Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Μεγάλο Σάββατο


"Μα τι με θες;" - του είπε βγαίνοντας στην πίσω αυλή. " Έχω βάλει το λάδι για τα κεφτεδάκια. Θα κάψει". Της ζήτησε μόνο να τη βγάλει μια φωτογραφία με την καινούρια του μηχανή. Εκείνη του χαμογέλασε, πάντα χαμογελούσε στα καμώματά του. Στάθηκε δίπλα στη γλάστρα με την ορτανσία, δεν σκέφτηκε να βγάλει την ποδιά, κοίταξε ντροπαλά το μεταλλικό μαρκούτσι που θα την απαθανάτιζε, έδεσε τα χέρια μπροστά και έγινε πια φωτογραφία. Ύστερα μπήκε ξανά βιαστική στο σπίτι, έριξε τα κεφτεδάκια στο λάδι και τα χρόνια πέρασαν και πέθανε. Και τη θάψαν στο Δεύτερο Νεκροταφείο. Και έβαλαν στον τάφο επάνω τη φωτογραφία δίπλα στην ορτανσία με τα χέρια δεμένα μπροστά. Να κοιτάει ντροπαλά το μαρκούτσι που την απαθανάτιζε.

***
ο πίνακας είναι του Μιχάλη Μαδένη

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Μεγάλη Παρασκευή


Μια μέρα είδα στον ύπνο μου πως πετούσα. Ξυπνώντας δεν ήμουν στο κρεβάτι μου. Έκτοτε είμαι ένας τραυματισμένος άγγελος ή πουλί.

***
ο πίνακας είναι του Χρόνη Μπότσογλου

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Μεγάλη Τετάρτη


Ο πατέρας του πατέρα μου έλεγε πως ο ύπνος είναι που πάμε να κοροϊδέψουμε τους πεθαμένους. Όμως εγώ δεν θέλω άλλο να τους κοροϊδεύω.

***
ο πίνακας είναι του Χρήστου Παλλαντζά

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Μεγάλη Τρίτη


Οι σκιές μας σέρνονται μια ζωή σε τοίχους και δρόμους ψάχνοντας μια τρύπα να χωθούν. Πάντα το καταφέρνουν στο τέλος.

***
ο πίνακας είναι του Εδουάρδου Σακαγιάν

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Πουτανία


Μπήκε στο «Πέντε» στην Κυπριάδου, λίγο μετά βρήκε θέση και κάθισε. Στο σταθμό στην Αγία Βαρβάρα οι πιο πολλοί κατέβηκαν. Παίρνοντας την Πατησίων το τρόλεϊ ξαναγέμισε. Είχε ανοίξει το βιβλίο του και διάβαζε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο κι άφηνε το πρώτο φως της μέρας να φωτίσει το ανάπηρο μέσα του σιγά-σιγά. Σαν χάδι.

Στο ύψος της Κλωναρίδου πρέπει να μπήκε εκείνη. Γύρω στα 50, υπερβολικά λεπτή και νευρώδης, με βαμμένα ξανθά μαλλιά και απεριποίητη φτέρνα. Δεν θα την πρόσεχε έτσι απορροφημένος που ήταν στην ανάγνωση, αν δεν ξεκινούσε να μιλάει με μια παράξενη, κάπως στριγκή φωνή, που κάποιες φορές γινόταν αλλόκοσμα αργόσυρτη. Έλεγε για την πουτανία και τις πουτάνες τις Ουκρανές  που δεν ξέρουν να πουν «καλημέρα» και ύστερα πως δεν πρέπει να ζούνε εδώ αν δεν ξέρουν να πουν καλημέρα. Και ύστερα για τον πρωθυπουργό που πρέπει να τον κρεμάσουν που τους άνοιξε τις πόρτες και μπήκαν στη χώρα. Στη χώρα την Πουτανία. Είχε πιάσει μια γριά που έκανε το λάθος και την κοίταξε και της έδειχνε και της μιλούσε και η κακομοίρα η γριά ήταν απελπισμένη κι έκανε το σταυρό της κι έλεγε «Χριστέ μου φύλαγε».


Στο ύψος της Σταδίου πλέον φώναζε με την παράξενη φωνή της. Όλοι την άκουγαν και κανείς δεν μιλούσε. Μόνο η γριά έκανε το σταυρό της. Κι εκείνος είχε κλείσει το βιβλίο. Και κανείς δεν μιλούσε. Κι εκείνος σκέφτηκε πόσο παραβίασε η τρέλα της, ο παραλογισμός και η βία του, τις αντιστάσεις μας, πως αν κάποιος λογικός επιχειρούσε να ακουστεί μέσα σε αυτό το τρόλεϊ δεν θα το είχε καταφέρει, πόσο φοβόμαστε να αντισταθούμε στην τρέλα, πόσο αδύναμοι φανήκαμε να υποκριθούμε πως δεν ακούμε την τρελή στο κήρυγμα του μίσους ένα πρωινό του Απρίλη του δύο χιλιάδες δεκαέξι. Αν θες να σε ακούσουν και να σε φοβηθούν πρέπει να περάσεις απέναντι.

***
ο πίνακας είναι του Andrzej Wróblewski

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Τσαλάκωσε το χαρτί


Ο Γιώργος έφτιαχνε καραβάκια από χαρτί στα εγγόνια του. Ειδικά στη μικρή πρέπει να είχε φτιάξει εκατοντάδες, Η πρώτη ύλη του ήταν τα διαφημιστικά φυλλάδια που άφηναν στην είσοδο οι διάφοροι διανομείς. Εκείνη τα μάζευε και του τα έδινε και όλο το σπίτι γέμιζε ταξίδια φανταστικά και φουρτουνιασμένες θάλασσες. Τώρα όμως ησύχασε για πάντα η θάλασσα μέσα στο σπίτι μας και τα δρομολόγια σταμάτησαν. Χθες βγαίνοντας από το σπίτι έσκυψε να μαζέψει από το πλατύσκαλο το χαρτί κάποιου ενεχυροδανειστηρίου. «Τι το θες;» της είπε θυμωμένος ο πατέρας της. «Να φτιάξουμε καραβάκι!» του απάντησε, «φτιάχναμε καραβάκια με τον παππού…». «Τώρα πια δεν θα φτιάχνουμε» της είπε και τα μάτια του έγιναν μια φουρτουνιασμένη θάλασσα με καραβάκια ναυαγισμένα. Τσαλάκωσε το χαρτί και το πέταξε στον κάδο ανακύκλωσης.

***
ο πίνακας είναι του Αχιλλέα Χρηστίδη

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Οι βιβλιοθήκες ως εξωτικά φρούτα

[Αναδημοσίευση από άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στο Hit & Run]


Στη συνείδηση του εγχώριου ευρέος κοινού οι βιβλιοθήκες είναι περίπου σαν εξωτικά αξιοθέατα των αναπτυγμένων πολιτιστικά κρατών, οι ελληνικές δε, περιορίζονται μάλλον σε «πρωτοπόρες» πρωτοβουλίες οραματιστών που βγάζουν την… Ψωροκώσταινα από τον χαυνωτικό απομονωτισμό της. Με δυο λόγια οι βιβλιοθήκες είναι κάτι ιδιαίτερο που αξίζει να θαυμάζει κανείς… από μακριά. Ετούτο το στερεότυπο φαίνεται να καλλιεργείται απόλυτα από τα ΜΜΕ και τους πολλαπλασιαστές γνώμης που δρουν στον ψηφιακό ενημερωτικό κόσμο… Ένας αγαπημένος τίτλος πολιτιστικών κειμένων σχετικά με τις βιβλιοθήκες τα τελευταία χρόνια- θα τον έχετε δει και ίσως αναπαράγει κι εσείς ουκ ολίγες φορές – είναι «οι δέκα πιο ωραίες βιβλιοθήκες του κόσμου». Στοιχεία του τίτλου μπορεί κάθε φορά να διαφοροποιούνται (το επίθετο: σημαντικές, πρωτότυπες, παράξενες, πλούσιες… ή ο τόπος: της Ευρώπης, της Αθήνας, της Ελλάδας, της Βρετανίας…), όμως το νόημα είναι η επιφάνεια της εικόνας, η αρχιτεκτονική σε βάρος του περιεχομένου, η πρωτοτυπία σε βάρος των υπηρεσιών, η «πρωτοτυπία» σε αντίστιξη με τα στερεότυπα περί «σκονισμένων εγχώριων βιβλιοθηκών». Στη μεγάλη εικόνα για τις ελληνικές βιβλιοθήκες που με ποικίλους τρόπους επιχειρούμε να συνθέσουμε τα τελευταία χρόνια θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν και βιβλιοθήκες που υποστηρίζονται από ιδιωτικά ιδρύματα, οι οποίες χαίρουν προνομιακού ενδιαφέροντος από τα ΜΜΕ. Η εικόνα που αυτά μας δίνουν είναι επομένως ένας βαρύνων παράγοντας στην εικόνα που έχουν οι καταναλωτές των ΜΜΕ για τις βιβλιοθήκες.



Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που η πλούσια και κάποτε πολύ «ορεξάτη» βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη έχασε και την τελευταία βιβλιοθηκονόμο της. Η Βιβλιοθήκη ενός ιδιωτικού ιδρύματος που φημιζόταν τα προηγούμενα χρόνια για την… άπληστη και επιθετική αύξηση του περιεχομένου του, φάνηκε να επενδύει πολλά στη συγκέντρωση του υλικού, αλλά όχι στην οργάνωσή και τη διάθεσή του στους ερευνητές. Είναι πιο εύκολο να μασάς δωρεές από το να τις επεξεργάζεσαι και να τις αξιοποιείς, ειδικά αν η εξασφάλιση δωρεών γίνεται χωρίς εκτίμηση κόστους, σχέδιο, επεξεργασμένο όραμα και αποστολή. Οπότε έρχεται η στιγμή που τύποις και ουσιαστικά χρεοκοπείς. Σε παρόμοιο δρόμο κινδυνεύει να βαδίσει άλλη μία βιβλιοθήκη Ιδρύματος, αυτή του Ευγενίδου. Μια από τις σημαντικότερες και δυναμικότερες βιβλιοθήκες των τελευταίων χρόνων, που ανέπτυξαν χαμηλόφωνα αλλά ουσιαστικά και εντυπωσιακά υπηρεσίες και υλικό, και αποτελεί τη δεύτερη (αν όχι πρώτη) επιλογή για κάθε πολίτη του λεκανοπεδίου της Αττικής να δανειστεί βιβλία ή να τα μελετήσει σε ευχάριστους και κατάλληλους χώρους. Η μόνη μη δημοτική δανειστική βιβλιοθήκη για όλους στο Λεκανοπέδιο απέλυσε πρόσφατα δύο βιβλιοθηκονόμους (το Ευγενίδειο έχει απολύσει και άλλους εργαζόμενους τον τελευταίο καιρό) και υπάρχει φόβος πως θα υπάρξουν και άλλες απολύσεις στο μέλλον. Κατά την εκτίμηση ανθρώπων του κλάδου οι απολύσεις είναι συνέπεια της γειτνίασης με τη Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη του ΙΣΝ και της δημόσιας δανειστικής βιβλιοθήκης που θα περιέχει, η οποία φέρεται να επηρεάζει τη διοίκηση του Ιδρύματος Ευγενίδου στην αντίληψή της για το ρόλο, τη χρησιμότητα και τη χρηματοδότηση της βιβλιοθήκης τους.
  

Το τρίτο φρούτο αυτής της ιστορίας είναι φρέσκο, δεν είναι κάτι καινούριο, δεν φαίνεται να επιδιώκει καμιά πρωτοτυπία – μάλλον εμφανίζεται με έναν υπεροπτικό νέο-συντηρητισμό – έκανε ωστόσο μια χολιγουντιανού τύπου εμφάνιση στις πολιτιστικές σελίδες τόσο της «Καθημερινής» όσο και της «Αυγής» και λέγεται «Ιστορική Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Αικ. Λασκαρίδη». Πλούσιο «περιτύλιγμα», ένας πανέμορφος αρχιτεκτονικά χώρος, σπουδαία ονόματα ιδιωτικών συλλογών (αν και εδώ που τα λέμε, λίγο σόλοικο να ανακοινώνεις δωρεές που ακόμη δεν τις έχεις βάλει στο χέρι), παχιά λόγια και μεγαλοστομίες (πχ.: «Καμία πανεπιστημιακή ή ακαδημαϊκή βιβλιοθήκη, από τον 15ο αιώνα και μετά, δεν κατόρθωσε να διαθέτει σε βιβλιογραφικό επίπεδο την απαραίτητη πληρότητα που να καλύπτει συγκεκριμένο πεδίο γνώσης, σε σύγκριση και σε συνάρτηση με τη βιβλιοθήκη ενός λογίου»), αλλά και «κρυμμένες» λεπτομέρειες: σιδερένιες βέργες στα ράφια των βιβλιοθηκών δεν επιτρέπουν να πάρεις το βιβλίο, ωράρια επισκέψεων περιορισμένα και μόνο μετά από επικοινωνία, μη βιβλιοθηκονομική επεξεργασία του υλικού. Η Ιστορική Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικ. Λασκαρίδη φαίνεται να διαφημίζει τους δωρητές, αλλά όχι τα βιβλία τους, φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη βιβλιοθήκη ως εύθραυστη κιβωτό και όχι ως λειτουργικό χώρο, φαίνεται να αντιμετωπίζει το βιβλίο όχι ως αντικείμενο προς χρήση αλλά ως έκθεμα. Με την επικοινωνιακή και οικονομική δυναμική της δρα παραπλανητικά και αλλοιώνει το μήνυμα και την αξία της έννοιας της βιβλιοθήκης με πιο «αποτελεσματικό» τρόπο από οποιονδήποτε άλλο – το μήνυμά της φτάνει σε πολλούς, τους συναντά έτοιμους να αποδεχτούν την εικόνα και τον εξωτισμό αυτού του φρούτου.

Οι σημερινές συνθήκες εντός κι εκτός Ελλάδος στο χώρο των βιβλιοθηκών είναι δυστυχώς αδυσώπητες τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Στην Ελλάδα ενώ αναμένουμε τα φιλόδοξα σχέδια για το δίκτυο βιβλιοθηκών που θα συγκροτήσει η Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη, γνωρίζουμε ότι οι βιβλιοθήκες συνολικά χρηματοδοτούνται οριακά, αδυνατούν να αγοράσουν νέο υλικό στο σύνολό τους, είναι εξαιρετικά υποστελεχωμένες μετά από τις απολύσεις όλων των συμβασιούχων που εργάζονταν σε αυτές και τις συνταξιοδοτήσεις του όποιου ειδικευμένου ή μη μόνιμου προσωπικού τους, οι σχολικές είναι ουσιαστικά καμένη γη, οι ιατρικές και νοσοκομειακές βασίζονται στον… πατριωτισμό των λιγοστών ειδικευμένων, οι παιδικές είναι κλειστές, οι ερευνητικές αδυνατούν να ακολουθήσουν βιβλιογραφικά τις εξελίξεις, οι πανεπιστημιακές άλλοτε έχουν κι άλλοτε όχι πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων και στα ηλεκτρονικά περιοδικά… Ακόμη κι αν ξέρουμε να περιγράψουμε την κατάσταση, αδυνατούμε να την μετατρέψουμε όμως σε αμείλικτους αριθμούς: πόσες βιβλιοθήκες έκλεισαν στην Ελλάδα; Πόσοι εργάζονταν και πόσοι εργάζονται σε αυτές; Πόσα δαπανώνται για αγορά υλικού, εξοπλισμό και λειτουργικά έξοδα; Ποιος είναι ο πληθυσμός που εξυπηρετούν; Ποιο ποσοστό της επικράτειας καλύπτει η λειτουργία τους; Ποτέ δεν μπορέσαμε να περιγράψουμε με αριθμούς την κατάσταση, ούτε καν τις εποχές που τα ΕΣΠΑ μοιράζονταν αφειδώς, όπου και όπως μοιράζονταν.


Αντίθετα, στο Ηνωμένο Βασίλειο τα πράγματα περιγράφονται – και ας μην βιαστούμε να πούμε «άλλο η Βρετανία». Το BBC News σε άρθρο του για τις βρετανικές βιβλιοθήκες στις 29 Μαρτίου παρουσιάζει με απόλυτο τρόπο τη ζοφερή κατάσταση των βιβλιοθηκών στη Γηραιά Αλβιόνα: τα τελευταία 5 χρόνια το κλείσιμο εκατοντάδων βιβλιοθηκών (στο πλαίσιο ισχυρών περικοπών) είχε ως άμεση συνέπεια τη μείωση του συνολικού προσωπικού των βιβλιοθηκών κατά το ¼ . 343 βιβλιοθήκες (κτίρια και κινητές) έκλεισαν, 232 συγχωνεύτηκαν, και 111 αναμένεται άμεσα να κλείσουν. Ο αριθμός του προσωπικού ήταν 31.977 το 2010 και 24.044 σήμερα. Την ίδια στιγμή μια εντυπωσιακή άνοδος των εθελοντών φαίνεται να προσπαθεί να αντικαταστήσει την έλλειψη: 15861 άμισθοι/εθελοντές εργάστηκαν στις βιβλιοθήκες της Βρετανίας το 2010, οι διπλάσιοι (31403) το 2015. Επιπλέον στοιχεία φαίνεται να προκύπτουν και να καταγράφουν πολύ κακές εξελίξεις και στις συνήθειες των χρηστών των βιβλιοθηκών: μειώθηκε κατά 2/3 ο χρόνος που περνούν στους υπολογιστές των βιβλιοθηκών, σχεδόν σε κάθε περιοχή του Ηνωμένου Βασιλείου μειώθηκαν οι δανεισμοί του υλικού.

Φαίνεται πως τα διάφορα πειράματα που δοκιμάζονται εντός κι εκτός Ελλάδας για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της Κρίσης και των φιλελεύθερων πολιτικών για περικοπές στη χρηματοδότηση των πολιτιστικών οργανισμών δεν έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Στην καλύτερη περίπτωση αποτελούν πρόσκαιρο μαξιλάρι, στη χειρότερη βασικό μοχλό ιδιωτικοποίησης (μέσω συμπράξεων με εταιρείες και υιοθεσίας από χορηγικά ιδρύματα) και αλλοίωσης του παιδευτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού τους ρόλου. Αξίζει επομένως να επιστρέψουμε τον προβληματισμό και τη μαχητική διεκδίκησή μας στην απαίτηση για δημόσιες βιβλιοθήκες, πλήρως εξοπλισμένες, σύγχρονες, δωρεάν και πλήρως στελεχωμένες και να μην σπαταλάμε τις δυνάμεις μας σε λύσεις-ασπιρίνη. Για να το πούμε επιγραμματικά: οι χορηγίες και ο εθελοντισμός είναι ασπιρίνη που δεν γιατρεύει τον καρκίνο των πολιτιστικών οργανισμών. Αν νομίζουμε εμείς και οι κυβερνήσεις πως η ασπιρίνη θα πολεμήσει την αρρώστια κάνουμε μεγάλο κακό, όχι μόνο γιατί δεν εργαζόμαστε για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, αλλά και γιατί συνεργούμε στη διαιώνιση και την επιδείνωση της κατάστασης.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Μονόπρακτα (σε αυτή την πόλη)


Πάνω σε ένα άδειο βάθρο (για κάποιο άγαλμα που δεν στήθηκε ποτέ ή
που κάποια στιγμή θα στηθεί) έξω από την Ακαδημία Αθηνών
Ένας λερός και άστεγος τοξικοξαρτημένος άντρας σήμερα
Έχυσε ηρωίνη στις φλέβες του αδιάφορος για τον κόσμο γύρω του
Που επίσης αδιαφορεί γι’ αυτόν

Στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών
Μια μαμά φωτογράφισε το γιο της, ο μικρός χαμογελούσε στο φακό

Ένας καλοντυμένος άντρας στη Σταδίου που φορούσε κοστούμι
Και περπατούσε με τη σιγουριά των 30 του χρόνων
Πως κάθε μέρα γαμάει τον κόσμο
Κοίταξε επίμονα την τεράστια διαφήμιση ενός καλοντυμένου άντρα που
Φορούσε κοστούμι με τη σιγουριά των 30 του χρόνων
Πως κάθε μέρα γαμάει τον κόσμο

Μια ομάδα τουριστών περίμενε στον κουλουρά
Σταδίου και Καραγιώργη Σερβίας να αγοράσει κουλούρι Θεσσαλονίκης
(τόποι και λαοί μπερδεμένοι από παλιά)

Ένας νεκρός πήγε (τον πήγαν) στην τελευταία του κατοικία
Στο Δεύτερο Νεκροταφείο – αριθμός τάφου 14861 αριθμός ταυτότητας αριθμός μητρώου κοινωνικής ασφάλισης αριθμός φορολογικού μητρώου
Και η άνοιξη τριγύρω εκρήγνυται στις νεραντζιές - νεραντζούλα
Φουντωμένη που ‘ναι τ’ άνθη σου.

Σε αυτή την πόλη παίζουμε τα ατομικά μας μονόπρακτα κάθε μέρα
Με κάποια ποίηση στο λόγο μας και μια θεατρικότητα

Στην κίνησή μας

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Το παραμύθι της ανάπηρης κούκλας


Μια φορά ήταν μια παλιά κούκλα σε ένα παζάρι. Τις Κυριακές ντυνόταν το καλό της φουστάνι και καθόταν πάνω σε μια απλωμένη κουβέρτα, ανάμεσα στα ράθυμα πόδια των ανθρώπων και στα αρπαχτικά τους μάτια που αναζητούν επίμονα τις ευκαιρίες. Γύρω της ποικίλα σπαράγματα ξένων ζωών, ρημαγμένων νοικοκυριών, τραυματισμένα από τα χρόνια και τους ανθρώπους, διαθέσιμα για μια τελευταία χρήση μέχρι το θάνατο. Ραγισμένα βάζα, γύψινα μπιμπελό, παλιές φωτογραφικές μηχανές, ορειχάλκινα γουδιά, καρφίτσες και παράσημα ελληνικά και ξένα, μετάλλια και διαμνημονεύσεις,  βιβλία κάθε είδους, λάμπες λαδιού και φωτιστικά, κάδρα με ζωγραφιές και αυτοκινητάκια, ιατρικά εργαλεία, γυαλιά από πολυέλαιους, γραμμόφωνα και δίσκοι βινυλίου.


Ξάφνου στάθηκε μπροστά της ένα όμορφο, χαρούμενο κοριτσάκι. Έδειξε την κούκλα σε έναν κύριο που της κρατούσε το χέρι. «Κοίτα μπαμπά μια ανάπηρη κούκλα» του είπε. Κι ύστερα φύγαν από ‘κει και πήγαν κι έφαγαν παγωτό στη λιακάδα και τα χείλια τους γέμισαν σοκολάτα και γελούσαν κι ήταν σαν να είχαν και οι δύο ένα γλυκό μουστάκι ή ένα μεγάλο περίγραμμα γύρω από το στόμα, όπως των κλόουν. Που πριν την παράσταση ζωγραφίζουν ένα τεράστιο χαμόγελο να κρύβει την αναπηρία της ευτυχίας τους. Ή να την αναδεικνύει τελοσπάντων.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Καρτ-ποστάλ με χαρταετούς


Να ξέρεις. Θα μου λείψει πολύ που δεν θα ξαναφτιάξουμε χαρταετό μαζί. Είναι παράξενο που δεν έμαθα τόσα χρόνια δίπλα σου να φτιάχνω, αλλά διάλεγα τα χρώματα και σχεδίαζα τα σχήματα κι ύστερα εσύ έφτιαχνες το σκελετό και τέντωνες τις πετονιές και κόβαμε τις κόλλες το χαρτί με τα μαθηματικά των ουρανών και λωρίδες τα πολύχρωμα στολίδια της ουράς. Και ανήμερα την Καθαρά Δευτέρα βγαίναμε περήφανοι στο δρόμο που είχαμε το δικό μας χαρταετό και παίρναμε τα βουνά να τον πετάξουμε. Θυμώνω με μένα  ξέρεις. Που δεν έμαθα.

Γιώργος

***
Ο πίνακας είναι του Σπ. Βασιλείου

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Αυτός κι ο άλλος (θεατρική δοκιμή για το Νάρκισσο)


Σκηνή 1η:
Α: (στον Β) Ποιος είναι αυτός; (δείχνει τον Γ)
Β: (Στον Α) Αυτός ή ο άλλος; (δείχνει εναλλάξ τον Γ και τον Δ)
Γ. (Στον Δ) Εμένα είπε «αυτό» αυτός; (δείχνει τον Α)
Δ. (Στον Γ) Και ο άλλος (δείχνει τον Β)
Β. (Στον Α.) Εμένα είπε «άλλο» αυτός; (δείχνει τον Δ)
Α. (Στον Β) Αυτός (δείχνει τον Δ) ή ο άλλος; (Δείχνει τον Γ)
Γ. (Στον Δ) Εμένα είπε «άλλο» αυτός; (Δείχνει τον Β)
Δ. (στον Γ) Αυτός (Δείχνει τον Α) ή ο άλλος; (Δείχνει τον Β)
Γ. (Στον Δ) Ο άλλος είναι αυτός (δείχνει τον Α)
Δ. (Στον Γ) Αυτός είναι ο άλλος (δείχνει τον Β)
Α. (Στον Β) Εμένα είπε «άλλο» αυτός; (δείχνει τον Γ)
Β. Ο άλλος (δείχνει τον Δ)
Α. (Στον Β) Εσύ είσαι ο άλλος. Εγώ είμαι αυτός. Αυτός είναι ο άλλος (Δείχνει τον Δ) και ο άλλος είναι αυτός (Δείχνει τον Γ)
Β. (Στον Α.) Εγώ είμαι αυτός. Εσύ είσαι ο άλλος. Ο άλλος είναι αυτός (Δείχνει τον Δ) και αυτός είναι ο άλλος (Δείχνει τον Γ)
Δ. (Στον Γ) Εγώ δεν είμαι αυτός που λέει ο άλλος (Δείχνει τον Α).
Γ. (Στον Δ) Αυτός (δείχνει τον Β).
Β. (Στον Γ) Εγώ είμαι ο άλλος
Α. (Στον Δ) Αυτός (δείχνει τον Β)
Δ (Στον Α) Ο άλλος (δείχνει τον Γ)
Α. (Στον Β) Ποιος είναι αυτός; (δείχνει τον Γ)
Β. (Στον Α) Ο άλλος (Δείχνει τον Δ)
Γ. (Στον Δ) Εμένα είπε άλλο αυτός; (δείχνει τον Α)
Δ. (Στον Γ) Ο άλλος (δείχνει τον Α.)
Γ. (Στον Δ) Κι ο άλλος; (δείχνει τον Β)
Δ. (Στον Γ) Κι αυτός (Δείχνει τον Β)
Β. (Στον Δ) Εγώ είμαι ο άλλος που λέει ο άλλος (δείχνει τον Γ) και κανένας άλλος
Α. (Στον Γ) Εγώ είμαι ο άλλος που λέει ο άλλος (δείχνει τον Δ) και κανένας άλλος
Δ. (Στον Β) Εγώ είμαι ο άλλος που λέει ο άλλος (δείχνει τον Α) και κανένας άλλος
Γ. (Στον Α) Εγώ είμαι ο άλλος που λέει ο άλλος (δείχνει τον Β) και κανένας άλλος

Σκηνή 2η:
Ε. (Στον Α) Ποιος είναι αυτός; (Δείχνει τον Β)
Α. Ποιος;
Ε. Αυτός! (Δείχνει τον Β)
Α. Ο άλλος
Ε. Όχι ο άλλος (δείχνει τον Γ). Αυτός σου λέω (δείχνει τον Β)
Α. Ο άλλος.
Ε. Ο άλλος είναι αυτός (δείχνει τον Γ)
Α. Αυτός (δείχνει τον Γ) είναι ο άλλος
Ε. Όχι αυτός (δείχνει τον Γ) ο άλλος
Α. Ποιος άλλος;
Ε. Αυτός (δείχνει τον Β)
Α. Αυτός είναι ο άλλος

Σκηνή 3:
Β. Ποιος είναι αυτός (Δείχνει τον Ε) που είναι με τον άλλο;
Γ. Ποιον άλλο;
Β. Αυτόν (δείχνει τον Α)
Γ. Αυτός (δείχνει τον Α) δεν είναι αυτός
Β. Ποιος είναι αυτός; (δείχνει τον Α)
Γ. Δεν είναι αυτός, αυτός (δείχνει τον Α). Είναι ο άλλος
Β. Ποιος είναι ο άλλος;
Γ. Αυτός (δείχνει τον Α)
Β. Κι αυτός; (δείχνει τον Ε)
Γ. Ο άλλος

***
ο πίνακας έχει τίτλο "Narcissus" και είναι της Ivana de Vivanco 

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Από χαμόγελο σε χαμόγελο μερικά χέρια δρόμο μονάχα



Όλα ξεκίνησαν από ένα τηλεφώνημα και ένα μήνυμα στο facebook: “Με πήρε η μάνα τηλέφωνο από την Κόρινθο. Να της βρω φορτηγό και ανθρώπους να πάμε να μαζέψουμε 50 κλούβες πορτοκάλια και να τα πάμε να τα διανείμουμε στους πρόσφυγες στον Πειραιά.” Μέσα σε λίγες ώρες είχαν βρεθεί τα χέρια που θα μάζευαν τα πορτοκάλια, ένας φίλος βρήκε πώς θα συσκευαστούν, αμέσως αγόρασε τα σακιά και πρότεινε σε μια ψηφιακή πλατφόρμα μεταφορών (την JoinCargo) να βοηθήσει.




Η Join Cargo βρήκε τον αλληλέγγυο οδηγό που ήρθε από την Αθήνα, φόρτωσε το φορτηγό του και πήγε τα πορτοκάλια στον Πειραιά. Την Πέμπτη 3 Μαρτίου 12 άνθρωποι συνεργαστήκαμε για να μαζευτεί, να συσκευαστεί, να μεταφερθεί, να δοθεί και να διανεμηθεί ένας τόνος πορτοκάλια.

Την Κόρινθο και τον Πειραιά τους ένωσαν μερικά χέρια και η θέληση για αλληλεγγύη.








Στις δύο άκρες χαμόγελα. Η αγροτική επαρχία μπορεί να βοηθήσει τους ξεριζωμένους πρόσφυγες. Ακόμη και με την παραγωγή που μένει αδιάθετη. Αρκεί η θέληση να γίνει πράξη. Η αλληλεγγύη έχει πρόσωπο και χέρια. Πρόσωπο γιατί ως μονάδες εκκινούμε και μονάδες συναντάμε, χέρια γιατί η αλληλεγγύη είναι αλυσίδα, συνεργασία, πράξη, συνεννόηση.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Ο Δίας


Τις τελευταίες μέρες ο Δίας μονάχα κοιτούσε. Ή άκουγε. Ή προσπαθούσε να δει και να ακούσει. Είχε σταματήσει να τρώει. Δεν σηκωνόταν, δεν περπατούσε. Μόνο στεκόταν ξαπλωμένος έξω από το σπίτι του. Οι άνθρωποι του σπιτιού μάλλον ένοχα κινούνταν μπροστά του, ένιωθαν το βλέμμα του να τους αγκιστρώνει στο αναπόφευκτο φευγιό του. Ήταν πια 14 χρόνων. Ένα λυκόσκυλο που έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα θα μπορούσες να πεις. Και έσβησε χθες το πρωί.

Ήρθε στο πατρικό σπίτι αρχές του 2002. Όταν παντρευτήκαμε ο Δίας ήταν κουταβάκι, το δέσαμε αναγκαστικά στο πίσω μέρος του σπιτιού, το μπροστινό θα υποδεχόταν τους πολυάριθμους καλεσμένους μας. Ένας από αυτούς, ο πεθερός μου ο Γιώργος, τον πλησίαζε όλο το βράδυ, έπαιζε μαζί του, του μιλούσε, δεν το πολυχώνευε αυτό το δέσιμο και τον αποκλεισμό από τη γιορτή. Ύστερα από δυο χρόνια, τον Ιούνιο του 2004, κάναμε το πρώτο μας παιδί. Ο Δίας και ο Κωνσταντίνος γίναν φίλοι. Τα καλοκαίρια στην Κόρινθο ήταν για τον Κωστή ο παππούς, η θάλασσα, η γιαγιά και ο Δίας. Έτρεχαν μαζί, έκαναν κωλοτούμπες στο χορτάρι, κυνηγούσαν τη μπάλα, κρύβονταν, μιλούσαν (ο Κωστής με τη γλώσσα και ο Δίας με τα μάτια του). Τις πρώτες μέρες του καλοκαιριού και των διακοπών ο Δίας μας έφερνε στην αυλή σκοτωμένους αστρίτες και κωλοσαφράδες, αποδεικνύοντας πως ήξερε να προστατεύει το παιδί.


Τα χρόνια πέρασαν, το παιδί μεγάλωσε, γεννήθηκε και η μικρή, έμαθε κι εκείνη να ζει μαζί του, να παίζει με το γέρο, να του μιλάει. Για εκείνη τα καλοκαίρια στην Κόρινθο γίναν η γιαγιά, η θάλασσα, ο παππούς και ο Δίας. Τα Χριστούγεννα τον είδαμε όλοι τελευταία φορά. Η μάνα μας είπε πως δεν του μένει πολλή ζωή μέσα του. Ένας νέος σκύλος είχε εν τω μεταξύ μπει στην οικογένεια, ο Μόρτης. Αλητάκος και στα ντουζένια του. Ο Γιώργος, ο πεθερός μου, είχε αποχαιρετήσει το γέρο φεύγοντας τα Χριστούγεννα. Ένας διπλός αποχαιρετισμός, αφού κι εκείνος πέθανε πριν 10 μέρες. Πριν δέκα μέρες είπαμε στον Κωστή πως πέθανε ο παππούς. Χθες του είπαμε πως πέθανε και ο Δίας.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Ό,τι πιο μικρό να ήσουν


Να 'σουνα λέξη, η πιο μικρή να ήσουν, ένα διαζευκτικό "ή" έστω. Σε ένα τραγούδι. Να σε χαϊδέψει η μελωδία και μια αντρική φωνή να σε τραγουδήσει μέσα στη νύχτα. Σε ένα τραγούδι που να πονάει στην αρχή κι ύστερα να μην πονάει, μόνο μέσα στη μέθη του να αψηφάει το θάνατο και να χορεύει δακρυσμένο.

Να 'σουνα ένα αυτοκινητάκι μικρό, ξεχασμένο κάτω από το κρεβάτι. Που το άφησε ένα παιδί. Που τώρα φώλιασε στην αγκαλιά της μάνας του. Και μιλάει ασταμάτητα.

Να 'σουνα δρόμος που πάει στη λήθη.

Αχ!

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Ποδάρια έξω λοιπόν!


[Αναδημοσίευση κειμένου του "Βιβλιοθηκάριου" στο Hit & Run]*

*
* "(Με αφορμή τη συνέντευξη του Ζιγκμουντ Μπάουμαν στην εφημερίδα EL PAIS, όπου αναφέρεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λέγοντας πως «Τα κοινωνικά δίκτυα κάθε άλλο παρά μας μαθαίνουν να κάνουμε διάλογο αφού είναι τόσο εύκολο να αποφύγεις την αντιπαράθεση… Εξάλλου οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα για να συνδεθούν πραγματικά, ούτε για να διευρύνουν τους ορίζοντές τους, αλλά, αντίθετα, για να αυτο-περιοριοριστούν σε μία ζώνηάνεσης και ασφάλειας (comfort zone) όπου ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι η ηχώ της δικής τους φωνής, το μόνο πράγμα που βλέπουν είναι η αντανάκλαση του ίδιου τους του προσώπου» ζητήσαμε από ανθρώπους ενεργούς στα social media να μας πουν τη γνώμη τους πάνω σε αυτό.)"
*

Νομίζω πως ο παππούς, ο Μπάουμαν, έχει δίκιο. Και είναι λίγο εκνευριστικό αυτό. Υποψιάζομαι δε, πως μάλλον δεν είναι χρήστης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Είναι σαν τους παπούδες τους δικούς μας που μας κοροϊδεύουν όταν βγάζουμε σέλφι, ή όταν καρφωνόμαστε στις οθόνες κινητών, τάμπλετ, λάπτοπ και υπολογιστών, όταν “μας αρέσει” με ρυθμό πολυβόλου στο σκρολλάρισμα ό,τι «ανεβάζουν” οι φίλοι μας. Που μας ρωτούν “γιατί τα κάνετε όλα αυτά”, γιατί “δεν βγαίνετε έξω να μιλήσετε με κανέναν άνθρωπο, να διασκεδάσετε, να φλερτάρετε”;

Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπήκα ως μονάδα. Με κάποια πράγματα στο κεφάλι μου που τα νόμιζα “κοινή πεποίθηση”: είμαι ο εκδότης του εαυτού μου, γράφω όσα έχω μέσα μου, σπάω τη σιωπή των παραδοσιακών μέσων για μια σειρά από ζητήματα και οπτικές, απευθύνομαι στη γενιά μου, συγκροτώ μέτωπο. Εν αρχή ήταν τα blog. Μικρές μονάδες με μικρά “εγώ” που άρχισαν δειλά να γίνονται παρέες με ένα αρχικό κίνητρο να “διαβαστούν”. Οι παρέες μεγάλωσαν και τα εγώ επίσης. Κάποιοι έγραψαν βιβλία, κάποιοι «δημοσιογραφούν» κάποιοι σταμάτησαν να γράφουν. Οι επιβραβεύσεις, οι πλάκες, τα πεσίματα και οι τρολλιές πέρασαν από τα σχόλια των μπλογκ στις αναρτήσεις στο facebook. Το facebook έγινε κάπως σαν φαστφουντάδικο, γρήγορα να φάμε προτυποποιημένο φαγητό, σε ευχάριστο χώρο κι ύστερα να φύγουμε. Γρήγορα κατάλαβες πως πιο εύκολα τσιμπάς like με μια φωτογραφία που δείχνει τα ποδάρια σου, παρά με ένα λινκ που ο άλλος, ο «φίλος» δεν θα ανοίξει ποτέ από το κινητό ή το τάμπλετ του για να διαβάσει ένα μακρύ, στοχαστικό ή μη κείμενο. Και ύστερα πήγες στο twitter, σαν να πηγαίνεις γήπεδο ήταν: οι άλλοι παίζουν μπάλα κι εσύ βρίζεις την πουτάνα τη μάνα του διαιτητή. Τρελό ξεκαύλωμα. Σαν μαλακία μάλλον. Θέλω να πω… μια γρήγορη εύκολη ανακούφιση. Που να χωρέσουν χάδια και προκαταρκτικά σε 140 γράμματα; Σε όλα αυτά βάλε και τις συνθήκες γύρω: η οικονομική και πολιτική κρίση, η ανάγκη για αντίλογο, ο Δεκέμβρης του ’08, το Σύνταγμα και οι Αγανακτισμένοι, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Αριστερά, το «ΟΧΙ» και η συνθηκολόγηση, η ήττα. Ο αντίλογός μας στην κυριαρχία των ΜΜΕ ήταν η κόλλα που μας έδεσε. Ασκηθήκαμε στον αντίλογο, και είναι κακή αρχή για να πας στο λόγο. Πόσο μάλλον στο διάλογο, τον οποίο δεν επιδιώξαμε ποτέ νομίζω. Ούτε οι απέναντι εξάλλου (δεν τον είχαν ανάγκη, ούτε εξασκήθηκαν ποτέ σε αυτόν έχοντας τα ΜΜΕ στα χέρια τους).

Προφανώς το πρόβλημα είναι δομικό με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά εκτός από το κλίμα φταίει κι ο γάιδαρος. Δεν ήμασταν παρά ελάχιστες στιγμές «κοινότητα». Όταν το θελήσαμε. Όμως οι στιγμές αυτές ήταν μάλλον μαγικές, ιδίως επειδή βασίστηκαν στην γραφή, την ανάγνωση και το σχολιασμό. Ήταν τέτοιες μέρες το 2011 (7 Φεβρουαρίου). Μια αρχική συζήτηση μεταξύ 7 μπλόγκερ για δι-ιστολογικό αφιέρωμα στο Φόβο, ως εργαλείο της πολιτικής εξουσίας, έγινε αφιέρωμα 116 ανθρώπων που έγραψαν ταυτόχρονα και ανάρτησαν ένα κείμενο με αυτό το θέμα. Ήταν δύσκολο να συνεννοηθούμε, τσακωθήκαμε τις παραμονές, είπαμε λόγια βαριά. Αλλά βγήκαμε όλοι μαζί μπροστά. Να πούμε πως δεν πρέπει να φοβηθούμε, πως πρέπει να αντισταθούμε στο φόβο που παλεύει να μας νικήσει. Δεν είναι η μόνη στιγμή. Μέσα από τα blog γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους ή μάλλον ενδιαφέροντα κείμενα. Δεν είναι λίγο αυτό.

Έχω την αίσθηση πως ενώ στην αρχή μιλούσαμε για διαδικτυακές «περσόνες» σήμερα πια μιλάμε γι’ ανθρώπους που ξεγυμνώθηκαν – το αν η γύμνια αποκαλύπτει ομορφιές ή ασχήμιες είναι θέμα περιπτωσιακό κάθε φορά. Πάντως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι φαινόμενο με χαρακτηριστικά, με αιτίες και αποτελέσματα. Ταχύτητες και ποσότητες, ιδεολογικά σχήματα και συγκυρίες, χρήστες και δημιουργοί ψηφιακού περιεχομένου, διαμορφωτές και καταναλωτές τάσεων, αντιλήψεων, συνηθειών, αναλυτές και αναλυόμενοι… είναι πολλές οι παράμετροι αυτής της ιστορίας που εκτός από περιεχόμενο διακινεί και χρήμα, έχει κεφάλαιο που επενδύει και κερδίζει από όλα αυτά.


Δεν ξέρω. Ίσως να είναι καλύτερα τα καφενεία και οι παρέες, τα κλειδωμένα ημερολόγια και τα φωτογραφικά άλμπουμ στα ντουλάπια της βιβλιοθήκης μας. Ακόμη δεν ξέρω.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Αγκαλιά


Τρωτός. Αυτές τις μέρες είμαι τρωτός. Γυμνός, χωρίς πανοπλίες και μάσκες. Γυμνός αγαπάς πιο αληθινά τους ανθρώπους. Παραμορφώνουν το βλέμμα σου οι πανοπλίες. «Αγαπάς», ήθελα να πω «συγχωρείς», «καταλαβαίνεις»... Οι γυμνοί άνθρωποι είναι ωραίοι, - πάντα το πίστευα αυτό. Είναι ωραίοι χωρίς απαραίτητα να είναι καλοί ή σπουδαίοι, χρήσιμοι, εργατικοί, δίκαιοι ή ανοιχτόκαρδοι. Μονάχα αληθινοί, τραυματισμένοι. Η γύμνια τους είναι ένα τραύμα που χαίνει, η αλήθεια είναι ένα τραύμα εδώ που τα λέμε. Οι τραυματισμένοι άνθρωποι είναι ο καθρέφτης μου, αν θέλω τον κοιτώ, του μιλάω, ομολογώ τη συνενοχή μου με τους καθρέφτες μου. Αθώοι κι ένοχοι, τι σημασία έχει όταν είμαστε νικημένοι; Τους κοιτώ στο δρόμο. Άνθρωποι πολλοί, διαφορετικοί. Ένας ψηλός νέος με μούσι, μια μεσήλικη γυναίκα πολύ χοντρή, ένας λερός άστεγος άντρας, πρέπει να είναι άπλυτος χρόνια, κάθεται σε μία στάση στην Ασκληπιού. Πίσω του είναι μια γυναίκα – δεν είναι στα καλά της (γιατί ποιος είναι;), έχει απλώσει παράξενα αντικείμενα και κορδέλες στους θάμνους γύρω της (εκεί πίσω από το καθισμένο άγαλμα του Παλαμά στην Ακαδημίας) και μιλάει μόνη της – σαν μάγισσα που λέει ξόρκια που διώχνουν το κακό που επιμένει. Είναι κάτι γέροι ένα πρωί της προηγούμενης εβδομάδας, καθισμένοι σε ένα παγκάκι στην Πλατεία Παπαδιαμάντη, τους λούζει ο ήλιος κι εκείνοι συνομιλούν χαμηλόφωνα. Δεκάδες άνθρωποι, ανεβασμένοι σε μηχανάκια, μια κοπέλα που περπατούσε χορτασμένη έρωτα, μια στερημένη από έρωτα δασκάλα που χόρευε συνεχώς, ένας άντρας που χόρευε τους καημούς και τη μοναξιά του και τα ασήκωτα βάρη της ζωής του, μια άλλη γυναίκα που χόρευε μονάχα για τον άντρα της και μια γυναίκα, η δικιά μου γυναίκα, που χορεύει με χέρια ανοιχτά κοιτώντας πάντα ψηλά: καριόλη θεέ κοίταξέ με, χορεύω μαλάκα. Είναι ένα πόδι σε μια παλιά φωτογραφία, ένα χέρι που σε ακουμπάει στον ώμο. Και οι αγκαλιές. Οι αγκαλιές αυτών των ημερών. Που υποδέχονται. Έλα να σε πάρω αγκαλιά, μέσα μου τρέμει η ψυχή μου, ταράζονται οι παιδικές μου βεβαιότητες. Έλα να τη σκεπάσουμε, να τη θερμάνουμε με τη ζωή των σωμάτων μας. Έλα μαζί να χορέψουμε το χορό της απώλειας. Αγκαλιά. Νομίζω πως για να αγκαλιάζεις τον κόσμο πρέπει να είσαι γυμνός. Ανυπεράσπιστος. Χωρίς πανοπλία. Οι πανοπλίες δυσκολεύουν τις αγκαλιές. Η αγκαλιά είναι ο χορός της απώλειας

***
ο πίνακας είναι του Γεώργιου Ρόρρη

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Σε ένα ποταμάκι φωτεινό

Πιτσιρικάς που ήμουν κάπως έμπλεξα με  μια χορωδία, ή μάλλον με δύο. Και τελικά με καμία. Ήταν πάνω που άλλαζε η φωνή μου και το πράγμα μπερδεύτηκε άθελά μου. Πρώτα πήγα στην παιδική χορωδία, αλλά ήμουν μπάσος για παιδική. Οπότε μετά πήγα στους ενήλικους που ήταν χρόνια στο χορωδιακό κουρμπέτι... και η φωνή μου ήταν τενόρου μεν, αλλά παιδική και ασχημάτιστη. Οπότε κι εκεί άκουγα και δεν τραγουδούσα. Αφού βαρέθηκα να ακούω και να μην τραγουδώ στις χορωδίες της μικρής μας πόλης, αποφάσισα να φύγω. Κι εκεί τελείωσε η χορωδιακή μου... περιπέτεια. Χρόνια μετά βρεθήκαμε με τη Φάλια, τη μαέστρο πια και των 2 χορωδιών της πόλης. Της είπα τον καημό μου και γελάσαμε.

Δεν της είπα όμως πως από τότε θυμάμαι ένα γερμανικό τραγούδι που λέγανε. Το είχα μάθει, χωρίς βέβαια να καταλαβαίνω τι λέω. Και ακόμη το μουρμουράω καμιά φορά όταν είμαι μόνος μου. Σήμερα ήρθα στη δουλειά λοιπόν με το τρόλεϊ. Πήρα μαζί μου και το βιβλίο που διαβάζω αυτό τον καιρό, τη "Μίλενα από την Πράγα" της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν (μετάφραση: Τούλα Σιετή. Εκδ. Κίχλη & Τα Πράγματα, 2015). Σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου, που αναφέρεται στις εμπειρίες στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ, η Μπούμπερ-Νόυμαν γράφει τα εξής: "Κάποια Κυριακή, ο Ες Ες στο φυλάκιο ήταν στις καλές του και μας εξέπληξε ευχάριστα με μουσική. Κατηύθυνε τους ήχους του ραδιοφώνου προς το στρατόπεδο. Από τα μεγάφωνα αντηχούσε το "κουιντέτο της πέστροφας" του Σούμπερτ. Εντελώς μαγεμένες, περπατούσαμε πάνω κάτω στον κεντρικό δρόμο του στρατοπέδου στον ρυθμό της μουσικής, καταμεσής στις χιλιάδες ριγέ γυναίκες, σαν σε μακρύ εφιαλτικό κόρσο... από τα μεγάφωνα μετά τον Σούμπερτ ακολούθησαν τα μισητά ναζιστικά εμβατήρια". Η αφήγηση προχωράει με τις ηρωίδες να βρίσκουν διέξοδο σε ένα ιατρείο, να μένουν επιτέλους μόνες εκεί. "...Τα αδιαφανή, γραμμωτά τζάμια του δωματίου λαμπύριζαν και σπινθηροβολούσαν σαν ηλιόλουστη επιφάνεια λίμνης. Καθόμασταν δίπλα-δίπλα πάνω σε ένα τραπέζι με τα πόδια κρεμασμένα να αιωρούνται και είχαμε ξεχάσει όλη την προηγούμενη οργή. Όταν είσαι αναγκασμένος να κινείσαι πάντα μέσα σε πλήθος, το να είσαι μόνος σ' ένα δωμάτιο μετατρέπεται σε υπέρτατη απόλαυση. Είχα όρεξη για τραγούδι κι έπιασα να τερετίζω σιγανά: "In einem Bachlein helle..."*.

Ξαφνιάζομαι. "Αυτό το ξέρω" προλαβαίνω να σκεφτώ. Διαβάζω τη βιβλιογραφική παραπομπή: "Σε ποταμάκι φωτεινό...": ο πρώτος στίχος της πρώτης στροφής από το ποίημα "Die Forelle" ("η πέστροφα") του Σούμπαρτ (1739-1791), μελοποιημένο από τον Φραντς Σούμπερτ (1797-1828)...".

Ξέρω - ξέρω. Δεν είναι σπουδαία πράγματα αυτά, αυτά τα δύστυχα και παράξενα πρωινά ετούτου του χειμώνα. Νομίζω πως δεν μπορώ καν να μοιραστώ τέτοιες ιστορίες. Όμως για κάποιους παράξενους μάλλον λόγους είμαι τόσο χαρούμενος που ξανασυνάντησα ένα τραγούδι-σκευή της παιδικής μου ηλικίας. Ξέροντας πια πως είναι ένα τραγούδι του Σούμπερτ που μιλάει για μια πέστροφα σε ένα ποταμάκι.

Κατέβηκα από το τρόλεϊ τερετίζοντάς το κι εγώ. Ένα κρύο πρωινό του Γενάρη του 2016


Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Αναρχικά παλίμψηστα


Βλέποντας τους τοίχους αυτά τα χρόνια να στέκουν σκέφτομαι
«δεν τους γκρεμίσαμε,
αλλά τουλάχιστον γράψαμε πάνω τους συνθήματα».
Που τα σβήνει η βροχή.

Και οι νοικοκυραίοι

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Blue Monday


Είναι κι αυτή η θαλπωρή που σε τραβάει πίσω ή που δεν θέλει να φύγεις. Μην την αφήσεις, θα σου θυμώσει. Θα σου κρατήσει μούτρα. Οι θαλπωρές επιμένουν να γίνεται το δικό τους σαν κακομαθημένα μοναχοπαίδια. Είναι κι αυτή η θαλπωρή που σε παρακαλεί δευτεριάτικα, στα μέσα του Γενάρη, «μην βγεις έξω, κάνει παγωνιά. Κάτσε μαζί μου, σκεπάσου ως πάνω με το πάπλωμα κι αφήσου.». Δεν είναι η θαλπωρή. Είναι που θες να λυγίσεις μέσα στα σκεπάσματα, σαν έμβρυο, να κοιμηθείς, να μην σκέφτεσαι, να ζήσεις όσο περισσότερο γίνεται στον ύπνο σου και στα όνειρά σου. Να τα λέμε αυτά: πάντα σου άρεσε να κοιμάσαι, τώρα μάλλον το προτιμάς.


Είναι βέβαια και το άλλο. Που ξυπνούσες παλιότερα τις Δευτέρες καυλωμένος να κατακτήσεις τον κόσμο. Προχθές έγραψες στο… "τετράδιο νυχτός": "Μεγάλωσα – πολύ αργά για να πεθάνω νέος"

***
Ο πίνακας είναι του Mateja Petcovic

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Κομμάτια


Κομματάκια. Κομματάκια χαρτί. Λευκό χαρτί που τεμαχίζεις και τεμαχίζεις μέχρι να μην μπορείς άλλο να το μικρύνεις και να το πολλαπλασιάσεις. Παίρνεις μια κόλλα χαρτί, την κόβεις κομματάκια και τα σκορπάς, τα σκορπάς στο κεφάλι σου και στο γυμνό σου σώμα και όλο χαρά χοροπηδάς και τρέχεις φωνάζοντας «χιονίζει, χιονίζει»
Και ύστερα απότομα σταματάς. Γιατί γύρω σου κι άλλοι πολλοί κάνουν το ίδιο. Τρέχουν γυμνοί φωνάζοντας «χιονίζει-χιονίζει» σε σπίτια, βιβλιοθήκες, γραφεία, οικοδομές. Στους δρόμους και τις πλατείες. Με κομματάκια χαρτί μπερδεμένα στα μαλλιά τους. Κοίτα. Είμαστε όλοι κομμάτια πια , μας χώρισαν τον ένα από τον άλλο, μας έσκισαν φίλε μου, τώρα σκορπάμε σαν το λευκό χιόνι σε γυμνά κορμιά. Για να λιώσουμε αμέσως από τη θέρμη των σωμάτων και να ξεχαστεί που ήμασταν ένα μικρό λευκό χάδι πριν από λίγο.


Μια μέρα να ρωτήσουμε τη δασκάλα τι βαθμό έβαλε στη ζωή της ή αν παρέδωσε λευκή κόλλα.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Κομοδίνο


Ακούγοντάς τον να ροχαλίζει σκέφτηκες: "πιο πολύ θόρυβο έκανε στη ζωή του κοιμισμένος, παρά ξύπνιος".

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Πρόσωπο του 2015: ο Μικρός Πρίγκηπας της Λέσβου


Στριμώχνονται πολλά πράγματα στο λευκό χαρτί, στη λευκή οθόνη έστω. Και πράγματα που θέλω ή πρέπει να ειπωθούν και κυρίως αυτά που δεν θέλω να πω. Ο «Βιβλιοθηκάριος» σε λίγες μέρες συμπληρώνει  7 χρόνια διαδικτυακής παρουσίας και 721 αναρτήσεις. Τι νόημα έχει να συνεχίσω να υπάρχω μέσα σε αυτόν; Ποιον αφορούν αυτά που γράφω; Εν τω μεταξύ η «κοινότητα» των ιστολόγων έχασε τον ενθουσιασμό ή την πίστη της, έχασε το ενδιαφέρον της αλληλεπίδρασης, έχασε τη συνοχή της. Νιώθω λίγο μόνος πια ιστολογικά. Πολιτικά το 2015 ήταν μια χρονιά πυκνή, έγιναν πολλά, διαψεύστηκαν προσδοκίες, επιβεβαιώθηκαν κριτικές, προδόθηκαν ελπίδες από την πρώτη φορά Αριστερά στο κυβερνητικό τιμόνι. Όλο ετούτο διέλυσε φιλίες σε φυσική και ψηφιακή μορφή…, ειπώθηκαν κουβέντες, έγιναν επιθέσεις, αμφισβητήθηκαν προθέσεις. Μια κοινότητα ανθρώπων που μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προσπάθησε, και σε πολλές περιπτώσεις το πέτυχε, να δώσει έναν αγώνα λόγου απέναντι στις πολιτικές των τελευταίων χρόνων, στη βία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και στις τακτικές των οπαδών του, βρίσκεται πια σπασμένη σε ποικίλα κομμάτια από ‘δω κι από ‘κει, πικραμένη, θυμωμένη, παραιτημένη, σαρκαστική.

Δεν καβαλήσαμε την ιστορία, δεν ξεσηκώσαμε, δεν ενθουσιάσαμε, δεν ενεργοποιήσαμε, δεν συστρατεύσαμε ή κι αν το κάναμε με αυτό το περιβόητο «ΟΧΙ» του δημοψηφίσματος γρήγορα το μετατρέψαμε σε μια μοιραία παραδοχή και στη στρέβλωση της ίδιας της πραγματικότητας που επέβαλε ο συμβιβασμός μας. Η παλιά μου φίλη η Κροτ στο τελευταίο της ποστ λέει πως ίσως να πρέπει να παίρνουμε τα πράγματα ελαφρύτερα, τον εαυτό μας λιγότερο στα σοβαρά κι έτσι να διορθώνουμε γρηγορότερα τα λάθη μας. Με θύμωσε πολλές φορές φέτος η καλή μας Κροτ, όπως τότε που προέτρεψε να πέφτει ξύλο στους Συριζαίους στις πορείες. Κι άλλοι πολλοί με θύμωσαν και ίσως τους θύμωσα, εννοώ διαδικτυακοί φίλοι και blogger. Χάλασαν φιλίες με κουβέντες κοφτερές.

Ευτυχώς δεν κατοικούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στα κόμματα. Συνεχίζω ωστόσο να νιώθω πως τα κόμματα είναι φυσικοί χώροι συλλογικότητας και μέμφομαι αυτούς που τα κρίνουν από την ασφάλεια της όποιας ιδιωτικότητάς τους. Καμιά φορά νιώθω πως σχεδόν δεν δικαιούνται να μιλούν σαν εξαπατημένες γκόμενες ή ανικανοποίητοι πελάτες του όποιου πολιτικού προϊόντος. Πικρή χρονιά το 2015 – ειπώθηκαν ή κρύφτηκαν πολλές κακίες. Υπήρξαν όμως και στιγμές τρυφερές, ανθρώπινες, φωτεινές. Γνώρισα ανθρώπους, έκανα φιλίες, διεκδίκησα στιγμές γαλήνης, διάβασα ενδιαφέροντα πράγματα, έπαιξα θέατρο και ήπια. Και ταξίδεψα. Το ταξίδι στη Βαρσοβία και το Άουσβιτς ακόμη με τροφοδοτεί με συγκίνηση και εικόνες. Κυρίως όμως γνώρισα ανθρώπους.

Συνήθως το τελευταίο ποστ της χρονιάς αναφέρεται με αυτή τη διάθεση της ανασκόπησης στο πρόσωπο της χρονιάς που φεύγει. Το 2009 ήταν η Ανεργία, το 2010 ο Χαμιντουλάν Νατζαφί, το 2011 ο Αχιλλέας Μ., το 2013 η ΕΡΤ, το 2014 το κορίτσι που μαζεύει βιβλία στη Γάζα. Η φετινή χρονιά είχε πολλά πρόσωπα: το μισητό πρόσωπο του Σόιμπλε, το φιλάρεσκο του Βαρουφάκη, το υπεροπτικό της Προέδρου της Βουλής, το αμφισβητούμενο του Τσίπρα, το τραγικό του Βαγγέλη Γιακουμάκη, το συγκλονιστικό του Αϊλάν, το φοβισμένο των κάπιταλ κοντρόλ, το αληθινό ευρωπαϊκό του Ντάισελμπλουμ, το αλληλέγγυο της Λέσβου, της Κω, της Καλύμνου, της Αθήνας, της Ειδομένης. Το πρόσωπο της τρομοκρατίας των τζιχαντιστών στο Παρίσι. Υπάρχει και ένα πρόσωπο πιο κοντινό, που με κυκλώνει χρόνο με το χρόνο, το βλέπω σε κοντινούς μου ανθρώπους: το πρόσωπο του καρκίνου.


Αν δεν υπήρχε αυτή η εικόνα, αν δεν την είχε σχολιάσει το «Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών» σε μια ανάρτησή του στο facebook, ίσως να επέλεγα ένα από τα πρόσωπα που προανέφερα. Όμως τώρα δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο. Πρόσωπο του 2015 ήταν ο Μικρός Πρίγκηπας της Λέσβου.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Το παραμύθι των παραμυθιών


Ήταν μια φορά ένα παραμύθι που ξεκινούσε. Πάντα όταν τελειώνει ένα παραμύθι, ένα άλλο αρχινά. Μια φορά το ένα και μια φορά το άλλο μέχρι το τέλος του κόσμου.

Ήταν μια φορά ένα παραμύθι που τελείωνε. Τόσο θλιμμένο που βρήκε ένα ψέμα να πει για να τελειώσει – αυτό που λένε «παραμύθιασμα».

Μια μέρα τα παραμύθια θα απαλλαγούν από τον τρόπο που αρχινάνε και από τον τρόπο που τελειώνουν. Θα είναι μόνο η ιστορία που έχουν να πουν και τίποτε άλλο. Και τότε τα παραμύθια θα ζήσουν καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Ηλία Παπανικολάου

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Το παραμύθι του παράξενου βασιλείου


Μία φορά υπήρχε ένα παράξενο βασίλειο που ήταν όλοι βασιλιάδες και βασίλισσες και υπήκοος ήταν μονάχα ένας. Εκείνος δούλευε όλη μέρα, άλλοτε στα χωράφια, άλλοτε στα μαγαζιά και άλλοτε στα εργαστήρια της πόλης, και όταν πια ερχόταν η νύχτα έπεφτε κατάκοπος να κοιμηθεί. Οι βασιλιάδες όλη μέρα επισκέπτονταν ο ένας τον άλλο και οι βασίλισσες έπιναν τσάι και φλυαρούσαν για τον καιρό και τη νέα μόδα στα βασιλικά ρούχα. Και ύστερα όταν πια ερχόταν η νύχτα δεν τους κολλούσε ύπνος, γιατί δεν ήταν κουρασμένοι και γιατί δεν είχαν τίποτε να ονειρευτούν. Και μες στα βάθη της τριγυρνούσαν από δωμάτιο σε δωμάτιο στα τεράστια ανάκτορά τους ανήμποροι να γαληνέψουν. Ο ύπνος προτιμά αυτούς που ονειρεύονται και μόνο οι άνθρωποι που δεν έχουν πολλά να χάσουν ονειρεύονται. Μία φορά ένας δεν είχε τίποτα πια να χάσει και κοιμήθηκε για πάντα.

***
ο πίνακας είναι του Carolus-Duran

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Ένας μικροαστός στολίζει το δέντρο


Είναι ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι, μια χαρτονένια μικρή εκκλησίτσα περίπου 40 χρόνων. Λίγο παράταιρη σε σχέση με όλα τα άλλα που κρέμονται στο δέντρο. Εκείνα λάμπουν με αυτή την εύθραυστη υπερβολή της νεότητάς τους, εκείνη είναι μόνο μια κυκλική λευκή κατασκευή από χαρτί, με πράσινο τρούλο και πράσινα παραθυράκια στο πλάι. Εδώ που τα λέμε όλο το δέντρο είναι μια σπουδή στο χρόνο: άλλα στολίδια του ’80 (κάποια λίγα ασημόχρωμα γυάλινα κουκουνάρια και δυο τσαρούχια στο χρώμα του μπρούτζου), άλλα του ’90, του ΄00 (είναι κάτι κόκκινες μπάλες που κρεμούσες στο εργένικο σπίτι σου στην Αλεξάνδρας) ή μετά από αυτό. Τώρα πια θα βρεις και κάποια που φτιάξαν τα παιδιά σου στο σχολείο με ζυμάρι ή πηλό. Θα θυμηθείς, την ώρα που τα σκορπάς στο δέντρο, άλλες χρονιές που τα κρεμούσες ή πότε τα πήρες κι από πού, πόσοι ήσασταν τότε ή που με άφατο πόνο τα αποκαθήλωνες πριν δυο χρόνια έχοντας μόλις μάθει πως ο καρκίνος χτύπησε την πόρτα και του δικού σου σπιτιού. Κι όλη αυτή η ιστορία να στολίσεις το δέντρο καταλαβαίνεις πως χρόνια τώρα δεν είναι η χαρά της γιορτής που ένιωθες σαν ήσουν παιδί, αλλά άλλη μια τελετή για να ξορκίσεις την απώλεια και τη φθορά, είναι για να πεις στον εαυτό σου πως «να, άλλη μια φορά στολίζουμε το δέντρο» όπως τότε που περίμενες τον Άγιο Βασίλη να φέρει όσα ποθούσες κι ας ήξερες πως δεν υπάρχουν Άγιοι Βασίληδες. Στολίζεις το δέντρο και είναι σαν να προσπαθείς άλλο ένα μαγικό που δεν σου βγαίνει, αλλά εσύ δεν θα σταματάς να το επιχειρείς.

Το Δεκέμβρη του ’08 σε σημάδεψε το καιόμενο δέντρο στο Σύνταγμα. Η Αθήνα φλεγόταν από την οργή της δολοφονίας του παιδιού από το μπάτσο κι εσύ φλεγόσουν που όλη αυτή η αμπαλαρισμένη γιορτινή ψευτιά του δημάρχου γινόταν στάχτη με αυτό τον πανέμορφο τρόπο του εμπρησμού. Και με οίηση χόρευες γύρω από τη φωτιά τραγουδώντας «κόβε πριονάκι μου κι η ώρα πλησιάζει, Χριστούγεννα ζυγώνουνε το αίμα μας και βράζει». Και είπες τότε πως τα πιο ωραία χριστουγεννιάτικα δέντρα είναι τα δέντρα που τους βάλαμε φωτιά.


Είναι ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι, μια χαρτονένια μικρή εκκλησίτσα περίπου 40 χρόνων. Παράταιρη μέσα στα άλλα στολίδια. Δεν θέλεις πια να την κάψεις, δεν θέλεις να καεί κι αυτή. Και την κρεμάς στην πιο περίοπτη θέση (νομίζεις), για να την βλέπουν όλοι. Ίσως να είσαι μικροαστός - αυτό δηλώνει μάλλον η ανάγκη σου αυτή. Γιατί οι επαναστάτες, όπως ξέρεις, καίνε τις ψευδαισθήσεις, δεν τις επιδεικνύουν.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Το παραμύθι του κοινωνικού αυτοματισμού


Μια φορά κι έναν καιρό ένας όμορφος άντρας γύρω στα πενήντα, με ένα ιδιαίτερο, ενοχλητικά διερευνητικό και επιφυλακτικά αγενές, βλέμμα πήγε σε μια βιβλιοθήκη της Αθήνας και ζήτησε να μελετήσει κάποια βιβλία φιλοσοφίας των επιστημών. Κάθισε στο αναγνωστήριο για περίπου τρεις ώρες και φεύγοντας έγραψε στο βιβλίο επισκεπτών κάτω από το όνομα ενός άλλου χρήστη (που δήλωνε τραπεζικός υπάλληλος) τα εξής:


«Γεώργιος Α. Κ.      Άνεργος (υποθέτω λόγω κυρίων σαν τον ανωτέρω  επισκέπτη σας που έχουν καταντήσει τη ζωή μας παίγνιο και την ευγενή αξία μας εμπόρευμα).

- Τι τα θες. Σε μερικά παραμύθια δεν μπορείς να πεις "και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα"

***
ο πίνακας είναι του Τάσου Μαντζαβίνου

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Για τα πεντάχρονα του Future Library


Εορτάστηκαν αυτές τις μέρες τα πεντάχρονα του Future Library, της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας που ιδρύθηκε από το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» και συγκρότησε ένα «δίκτυο βιβλιοθηκών» τα πρώτα χρόνια της Κρίσης στη χώρα μας. Το δίκτυο αυτό έφερε κοντά ανθρώπους των δημόσιων/λαϊκών και δημοτικών βιβλιοθηκών μας, τους εκπαίδευσε, τους ενθάρρυνε, τους συντόνισε, τους κατεύθυνε και τους ενίσχυσε να στραφούν στην εξωστρεφή και δυναμική παρουσία των βιβλιοθηκών τους στις τοπικές κοινωνίες. Ένα από τα στοιχεία που σχολιάστηκαν ιδιαίτερα αυτά τα χρόνια σε σχέση με το Ίδρυμα και την τακτική του είναι η επικοινωνιακή πολιτική του γύρω και πάνω από το έργο αυτό, η δυνατότητα σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων το «α-σήμαντο» να κοινωνείται ως «σημαντικό», πιο «σημαντικό» και από την ίδια την ύπαρξη, τη χρηματοδότηση και το περιεχόμενο των βιβλιοθηκών.

Για την τρέχουσα δημοσιογραφική αφήγηση όσοι αμφισβήτησαν τις προθέσεις και έκριναν τα αποτελέσματα του Future Library είμαστε περίπου «ελάχιστοι, αλλά λίαν καχύποπτοι εχθροί». Σε συνέντευξή του στη Lifo στις 27/11/2015 ο Δημήτρης Πρωτοψάλτου, επικεφαλής του δικτύου, απαντάει στην «εξ αριστερών» κριτική αναφέροντας την πρόσφατη δράση λίγων βιβλιοθηκών υπέρ των προσφύγων (έρανοι, χρήματα, ρούχα – η «αλληλεγγύη» είναι άγνωστη λέξη προφανώς) ως απόδειξη της χωρίς «οδηγίες από τα πάνω» δράσης τους. Ο κύριος Πρωτοψάλτου αφού προφανώς ορίζει τον εαυτό του ως «από τα πάνω» εμφανίζει το προφανές – την αυτονομία των δημόσιων και δημοτικών βιβλιοθηκών- ως μη αυτονόητο. Το ότι 5 βιβλιοθήκες μάζεψαν ρούχα για τους πρόσφυγες αποδεικνύει για τον επικεφαλής του Future Library ότι οι βιβλιοθήκες του αυτενεργούν! Ο κος Πρωτοψάλτου επιστρέφει ερωτήματα στους επικριτές του και με πολιτικάντικη λογική λέει πως «κανείς δεν αναρωτήθηκε αν οι δράσεις (προς τους πρόσφυγες) συνάδουν ή όχι με τον ρόλο των βιβλιοθηκών».


Είναι μια ικανοποίηση οι ελάχιστοι, αλλά λίαν καχύποτοι εχθροί του Future Library να υπάρχουμε πλέον στις αναφορές και τις συνεντεύξεις των ανθρώπων του, έστω και στρεβλά, έστω και δαιμονοποιημένοι, στα χαζοχαρούμενα και νεοφιλελεύθερα δημοσιογραφικά φύλλα της «άλλης πλευράς». Βέβαια τώρα που το Ίδρυμα έχει φύγει από το πλάνο, κάτι τέτοιο είναι εύκολο. Η μισο-δημόσια Εθνική Βιβλιοθήκη έχει αναλάβει το συντονισμό του δικτύου και η δημοκρατία ανακαλύπτεται σε όσα γράφονται και λέγονται για το Future Library.

Για να δούμε όμως τι λέγεται. Σε τι αντιδράσαμε και αντιδρούμε οι… «συφοριασμένοι»; Μήπως στον «τεχνολογικό προσανατολισμό» των δράσεων; Αυτό εννοεί ο Άρης  Μαραγκόπουλος στο υπέροχο κείμενό του στην Αυγή λέγοντας «Μια βιβλιοθήκη αποκλειστικά προέκταση του Διαδικτύου. Μια βιβλιοθήκη - παιχνιδότοπος, μια βιβλιοθήκη video game, μια βιβλιοθήκη όπου ο χρήστης θα είναι υποψήφιος πελάτης και δωρεάν εργάτης στο διαδικτυακό αποθεματικό κεφάλαιο της όποιας Google και Vodafone.»; Ή μήπως αυτά λέμε με την Ειρήνη Δαφέρμου στην εκπομπή "Ρεπεράζ" του ΜεταΔεύτερου και του Παναγιώτη Φραντζή; Μήπως η κριτική μας εξαντλείται στο ελάχιστα ουσιώδες «μετατρέπετε τις βιβλιοθήκες σε χώρους διασκέδασης, αλλά όχι ανάγνωσης»; Δεν θα περίμενε κανείς να χωρέσει η οπτική μας σε ένα επιμνημόσυνο (και όχι πανηγυρικό) άρθρο για τα πεντάχρονα του project στη Lifo.

Μια αναφορά ακόμη αξίζει πάντως σε όσα αναφέρονται στην απολογιστική συνέντευξη του επικεφαλής του Future Library στη Σταυρούλα Παπασπύρου. Η αγωνία για τους… βλαχοδήμαρχους. «Κάναμε τόσα, αλλά δεν πείσαμε τους βλαχοδήμαρχους» λέει περίπου ο κος Πρωτοψάλτου. Μα εκεί υπάρχει ένα από τα βασικά προβλήματα του σχεδιασμού που έγινε, εντοπίστηκε από εμάς τους «καχύποπτους εχθρούς» εξαρχής: «ο σχεδιασμός και οι δράσεις δεν επιχειρούν τη δομική στήριξη του θεσμού των βιβλιοθηκών, αλλά χτίζουν στα σαθρά του θεμέλια». Το να ενισχύσεις το θεσμό, ακόμη και ως χορηγός, είναι σαφώς πιο σύνθετο και δύσκολο από τις έτοιμες λύσεις των παιδικών εκδηλώσεων και των media labs. Ποτέ δεν ενδιέφερε ουσιαστικά ο θεσμός το Ίδρυμα, ίσα-ίσα που οι «βλαχοδήμαρχοι» εξυπηρετούσαν την επιδιωκόμενη επικοινωνιακά απαξίωση του Δημοσίου. Θα μπορούσε κανείς να κρίνει ως υποκριτική την αγωνία που εκφράζει η κρίση για τους δημάρχους, αν και κατά πάσα πιθανότητα είναι μια εύλογη πικρία, αφού οι μεταξωτές κορδέλες δεν έλυσαν το πρόβλημα. Πώς θα μπορούσαν εξάλλου;


Θα μπορούσε κανείς να κρίνει την ιστορία του Future Library, του χορηγικού αυτού εγχειρήματος, από ποικίλες και αντιθετικές οπτικές. Έχει φτάσει όμως η ώρα και για μια συνθετική: το εγχείρημα αυτό αποτέλεσε μια κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του ΕΚΕΒΙ, ήρθε να καλύψει το κενό της τυπικής και ουσιαστικής του κατάργησης. Δεν θέλησε και δεν μπόρεσε να το καλύψει ουσιαστικά, αλλά επικοινωνιακά το υπερκάλυψε. Όπως καθετί επιφανειακό δεν μπορεί να έχει διάρκεια, κάτι που οι σχεδιαστές του το ήξεραν και το είχαν ανακοινώσει εξαρχής. Άφησε κάτι θετικό πίσω του; Σαφώς και άφησε: ό,τι κερδήθηκε από τη συνέργεια και τη συλλογικότητα, ότι τροφοδοτήθηκε από τον ενθουσιασμό και την ενθάρρυνση των εκατοντάδων βιβλιοθηκονόμων της χώρας. Χωρίς την πατρική φιγούρα του Χορηγού θα πρέπει τώρα να στραφούμε μαζί στη διεκδίκηση, στις συλλογικές επεξεργασίες που θα προτείνουν και θα διεκδικούν τα δομικά στοιχεία της ύπαρξης και του ρόλου μας. Ο μόνος στόχος μας πρέπει να είναι με όχημα τις γνώσεις και τον ενθουσιασμό μας να κερδίσουμε από το κράτος το σεβασμό, την ελευθερία και τη φροντίδα για όσα θέλουμε και πρέπει να κάνουμε για την κοινωνία μας. Από ένα κράτος και μία κυβέρνηση που φαίνεται να αρνείται το διακηρυγμένο ρόλο της, ακουμπώντας ράθυμα στη χορηγική προσφορά και αδιαφορώντας στην ουσία για την πολιτική των βιβλιοθηκών, του βιβλίου και της ανάγνωσης. Παρά τις περί του αντιθέτου προεκλογικές εξαγγελίες της.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Το παραμύθι του άδειου παραμυθά


Μια φορά κι έναν καιρό ένας παραμυθάς είχε αδειάσει τον μέσα κόσμο του έξω και οι άνθρωποι νόμιζαν πως τους άφηνε να δουν τι έχει στην ψυχή του. Όταν πια τελείωσε με αυτή του τη δουλειά τελείως, και δεν έμεινε τίποτα, έκανε μια βόλτα μέσα του και βεβαιώθηκε πως το μόνο που υπήρχε πια εκεί ήταν μια κυρίαρχη σιωπή. Την πέταξε κι αυτή κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Χριστόφορου Κατσαδιώτη

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Οι πληγές είναι φωλιές για λουλούδια


[«Οι πληγές είναι φωλιές για λουλούδια». Υπάρχει μια προφανής αισιοδοξία σε αυτόν τον αφορισμό του Porchia. Ο Porchia έγραψε μόνο ένα βιβλίο. Γεμάτο αφορισμούς, γεμάτο βέλη που άλλοτε σκοτώνουν το θήραμά τους και άλλοτε αστοχούν χαζεύοντας σε ποιητικά τοπία.

Ο αφορισμός είναι ένα νεογέννητο παραμύθι. Είναι μια περιπετειώδης ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Σαν παραμύθι που είναι ο αφορισμός είναι και παιδί της ποίησης. Συχνά είναι θραύσμα, είναι μωρό τραυματισμένο, ένα παιδί μικρό αλλά και μισό. Χωράει λόγω του μικρού του μεγέθους όλο τον κόσμο – μεγαλώνουμε γεμίζοντας το μέσα μας με βεβαιότητες, παχαίνουμε με αυτές, πετάμε έξω καθετί άλλο.

«Οι πληγές είναι φωλιές για λουλούδια» λέει ο Porchia. Μοιάζει σαν τα λουλούδια να ψάχνουν καταφύγιο, σαν κάτι να τα κυνηγά ή να τα απειλεί. Όμως η φωλιά δεν είναι μόνο καταφυγή, αλλά και ο ιδανικός τόπος της γέννησης, η θαλπωρή της δημιουργίας, η προστασία του νεογέννητου κόσμου. Τα λουλούδια γεννάνε στις πληγές που έκαναν φωλιές τους. Αν γεννάνε λουλούδια ή κάτι άλλο μας είναι αδιάφορο. Όμως τα λουλούδια που φωλιάζουν στις πληγές μας είναι όμορφα. Και ίσως γι’ αυτό να μην πρέπει να κλείνουμε τις πληγές μας. Πρέπει να αφήσουμε τις πληγές μας ελεύθερες για να ‘ρθουν να φωλιάσουν σε αυτές τα λουλούδια. Ίσως κιόλας να μην κλείνουν ποτέ ούτως ή άλλως οι πληγές. Ίσως το μόνο που μπορούμε να κάνουμε με αυτές είναι να τις διαθέσουμε στην ομορφιά των λουλουδιών. Των λουλουδιών που δεν είναι κανονικά λουλούδια, παρόλο που έχουν ρίζες, μίσχο, φύλλα και άνθος. Ρίζες έχει και το τραύμα, ανθίζει και η λύπη καμιά φορά κι ο πόθος ποτέ δεν μένει άκαμπτος, λυγάει στου καιρού τη μανία. Όποιος έσκαψε τις πληγές μας δεν είναι τα λουλούδια που έφτιαξαν φωλιά. Όποιος έσκαψε τις πληγές μας δεν έφτιαχνε φωλιά, απλά μας πλήγωνε. Η φωλιά είναι μια δεύτερη χρήση της πληγής. Επομένως ο αφορισμός αυτός είναι μια παραίνεση να αλλάξουμε χρήση στις πληγές μας. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.]

Θα μπορούσε να είναι ένας πίνακας του Hopper. Μια γριά κάθεται μόνη στο τραπέζι ενός φαστφουντάδικου, δίπλα στο τζάμι. Το μαγαζί είναι άδειο, μόνο η γυναίκα αυτή και οι βαριεστημένοι υπάλληλοι πίσω απ’ τον πάγκο. Η μοναξιά της πολλαπλασιάζεται μέσα στη νύχτα. Το μαγαζί είναι ολόφωτο. Λιγοστοί διαβάτες περνούν στο πεζοδρόμιο από την άλλη πλευρά του τζαμιού. Τη βλέπουν βιαστικά, τους βλέπει αδιάφορα. Έχει στο τραπέζι μπροστά της ένα ποτήρι και μια coca-cola light. Κάπου-κάπου κλείνει τα μάτια και γέρνει ελαφρά το κεφάλι της. Η τηλεόραση παίζει video clip, ποπ τραγούδια, νεανικά κορμιά που λικνίζονται, χαϊδεύονται, ερωτοτροπούν.

«Ποιο τραύμα την άφησε μόνη;» αναρωτιέσαι. Ποια αποτυχία, ποια ήττα, ποια απώλεια. Μια γριά μόνη σε ένα φαστφουντάδικο Πέμπτη βράδυ δεν είναι ένα λουλούδι που φώλιασε σε μια πληγή. Αλλά ποιος είπε πάλι πως όλοι εσείς που ζείτε μέσα στις οικογένειες δεν είστε απελπιστικά μόνοι – όπως οι άνθρωποι στους πίνακες του Hopper.

***
ο πίνακας είναι της Serafine de Senlis

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Σπίτι δουλειά σπίτι


Τον έχει ακουμπήσει πάνω σε μια μάντρα – περιμένουν να περάσει προφανώς το σχολικό. Εκείνος είναι αγουροξυπνημένος, δεν μπαίνει καν στον κόπο να παρατηρήσει τον κόσμο με αυτά τα συνήθως έκπληκτα παιδικά του μάτια. Νυστάζει, ούτε καν μορφάζει στα καμώματα της μάνας του, που προσπαθεί να του φτιάξει το κέφι. Που όρθια μπροστά του τού κάνει αστεία και καραγκιοζιλίκια και γκριμάτσες και χορεύει πρωί-πρωί σε έναν δρόμο της Κυψέλης, αδιάφορη αν άλλοι την κοιτούν – για κανέναν άλλο δεν θα χόρευε έτσι «δημοσία θέα» ομολογουμένως. Του γελάει, του τραγουδάει κι εκείνος την κοιτάζει απαθής και αδιάφορος, με μια ειρωνεία ίσως στο βλέμμα του, όμως εκείνη συνεχίζει για να του φτιάξει το κέφι.

Είναι ένα σύνθημα που δεν το καλοθυμάμαι. Αν και το βλέπω καθημερινά επιστρέφοντας. Από αυτά τα αναρχικά, τα συνήθως έξυπνα και βέβηλα που κάποτε μου άρεσαν. Στους Αμπελόκηπους είναι, γραμμένο στον τοίχο ενός βενζινάδικου και περίπου λέει «καταναλώστε ωραία μου πουλάκια» μιμούμενο την επτανησιώτικη καντάδα που τα προτρέπει να κελαηδήσουν. Προφανώς δεν προτρέπει τα πουλιά να καταναλώσουν, αλλά τους ανθρώπους να αρχίσουν το τραγούδι. Ή κάπως έτσι. Πάντως σήμερα στην κορυφή του τοίχου είχε κάτσει ένα περιστέρι που φουρφούριζε σε μια θηλυκιά.


Μια μέρα θα ξεφύγουν από τη συνήθη διαδρομή. Ή στο σπίτι ή στη δουλειά δεν θα πάνε. Θα λοξοδρομήσουν και θα το σκάσουν, θα πάρουν τους δρόμους που δεν επιστρέφουν, θα ανάψουν τσιγάρο, θα βάλουν τέρμα τη μουσική και θα κάνουν έρωτα σε μια παραλία. 

***
ο πίνακας είναι του Τάσου Ματζαβίνου