Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες



Αν δεν απαντούσε κάπως στην «ψευδο-επιστημονική» συνήθεια να συγκροτούνται κατάλογοι των πιο αξιόλογων/σημαντικών/καθοριστικών/κορυφαίων έργων/συγγραφέων, το παρόν κείμενο-συμβολή στο δι-ιστολογικό αφιέρωμα, θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί «στιγμές και σταθμοί μιας αναγνωστικής πορείας». Αφορμή για το αφιέρωμα αυτό αποτέλεσε άλλη μια λίστα που κυκλοφόρησε πολύ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον τελευταίο καιρό, συντάχθηκε από 120 Έλληνες συγγραφείς, και οργανώθηκε από το bookpress και το βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Αν και ενδιαφέρουσα ως λίστα δεν παύει να είναι μια προσπάθεια σύνταξης «κανόνα», που θεωρεί λανθασμένα ως ειδικούς για τη σύνταξή του τους συγγραφείς. Εξαιρεί δηλαδή την «άλλη πλευρά», τους αναγνώστες. Οι αναγνώστες, όπως θα έλεγε ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης – και δεν θα ήταν ο μόνος -  είναι συνδημιουργοί του βιβλίου. Όπως και να είναι όμως, κυρίαρχο στοιχείο στην ιστορία του βιβλίου δεν είναι η όποια αντικειμενική του αξία, αλλά η συνάντηση της γραφής με την ανάγνωση. Ευτυχώς σε αυτή τη διαδικασία ελάχιστη σημασία έχουν οι εξωγενείς παράγοντες της αγοράς που αντιλαμβάνεται το βιβλίο ως προϊόν. Κυρίαρχη παραμένει η συγκίνηση, το ενδιαφέρον, η εγρήγορση του αναγνώστη.

Δεν με έχει ρωτήσει ποτέ κανείς (…) αν ναυαγούσα σε ένα νησί τι θα ήθελα να έχω μαζί μου. Αν με ρωτούσε, χρόνια τώρα έχω έτοιμη την απάντηση: θα ήθελα να έχω μαζί μου βιβλία, αν ήταν να έχω μονάχα ένα, μάλλον θα διάλεγα το «Μυστηριώδες νησί» του Βερν. Νομίζω πως είναι από τα πρώτα βιβλία που διάβασα και με έχει καθορίσει ως χαρακτήρα και ψυχοσύνθεση. Η απομόνωση, ο αγώνας για επιβίωση, η «μεταφυσική»/πατρική παρουσία του Νέμο που πεθαίνει, ο παράλληλος/υπόγειος κόσμος είναι στοιχεία του χαρακτήρα μας, της εξέλιξής μας, της μετάβασής μας στις ηλικίες της ωρίμανσης. Πρέπει να πήγαινα Τρίτη ή Τετάρτη δημοτικού όταν το διάβασα, και φυσικά το θυμάμαι ακόμη.

Οι αναγνωστικές περίοδοι μπλέκονται η μία στην άλλη με διαλείμματα και περιόδους εντάσεων, όμως σαφώς μια παράλληλη περίοδος της αναγνωστικής πορείας ήταν η περίοδος της «Ζέη», που περιλαμβάνει βέβαια και τη Σαρρή. Το «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» τον έχω διαβάσει πέντε φορές, είναι το μόνο βιβλίο που έχει τύχει αυτής της επανάληψης. Η Ζέη είναι μια συγγραφέας που συμπύκνωσε και στα ενήλικα μάτια μου όλη τη συγκίνηση και την εκτίμηση σε αυτόν που γράφει ιστορίες.

Η δεύτερη φάση της αναγνωστικής μου πορείας σχετικά πρώιμα ξεκίνησε με τη λεγόμενη κλασική λογοτεχνία (Ζολά, Μπαλζάκ, Ουγκώ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκυ). Θα μπορούσα να θεωρήσω προσωπικό αναγνωστικό άθλο τους «Άθλιους» που διάβασα στην Πέμπτη δημοτικού (εννοείται το πλήρες έργο). Θα διάλεγα αυτό σαν αντιπροσωπευτικό έργο μιας περιόδου που κράτησε χρόνια και που λειτούργησε σαν κατακλυσμιαία αποκάλυψη του παγκόσμιου πνεύματος.

Η εφηβική/μετεφηβική περίοδος, θα μπορούσα να την πω καταχρηστικά περίοδο της «Εστίας», περιέχει τα βιβλία του Βενέζη, του Μυριβίλη, του Καραγάτση, του Λουντέμη, του Τερζάκη κ.α. Θα διάλεγα δύο βιβλία από αυτή την περίοδο: το «10» του Καραγάτση (για τον αποκαλυπτικό ρεαλισμό του και για το «μάθημα» που λέει πως η ομορφιά δεν υπάρχει μόνο στο ολόκληρο, αλλά και στο ημιτελές, στο ακρωτηριασμένο. Το δεύτερο είναι το «ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Λουντέμη. Ο Λουντέμης και η Ζέη είναι η πολιτική αφήγηση που με έφερε κοντά στις αξίες, τα οράματα, την ιστορία, τις διαψεύσεις της Αριστεράς. Το βιβλίο αυτό το διάβασα καλοκαίρι, ξαπλωμένος στην αιώρα της αυλής, κάτω από μια λεμονιά και όταν το τελείωσα έμεινα ώρα εκεί κρατώντας το σφιχτά στην αγκαλιά μου.

Οι μπήτνικ, συγκεκριμένα ο Μπάροουζ, θεωρώ πως είναι το κλείσιμο της ανάγνωσης της λογοτεχνίας. Είναι διαβάσματα της φοιτητικής ζωής, υφολογικές αναζητήσεις, ακραίες και αιχμηρές καταστάσεις, γλώσσα, εικόνες και ανατροπές. Την ίδια περίοδο διαβάζω Μπαταίγ, τον Τένεσι Ουίλιαμς και τους σουρεαλιστές. Ο Μπάροουζ, ας πούμε «τα άγρια αγόρια», βίασε τη γλώσσα μου, τον καθωσπρεπισμό μου- οι εικόνες του, το cut-up, ανατρέπουν τη δομή της αφήγησης δημιουργώντας ομορφιά σε απρόσμενα τοπία. Όμως μετά από αυτό πώς να γυρίσεις πίσω. Ποιες άλλες διαδρομές να πάρεις;

Πριν από αυτή την περίοδο (ας την πούμε ‘περίοδο Μπάροουζ») υπήρξε η «περίοδος Στάινμπεκ» η οποία περιλαμβάνει και τον Τζακ Λόντον και με έναν παράδοξο τρόπο τον Χάμσουν (διάβασα την «πείνα» και πεινούσα…). Αν διάλεγα ένα χαρακτηριστικό βιβλίο της περιόδου, αυτό θα ήταν το «Σε έναν άγνωστο θεό» του Στάινμπεκ, βιβλίο που με τη φυσιολατρική/μεταφυσική του πνοή (μοιάζει σε αυτό με τον Χάμσουν) μάλλον συνδέεται κάπως με τη μετάβασή μου από την Κόρινθο των παιδικών χρόνων στην Αθήνα των φοιτητικών. Το «Σε έναν άγνωστο θεό» το έχω κάνει δώρο σε όσους θεώρησα φίλους μου. Με κάποιο παράλογο βέβαια τρόπο λειτουργούσε σαν μια συμβολική επισφράγιση των φιλικών μου διαθέσεων.

Η φοιτητική περίοδος ήταν μια πυκνή περίοδος αναζητήσεων προς διάφορες κατευθύνσεις. Δύο κύκλοι αναγνωστικών διαδρομών υπήρξαν επίσης εκείνη την περίοδο, οι οποίοι συνεχίστηκαν στα χρόνια του στρατού και της πρώτης επαγγελματικής περιόδου. Ο ένας είναι ο κύκλος του Νίκου Χουλιαρά, ο οποίος ξεπερνάει το «βιασμό» του Μπάροουζ, και μου αποκαλύπτει μια γραφή ιδιαίτερη, διεισδυτική, ποιητική, προσωπική χωρίς ακροβατισμούς, πυροτεχνήματα και εκρήξεις που στοχάζεται αφηγούμενη απλές, καθημερινές, εσωτερικές ιστορίες. Ο κύκλος αυτός περιλαμβάνει όλα τα έργα του Χουλιαρά, επηρέασε σαφώς το όποιο ύφος μου στη γραπτή έκφραση και ξεκίνησε με το «Λούσια», το πρώτο έργο του. Είναι το δεύτερο βιβλίο που συνήθως κάνω δώρο στους φίλους μου. Ο δεύτερος κύκλος είναι βέβαια ο κύκλος του Μπόρχες. Βιβλιοθηκάριος και εκείνος, αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν μια βιβλιοθήκη που επιπλέον είναι ένας λαβύρινθος με μια αιώνια κρυπτική τάξη. Ο κύκλος αυτός έχει δύο βιβλία να τον σηματοδοτούν: το ένα είναι του Μπόρχες, ας πούμε «το Άλεφ», το δεύτερο όμως δεν είναι δικό του. Σε αυτό με οδήγησε ο ίδιος, μιλώντας με εκτίμηση για το συγγραφέα του, τον Λάβκραφτ. «Ο κυνηγός του σκότους» είναι το μόνο βιβλίο αυτής της κατηγορίας της λογοτεχνίας που διάβασα, και είναι αποτυπωμένη μέσα μου η εκπληκτική και μεγαλειώδης απλότητα της γραφής του, ο τρόμος δεν είναι τέχνασμα, είναι πραγματικότητα.

Ερχόμαστε τώρα στους μη πεζογραφικούς σταθμούς. Ποίηση. Κυρίαρχη και διαρκής περίοδος, συνεχείς αποκαλύψεις, επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις. Αν ξεχώριζα ποιητικούς σταθμούς θα ξεκινούσα με το Ρίτσο («Η σονάτα του σεληνόφωτος») μόνο και μόνο για να σηματοδοτήσω κάπως τη λατρεία μου στην αχανή ποίησή του για αρκετά χρόνια. Η ανάγνωση της ποίησης ξεκίνησε από τους τέσσερεις «μεγάλους». Πίσω από το «σεληνόφως» του Ρίτσου είναι ο Βρεττάκος, ο Σεφέρης, ο Ελύτης (με αυτή τη σειρά «συμπάθειας»). Δεύτερος σταθμός, ο Καβάφης. Τον διάβασα σε ένα παλιό αρχοντικό στην Αλεξάνδρεια το 1997 σε ένα ταξίδι στην Αίγυπτο που κράτησε 13 μέρες. Τρίτος σταθμός ο Λειβαδίτης, ας πούμε «τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου» με το μελαγχολικό στοχασμό τους. Τέταρτος σταθμός, ο Χιόνης. Ανοίγομαι με φούρια και σε άλλους ποιητές, ανακαλύπτω φωνές ιδιαίτερες (Σινόπουλο, Χριστιανόπουλο, Σαχτούρη, Εγγονόπουλο, Χουλιαρά κ.α. ) και ξένους  πολλούς. «Το υπόγειο» είναι η συλλογή του Χιόνη που θα μπορούσε να περιέχει τις «ανακαλύψεις» της ανάγνωσης αυτή την περίοδο.

Μέσα σε αυτές τις διαδρομές εμφανίζονται και μεμονωμένες περιπτώσεις, εξαιρέσεις, σημαντικές συναντήσεις. Δεν είναι ίσως το βιβλίο που δικαιούται να βγάζει από τη λίστα των 20 αγαπημένων μου βιβλίων άλλα, «σημαντικότερα». Όμως «η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου» της Κάρσον Μακ Κάλερς (σε μετάφραση του Κουμανταρέα) διατηρεί ακόμη μέσα μου νωπή την ιδιότυπη, «αμερικάνικη», αχανή μελαγχολία του, στοιχείο μάλλον ιδιαίτερα συναφές με το χαρακτήρα και τα μύχιά μου…

«Η μεταμόρφωση» του Κάφκα γειτονεύει κάπως με την περίοδο που διάβαζα Μπόρχες και Λάβκραφτ. Περικλείει και το πνιγηρό, κλειστοφοβικό στοιχείο της γραφής και του Φραγκιά. Αλλά είναι βέβαια ένα βιβλίο-ξάφνιασμα που αφήνει ανεξίτηλο το ίχνος του στην ανάγνωση. Τα «παραμύθια της Θεσσαλίας» της Μαρούλας Κλιάφα είναι η πρώτη συλλογή λαϊκών παραμυθιών που διάβασα μετά την παιδική ηλικία και μου άνοιξε μια πόρτα, που ακόμη μένει ανοιχτή περιέχοντας πολλούς τίτλους, στο μαγικό, αναρχικό κόσμο του παραμυθιού. Τα παραμύθια είναι ένας κόσμος ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση νομίζω. Αυτό το στοιχείο της αμφίπλευρης αναφοράς τα κάνει από τα πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα για μένα. «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του Ετσενσμπέργκερ είναι από τα πιο ιδιαίτερα στη δομή τους βιβλία, μια ιδιόμορφη βιογραφία που κάνει άθελά τους συγγραφείς όσους έζησαν μια εποχή, όσους αγωνίστηκαν δίπλα στον αναρχικό Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι. Είναι σαφώς η πιο ενδιαφέρουσα βιογραφία από όσες πολλές έχω διαβάσει για προσωπικότητες που σημάδεψαν και σημαδεύτηκαν από την εποχή τους (Στάλιν, Λένιν, Μαρξ, Σερζ, Λόρκα, Τρότσκι, Μπουχάριν, Αχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Λούξεμπουργκ, Μπόρχες, Καμύ, Μαρκές, Μπρετόν κ.α.).

Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν δυο κύκλοι αναγνώσεων: η στρατοπεδική γραμματεία, τα βιβλία δηλαδή που γράφτηκαν γύρω από το Ολοκαύτωμα και τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, με κορυφαίο νομίζω το «πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» του Ζαν Αμερύ: ένα βιβλίο βιωματικά στοχαστικό, συγκρουσιακό, αποκαλυπτικό, βασανισμένο και απελπισμένο και συγχρόνως αντιστασιακό με την έννοια της μάχης απέναντι στη λήθη, της μάχης της ζωής με τη σκέψη. Στον κύκλο αυτό μπαίνουν συνεχώς βιβλία του Λέβι, του Κουμανταρέα, του Σεμπρούν και άλλων πολλών, Ο δεύτερος κύκλος είναι τα βιβλία του Ραφαηλίδη, ας πούμε διαλέγοντας ένα, τη «μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού»: έξυπνο, ανατρεπτικό, εμβριθές, εγκυκλοπαιδικό, ερωτευμένο, επαναστατικό πνεύμα ο Ραφαηλίδης, είναι αδύνατο να μην σε αιχμαλωτίσει με τις εμμονές, το χιούμορ, τον ερωτισμό του.
***
Μια ομάδα blogger συμφωνήσαμε πως η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες. Κι αν ακόμη ορίσαμε μια λίστα για να μιλήσουμε για την ανάγνωση, της γυρίζουμε την πλάτη, την κοροϊδεύουμε. Η πορεία της ανάγνωσης είναι μια αδιάκοπη πορεία, με παράλληλες γραμμές και σημεία τομής, αναιρέσεις, επαναλήψεις, επιστροφές. Σημαντικά είναι τα βιβλία που μας συνάντησαν. Τα πιο σημαντικά είναι τα βιβλία που δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει.


Στο αφιέρωμα συμμετέχουν:

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Το… «παιδικό βιβλίο» στα στρατόπεδα συγκέντρωσης


[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 26/1/2014]

Η Ruth Kluger είναι συνάδελφός μου, βιβλιοθηκάριος. Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1931. 12 χρόνων μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τεριέζενστατ, ύστερα στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου και τέλος στο Κρίστιανστατ. Επιβίωσε - ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό το ρήμα για όσους δεν πέθαναν στα στρατόπεδα των ναζί, αλλά από τύχη βγήκαν από αυτά - κουβαλώντας στο σώμα της ένα νούμερο και στην ψυχή της τις μνήμες και τις τύψεις της τύχης της.

Η Ruth Kluger έχει γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή της. Κυκλοφορεί και στα ελληνικά: Άρνηση μαρτυρίας: Βιέννη-Άουσβιτς-Νέα Υόρκη/Ruth Kluger. μετ. Σοφία Γεωργοπούλου. Αθήνα: Θεμέλιο, 2008.

Η Ruth ήταν ένα παιδί, ένα από τα παιδιά που ρίχτηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κι εξόντωσης. Σχολείο της γίνεται ο εγκλεισμός και τα βασανιστήρια, όμως κι εκεί, μέσα στην απόλυτη φρίκη υπάρχουν εστίες αντίστασης. Στη Τεριέζενστατ έρχεται σε επαφή «με πληθώρα έξυπνων μορφωμένων ανθρώπων, που έφεραν μαζί τους όλες τις ιδέες και ιδεολογίες της Ευρώπης και συνέχισαν να ερίζουν γι’ αυτές με δριμύτητα. Δάσκαλοι και πανεπιστημιακοί καθηγητές ήταν πανευτυχείς με κάθε ευκαιρία που τους δινόταν να αφηγηθούν κάτι όμορφο από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, όταν μαζεύονταν ένα σμάρι παιδιά γύρω τους». Δεν είναι μοναδική αυτή η αναφορά. Τα ίδια αναφέρει και ο Σεμπρούν στο «τι ωραία Κυριακή» και στο «ο νεκρός που μας χρειάζεται», τα ίδια και ο Μασπερό στο «οι μέλισσες και η σφήκα».

Στην Τεριέζενστατ, αναφέρει η Kluger, υπήρχαν λίγα βιβλία, που ήταν περιζήτητα και περνούσαν από χέρι σε χέρι μεταξύ των εγκλείστων, ένας ιστορικός τέχνης είχε ένα βιβλίο με έργα του Ντύρερ, ένας δάσκαλος τους δίδασκε ιστορία της λογοτεχνίας, μια γηραιά κυρία μάθαινε τα παιδιά να απαγγέλλουν ποιήματα του Eichendorff. Η τύχη, ένα χέρι, μια ζαβολιά την βγάζει από το θανατηφόρο Άουσβιτς και τη ρίχνει στο Κρίστιανστατ μαζί με τη μητέρα της. Η μητέρα της δουλεύει σε ένα εργοστάσιο που φτιάχνει πολεμοφόδια- πολλοί έγκλειστοι χρησιμοποιήθηκαν ως εργατικό δυναμικό για την πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας. Μια μέρα παρακαλεί έναν ντόπιο επιστάτη να βρει ένα βιβλίο για τη μικρή της κόρη «που αγαπάει το διάβασμα». Κι εκείνος ανταποκρίνεται, φέρνοντάς της ένα παλιό μισοσχισμένο αναγνωστικό. «Έπλεα σε πελάγη ευτυχίας. Το δώρο είχε ξεπεράσει τις προσδοκίες μου. Για μένα είχε ανοίξει πάλι μια παλιά αλησμόνητη πόρτα, είχα βρει πάλι τη μόνη σε μένα οικεία πρόσβαση στον κόσμο».


Πριν 69 χρόνια στις 27 Ιανουαρίου 1945 τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το Άουσβιτς-Μπίρκενάου. Η 27η Ιανουαρίου ορίστηκε ως παγκόσμια μέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Η ιστορία της Φλώρας



Κάποτε ήταν μια γυναίκα που κοιμόταν. Στον ύπνο της πέθαιναν κάποιοι άνθρωποι και όταν το πρωί ξυπνούσε και πήγαινε στη δουλειά της έντρομη έβλεπε στις κολώνες τα αγγελτήρια του θανάτων τους. Αφού αυτό δεν έγινε μόνο μια φορά, ούτε δύο, η γυναίκα αποφάσισε να το εξομολογηθεί στον πνευματικό της. Εκείνος ο άθλιος της είπε πως για να σταματήσει να συμβαίνει αυτό το κακό πρέπει στο εξής να μην ονειρευτεί ξανά ή έστω να ξεχνάει τα όνειρά της. Όπως κι έγινε.

Η γυναίκα είναι σήμερα μια κυρτή γριούλα, σαν τοξωτή γέφυρα από πέτρα, με μπαμπακένια μαλλιά. Όνειρο δεν είδε έκτοτε ποτέ. Ποτέ. Κι ούτε της αρέσει να μιλάνε για όνειρα μπροστά της. Ωστόσο οι άνθρωποι συνέχισαν να πεθαίνουν γύρω της.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Αγγελίδη

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Ιστορίες βιβλιοθηκών ΙΙ


[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 19/1/2014]

«Η ύπαρξις λοιπόν  βιβλιοθήκης για τους μαθητάς, ως και για τους ενήλικας, κρίνεται σαν ένα από τα στοιχειώδη μέσα πολιτισμού, σαν βασική ανάγκη της σημερινής κοινωνίας»

Η φράση προέρχεται από έκδοση της «Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Μαντινείας Κυνουρίας» του 1959, με τίτλο «Προσπάθειαι και επιτεύγματα κατά την πενταετίαν 1954-1959». Εκεί η επιθεώρηση στοιχειώδους εκπαίδευσης της περιοχής επιχειρεί την καταγραφή των στοιχείων της εκπαίδευσης, προσωπικό, αριθμό μαθητών, δραστηριότητες, σχολικούς κήπους, βιβλιοθήκες, κατηχητικά, συσσίτια κ.α.

Το κεφάλαιο για τη βιβλιοθήκη είναι εκτενές και έχει έντονη την πρόθεση να πείσει το αρμόδιο υπουργείο και τη δημόσια διοίκηση για την αναγκαιότητα στήριξης και δημιουργίας σχολικών βιβλιοθηκών. Με μορφή και ύφος έκθεσης ιδεών, κατά τα πρότυπα εξάλλου της εποχής, αναφέρεται στην αξία του βιβλίου και στο ρόλο του στην εκπαίδευση των νέων. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη «διά της βιβλιοθήκης τόνωση του ηθικού, του θρησκευτικού και του κοινωνικού συναισθήματος των παιδιών», στην όξυνση του… «παχυλού πνεύματος»,  στην απάλυνση και τον εξευγενισμό της καρδιάς, στην παρόρμηση των ανθρώπων  για «ωραίες και εξαιρετικές πράξεις». Η προσπάθεια να αναδειχτεί ο ρόλος της βιβλιοθήκης απογειώνεται όταν αναλύοντας την εποχή ο συντάκτης αναφέρεται στην κλονισμένη από τον πόλεμο και τις συνέπειές του νεολαία, η οποία «φέρεται ανερμάτιστη στα κύματα της φουρτουνιασμένης και αχαλίνωτης μεταπολεμικής υλιστικομηδενιστικής παραζάλης»! Τα κατάλληλα βιβλία λοιπόν πρέπει να γεμίσουν τις σχολικές βιβλιοθήκες, όχι εκείνα που αποπνέουν «απαισιοδοξία ή μηδενισμό» και περικλείουν «το σπέρμα της καταστροφής ή της αρνήσεως», αλλά αυτά που καλλιεργούν πίστη στα ιδανικά και τις αξίες. Ο απολογισμός της πενταετίας αναφέρει τελικά 16544 βιβλία στις μαθητικές, σχολικές βιβλιοθήκες και στην κεντρική της Επιθεώρησης (προς διάθεση των δασκάλων), εκ των οποίων τα μισά αγοράστηκαν και δωρίστηκαν  από το 1954 ως το 1959.


Το παράδειγμα των σχολικών βιβλιοθηκών της Κυνουρίας και της Μαντινείας τη δεκαετία του ’50 μπορεί να λειτουργήσει ως μεγεθυντικός φακός των αντιλήψεων που διακατείχαν το ελληνικό κράτος την περίοδο εκείνη τόσο στην πολιτική βιβλιοθηκών, όσο και στην εκπαιδευτική και γενική πολιτική του. Προσπάθειες προσώπων ή κοινοτήτων ή υπηρεσιακών δομών να πείσουν το κράτος να οργανώσει και να συντηρήσει βιβλιοθήκες, επίκληση αντικομουνιστικών και υπερσυντηρητικών ιδεολογημάτων προκειμένου να πειστεί προς τούτο, και απόπειρες εκ των ενόντων με δωρεές για να καλυφθεί το κενό. Εντυπωσιάζει, ιδίως αν ιδωθεί από απόσταση, η επιμονή προσώπων και φορέων για τη δημιουργία βιβλιοθηκών στον ελληνικό χώρο προεπαναστικά και μετεπαναστατικά, και η πάγια αδιάφορη αντιμετώπιση των κυβερνήσεων σε αυτές τις ανάγκες. Δυο πείσματα που κρατάνε αιώνες.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Τα τοπία της μνήμης


Τα τοπία της μνήμης μου είναι κλειστά δωμάτια. Το γύρισμα του κλειδιού κάθε φορά που τα επισκέπτομαι, είναι μια πράξη βίας. Που απελευθερώνει μια κραυγή. Τα τοπία της μνήμης μου είναι η κραυγή που απελευθερώνεται όταν την επισκέπτομαι.

Κάποτε τα δωμάτια θα αδειάσουν και τότε εγώ θα πάρω τη θέση της.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Όλα καλά;

Όχι ρε φίλε, δεν είναι όλα καλά. Για την ακρίβεια είναι όλα…. πονάω ρε φίλε, πονάω γιατί έμαθα πως θα χάσω ένα δικό μου άνθρωπο αργά ή γρήγορα (τι σημαίνει αργά;) από καρκίνο. Ναι, μην κάνεις πως δεν θες να ακούσεις τη λέξη. Όλοι την ξέρουν, όλοι έχουν χάσει έναν τουλάχιστον άνθρωπό τους από καρκίνο, όλοι την ψιθυρίζουν, είναι μια λέξη που αν την αποσιωπήσεις νομίζεις πως ξορκίζεις το κακό που κουβαλάει μέσα της, τον πόνο που... Βλακείες…

«Όλα καλά;» σου λένε, το σύνθημα που περιμένει το παρασύνθημα («όλα καλά», «το παλεύουμε»…) για να περάσεις δίπλα από τον άλλο, να τον προσπεράσεις. Στη δουλειά, στο δρόμο, στο σχολείο, στη γειτονιά, στο τηλέφωνο «όλα καλά;», «όλα καλά;», «όλα καλά;».

Καθόλου καλά ρε. Γι’ αυτόν που φεύγει -  το ξέρει δεν το ξέρει, το μάθει δεν το μάθει – που μετράει τις αυγές που θα ξημερώσουν γι’ αυτόν, που μετράει τις φορές που θα δει με τον εγγονό του μπάλα, που θα πει παραμύθι στις εγγονές του, που θα φάει το αγαπημένο του φαγητό και θα μουρμουρίσει το αγαπημένο του τραγούδι στο μπάνιο. Που μετράει το υπόλοιπο της ζωής και το βρίσκει λίγο.

Και για μας που μένουμε πίσω, καθόλου καλά. Ασυνήθιστη ιδέα η απουσία, εννοώ δεν μπορείς να τη συνηθίσεις, ιδιαίτερα αν ο άνθρωπός σου δεν ήταν περαστικός από τη ζωή. Τι μένει πίσω λοιπόν; Από έναν άνθρωπο που ερωτεύτηκε, δούλεψε, αφηγήθηκε παραμύθια, έπαιξε ποδόσφαιρο, αγωνίστηκε για το δίκιο του κόσμου, τι μένει; Λόγια παρηγοριάς; Μόνο λόγια;


Όχι φίλε μου, δεν είναι λοιπόν όλα καλά. Αν σου το πω θα φρενάρεις, θα σκοντάψεις πάνω σε αυτά που φέρνει η ζωή, θα μαυρίσει η ψυχή σου αν με αγαπάς, θα τρομάξεις έστω, αν απλά με ρώτησες γιατί δεν είχες κάτι άλλο να πεις. Αν σου το πω θα αργήσεις να πας στη δουλειά σου, ίσως να σου κάνουν παρατήρηση, ίσως να είσαι λίγο αφηρημένος ή κακόκεφος. Καλύτερα να μην στο πω. Θα το κρατήσω για μένα. Εξάλλου το ξέρεις πως κι εσύ θα χάσεις ή έχεις χάσει κάποιον που αγάπησες πολύ, έτσι είναι η ζωή: ένα ταξίδι στην απουσία. Όταν με ρωτάς λοιπόν «όλα καλά;» κι εγώ σου απαντώ «όλα καλά» να ξέρεις πως συμφωνούμε: την απουσία δεν θα την συνηθίσουμε ωστόσο ποτέ.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Ιστορίες βιβλιοθηκών Ι


[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής']
«Στη σημερινή εποχή η δίψα για μόρφωση είναι απεριόριστη, και οι απαιτήσεις της νέας γενιάς δεν επιτρέπουν πνευματική καθυστέρηση. Το χωριό μας, με τους πολλούς επιστήμονες που ανέδειξε και τους σημερινούς νέους με τη μεγάλη αγάπη τους για την επιστήμη και τη γνώση, έχει ανάγκη από μια βιβλιοθήκη»

Οι φράσεις αυτές, «κουβέντες γύρω από το καντούνι της βιβλιοθήκης», είναι από το «Δελτίο βιβλιοθήκης Νίκου Ν. Γλέζου: στ’ Απεράθου της Νάξου». Το δελτίο εκδίδει το 1965 ο Σύλλογος Φίλων της Βιβλιοθήκης Ν. Ν. Γλέζου, μέλη του οποίου είναι οι Μανώλης Μπαρδάνης, Μανώλης Τρευλός, Νίκος Σφυρόερας, Νίκος Κατσούρος, Νίκος Γράτσιας, Μανώλης Γλέζος και Μιχάλης Γράτσιας. Στο εξώφυλλο του δεύτερου δελτίου διαφημίζεται το μέγεθος της συλλογής (1566 βιβλία) και η κίνηση του υλικού (550 αναγνώσεις).

Η εν λόγω βιβλιοθήκη επιβιώνει την περίοδο της χούντας και συμπληρώνει σύντομα 50 χρόνια παρουσίας στο νησί. Στους βιβλιοθηκονόμους μας αρέσουν οι ιστορίες αυτές, των πιονέρων, από αυτές τρεφόμαστε δεκαετίες τώρα που οι κυβερνήσεις και οι δήμοι δεν αντιλαμβάνονται κατά κανόνα τη θεσμική τους υποχρέωση να οργανώσουν και να στηρίξουν την έρευνα, τη μνήμη και τον πολιτισμό. Αυτό που σαφώς επαναλαμβάνεται στις όποιες πρωτοβουλίες πολιτών συγκροτούν (ακόμη και σήμερα) βιβλιοθήκες είναι πάνω - κάτω η εναρκτήρια φράση αυτού του κειμένου: η πεποίθηση πως η εποχή υπαγορεύει τη συγκεκριμένη αναγκαιότητα. Οι περισσότερες τέτοιες προσπάθειες είναι θνησιγενείς, αφού βασίζονται στο πάθος ορισμένων, θνητών βεβαίως…, προσώπων. Και η ιστορία αυτή δεν έχει τέλος, νέες προσπάθειες, νέες εξαγγελίες, ενθουσιασμός και λήξη.


Ας πιάσουμε όμως άλλη μια ιστορία (εκτός του παραπάνω κανόνα) που ευτυχώς είχε αίσια εξέλιξη: 1833 στη Σύρο ιδρύεται το δημοτικό γυμνάσιο και χιλιάδες Συριανοί πανηγυρίζουν για το γεγονός, οι έμποροι διαθέτουν το 1/10 των κερδών τους για την ανέγερση κτιρίου (1834), και δεκάδες Ερμουπολίτες ενισχύουν με χρήματα και δωρεές τη βιβλιοθήκη του. Αποφάσεις για αγορές βιβλίων παίρνει και ο Δήμος τακτικά ενώ το 1849 ο Δήμος πληρώνει και «βιβλιοφύλακα», τον οποίο «κόβει» η νομαρχία το 1865, γρήγορα όμως το θέμα διορθώνεται μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν. Το 1894 η βιβλιοθήκη έχει 5180 τόμους. Στις αρχές του 20ου αιώνα ξεσπάει ένας ομηρικός καυγάς ανάμεσα στο Γυμνάσιο (δημόσιο) και το Δήμο σχετικά με τη βιβλιοθήκη. Ο Δήμος διεκδικεί τη βιβλιοθήκη ως δική του, αφού χρόνια τη συντηρούσε και η κεντρική διοίκηση που επιχειρεί να περιορίσει τις αρμοδιότητες των δήμων την αναφέρει ως σχολική. Το θέμα λύνεται οριστικά το 1926 οπότε η βιβλιοθήκη του Γυμνασίου μετατρέπεται  σε δημοτική βιβλιοθήκη της Ερμούπολης, μια από τις σημαντικότερες και σήμερα της χώρας.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Κονστράξιον



Διαβάζω ένα υπέροχο ποίημα του Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς για ένα χρησιμοποιημένο προφυλακτικό έξω από ένα γραφείο κηδειών. Και ανακαλύπτω πως η ποίηση είναι τελικά νόθο παιδί της προφύλαξης.

***
η φωτογραφία είναι του Bruce Davidson

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Η μέσα βροχή και ο Άγιος Βασίλης από την Αιθιοπία


 Πρωινό των Φώτων. Μέρα θολή. Στα παράθυρα χτυπάει σαν χειροκρότημα η βροχή. Το αυτοκίνητο τρέχει στην Αττική Οδό. Μια κασέτα τραγουδάει "τα χρόνια φεύγουν θες δεν θες/ σαν των ματιών σου τις βαφές". Κι εσύ δακρύζεις. Η κασέτα γράφει "Μελωδία FM, 1998". Τη βρήκα σε ένα ντουλάπι προχθές.

***

Βράδυ Σαββάτου. Νύχτα θολή. Η πόλη πνίγεται στον καπνό. Στην αυλή μιας οικογενειακής ταβέρνας ένα αγόρι κι ένα κορίτσι μιλούν για τον Άγιο Βασίλη. Εκείνη του λέει πως δεν υπάρχει. Εκείνος πως τον έχει δει. Μέσα στο μαγαζί οι γονείς τους συζητούν για την Αριστερά και τις εκλογές που θα 'ρθουν. Κι ύστερα έρχεται αυτός ο άντρας με το παράξενο όνομα (που δεν μπορείς να το θυμηθείς) από την Αιθιοπία. Κάθεται μαζί τους, δεν θέλει φαΐ, παρέα θέλει. Έχει κι αυτός ένα παιδί στη χώρα του (που του λείπει πολύ) τους λέει στ' αγγλικά. Εκείνα τον ρωτούν για τον Άγιο Βασίλη.

Οι δρόμοι είναι στολισμένοι, η πόλη θολή. Φωτάκια αναβοσβήνουν στα μπαλκόνια. Τελειώνουν οι γιορτές των Χριστουγέννων.

Οι βιβλιοθήκες και η έρευνα



[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 5/1/2013]



Οι βιβλιοθήκες και οι υπηρεσίες τους είναι βασικός πυλώνας της έρευνας, επομένως βασικός πυλώνας της οικονομικής ανάπτυξης. Όχι για λόγους θολούς, αλλά γιατί ο ερευνητικός ρόλος των βιβλιοθηκών είναι σήμερα πανίσχυρος. αφού παρέχουν πρόσβαση στα διεθνή επιστημονικά δεδομένα που ιλιγγιωδώς αναπτύσσονται ή οργανώνει τη γνώση αυτή.

Το ελληνικό παράδειγμα σε αυτό το πεδίο είναι σχετικά αδύναμο, αν και οφείλουμε να πούμε πως όποτε δόθηκε η ευκαιρία, το ειδικευμένο προσωπικό υπήρχε για να λειτουργήσει και το εκπαιδευτικό περιβάλλον των επιστημόνων της πληροφόρησης προωθούσε με καλπασμό τις προοπτικές αυτές.

Ξεκινώντας από τις σχολικές βιβλιοθήκες δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις ανατροπές που επέφεραν, όπου και για όσο λειτούργησαν με ειδικευμένο προσωπικό, καθώς για πρώτη φορά φάνηκε να σχεδιάζεται μια αλλαγή στην εκπαιδευτική νοοτροπία και σε επίπεδο θεμελιωδών δομών. Η βιβλιοθήκη στο σχολείο «καταργεί» τη μονοθεματικότητα, καλλιεργεί το ερευνητικό πνεύμα εις βάρος της άγονης παπαγαλίας, πλήττει δημιουργικά την αυθεντία του διδάσκοντα, επιβάλλοντας και επιτρέποντάς του να εξελίσσεται διαρκώς. Οι σχολικές βιβλιοθήκες ωστόσο σύντομα έμπλεξαν στα συντεχνιακά προσκόμματα, τα οικονομικά συμφέροντα εξωθεσμικών παραγόντων και, ως αποτέλεσμα της αδιαφορίας μιας σειράς «αρμοδίων» υπουργών παιδείας, τελικά έκλεισαν.

Επόμενο στάδιο είναι οι ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, η ατμομηχανή της έρευνας. Οι ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες ευτύχησαν να έχουν χρηματοδότηση, γρήγορα εκσυγχρονίστηκαν, πρωτοπορώντας στις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα τόσο στην προτυποποίηση, όσο και στην τεχνολογική ανάπτυξη. Η χρηματοδοτούμενη από την Ε.Ε. ανάπτυξη των εν λόγω βιβλιοθηκών όμως μάλλον επανάπαυσε το ελληνικό κράτος και σε συνδυασμό με την έλλειψη σχεδιασμού στα λοιπά πανεπιστημιακά πεδία οδήγησε στη σταδιακή επιβράδυνση της εξέλιξης. Καθοριστικό σημείο της πορείας αυτής είναι δε η απόλυση μεγάλου αριθμού βιβλιοθηκονόμων με την πρόσφατη «αποστελέχωση» των υπηρεσιών των πανεπιστημίων της χώρας.

Τρίτο στάδιο είναι οι βιβλιοθήκες των ερευνητικών κέντρων, οι οποίες ακολούθησαν την πορεία των κέντρων αυτές τις δεκαετίες: δημιουργία χωρίς σχεδιασμό, στελέχωση χωρίς σχεδιασμό, έργο χωρίς σχεδιασμό, υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση, απαξίωση, κλείσιμο και συγχωνεύσεις. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως ούτε καν η επιχειρηματική ή τραπεζική λειτουργία αξιοποίησαν ποτέ τις βιβλιοθήκες (με ελάχιστα παραδείγματα πχ η Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης τη δεκαετία του ’80), παρά τη διεθνή πρακτική και την εγχώρια διαθεσιμότητα ειδικών. Ιδιαίτερα οι τράπεζες ανέπτυξαν βιβλιοθήκες μόνο στο πλαίσιο των πολιτιστικών οργανισμών τους και δεν μπήκαν ποτέ στη διαδικασία να δημιουργήσουν υπηρεσίες που θα οργανώνουν απαιτητικά τη δευτερογενή και πρωτογενή πληροφόρηση.

Πρέπει πια ο χώρος των βιβλιοθηκών να διατυπώσει το λόγο του και να εξηγήσει στην κοινωνία και τα πολιτικά κόμματα ποιος είναι ο ρόλος των βιβλιοθηκών στην ερευνητική και αναπτυξιακή πορεία. Ειδικά τώρα.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Μια πρωτοχρονιάτικη ιστορία: Δίπλα στο τζάκι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παραμύθι. Ίσως το κοριτσάκι με τα σπίρτα, ο μολυβένιος στρατιώτης ή ο ευτυχισμένος πρίγκηπας. Καθόταν σε ένα σκαμνί δίπλα στο τζάκι, από το οποίο κρέμονταν οι κάλτσες μας ένα βράδυ πρωτοχρονιάς του ’80. Φαινόταν ήρεμο, ήρεμα φαίνονται πάντα τα παραμύθια. Και μου χαμογέλασε με ένα μυστήριο χαμόγελο όταν τις πρώτες ώρες της καινούριας χρονιάς μπήκαμε στο σπίτι και τρέξαμε να δούμε τι έφερε ο Άγιος Βασίλης.

Τα χρόνια πέρασαν, τα παραμύθια μεγάλωσαν, έγιναν μυθιστορήματα, έχασαν την ηρεμία τους και το χαμόγελό τους, ως και αυτό το τέλος που συνήθως έχουν φαινόταν πια τώρα να είναι αμφίβολο. Οι κάλτσες μας μεγάλωσαν κι αυτές, μαζί με αυτές κι εμείς θέλω να πω. Κι έγινα βιβλιοθηκάριος, όχι για να οργανώνω τη γνώση εδώ που τα λέμε, αλλά για να μπορώ να ψάχνω στα ορυχεία της φαντασίας τα σπίρτα που θα ζεστάνουν ένα όνειρο, το στρατιώτη που θα αγαπήσει μια μπαλαρίνα, το άγαλμα που θα γιατρέψει τους απελπισμένους. Χρόνια τώρα σκάβω τις σελίδες των βιβλίων, όμως είναι φτωχά τα κοιτάσματα που βρίσκω.


Κι έτσι κάθομαι (ανήσυχος κάπως) δίπλα στο τζάκι και αφηγούμαι στα παιδιά μου ιστορίες που θα τελειώσουν κάποτε με ένα «κι εμείς καλύτερα».

|***

Ήταν μια ενδιαφέρουσα συνάντηση στην "Αυγή", αυτό που λένε "περάσαμε ωραία" ,  Μαζευτήκαμε μια ομάδα φίλων και οργανώσαμε ένα ακόμη δι-ιστολογικό αφιέρωμα που αυτή τη φορά φιλοξενείται σε μια φιλόξενη εφημερίδα. Ευχαριστούμε την Πόλυ για την εμπιστοσύνη. Διαβάστε τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του 2013 και τις πρωτοχρονιάτικες του 2014...

Οι χριστουγεννιάτικες:

Κυνοκέφαλοι: Media Vox
Το Βυτίο: Ικανοποίηση
Ο Τσαλαπετεινός: Πενήντα γουλιές Χριστούγεννα
Ποδηλάτισσα: Δεν είναι το δέντρο μου
Ιφιμέδεια: Η μαγική μου σφαίρα
Ο ήχος του ανέμου: η Νεογλώσσα και ο Λόγος

Οι πρωτοχρονιάτικες:

Το ερυθρό καγκουρώ: Να πρατιγάρεις στο Κάρντιφ
Silencrossing: Σκορπισμένοι
Τα χαμένα επεισόδια: Εκεί που κρέμεται η κλωστή
Αναγεννημένη: Γιορτές; Όχι δα
Rubies and clouds (RubinakiM): Το εκκρεμές
Rubies and clouds (Nefosis): Προσμονή
George le Nonce: Poor flesh, sad bone
Το καραντί: Δεν ξέρει ο κόσμος να ζει, κατέβα να πάμε μαζί
Passionflower: Τα Πάνω-Κάτω
Αντιδρασέξ: Χριστουγεννιάτικη (;) αλληλεγγύη!
Μπανάνα: Μπεν Μαρί

Υπάρχει και μια ιστορία που μας την πήραν οι καλικάντζαροι. Αυτή:
Kizilkum: Καλειδοσκόπιο

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Σχεδιάζοντας την εκχχώρηση

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 29/12/2013]


Μετά από καλή προετοιμασία της κοινής γνώμης, δηλώσεις σχετικά με την κατάσταση της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ρεπορτάζ που υμνούν την πρωτοπορία των χορηγών – και έμμεσα υποδεικνύουν ως ένοχο της αφάνειας και της στασιμότητας το ελληνικό κράτος – ανακοινώθηκε πριν λίγες μέρες η επέκταση της συνεργασίας της κορυφαίας βιβλιοθήκης της χώρας με το Ίδρυμα Νιάρχου.

Το Υπουργείο Παιδείας και η Εφορεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης αποδέχονται ότι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις μεταστέγασής της, την προετοιμασία που πρέπει να γίνει και αποφασίζουν να αναθέσουν την πρωτοβουλία και γι’ αυτή τη δουλειά στο Ίδρυμα, το οποίο επιπροσθέτως αναλαμβάνει και την εκπαίδευση του ελλιπέστατου προσωπικού, την «αναβάθμιση των ψηφιακών και άλλων υπηρεσιών» και την προπαγάνδα του εγχειρήματος. Το πλαίσιο συνεργασίας επεκτείνεται, σύμφωνα με την απόφαση που ανακοινώθηκε στον Τύπο, και σε πεδία που θα οριστούν από την ίδια τη Βιβλιοθήκη συν τω χρόνω.

Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η απόφαση; Καταρχάς την ανενδοίαστη αποδοχή της κυβέρνησης ότι απαλλάσσεται από το αδιάφορο γι’ αυτήν βάρος του σχεδιασμού  και της υλοποίησης πολιτικής βιβλιοθηκών για τη χώρα, εκχωρώντας ουσιαστικά τις ευθύνες γι’ αυτήν σε έναν άνθρωπο και στην ομάδα του, το διευθυντή του «Κέντρου Πολιτισμού» και το Ίδρυμα Νιάρχου. Ότι εκχωρεί την ουσιαστική διοίκηση της κορυφαίας βιβλιοθήκης της χώρας σε ένα ίδρυμα, δηλώνοντας την αδιαφορία της και για την ουσιαστική επίλυση  του προβλήματος στελέχωσης και υποδομών που δυσχεραίνει την αποστολή ενός τέτοιου ιδρύματος, όπως είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη της χώρας. Αναγκάζει τον υπό εκλογή νέο διευθυντή της να υποταχθεί στην απόφαση και το σχεδιασμό που ξαφνικά ανακοινώθηκε, θέτοντάς τον υφιστάμενο των ανθρώπων του Ιδρύματος Νιάρχου και εφαρμοστή των αποφάσεών τους.

Ποιος ευθύνεται λοιπόν για την κατάσταση εδώ που φτάσαμε; Σύμφωνα με τον Στ. Ζουμπουλάκη, έφορο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, η «πελατειακή αντίληψη του πολιτικού μας συστήματος», δηλαδή συλλήβδην οι πολιτικοί και οι ψηφοφόροι τους. Προφανώς και αυτοί που κυβέρνησαν, και αυτοί που αντιπολιτεύτηκαν… Και αφού καταδικάσουμε το πολιτικό σύστημα σε πολιτική εκδήλωση της ΔΗΜΑΡ, προχωρούμε την κριτική μας και στον ερευνητικό, πανεπιστημιακό χώρο που ουδέποτε χρησιμοποίησε τις βιβλιοθήκες και τις διεκδίκησε. Το μόνο που μας μένει πια είναι οι χορηγοί, γιατί έτσι λέμε θα πιεστεί το ελληνικό κράτος (το κράτος, όχι οι κυβερνήσεις του) να αναλάβει τις ευθύνες του.

Το θέμα βέβαια δεν είναι τι κάνει και πως το προετοιμάζει ο πανταχού παρών χορηγός, ούτε η ευκολία και ανευθυνότητα των κυβερνήσεων που αδιαφόρησαν για το βιβλίο, την ανάγνωση και τις βιβλιοθήκες. Το θέμα είναι τι θα κάνει η κυβέρνηση της Αριστεράς, όταν λάβει τη λαϊκή εντολή να κυβερνήσει.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Πρόσωπο της χρονιάς (2013)


Επιλέγω κάθε χρόνο το πρόσωπο που θεωρώ πως συμπυκνώνει όσα η χρονιά που πέρασε καθόρισε σε συλλογικό επίπεδο. Φέτος δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το γνώριμο εδώ και δεκαετίες πρόσωπο της ΕΡΤ. Στη δημόσια κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση χρωστάμε μεγάλο μέρος των συγκινήσεων, της γνώσης και της γνώμης μας, της ψυχαγωγίας και της ενημέρωσής μας, της μνήμης, της θαλπωρής, τη συντροφιάς, του νόστου, της διασκέδασής μας. Από αυτήν είδαμε κι ακούσαμε τις πρώτες παιδικές εκπομπές, αυτή μας συντρόφεψε κάτι κυριακάτικα απογεύματα παίζοντας παλιά λαϊκά, με αυτήν μελαγχολήσαμε Κυριακές βράδυ ακούγοντας την "Αθλητική Κυριακή", σε αυτήν ακούσαμε πιτσιρίκια και ύστερα πάλι φαντάροι θεατρικές παραστάσεις, αυτή μας ταξίδεψε στις ψυχές του πολιτισμού μας, αυτή ήταν το παράθυρό μας στον κόσμο.

Αυτή την ΕΡΤ, ίσως τον ισχυρότερο θεσμό της συλλογικής μας έκφρασης και μνήμης θέλησε φέτος η κυβέρνηση να εξαφανίσει. Χτυπώντας την ΕΡΤ θέλησε να δώσει το ισχυρότερο χτύπημα στην κοινωνική συνοχή, διέλυσε το βασικό κορμό του πολιτισμού μας, έστειλε το μήνυμα πως είναι έτοιμη να διαλύσει τα πάντα- όπως και κάνει.

Η ΕΡΤ αντιστάθηκε. Αντισταθήκαμε κι εμείς μαζί της, Και πολλοί καλλιτέχνες, και πνευματικοί άνθρωποι. Όχι όλοι.

Όχι όλοι...

Η ΕΡΤ, σκέφτομαι, το τελευταίο που μας έδωσε ήταν μια ευκαιρία να εξεγερθούμε...

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Το χάσμα της λήθης

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 22/12/2013]


Στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης βρέθηκαν μετά την απελευθέρωση δεκάδες κείμενα θαμμένα σε απίθανα σημεία, σε κουτιά και μπουκάλια. Κάποιοι ελάχιστοι από όσους ελάχιστους σώθηκαν υπέδειξαν τα σημεία όπου τα είχαν θάψει ως έγκλειστοι, πολλά επίσης από όσα βρέθηκαν, εντοπίστηκαν τυχαία σε εργασίες συντήρησης των στρατοπέδων. Πολλά είναι τα κείμενα που γράφτηκαν αμέσως ή τις δεκαετίες μετά το «Ολοκαύτωμα» και αποτέλεσαν μαρτυρίες των «διασωθέντων» ή στοχασμό πάνω στο βίωμα.

Η τρέχουσα γνώση των Ελλήνων πάνω σε αυτό το θέμα είναι εξαιρετικά φτωχή  και περιορισμένη στην τυχαία και συναισθηματική προσέγγιση των σχετικών κινηματογραφικών ταινιών. Μοιάζει παράδοξο για την Ελλάδα να μην ξέρει (να μην ενδιαφέρεται να μάθει) τι έγιναν οι δεκάδες χιλιάδες εβραίοι της που χάθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης. Εξηγείται ίσως· η ιστορική γνώση στη χώρα μας αποκτάται κατά κανόνα ως εθνική κατήχηση στα σχολικά χρόνια. Υπάρχει και το θέμα του βίου και της πολιτείας του μεταπολεμικού κράτους του Ισραήλ που τοποθετεί την ελληνική κοινή γνώμη απέναντι σε ό,τι εβραϊκό. Για την περίπτωση των υπόλοιπων κατηγοριών θυμάτων (τσιγγάνους, ομοφυλόφιλους) το μαύρο σκοτάδι περιγράφει κατά προσέγγιση μόνο την γνώση και το ενδιαφέρον μας…

Μοιάζει να δημιουργείται πάλι αυτό το παράδοξο, το χάσμα, ανάμεσα σε αυτόν που γράφοντας, απελπισμένα προσπαθεί να διατηρήσει στο χρόνο τη σκέψη και το συναίσθημα πάνω στο βίωμα, και σε αυτόν που ανεξάρτητα από την ποιότητα της μαρτυρίας δεν θέλει να μάθει. Η συζήτηση ξεφεύγει και σε άσχετα θέματα, ας πούμε πόσο αντέχει η ανθρωπότητα να χωνεύει τα παρελθόντα και όσα τώρα συνεχώς προστίθενται με την προσδοκία της διαιώνισης. Τι δεν έχει γραφτεί, τι περιμένει να γραφτεί που δεν έχει ήδη ειπωθεί; Γράφουμε για να μάθουμε ή γράφουμε γιατί έχουμε ανάγκη να γράψουμε;


Αν μπορούσα να προτείνω κάτι άξιο ανάγνωσης πάντως – και ίσως στην πεπατημένη των εορταστικών βιβλιοπροτάσεων – θα συνιστούσα κάποια βιβλία για το θέμα των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης και των Ελλήνων Εβραίων σε αυτά: την «Ιστορία των Ελλήνων Εβραίων» της E. Fleming (Οδυσσέας, 2009), «Το Ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Ελλήνων Εβραίων» της Φρ. Αμπατζοπούλου (Επίκεντρο, 2007), το «Έλληνας, Εβραίος και Αριστερός» του Μ. Μ. Μπουρλά (Νησίδες, 2000), το “Sonderkommando: από την κόλαση των θαλάμων αερίου» του Σλόμο Βενέτσια (Πατάκης 2008) και βέβαια το «Μαουτχάουζεν» του Καμπανέλλη. Αν μπορούσα, θα έβαζα σε κάθε βιβλιοθήκη της χώρας τα βιβλία του Πρίμο Λέβι και του Jean Amery. Για να χτίσουμε γέφυρα πάνω απ’το χάσμα της λήθης.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Η γυναίκα που ξύπνησε


Μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα ξύπνησε στο όνειρο του άντρα της. Ισχυριζόταν πως κάποιος ή κάποιοι την είχαν πάει εκεί, πως κανείς δεν τη ρώτησε, πως προφανώς τη μετέφεραν την ώρα που κοιμόταν. Άρχισε να φωνάζει πως θέλει να φύγει - εξάλλου το όνειρο του άντρα της δεν ήταν δικό της -  εκτός των άλλων τα πράγματα που γίνονταν εκεί την έβρισκαν εντελώς αντίθετη. Όπως και να 'ναι όμως ήθελε να φύγει. Με τις φωνές της ωστόσο εκείνος δεν ξυπνούσε. Αυτό ήταν κάτι για το οποίο χρόνια τον κατηγορούσε πως το κάνει σκόπιμα. Θεωρούσε (οφείλουμε να πούμε εντελώς ανόητα) πως αν εκείνος ξυπνήσει, θα σταματήσει να κοιμάται. Και πως (επίσης ανόητα) όποιος ξυπνάει σταματάει να ονειρεύεται.

Κάποτε η γυναίκα κουράστηκε και ξάπλωσε κάπου μέσα του και αποκοιμήθηκε. Έκτοτε δεν ξαναξύπνησε ποτέ, όμως τώρα πια κοιμόταν στο δικό της όνειρο.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Ένα πρωινό του 1908

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 15/12/2013]



Στη χάρτινή επικράτειά μου συμβαίνουν πολλά. Συχνά επαναλαμβάνουν την ηχώ τους γεγονότα παλιά, κάθε φορά που αιχμαλωτίζω βιβλία προσπαθώντας να οργανώσω την γνώση και τη φαντασία του κόσμου σε θέματα και ράφια και αριθμούς. Γεγονότα που σε τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν τα σημερινά, εξίσου αχρησιμοποίητα όμως, όσο κι αν καθόρισαν κάπως την πορεία της ανθρωπότητας.

Κι εκεί που έχεις συνηθίσει να οργανώνεις διεκπεραιωτικά σαν ληξίαρχος την ιστορία, πέφτει το βλέμμα σου στο λόγο ενός αρχηγού κόμματος το 1908 στην Κόρινθο. Αν δεν ήταν να ξέρεις πως έχεις μπροστά σου ένα βιβλίο με τίτλο «η ανά την Πελοπόννησον πολιτική περιοδεία του αρχηγού του Εθνικού κόμματος κ. Κυριακούλη Π. Μαυρομιχάλη κατά Οκτώβριον του 1908» και η γλώσσα αν ήταν καθαρισμένη από τις αρχαΐζουσες καταβολές της, θα μπορούσες να φανταστείς πως ακούς στο you tube μια ομιλία του. Τσίπρα. 

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (1849-1916) υπήρξε για λίγους μήνες του 1909 πρωθυπουργός της Ελλάδας διορισμένος από τους στρατιωτικούς επαναστάτες του Κινήματος στο Γουδί. 6.30 πρωινή ώρα της 18ης Οκτωβρίου του 1908 επιβιβάζεται στην αμαξοστοιχία που τρεις ώρες μετά τον αφήνει στην Κόρινθο. Εκεί τον περιμένει «πλήθος κόσμου», στου οποίου το καλωσόρισμα αντιφωνεί και τα εξής: 

«. η αλήθεια είνε ότι περιέστημεν και ως Κράτος, και ως Έθνος εις κρισιμώτατον σημείον του εθνικού ημών βίου, εγκυμονούντος μεγάλους κινδύνους διά την χώραν ημών - και ότι συνεπώς ουδεμία πλέον επιτρέπεται αναβολή προς λήψιν μέτρων ριζικών, προς άρσιν των μεγάλων δεινών, τα οποία εδημιούργησεν η παρατεταμένη κυβερνητική ατασθαλία. Ποία δε είνε τα θύματα της τοιάυτης καταστάσεως; Σεις, αγαπητοί συμπολίται, ο πολυπαθής δηλονότι ελληνικός λαός. Μην περιμένετε όμως να σας είπωμεν ότι θέλομεν δυνηθή τα πάντα να διορθώσωμεν εν ακαρεί, ως επουράνιοι θαυματουργοί. Όχι, τούτο δεν θέλετε ποτέ ακούσει εκ του στόματος ημών. Καθόσον εάν πάσχη ο Ελληνικός Λαός κυρίως, και πρωτίστως πάσχει εκ της ατιμωρησίας των παρανομούντων και των εγκληματούντων.» 

Τα παιχνίδια με την ιστορία είναι βέβαια επικίνδυνα, και οι προβολές σε άλλες περιόδους και φάσεις της πολιτικής μας ιστορίας είναι τελείως αυθαίρετες και συχνά ανόητες. Εντάξει. Αν μπορέσουμε όμως, ας βάλουμε ένθετη στη σκέψη μας αυτή την παρατήρηση. Μοιάζει ή κενή περιεχομένου η επανάληψη των ίδιων επιχειρημάτων στους πολιτικούς λόγους έναν αιώνα τώρα ή ποτέ τελικά δεν διορθώσαμε ως λαός ούτε «εν ακαρεί», ούτε «συν τω χρόνω» τα έργα των παρανομούντων και των εγκληματούντων…

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

η σεξουαλική διαφώτισις...

Έψαχνα καιρό να συνδυάσω τμήματα ενός βιβλίου με εικόνες που θα επέλεγα εγώ: ο διάλογος θα ήταν αντιθετικός, αλλά με ποιο τρόπο; Το βιβλίο είναι μια "σεξουαλική διαφώτισις των νέων" - συντίθεται από ομιλίες του συγγραφέα του στη Σχολή Μονίμων υπαξιωματικών Πατρών τη δεκαετία του '50. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ο σκοταδισμός του -  μυρίζουμε τη σεξουαλική καταπίεση (περί αυτού πρόκειται) των προηγούμενων γενιών. Οπότε κρίνω πως δεν χρειάζεται περισσότερη κουβέντα. Ας παντρέψουμε τη βία της συντήρησης με την ομορφιά της τέχνης...

Γιάννης Ψυχοπαίδης



Παύλος Χαμπίδης


Τάσος Μαντζαβίνος


Μιχάλης Μαδένης


Εδουάρδος Σακαγιάν


Μιχάλης Ζησίου


Μιχάλης Μανουσάκης


Δημήτρης Παπαϊωάννου

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Η αφήγηση του φόβου


[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 8/12/2013]

Τελειώνει η Χούντα ποτέ; Πότε; Όταν ο αυταρχισμός αντικαθίσταται από τη λαϊκή βούληση; Πώς διαμορφώνεται η λαϊκή βούληση; Αυτόνομα ή με μηχανισμούς επιρροής που κάποιοι χειρίζονται; Ποιοι χειρίζονται τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τη λαϊκή βούληση, ο «λαός» ή όσοι κατέχουν το χρήμα και την εξουσία να στήνουν και να τροφοδοτούν τους μηχανισμούς επιρροής;

Τυπικά οι χούντες τελειώνουν, όταν ανατρέπονται. Και ανατρέπονται όταν ο λαός αποφασίζει πως είναι προς το συμφέρον του να τις ανατρέψει. Πολλή συζήτηση έχει γίνει για το σύνθημα της εποχής που λέει «πως η χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Πολλοί ενοχλούνται από αυτό, το κατηγορούν ως λαϊκίστικο και απολίτικο προπαγανδιστικό εργαλείο. Εύκολα αφορίζεις ένα σύνθημα, όμως αυτό θα επιμένει. Σαν το άλλο: «άμα κοπεί το ρεύμα, καταρρέει ο πολιτισμός σας». Δύσκολο πράγμα τα συνθήματα- τα συνθήματα είναι οι λαϊκές παροιμίες της εποχής μας. Αντί να τα λέει η γιαγιά δίπλα στο τζάκι, τα λέει ο απελπισμένος στους τοίχους της πόλης. Μήτρα των συνθημάτων ήταν νομίζω ο Μάης του ’68. Μου έχει κάνει εντύπωση η αμηχανία του Χάμπερμας να εξηγήσει το Μάη. Ο ευφυής ιστορικός έχω την αίσθηση πως δεν καταφέρνει να τον ερμηνεύσει με τα ιστορικά και μαρξιστικά εργαλεία του: τι τον γέννησε, τι ήταν εκείνο που απελευθέρωσε όλα αυτά στη Γαλλία της μεταπολεμικής «ευμάρειας», ποια ιστορικά και πολιτικά συγκείμενα συνέβαλαν στο χαρακτήρα της έκρηξης, ποια τα αποτελέσματα του Μάη (μιλάμε για νίκες;). Αντίστοιχη δυσκολία να εξηγήσουμε την έκρηξη του Δεκέμβρη του ‘08 στην Αθήνα. Μοιάζει παράδοξο να εκρήγνυσαι στον πρόλογο της Κρίσης και στο… κυρίως θέμα της να μένεις σχετικά αδρανής.

Ας πούμε πως οι ερωτήσεις είναι άγκυρες που ρίχνεις για να πιαστείς από κάπου να ξεκινήσεις την αφήγησή σου. Νομίζω πως κυρίαρχο αυτό τον καιρό είναι το κράτος του φόβου. Πως από την εποχή της αγανάκτησης περάσαμε στην εποχή όπου κυρίαρχη είναι η αγωνία της απώλειας. Πως πολιτικό εργαλείο έχει γίνει η βία του εκφοβισμού, η οποία εξασφαλίζει την ανοχή στις πολιτικές που εφαρμόζονται και τροφοδοτεί το μίσος σε όλο τον κοινωνικό χώρο. Καταλήγουμε με γοργό βήμα στην περιοχή όπου μοναδικός δεσμός μας θα είναι πλέον ο φόβος.


Ένας φίλος λέει πως πρέπει να μιλήσουμε έξω από τα δόντια για τη χούντα και την ανελευθερία που ζούμε όλοι μας κρυφά και σιωπηλά. Σιωπηλό βίωμα και φλύαρη περιγραφή νομίζω όμως πως δεν κουμπώνουν. Οι εξεγέρσεις είναι ίσως η αρμόζουσα αφήγηση

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Media Labern: απάντηση Β΄

Της Ντίνας Τρούτπεγλη (βιβλιοθηκονόμου)


Σκηνή 1η - πράξη 1η:
Μια ομάδα παιδιών της ΣΤ’ τάξης δημοτικού σχολείου της περιοχής έρχονται φασαριόζικα στη βιβλιοθήκη και ζητάνε να μπούνε στους υπολογιστές γιατί πρέπει να βρουν πληροφορίες για εργασία που τους έχει βάλει ο δάσκαλος. Τους λέω ότι σύμφωνα με τον κανονισμό της Βιβλιοθήκης (αλλά και σύμφωνα με τη λογική) δεν μπορούν να μπουν στο Internet χωρίς να συνοδεύονται από τον κηδεμόνα τους.

cut 1: Αναρωτιέμαι: γιατί, ενώ έρχονται στη Βιβλιοθήκη, το πρώτο πράγμα που τους έρχεται στο μυαλό είναι το Internet και όχι το βιβλίο ως πηγή πληροφοριών;
cut 2: Προβληματίζομαι: γιατί το παιδί, αν έρθει μόνο του στη Βιβλιοθήκη, να μην μπορεί να έχει πρόσβαση στο Internet, που μπορεί να είναι (με προϋποθέσεις) τόσο συναρπαστικό και χρήσιμο ως εργαλείο αναζήτησης και ανάκτησης πληροφοριών;

Σκηνή 1η - πράξη 2η: Βρίσκω στα παιδιά πληροφοριακά βιβλία από το παιδικό τμήμα της Βιβλιοθήκης. Τα μελετάνε, εντοπίζουν τις πληροφορίες που χρειάζονται (τους είχα πει πώς ό,τι δε βρουν θα το ψάξω εγώ στο Internet και θα τους το εκτυπώσω, αλλά τελικά δε χρειάστηκε), μου υποδεικνύουν τις σελίδες και τους βγάζω φωτοτυπίες. Χαρούμενα που τελικά ο στόχος επετεύχθη, ακόμη και χωρίς Internet, ετοιμάζονται να φύγουν, αλλά τους λέω ότι ξέχασαν κάτι πολύ σημαντικό: να σημειώσουν τις πηγές απ’ όπου πήραν τις πληροφορίες (ναι, το ξέρω, εκεί μάλλον με κοίταζαν σαν εξωγήινη). Τελικά, το έκαναν κι αυτό στο πλαίσιο των ερευνητικών τους καθηκόντων κι έφυγαν.

Σκηνή 2η – Πράξη 1η: Η Βιβλιοθήκη ανακοινώνει τη νέα υπηρεσία παροχής αντιγράφων επιστημονικών άρθρων μέσω του HEAL-Link. Την αμέσως επόμενη μέρα έρχεται μία φοιτήτρια, που σπουδάζει από απόσταση, και ψάχνει υλικό για την εργασία της στα ράφια της Βιβλιοθήκης (τις συλλογές του θεματικού της πεδίου τις έχει μάθει αρκετά καλά που πολλές φορές δε ζητάει καν τη βοήθειά μου για να εντοπίσει αυτό που θέλει). Την ενημερώνω για τη νέα υπηρεσία ελπίζοντας ότι θα έχω και τον πρώτο μου «πελάτη». Μου λέει πως δεν έχει υπ’ όψιν της κάποιο συγκεκριμένο άρθρο και ότι θα αρκεστεί στα βιβλία που θα βρει.

cut 1: Αναρωτιέμαι: γιατί, ενώ της παρέχω μια νέα δωρεάν υπηρεσία που θα της δώσει τη δυνατότητα να εμπλουτίσει την εργασία της με πληροφορίες ακριβοθώρητες και επίκαιρες, επιμένει να περιορίζεται στα βιβλία;
cut 2: Προβληματίζομαι: πρέπει να κάνω κάτι ως επαγγελματίας-βιβλιοθηκονόμος ώστε να προωθήσω αυτήν τη νέα υπηρεσία και να μη μείνει στα αζήτητα;

Σκηνή 2η - πράξη 2η: Η φοιτήτρια φεύγει με μια στοίβα βιβλία στην αγκαλιά της. Εγώ ξεκινάω να γράφω ένα μίνι-εγχειρίδιο χρήσης για ερευνητές-φοιτητές σχετικά με το τι είναι και πώς μπορούν να αξιοποιήσουν τη νέα υπηρεσία της Βιβλιοθήκης.

Σκηνή 3η: Διαβάζω το άρθρο του συναδέλφου Γιώργου Κατσαμάκη με τίτλο “Media labern” και ταυτίζομαι, μεταξύ άλλων, με έναν πολύ βασικό προβληματισμό: «Και τι γίνεται με το ουσιαστικό έργο τους; Ποιος το πληρώνει αυτό, το πληρώνει κανείς; Ποιος το προβάλει;»

Για μένα οι δύο πρώτες σκηνές συνιστούν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ουσιαστικού έργου των δημοσίων βιβλιοθηκών (δημοσίων με την έννοια του “public”), το οποίο, όμως, φαίνεται ότι δεν το έχουμε κατακτήσει στην ολότητά του. Και μάλιστα, δεν έχουμε καταφέρει όχι μόνο να αναπτύξουμε πλήρως και ομοιόμορφα τις υπηρεσίες αυτές, αλλά και στο βαθμό που το κάνουμε δεν τις επικοινωνούμε ώστε και περισσότερους χρήστες να προσελκύσουμε αλλά και να θωρακίσουμε τη βιωσιμότητα των υπηρεσιών μας. Ποιος φταίει; Μάλλον πολλοί, μεταξύ των οποίων και εμείς, οι επαγγελματίες του χώρου (στο σημείο αυτό ταυτίζομαι με το σχόλιο της κυρίας Τοράκη περί «αυτοαξιολόγησης»).

Τα Media Labs, που στάθηκαν η αφορμή για το άρθρο του συναδέλφου, συνιστούν μία καινούρια και πρωτόγνωρη υπηρεσία, όχι μόνο στο χώρο των βιβλιοθηκών. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τακτικές μάρκετινγκ στο χώρο των δημοσίων υπηρεσιών. Η υπερ-προβολή πολλούς μας ξενίζει, ειδικά όταν άμεσα και σαφώς προβάλλεται ο χορηγός. Είναι, όμως, λογικό: όπου υπάρχει χορηγός, υπάρχει και διαφήμιση. Ταυτόχρονα, όμως, διαφημίζεται και η δημόσια υπηρεσία προσφέροντας αναγνωρισιμότητα και κύρος. Θα καταφέρει, όμως, η υπηρεσία να ανταπεξέλθει στα διαφημιζόμενα (και να μην εκτεθεί); Θα καταφέρει να εντάξει τις νέες υπηρεσίες στην παραδοσιακή φιλοσοφία που διέπει τη λειτουργία της (και να μην αλλοιώσει το χαρακτήρα της); Θα καταφέρει να συνεχίσει να αναπτύσσει τις παραδοσιακές της λειτουργίες παράλληλα με τις νέες υπηρεσίες (και να μην καταλήξει με υπηρεσίες δύο ταχυτήτων); Εν τέλει, θα καταφέρει να αναπτύξει πλήρως και να διατηρήσει το χαρακτήρα της δημόσιας βιβλιοθήκης που παρέχει δωρεάν ποιοτικές υπηρεσίες πληροφόρησης, αξιοποιώντας όλα τα σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας και ταυτόχρονα να γίνει τόπος συνάθροισης και ανταλλαγής ιδεών;


Εδώ θα συμφωνήσω πάλι με το συνάδελφο, υπερθεματίζοντας την άποψη ότι χωρίς έμψυχο υλικό και θεσμική θωράκιση όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να γίνουν. Οι επαγγελματίες βιβλιοθηκονόμοι, που η απουσία τους είναι εκκωφαντική από τις δημόσιες βιβλιοθήκες (δυστυχώς σε λίγο καιρό και από τις ακαδημαϊκές) αλλά και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας, το οποίο είτε απουσιάζει πλήρως είτε όπου υπάρχει είναι διάτρητο, αποτελούν αναγκαία συστατικά για να πετύχει το όποιο εγχείρημα αναμόρφωσης των βιβλιοθηκών. Κι εδώ πρέπει να τονίσουμε την ανάγκη της καθολικής και ομοιογενούς ανάπτυξης όλων των δημοσίων βιβλιοθηκών και όχι ορισμένων, διότι καταργείται το δικαίωμα των ίσων ευκαιριών.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Media Labern: απάντηση Α΄

Τις επόμενες μέρες θα φιλοξενηθούν κείμενα συναδέλφων που απαντούν ή συνδιαλέγονται με το αρχικό κείμενο του "Βιβλιοθηκάριου". Είναι μια προσπάθεια για συζήτηση σε όσα γίνονται αυτό τον καιρό στο χώρο μας. Μια συζήτηση που πρέπει να γίνει.

Ο συντάκτης του πρώτου κειμένου επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος- οφείλω να σεβαστώ την επιθυμία αυτή.


Διαβάζοντας το post του Βιβλιοθηκάριου, δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην ανάγκη να σχολιάσω. Κάποιες πρώτες σκέψεις είναι οι ακόλουθες (σαν ανταπόκριση στην πρόσκληση της Κατερίνας Τοράκη για προβληματισμό και διάλογο πάνω στο θέμα). Θα προσπαθήσω να τις βάλω στη σειρά:

Τα μέσα κάνουν τη δουλειά τους και προφανώς πληρώνονται πολύ καλά γι' αυτή. Καταχωρήσεις που προωθούν το έργο ενός φορέα και κάποιων μόνο βιβλιοθηκών όχι γιατί μόνο αυτοί παράγουν αλλά γιατί μόνο αυτοί έχουν τους πόρους να διαφημίσουν το έργο τους είναι κάτι αναμενόμενο από έναν Τύπο που επίσης πλήττεται από την οικονομική κρίση και συνεπώς αναζητά ισχυρούς συμμάχους, όπως το Ίδρυμα Νιάρχου. Προσωπικά, θα συμφωνήσω μαζί σου Γιώργο ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι μειονέκτημα η όποια δράση έχουν οι βιβλιοθήκες απ’ όπου κι αν συντονίζεται και όπως κι αν αυτή πραγματοποιείται / υλοποιείται. Αλλά, όπως λες κι εσύ, οι βιβλιοθήκες είχαν δράση και πριν το Future Library και αν τις αφήσουν (και δεν τις κλείσουν - μια πολιτεία χωρίς χρήμα, βούληση και δύναμη να αντισταθεί σ’ αυτόν που εμφανίζεται ως μεγάλος χορηγός) θα συνεχίσουν να έχουν. 

Οφείλω να ομολογήσω, όμως, και την ύπαρξη ενός άλλου Τύπου που το τελευταίο διάστημα προωθεί και την εθελοντική προσπάθεια που κάνουν οι βιβλιοθηκονόμοι στους Λειψούς. Και κάτι μου λέει πως τα παιδιά εκεί, δεν πλήρωσαν για καμία καταχώρηση. Δεν ξέρω αν κάτι αλλάζει για τις βιβλιοθήκες προς το καλύτερο. 

Έχοντας αυτά τα δύο κατά νου, δεν ξέρω αν η λύση είναι να προωθείται το έργο 9 βιβλιοθηκών και τις υπόλοιπες της Ελλάδας να τις τρώει η μαρμάγκα επειδή δεν της ενέταξε κανείς σε ένα δίκτυο που πολύ αμφιβάλλω αν είναι και βιβλιοθηκονομικό εκτός από βιβλιοθηκών. Δεν το σκέφτομαι συντεχνιακά, παρόλο που με ενοχλεί η ιδέα του ότι δε μας νοιάζει αν την όποια καμπάνια σε μια βιβλιοθήκη δεν την τρέχει βιβλιοθηκονόμος ή τέλος πάντων κάποιος που προέρχεται από το χώρο της πληροφόρησης και που όλα πρέπει να στηρίζονται στις πλάτες εθελοντών, οι οποίοι φτάνουν σήμερα τα 30 χωρίς να έχουν κολλήσει ένσημο γιατί κανείς δε θα τους προσλάβει, όσο υπάρχουν εθελοντές που θα το κάνουν τζάμπα όπως αυτοί. Διαφωνώ, όμως, κάθετα με την ιδέα ότι οι ελληνικές βιβλιοθήκες είναι έτοιμες να γίνουν μόνο πολυχώροι διασκέδασης όταν πολλές από αυτές δεν έχουν καταφέρει να καλύψουν επαρκώς ως σήμερα άλλες ανάγκες των χρηστών τους, ανάγκες για τις οποίες δεν υπάρχει άλλος θεσμός να τις καλύψει. Γιατί να δίνω υπολογιστές στα παιδιά όταν δεν τα έχει μάθει κανείς να τους χρησιμοποιούν με ασφάλεια; Γιατί να τους δώσω ένα παιδότοπο όταν δεν έχουν άλλο χώρο για να αγαπήσουν το βιβλίο; Γιατί να επενδύσω σε δράσεις που θα φέρουν πολλαπλάσιο κόσμο όταν δεν έχω τις δομές να τον εξυπηρετήσω; Τι να κάνω την αύξηση της επισκεψιμότητας κατά 40-50% ή παραπάνω όταν η ανάπτυξη συλλογής εξαρτάται από το φιλελεήμον κοινό της βιβλιοθήκης και οι βιβλιοθήκες δεν έχουν προϋπολογισμό ή έχουν έναν ελάχιστο που δε φτάνει ούτε για τα πάγια έξοδα;

Αναγνωρίζω, όμως, ότι το Future Library ήρθε και κάλυψε ένα κενό. Κενό πολιτικής βούλησης, κενό ευσυνειδησίας (σε κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις), απουσίας ελπίδας σε κάποιες άλλες που ποτέ δεν είχαν πέσει στην αντίληψη των δημάρχων και πολιτευτών τους. Είναι όμως η λύση; Τι προβλέπουν αυτά τα μνημόνια και πόσο νόημα έχει όλες οι βιβλιοθήκες της Ελλάδας να κάνουν εκδηλώσεις copy paste σε μεγάλο βαθμό; Τόση έλλειψη πρωτοτυπίας; Και μιας και ανέφερα την λέξη πρωτοτυπία, αυτή η “καινοτομία” που συνεχώς προβάλλει το Future Library, θα ήταν καινή αν δεν ήταν αντιγραφή κάθε καινοτόμου δράσης που έχει εφαρμοστεί από την IFLA ή τις άλλες βιβλιοθήκες του κόσμου. Αλλά προφανώς το "μεγάλη μπουκιά φάε μεγάλο λόγο μη λες", δεν το έχει ακούσει κανείς απ’ όσους διαχειρίζεται τις δημόσιες σχέσεις τους και το μάρκετινγκ.

Και τώρα θα πιάσω το μεγαλύτερο αγκάθι σε όλη αυτή την δημοσιότητα που λαμβάνει το Ίδρυμα Νιάρχος: τη Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη. Δεν ξέρω από πού να το πιάσω; Από τα προβλήματα που ήδη έχει η “Παλιά” Εθνική Βιβλιοθήκη ή αυτά που θα αποκτήσει μετά τα εγκαίνια του νέου κτιρίου στο Φαληρικό Δέλτα; Επίσης, τι θα πει παλιά και τι νέα; Δεν είναι μία; Δηλαδή όταν μια οικογένεια μετακομίζει γίνεται άλλη οικογένεια μετά τη μετακόμιση; Επειδή θα έχει δύο μπάνια και τραπεζαρία αλλάζει η δομή της οικογένειας; Επειδή θα έχει χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα θα γίνει Εθνική της προκοπής; Ποιος έδωσε το δικαίωμα στους κυρίους του Ιδρύματος να αποφασίσουν τη δομή της; Γιατί η Εθνική μας βιβλιοθήκη να είναι και ερευνητική και δανειστική; Μήπως η Αττική δεν έχει δεκάδες εξαιρετικές δημοτικές και ερευνητικές σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το Δέλτα; Ειδικά σε ό,τι αφορά τις δανειστικές, που ο κ. Τροχόπουλος δηλώνει ότι δεν υπάρχουν στην Αθήνα, να τον ενημερώσω για τα ακόλουθα:

1. Το ΔΕΛΤΑ δεν είναι στην Αθήνα (δεν είναι στο Δήμο Αθηναίων - ο οποίος έχει δημοτική βιβλιοθήκη που τον έχει φιλοξενήσει και που συμμετέχει και στο Future Library, για να φρεσκάρω τη μνήμη του).

2. Ας ανοίξουν τα ματάκια τους να κοιτάξουν και από την άλλη πλευρά της Συγγρού και να δουν την απίστευτη βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Ευγενίδου, η οποία εδώ και χρόνια είναι ανοιχτή για το κοινό, εξίσου προσβάσιμη με το Δέλτα, δανειστική και άψογα οργανωμένη με εξειδικευμένο αλλά και γενικό περιεχόμενο και με χώρους κατάλληλους για υποδοχή και υποδομές κατάλληλες για εξυπηρέτηση ΑμεΑ. 

3. Αν με το Αθήνα εννοούμε όλη την Αττική, χωρίς να απομακρυνθώ από το Δέλτα (γεωγραφικά) να υπενθυμίσω στο Ίδρυμα Νιάρχος (και στην πολιτεία που το αφήνει να αλωνίζει και να κάνει κουμάντο) ότι βιβλιοθήκες έχουν σχεδόν όλοι οι δήμοι γύρω από το Δέλτα (πλην της Ν. Σμύρνης που το έχει στα προσεχώς). Για να μη σχολιάσω ότι ο κάτοικος του Μενιδίου, της Ελευσίνας και του Λαυρίου ή έστω της Γλυφάδας (για να έρθω σε μικρότερες αποστάσεις) της Δραπετσώνας, της Νίκαιας ή του Παπάγου και του κέντρου της Αθήνας δε θα ξεκουνηθεί να τρέχει να δανειστεί αλλάζοντας 2 και 3 συγκοινωνίες από την “Νέα” Εθνική ακόμα κι αν υλοποιηθούν τα σχέδια (δεν ξέρω σε ποιον να αποδώσω την έμπνευση) για συνέχεια ύπαρξης μόνο των “βιώσιμων” βιβλιοθηκών και κλείσιμο των υπολοίπων που τώρα βρίσκονται στις γειτονιές τους.

Επίσης, αν η Εθνική είναι δανειστική και ερευνητική, ποιος θα βγάζει την εθνική βιβλιογραφία (που θα ’πρεπε να τη βγάζει εδώ και αιώνες και δεν τη βγάζει ακόμα), ποιος θα αναλάβει τα authorities που η Library of Congress ζητά τη σφραγίδα της για να δεχθεί μια διόρθωση ελληνικής επικεφαλίδας στους καταλόγους της κι η Εθνική είναι πάντα απούσα; Πώς η παιδική χαρά που θα φτιάξουν θα θυμίζει στα παιδιά ότι το βιβλίο τους κάνει καλό και μπορεί να είναι μια μορφή διασκέδασης και οι βιβλιοθήκες υπάρχουν όχι γιατί είναι άλλος ένας παιδότοπος αλλά γιατί τους προσφέρει αυτό το κάτι επιπλέον; Και τι σημαίνει τ’ ότι το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος θα έχει την εποπτεία του χώρου για 80 χρόνια; Και τι θα πει δίκτυο δημοτικών και δημοσίων βιβλιοθηκών; Αυτοί που με τόση ευκολία αντιγράφουν σχεδιάκια του εξωτερικού, δε μου δίνουν λίγη βιβλιογραφία και case studies όπου ένα ίδρυμα, μη θεσμικός φορέας διαχειρίζεται τέτοιο δίκτυο; Από πού κι ως πού αποφασίζουν από κοινού τη δομή, τις υπηρεσίες, το διευθυντή της βιβλιοθήκης; Με προβληματίζει η χάραξη εθνικής πολιτικής βιβλιοθηκών χωρίς να ερωτώνται οι βιβλιοθήκες και οι βιβλιοθηκονόμοι. Με εξοργίζει η λήψη αποφάσεων με επιδεικτική αδιαφορία για την άποψη όσων αφορά και όσων θα κληθούν να την υλοποιήσουν. Καλοί οι managers αλλά τι στην ευχή, μια ζωή σ’ αυτή τη χώρα, σχεδιάζουμε πράγματα χωρίς ανάλυση κοινότητας; Σχεδιασμός χωρίς προηγούμενη γνώση των αναγκών; Δηλαδή ποιος είπε στην “πολιτεία” (καλά… όχι ότι την υπολογίζει και τη ρωτάει κανείς έτσι που έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά της δεξιά κι αριστερά) και στο Ίδρυμα Νιάρχος ότι ο μέσος πολίτης αυτή τη στιγμή χρειάζεται παιδική χαρά; 

Κλείνοντας, θέλω να πω ότι τα γράφω όλα αυτά με μεγάλο εκνευρισμό γιατί παρατηρώ εδώ και μήνες, βιβλιοθήκες και βιβλιοθηκονόμους να προωθούν μέσω των σελίδων τους και των κοινωνικών δικτύων όλα αυτά τα πληρωμένα δημοσιεύματα χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι με αυτό δεν είναι η βιβλιοθήκη τους αλλά το Ίδρυμα αυτό στο οποίο προσφέρουν υπηρεσίες. Αντίθετα, για τις βιβλιοθήκες τους, λειτουργούν δυσφημιστικά στην πραγματικότητα, αν σκεφτεί κανείς ότι αυτό που περνάει στον κόσμο είναι ότι είχαν ανάγκη το Future Library για να κινητοποιηθούν και να δουλέψουν (και με την οργή που τρέφει ο κόσμος για τους δημοσίους υπαλλήλους τέτοια συμπεράσματα δεν είναι δύσκολο να επαχθούν έστω και αυθαίρετα). Να δω, όμως, όλος αυτός ο κόσμος που πίνει νερό στο όνομα του Future Library και του χρυσού χορηγού “Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος” τι θα λέει όταν αυτά τα δύο: 1) αποφασίσουν ότι η βιβλιοθήκη τους δεν είναι βιώσιμη και άρα θα κλείσει γιατί μόνο τέτοιες θα μπουν στο δίκτυο της Εθνικής ή 2) θα πάψουν να χρηματοδοτούν καμπάνιες, media labs και παιδικές χαρές και τότε θα τα δούμε όλα αυτά να ρημάζουν γιατί οι δήμοι και το υπουργείο Παιδείας (στο οποίο υπάγονται οι δημόσιες) δε θα έχουν λεφτά να τα συντηρήσουν, πώς θα κρατήσει το κοινό στις βιβλιοθήκες; Γιατί όταν το κοινό συνηθίσει σε κάποιες υπηρεσίες οι οποίες παύουν να προσφέρονται, δύσκολα θα επιστρέψει στη βιβλιοθήκη που θα του δίνει μόνο δανεισμό και πληροφορίες και μάλιστα περιεχομένου απαρχαιωμένου (καθώς πού λεφτά για βιβλία σε μια ψωροκώσταινα που ξιπάστηκε και έμαθαν τα οπίσθιά της σε Media Labs);