ίσως να μην έχει και τόση σημασία αν τελικά υπήρχε κανείς ζωντανός στην ευρύτερη περιοχή ή και σε όλη τη γη ακόμη. Το τραπεζάκι ήταν στρογγυλό. Είχε πάνω του ένα μπωλ με κεράσια. Ο άντρας πήρε ένα στα χέρια του, το πλησίασε στο στόμα του, δάγκωσε το μισό, και με το άλλο μισό έβαψε τα χείλη του κόκκινα. Σηκώθηκε απότομα κι έφυγε. Έμεινε πίσω του το τραπέζι με τα κεράσια. Δεν τον ξαναείδε κανείς - ίσως γιατί δεν υπήρχε κανείς ζωντανός στην ευρύτερη περιοχή ή και σε όλη τη γη τελικά να τον δει.

*
το χαρακτικό είναι του Γιάννη Στεφανάκι

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

Το παραμύθι της Πηνελόπης


Μια φορά κι έναν καιρό η καρέκλα κουράστηκε να κάθεται, το βάρος να σηκώνει των ανθρώπων που κουράστηκαν να περπατούν. Και σηκώθηκε κι έφυγε, τους δρόμους πήρε. Αφού δεν υπήρχε η καρέκλα να ξεκουράζει τους ανθρώπους, οι πιο θαρραλέοι νέοι μας σκόρπισαν στον κόσμο να τη βρουν. Χρόνια μετά ρακένδυτοι και βρώμικοι, νικημένοι από τις κακουχίες και το δρόμο που σβήνει των ανθρώπων την ελπίδα με την τεράστια γομολάστιχά του, τη βρήκαν. Σε ένα βασίλειο, σε ένα παλάτι μακρυά, με χρυσές πόρτες και παχιά χαλιά τη βρήκαν. Πάνω της καθόταν ένα όμορφο βασιλόπουλο κι εκείνοι θύμωσαν κι έκαναν πόλεμο γιατί ήταν μεγάλη προσβολή να κάθεται ένας ξένος στην καρέκλα τους. 10 χρόνια πολεμούσαν εκεί, μέχρι που νίκησαν και γκρέμισαν τους τοίχους κι έκαψαν τα χαλιά και σκότωσαν το όμορφο βασιλόπουλο και πήραν την καρέκλα με άγρια χαρά σαν κεραυνός που καίει τα δέντρα τα ψηλά μια μέρα ανταριασμένη.

Όμως τότε ξεκίνησε ο αποτρόπαιος καυγάς των ανθρώπων ποιος πάνω της θα κάτσει πρώτος, και δεν αργήσανε στα χέρια να πιαστούν, και βγήκανε σπαθιά απ' τα θηκάρια και στα μαλακά υπογάστριά τους τα καρφώσανε με μίσος και φωνή ο ένας του άλλου. Ώσπου δεν έμεινε κανείς να κάτσει στην καρέκλα.

Τα χρόνια πέρασαν και μια μέρα ήρθε ξανά στα μέρη μας η καρέκλα, η μοναξιά έγινε το τίμημα της ελευθερίας της και πεθύμησε το βάρος μας να ξεκουράσει. Ολόχρυση και επιβλητική όπως ήταν, την κάναμε βασίλισσά μας. Και την είπαμε Πηνελόπη. Και ζήσαμε εμείς καλά κι εσείς καλύτερα. Και μην ρωτήσετε αν κάτσαμε ποτέ πάλι πάνω της, γιατί κανείς δεν τολμάει να κάτσει πάνω στη βασίλισσά του. Όλοι το ξέρουν αυτό!

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Το παραμύθι του εξόριστου συγγραφέα


Ένας συγγραφέας ζούσε σε ένα καλύβι μιας πόλης που είχε φανταστεί κάποτε σε ένα βιβλίο του. Μια μέρα είδε να περνά έξω απ' το σπίτι του η κόρη του βασιλιά. Τα μαλλιά της ήταν άνθη μυγδαλιάς που τα παίρνει ο άνεμος μαζί του περνώντας, τρόπαια της αδυσώπητης σαγήνης του. Το περπάτημά της ήταν λέξεις που τρέχουν στο χαρτί, ατίθασες, αδιάφορες που τις κοιτάς με πάθος που σε κατακλύζει και λέξεις δεν μπορείς να πεις να τις φωνάξεις να τους πεις "εδώ είμαι, εγώ σας είπα, δικές μου είστε", γιατί οι λέξεις που στείλαμε στον πόλεμο σκοτώθηκαν όλες κι ήταν παιδιά μας όμορφα και τώρα ορφανέψαμε από κληρονόμους.

Κι ο συγγραφέας ερωτεύτηκε ευθύς την πριγκιποπούλα κι άνοιξε το στόμα του κι έβγαλε από μέσα του ένα υπέροχο λουλούδι με χιλιάδες χρώματα κι υπερκόσμια λάμψη και της το χάρισε. Και το κορίτσι του χαμογέλασε κι εκείνος την έκανε δικιά του. Κι ο βασιλιάς πολύ θύμωσε που η κόρη του αγάπησε έναν παρακατιανό γραφιά και τον εξόρισε από το βασίλειο, μακρυά να ζήσει και σε αυτό ποτέ να μην ξαναγυρίσει.

Έκτοτε ο συγγραφέας ζει μονάχος του έξω από τις ιστορίες που έχει φανταστεί, ξένος και πρόσφυγας σαν τα λουλούδια που κόψαμε και χαρίσαμε κάποτε σ' ένα κορίτσι κ ύστερα μαράθηκαν στου ήλιου το χάδι και του έρωτα την κάψα κι ύστερα και το κορίτσι μαράθηκε γιατί πιο συχνά ο χρόνος ανάμεσα στο "μια φορά κι έναν καιρό" και στο "ζήσαν αυτοί καλά" είναι απέραντα μεγάλος και τραχύς.

Το χαρακτικό είναι του Abram Krol

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Το παραμύθι του δράκου!


"Όσοι κυβερνούν, αδικούν. Οι περισσότεροι συνειδητά". Ξεκινούσε πάντα με αυτή τη φράση τις ιστορίες του. Εκείνη τη νύχτα μας είπε το παραμύθι του δράκου.

Ήταν τα παλιά χρόνια. Την πολιτεία μας διαφέντευε βασιλιάς τρανός και αποτρόπαιος. Αλίμονο, τη δόξα του την πότιζε το αίμα όχι μόνο των εχθρών μας, αλλά και των υπηκόων του. Τίποτα όμως δεν την χόρταινε. Μια μέρα, ένα κορίτσι βγήκε στην αγορά κι άρχισε να μιλά στον κόσμο και να λέει πως όσοι κυβερνούν, αδικούν, και πως οι άνθρωποι πρέπει να είναι ελεύθεροι και να μην εξουσιάζονται. Τα λόγια της ήταν φωτιά που όσο μεγάλωνε απειλούσε τη δίψα του βασιλιά. Γι' αυτό κι οι άνθρωποι του παλατιού βγήκαν στους δρόμους και στην αγορά και σκότωσαν το κορίτσι. Τα άλλα παραμύθια τελειώνουν εδώ. Ετούτο όμως, όχι.

Οι άνθρωποι της αγοράς είχαν φωτιά μέσα τους. Τα λόγια του κοριτσιού έκαιγαν πια την ψυχή τους. Και μια μέρα μαζευτήκαν, πήραν τα όπλα τους και σκότωσαν το βασιλιά. Κι έγιναν εκείνοι κυβερνήτες της πολιτείας μας. Λίγο καιρό μετά ο παραμυθάς της κυβέρνησης έγραψε ένα παραμύθι που δόθηκε σε όλους του υπηκόους, και τα παιδιά το διάβασαν στο σχολείο τους, κι οι χορευτές κι οι ηθοποιοί το χόρεψαν και το αφηγήθηκαν σε θέατρα: το παραμύθι του δράκου.

Ήταν, λέει, μια πολιτεία. Όλοι οι άνθρωποι ζούσαν ευτυχισμένοι σε αυτήν. Μια μέρα ένας δράκος τρανός και αποτρόπαιος βγήκε στην αγορά κι άρχισε να τρώει τον κόσμο και το στόμα του να βγάζει φωτιές. Τότε ο λαός πήρε τα όπλα και σκότωσε το δράκο. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

"Αυτό το παραμύθι τελειώνει εδώ..., αν και εδώ που τα λέμε δεν έχει τελειώσει ποτέ" μας είπε όταν η αφήγηση τελείωσε. "Να φοβάστε", είπε, "αυτούς που φτιάχνουν τα παραμύθια". Σβήνουν φωτιές σε δράκους.

*
ο πίνακας είναι του Leon Kossoff

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

Το παραμύθι του παραμυθά λύκου


Μια μέρα ο λύκος έφαγε τον παραμυθά και σταμάτησαν τα παραμύθια κι ένιωσε μεγάλη μοναξιά γιατί κανείς πια δεν τον φοβόταν κι ούτε του έδινε σημασία. Κι άρχισε να κλαίει και να φωνάζει μια νύχτα που το φεγγάρι σκέπαζε με το ασημένιο του σεντόνι τον ύπνο των ανθρώπων και των ζώων. Και δεν σταμάτησε έκτοτε να κλαίει μετανιωμένος.

Χρόνια μετά  βρέθηκε ένα μικρό κορίτσι να πει πως παραμυθάς δεν υπήρξε ποτέ και πως ο λύκος έφτιαχνε τα παραμύθια. Οι παλιοί λένε πως τότε ο λύκος θύμωσε κι έφαγε το κορίτσι κι άλλοι είπαν μετά πως δεν έφαγε το κορίτσι, αλλά τη γιαγιά του που του έλεγε παραμύθια.

Ύστερα οι άνθρωποι είπαν πως όλα ετούτα είναι παλιές μπερδεμένες ιστορίες και ξάπλωσαν να κοιμηθούν σκεπασμένοι με το ασημένιο σεντόνι του φεγγαριού. Μόνο το ουρλιαχτό του λύκου τάραζε τον ύπνο τους.

***
ο πίνακας είναι του Victor Brauner

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Χειμωνιάτικο ποίημα


Μια μέρα θ' ανεβώ σε ένα πεσμένο φύλλο
θα φωνάξω ντέεειιιι και θα καλπάσω
προς το δέντρο στην άκρη του δρόμου
θα καθίσω σε κάποιο ψηλό κλαδί του
και θα διαδηλώσω μονάχος μου
φωνάζοντας τα δίκαια των πουλιών
καθότι τα ποιήματα τι άλλο είναι
από κλεμμένα συνθήματα
και φέιγ βολάν σε δρόμους πεταμένα
επαναστατών που δείλιασαν να επαναστατήσουν
ή κουράστηκαν
κι ύστερα θα κρεμαστώ σαν θαυμαστικό
η πιο αποφασιστική διαδήλωση είναι ο θάνατος
κλιμακώνοντας τον αγώνα μου
στο τέλος θα κόψω το δέντρο
και θα ταφώ στη θέση του
για τα επόμενα χρόνια

Μια μέρα..., αλλά όχι σήμερα:
σήμερα τα παιδιά έχουν φροντιστήριο

***
ο πίνακας είναι του Γιάννη Γαΐτη