Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Η αφήγηση του φόβου


[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 8/12/2013]

Τελειώνει η Χούντα ποτέ; Πότε; Όταν ο αυταρχισμός αντικαθίσταται από τη λαϊκή βούληση; Πώς διαμορφώνεται η λαϊκή βούληση; Αυτόνομα ή με μηχανισμούς επιρροής που κάποιοι χειρίζονται; Ποιοι χειρίζονται τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τη λαϊκή βούληση, ο «λαός» ή όσοι κατέχουν το χρήμα και την εξουσία να στήνουν και να τροφοδοτούν τους μηχανισμούς επιρροής;

Τυπικά οι χούντες τελειώνουν, όταν ανατρέπονται. Και ανατρέπονται όταν ο λαός αποφασίζει πως είναι προς το συμφέρον του να τις ανατρέψει. Πολλή συζήτηση έχει γίνει για το σύνθημα της εποχής που λέει «πως η χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Πολλοί ενοχλούνται από αυτό, το κατηγορούν ως λαϊκίστικο και απολίτικο προπαγανδιστικό εργαλείο. Εύκολα αφορίζεις ένα σύνθημα, όμως αυτό θα επιμένει. Σαν το άλλο: «άμα κοπεί το ρεύμα, καταρρέει ο πολιτισμός σας». Δύσκολο πράγμα τα συνθήματα- τα συνθήματα είναι οι λαϊκές παροιμίες της εποχής μας. Αντί να τα λέει η γιαγιά δίπλα στο τζάκι, τα λέει ο απελπισμένος στους τοίχους της πόλης. Μήτρα των συνθημάτων ήταν νομίζω ο Μάης του ’68. Μου έχει κάνει εντύπωση η αμηχανία του Χάμπερμας να εξηγήσει το Μάη. Ο ευφυής ιστορικός έχω την αίσθηση πως δεν καταφέρνει να τον ερμηνεύσει με τα ιστορικά και μαρξιστικά εργαλεία του: τι τον γέννησε, τι ήταν εκείνο που απελευθέρωσε όλα αυτά στη Γαλλία της μεταπολεμικής «ευμάρειας», ποια ιστορικά και πολιτικά συγκείμενα συνέβαλαν στο χαρακτήρα της έκρηξης, ποια τα αποτελέσματα του Μάη (μιλάμε για νίκες;). Αντίστοιχη δυσκολία να εξηγήσουμε την έκρηξη του Δεκέμβρη του ‘08 στην Αθήνα. Μοιάζει παράδοξο να εκρήγνυσαι στον πρόλογο της Κρίσης και στο… κυρίως θέμα της να μένεις σχετικά αδρανής.

Ας πούμε πως οι ερωτήσεις είναι άγκυρες που ρίχνεις για να πιαστείς από κάπου να ξεκινήσεις την αφήγησή σου. Νομίζω πως κυρίαρχο αυτό τον καιρό είναι το κράτος του φόβου. Πως από την εποχή της αγανάκτησης περάσαμε στην εποχή όπου κυρίαρχη είναι η αγωνία της απώλειας. Πως πολιτικό εργαλείο έχει γίνει η βία του εκφοβισμού, η οποία εξασφαλίζει την ανοχή στις πολιτικές που εφαρμόζονται και τροφοδοτεί το μίσος σε όλο τον κοινωνικό χώρο. Καταλήγουμε με γοργό βήμα στην περιοχή όπου μοναδικός δεσμός μας θα είναι πλέον ο φόβος.


Ένας φίλος λέει πως πρέπει να μιλήσουμε έξω από τα δόντια για τη χούντα και την ανελευθερία που ζούμε όλοι μας κρυφά και σιωπηλά. Σιωπηλό βίωμα και φλύαρη περιγραφή νομίζω όμως πως δεν κουμπώνουν. Οι εξεγέρσεις είναι ίσως η αρμόζουσα αφήγηση

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Media Labern: απάντηση Β΄

Της Ντίνας Τρούτπεγλη (βιβλιοθηκονόμου)


Σκηνή 1η - πράξη 1η:
Μια ομάδα παιδιών της ΣΤ’ τάξης δημοτικού σχολείου της περιοχής έρχονται φασαριόζικα στη βιβλιοθήκη και ζητάνε να μπούνε στους υπολογιστές γιατί πρέπει να βρουν πληροφορίες για εργασία που τους έχει βάλει ο δάσκαλος. Τους λέω ότι σύμφωνα με τον κανονισμό της Βιβλιοθήκης (αλλά και σύμφωνα με τη λογική) δεν μπορούν να μπουν στο Internet χωρίς να συνοδεύονται από τον κηδεμόνα τους.

cut 1: Αναρωτιέμαι: γιατί, ενώ έρχονται στη Βιβλιοθήκη, το πρώτο πράγμα που τους έρχεται στο μυαλό είναι το Internet και όχι το βιβλίο ως πηγή πληροφοριών;
cut 2: Προβληματίζομαι: γιατί το παιδί, αν έρθει μόνο του στη Βιβλιοθήκη, να μην μπορεί να έχει πρόσβαση στο Internet, που μπορεί να είναι (με προϋποθέσεις) τόσο συναρπαστικό και χρήσιμο ως εργαλείο αναζήτησης και ανάκτησης πληροφοριών;

Σκηνή 1η - πράξη 2η: Βρίσκω στα παιδιά πληροφοριακά βιβλία από το παιδικό τμήμα της Βιβλιοθήκης. Τα μελετάνε, εντοπίζουν τις πληροφορίες που χρειάζονται (τους είχα πει πώς ό,τι δε βρουν θα το ψάξω εγώ στο Internet και θα τους το εκτυπώσω, αλλά τελικά δε χρειάστηκε), μου υποδεικνύουν τις σελίδες και τους βγάζω φωτοτυπίες. Χαρούμενα που τελικά ο στόχος επετεύχθη, ακόμη και χωρίς Internet, ετοιμάζονται να φύγουν, αλλά τους λέω ότι ξέχασαν κάτι πολύ σημαντικό: να σημειώσουν τις πηγές απ’ όπου πήραν τις πληροφορίες (ναι, το ξέρω, εκεί μάλλον με κοίταζαν σαν εξωγήινη). Τελικά, το έκαναν κι αυτό στο πλαίσιο των ερευνητικών τους καθηκόντων κι έφυγαν.

Σκηνή 2η – Πράξη 1η: Η Βιβλιοθήκη ανακοινώνει τη νέα υπηρεσία παροχής αντιγράφων επιστημονικών άρθρων μέσω του HEAL-Link. Την αμέσως επόμενη μέρα έρχεται μία φοιτήτρια, που σπουδάζει από απόσταση, και ψάχνει υλικό για την εργασία της στα ράφια της Βιβλιοθήκης (τις συλλογές του θεματικού της πεδίου τις έχει μάθει αρκετά καλά που πολλές φορές δε ζητάει καν τη βοήθειά μου για να εντοπίσει αυτό που θέλει). Την ενημερώνω για τη νέα υπηρεσία ελπίζοντας ότι θα έχω και τον πρώτο μου «πελάτη». Μου λέει πως δεν έχει υπ’ όψιν της κάποιο συγκεκριμένο άρθρο και ότι θα αρκεστεί στα βιβλία που θα βρει.

cut 1: Αναρωτιέμαι: γιατί, ενώ της παρέχω μια νέα δωρεάν υπηρεσία που θα της δώσει τη δυνατότητα να εμπλουτίσει την εργασία της με πληροφορίες ακριβοθώρητες και επίκαιρες, επιμένει να περιορίζεται στα βιβλία;
cut 2: Προβληματίζομαι: πρέπει να κάνω κάτι ως επαγγελματίας-βιβλιοθηκονόμος ώστε να προωθήσω αυτήν τη νέα υπηρεσία και να μη μείνει στα αζήτητα;

Σκηνή 2η - πράξη 2η: Η φοιτήτρια φεύγει με μια στοίβα βιβλία στην αγκαλιά της. Εγώ ξεκινάω να γράφω ένα μίνι-εγχειρίδιο χρήσης για ερευνητές-φοιτητές σχετικά με το τι είναι και πώς μπορούν να αξιοποιήσουν τη νέα υπηρεσία της Βιβλιοθήκης.

Σκηνή 3η: Διαβάζω το άρθρο του συναδέλφου Γιώργου Κατσαμάκη με τίτλο “Media labern” και ταυτίζομαι, μεταξύ άλλων, με έναν πολύ βασικό προβληματισμό: «Και τι γίνεται με το ουσιαστικό έργο τους; Ποιος το πληρώνει αυτό, το πληρώνει κανείς; Ποιος το προβάλει;»

Για μένα οι δύο πρώτες σκηνές συνιστούν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ουσιαστικού έργου των δημοσίων βιβλιοθηκών (δημοσίων με την έννοια του “public”), το οποίο, όμως, φαίνεται ότι δεν το έχουμε κατακτήσει στην ολότητά του. Και μάλιστα, δεν έχουμε καταφέρει όχι μόνο να αναπτύξουμε πλήρως και ομοιόμορφα τις υπηρεσίες αυτές, αλλά και στο βαθμό που το κάνουμε δεν τις επικοινωνούμε ώστε και περισσότερους χρήστες να προσελκύσουμε αλλά και να θωρακίσουμε τη βιωσιμότητα των υπηρεσιών μας. Ποιος φταίει; Μάλλον πολλοί, μεταξύ των οποίων και εμείς, οι επαγγελματίες του χώρου (στο σημείο αυτό ταυτίζομαι με το σχόλιο της κυρίας Τοράκη περί «αυτοαξιολόγησης»).

Τα Media Labs, που στάθηκαν η αφορμή για το άρθρο του συναδέλφου, συνιστούν μία καινούρια και πρωτόγνωρη υπηρεσία, όχι μόνο στο χώρο των βιβλιοθηκών. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τακτικές μάρκετινγκ στο χώρο των δημοσίων υπηρεσιών. Η υπερ-προβολή πολλούς μας ξενίζει, ειδικά όταν άμεσα και σαφώς προβάλλεται ο χορηγός. Είναι, όμως, λογικό: όπου υπάρχει χορηγός, υπάρχει και διαφήμιση. Ταυτόχρονα, όμως, διαφημίζεται και η δημόσια υπηρεσία προσφέροντας αναγνωρισιμότητα και κύρος. Θα καταφέρει, όμως, η υπηρεσία να ανταπεξέλθει στα διαφημιζόμενα (και να μην εκτεθεί); Θα καταφέρει να εντάξει τις νέες υπηρεσίες στην παραδοσιακή φιλοσοφία που διέπει τη λειτουργία της (και να μην αλλοιώσει το χαρακτήρα της); Θα καταφέρει να συνεχίσει να αναπτύσσει τις παραδοσιακές της λειτουργίες παράλληλα με τις νέες υπηρεσίες (και να μην καταλήξει με υπηρεσίες δύο ταχυτήτων); Εν τέλει, θα καταφέρει να αναπτύξει πλήρως και να διατηρήσει το χαρακτήρα της δημόσιας βιβλιοθήκης που παρέχει δωρεάν ποιοτικές υπηρεσίες πληροφόρησης, αξιοποιώντας όλα τα σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας και ταυτόχρονα να γίνει τόπος συνάθροισης και ανταλλαγής ιδεών;


Εδώ θα συμφωνήσω πάλι με το συνάδελφο, υπερθεματίζοντας την άποψη ότι χωρίς έμψυχο υλικό και θεσμική θωράκιση όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να γίνουν. Οι επαγγελματίες βιβλιοθηκονόμοι, που η απουσία τους είναι εκκωφαντική από τις δημόσιες βιβλιοθήκες (δυστυχώς σε λίγο καιρό και από τις ακαδημαϊκές) αλλά και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας, το οποίο είτε απουσιάζει πλήρως είτε όπου υπάρχει είναι διάτρητο, αποτελούν αναγκαία συστατικά για να πετύχει το όποιο εγχείρημα αναμόρφωσης των βιβλιοθηκών. Κι εδώ πρέπει να τονίσουμε την ανάγκη της καθολικής και ομοιογενούς ανάπτυξης όλων των δημοσίων βιβλιοθηκών και όχι ορισμένων, διότι καταργείται το δικαίωμα των ίσων ευκαιριών.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Media Labern: απάντηση Α΄

Τις επόμενες μέρες θα φιλοξενηθούν κείμενα συναδέλφων που απαντούν ή συνδιαλέγονται με το αρχικό κείμενο του "Βιβλιοθηκάριου". Είναι μια προσπάθεια για συζήτηση σε όσα γίνονται αυτό τον καιρό στο χώρο μας. Μια συζήτηση που πρέπει να γίνει.

Ο συντάκτης του πρώτου κειμένου επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος- οφείλω να σεβαστώ την επιθυμία αυτή.


Διαβάζοντας το post του Βιβλιοθηκάριου, δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην ανάγκη να σχολιάσω. Κάποιες πρώτες σκέψεις είναι οι ακόλουθες (σαν ανταπόκριση στην πρόσκληση της Κατερίνας Τοράκη για προβληματισμό και διάλογο πάνω στο θέμα). Θα προσπαθήσω να τις βάλω στη σειρά:

Τα μέσα κάνουν τη δουλειά τους και προφανώς πληρώνονται πολύ καλά γι' αυτή. Καταχωρήσεις που προωθούν το έργο ενός φορέα και κάποιων μόνο βιβλιοθηκών όχι γιατί μόνο αυτοί παράγουν αλλά γιατί μόνο αυτοί έχουν τους πόρους να διαφημίσουν το έργο τους είναι κάτι αναμενόμενο από έναν Τύπο που επίσης πλήττεται από την οικονομική κρίση και συνεπώς αναζητά ισχυρούς συμμάχους, όπως το Ίδρυμα Νιάρχου. Προσωπικά, θα συμφωνήσω μαζί σου Γιώργο ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι μειονέκτημα η όποια δράση έχουν οι βιβλιοθήκες απ’ όπου κι αν συντονίζεται και όπως κι αν αυτή πραγματοποιείται / υλοποιείται. Αλλά, όπως λες κι εσύ, οι βιβλιοθήκες είχαν δράση και πριν το Future Library και αν τις αφήσουν (και δεν τις κλείσουν - μια πολιτεία χωρίς χρήμα, βούληση και δύναμη να αντισταθεί σ’ αυτόν που εμφανίζεται ως μεγάλος χορηγός) θα συνεχίσουν να έχουν. 

Οφείλω να ομολογήσω, όμως, και την ύπαρξη ενός άλλου Τύπου που το τελευταίο διάστημα προωθεί και την εθελοντική προσπάθεια που κάνουν οι βιβλιοθηκονόμοι στους Λειψούς. Και κάτι μου λέει πως τα παιδιά εκεί, δεν πλήρωσαν για καμία καταχώρηση. Δεν ξέρω αν κάτι αλλάζει για τις βιβλιοθήκες προς το καλύτερο. 

Έχοντας αυτά τα δύο κατά νου, δεν ξέρω αν η λύση είναι να προωθείται το έργο 9 βιβλιοθηκών και τις υπόλοιπες της Ελλάδας να τις τρώει η μαρμάγκα επειδή δεν της ενέταξε κανείς σε ένα δίκτυο που πολύ αμφιβάλλω αν είναι και βιβλιοθηκονομικό εκτός από βιβλιοθηκών. Δεν το σκέφτομαι συντεχνιακά, παρόλο που με ενοχλεί η ιδέα του ότι δε μας νοιάζει αν την όποια καμπάνια σε μια βιβλιοθήκη δεν την τρέχει βιβλιοθηκονόμος ή τέλος πάντων κάποιος που προέρχεται από το χώρο της πληροφόρησης και που όλα πρέπει να στηρίζονται στις πλάτες εθελοντών, οι οποίοι φτάνουν σήμερα τα 30 χωρίς να έχουν κολλήσει ένσημο γιατί κανείς δε θα τους προσλάβει, όσο υπάρχουν εθελοντές που θα το κάνουν τζάμπα όπως αυτοί. Διαφωνώ, όμως, κάθετα με την ιδέα ότι οι ελληνικές βιβλιοθήκες είναι έτοιμες να γίνουν μόνο πολυχώροι διασκέδασης όταν πολλές από αυτές δεν έχουν καταφέρει να καλύψουν επαρκώς ως σήμερα άλλες ανάγκες των χρηστών τους, ανάγκες για τις οποίες δεν υπάρχει άλλος θεσμός να τις καλύψει. Γιατί να δίνω υπολογιστές στα παιδιά όταν δεν τα έχει μάθει κανείς να τους χρησιμοποιούν με ασφάλεια; Γιατί να τους δώσω ένα παιδότοπο όταν δεν έχουν άλλο χώρο για να αγαπήσουν το βιβλίο; Γιατί να επενδύσω σε δράσεις που θα φέρουν πολλαπλάσιο κόσμο όταν δεν έχω τις δομές να τον εξυπηρετήσω; Τι να κάνω την αύξηση της επισκεψιμότητας κατά 40-50% ή παραπάνω όταν η ανάπτυξη συλλογής εξαρτάται από το φιλελεήμον κοινό της βιβλιοθήκης και οι βιβλιοθήκες δεν έχουν προϋπολογισμό ή έχουν έναν ελάχιστο που δε φτάνει ούτε για τα πάγια έξοδα;

Αναγνωρίζω, όμως, ότι το Future Library ήρθε και κάλυψε ένα κενό. Κενό πολιτικής βούλησης, κενό ευσυνειδησίας (σε κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις), απουσίας ελπίδας σε κάποιες άλλες που ποτέ δεν είχαν πέσει στην αντίληψη των δημάρχων και πολιτευτών τους. Είναι όμως η λύση; Τι προβλέπουν αυτά τα μνημόνια και πόσο νόημα έχει όλες οι βιβλιοθήκες της Ελλάδας να κάνουν εκδηλώσεις copy paste σε μεγάλο βαθμό; Τόση έλλειψη πρωτοτυπίας; Και μιας και ανέφερα την λέξη πρωτοτυπία, αυτή η “καινοτομία” που συνεχώς προβάλλει το Future Library, θα ήταν καινή αν δεν ήταν αντιγραφή κάθε καινοτόμου δράσης που έχει εφαρμοστεί από την IFLA ή τις άλλες βιβλιοθήκες του κόσμου. Αλλά προφανώς το "μεγάλη μπουκιά φάε μεγάλο λόγο μη λες", δεν το έχει ακούσει κανείς απ’ όσους διαχειρίζεται τις δημόσιες σχέσεις τους και το μάρκετινγκ.

Και τώρα θα πιάσω το μεγαλύτερο αγκάθι σε όλη αυτή την δημοσιότητα που λαμβάνει το Ίδρυμα Νιάρχος: τη Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη. Δεν ξέρω από πού να το πιάσω; Από τα προβλήματα που ήδη έχει η “Παλιά” Εθνική Βιβλιοθήκη ή αυτά που θα αποκτήσει μετά τα εγκαίνια του νέου κτιρίου στο Φαληρικό Δέλτα; Επίσης, τι θα πει παλιά και τι νέα; Δεν είναι μία; Δηλαδή όταν μια οικογένεια μετακομίζει γίνεται άλλη οικογένεια μετά τη μετακόμιση; Επειδή θα έχει δύο μπάνια και τραπεζαρία αλλάζει η δομή της οικογένειας; Επειδή θα έχει χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα θα γίνει Εθνική της προκοπής; Ποιος έδωσε το δικαίωμα στους κυρίους του Ιδρύματος να αποφασίσουν τη δομή της; Γιατί η Εθνική μας βιβλιοθήκη να είναι και ερευνητική και δανειστική; Μήπως η Αττική δεν έχει δεκάδες εξαιρετικές δημοτικές και ερευνητικές σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το Δέλτα; Ειδικά σε ό,τι αφορά τις δανειστικές, που ο κ. Τροχόπουλος δηλώνει ότι δεν υπάρχουν στην Αθήνα, να τον ενημερώσω για τα ακόλουθα:

1. Το ΔΕΛΤΑ δεν είναι στην Αθήνα (δεν είναι στο Δήμο Αθηναίων - ο οποίος έχει δημοτική βιβλιοθήκη που τον έχει φιλοξενήσει και που συμμετέχει και στο Future Library, για να φρεσκάρω τη μνήμη του).

2. Ας ανοίξουν τα ματάκια τους να κοιτάξουν και από την άλλη πλευρά της Συγγρού και να δουν την απίστευτη βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Ευγενίδου, η οποία εδώ και χρόνια είναι ανοιχτή για το κοινό, εξίσου προσβάσιμη με το Δέλτα, δανειστική και άψογα οργανωμένη με εξειδικευμένο αλλά και γενικό περιεχόμενο και με χώρους κατάλληλους για υποδοχή και υποδομές κατάλληλες για εξυπηρέτηση ΑμεΑ. 

3. Αν με το Αθήνα εννοούμε όλη την Αττική, χωρίς να απομακρυνθώ από το Δέλτα (γεωγραφικά) να υπενθυμίσω στο Ίδρυμα Νιάρχος (και στην πολιτεία που το αφήνει να αλωνίζει και να κάνει κουμάντο) ότι βιβλιοθήκες έχουν σχεδόν όλοι οι δήμοι γύρω από το Δέλτα (πλην της Ν. Σμύρνης που το έχει στα προσεχώς). Για να μη σχολιάσω ότι ο κάτοικος του Μενιδίου, της Ελευσίνας και του Λαυρίου ή έστω της Γλυφάδας (για να έρθω σε μικρότερες αποστάσεις) της Δραπετσώνας, της Νίκαιας ή του Παπάγου και του κέντρου της Αθήνας δε θα ξεκουνηθεί να τρέχει να δανειστεί αλλάζοντας 2 και 3 συγκοινωνίες από την “Νέα” Εθνική ακόμα κι αν υλοποιηθούν τα σχέδια (δεν ξέρω σε ποιον να αποδώσω την έμπνευση) για συνέχεια ύπαρξης μόνο των “βιώσιμων” βιβλιοθηκών και κλείσιμο των υπολοίπων που τώρα βρίσκονται στις γειτονιές τους.

Επίσης, αν η Εθνική είναι δανειστική και ερευνητική, ποιος θα βγάζει την εθνική βιβλιογραφία (που θα ’πρεπε να τη βγάζει εδώ και αιώνες και δεν τη βγάζει ακόμα), ποιος θα αναλάβει τα authorities που η Library of Congress ζητά τη σφραγίδα της για να δεχθεί μια διόρθωση ελληνικής επικεφαλίδας στους καταλόγους της κι η Εθνική είναι πάντα απούσα; Πώς η παιδική χαρά που θα φτιάξουν θα θυμίζει στα παιδιά ότι το βιβλίο τους κάνει καλό και μπορεί να είναι μια μορφή διασκέδασης και οι βιβλιοθήκες υπάρχουν όχι γιατί είναι άλλος ένας παιδότοπος αλλά γιατί τους προσφέρει αυτό το κάτι επιπλέον; Και τι σημαίνει τ’ ότι το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος θα έχει την εποπτεία του χώρου για 80 χρόνια; Και τι θα πει δίκτυο δημοτικών και δημοσίων βιβλιοθηκών; Αυτοί που με τόση ευκολία αντιγράφουν σχεδιάκια του εξωτερικού, δε μου δίνουν λίγη βιβλιογραφία και case studies όπου ένα ίδρυμα, μη θεσμικός φορέας διαχειρίζεται τέτοιο δίκτυο; Από πού κι ως πού αποφασίζουν από κοινού τη δομή, τις υπηρεσίες, το διευθυντή της βιβλιοθήκης; Με προβληματίζει η χάραξη εθνικής πολιτικής βιβλιοθηκών χωρίς να ερωτώνται οι βιβλιοθήκες και οι βιβλιοθηκονόμοι. Με εξοργίζει η λήψη αποφάσεων με επιδεικτική αδιαφορία για την άποψη όσων αφορά και όσων θα κληθούν να την υλοποιήσουν. Καλοί οι managers αλλά τι στην ευχή, μια ζωή σ’ αυτή τη χώρα, σχεδιάζουμε πράγματα χωρίς ανάλυση κοινότητας; Σχεδιασμός χωρίς προηγούμενη γνώση των αναγκών; Δηλαδή ποιος είπε στην “πολιτεία” (καλά… όχι ότι την υπολογίζει και τη ρωτάει κανείς έτσι που έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά της δεξιά κι αριστερά) και στο Ίδρυμα Νιάρχος ότι ο μέσος πολίτης αυτή τη στιγμή χρειάζεται παιδική χαρά; 

Κλείνοντας, θέλω να πω ότι τα γράφω όλα αυτά με μεγάλο εκνευρισμό γιατί παρατηρώ εδώ και μήνες, βιβλιοθήκες και βιβλιοθηκονόμους να προωθούν μέσω των σελίδων τους και των κοινωνικών δικτύων όλα αυτά τα πληρωμένα δημοσιεύματα χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι με αυτό δεν είναι η βιβλιοθήκη τους αλλά το Ίδρυμα αυτό στο οποίο προσφέρουν υπηρεσίες. Αντίθετα, για τις βιβλιοθήκες τους, λειτουργούν δυσφημιστικά στην πραγματικότητα, αν σκεφτεί κανείς ότι αυτό που περνάει στον κόσμο είναι ότι είχαν ανάγκη το Future Library για να κινητοποιηθούν και να δουλέψουν (και με την οργή που τρέφει ο κόσμος για τους δημοσίους υπαλλήλους τέτοια συμπεράσματα δεν είναι δύσκολο να επαχθούν έστω και αυθαίρετα). Να δω, όμως, όλος αυτός ο κόσμος που πίνει νερό στο όνομα του Future Library και του χρυσού χορηγού “Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος” τι θα λέει όταν αυτά τα δύο: 1) αποφασίσουν ότι η βιβλιοθήκη τους δεν είναι βιώσιμη και άρα θα κλείσει γιατί μόνο τέτοιες θα μπουν στο δίκτυο της Εθνικής ή 2) θα πάψουν να χρηματοδοτούν καμπάνιες, media labs και παιδικές χαρές και τότε θα τα δούμε όλα αυτά να ρημάζουν γιατί οι δήμοι και το υπουργείο Παιδείας (στο οποίο υπάγονται οι δημόσιες) δε θα έχουν λεφτά να τα συντηρήσουν, πώς θα κρατήσει το κοινό στις βιβλιοθήκες; Γιατί όταν το κοινό συνηθίσει σε κάποιες υπηρεσίες οι οποίες παύουν να προσφέρονται, δύσκολα θα επιστρέψει στη βιβλιοθήκη που θα του δίνει μόνο δανεισμό και πληροφορίες και μάλιστα περιεχομένου απαρχαιωμένου (καθώς πού λεφτά για βιβλία σε μια ψωροκώσταινα που ξιπάστηκε και έμαθαν τα οπίσθιά της σε Media Labs);

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Media Labern



[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην Αυγή της Κυριακής 1/12/2013]

Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας φλυαρούν. Εκεί που υπάρχουν καλές ειδήσεις φλυαρούν. Αποσιωπώντας τις άλλες, ή έστω ξεμπερδεύοντας με αυτές αφού τους βάλουν κάτι πιο κόσμιο να φορέσουν. Οι περισσότεροι από εσάς γνωρίζετε τη χορηγία του Ιδρύματος Νιάρχου για την κατασκευή νέου κτηρίου στο Φάληρο για την Εθνική Βιβλιοθήκη. Αρκετοί θα ξέρετε επίσης για τα 9 media labs που ετοιμάζονται με χορηγία πάλι του ιδρύματος σε αντίστοιχες δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες. Θα γνωρίζετε ίσως και μια σειρά δράσεων που οργανώνονται με χορηγία του ιδρύματος τα τελευταία δύο χρόνια σε δεκάδες βιβλιοθήκες της χώρας. Όλα αυτά προβάλλονται κατά κόρον από τον τύπο κυρίως των συγκροτημάτων Αλαφούζου και Λαμπράκη.

Ξαφνικά τα μίντια ανακάλυψαν τις βιβλιοθήκες προβάλλοντας όχι το σύνολο του έργου τους, αλλά επικοινωνιακά συσκευάσιμες δράσεις, σε αισιόδοξες δόσεις προς δόξαν και τιμήν των χορηγών. Είναι κακό να γίνονται πράγματα στις βιβλιοθήκες; Όχι βέβαια. Μα δεν γίνονται μόνο τώρα, ούτε ό,τι γίνεται στις βιβλιοθήκες είναι αποτέλεσμα χορηγικής επέμβασης. Και τι γίνεται με το ουσιαστικό έργο τους; Ποιος το πληρώνει αυτό, το πληρώνει κανείς; Ποιος το προβάλει; Μήπως πάμε σε έργα και δράσεις βιτρίνας που δεν καλλιεργούν την ανάγνωση, αλλά απλά αυξάνουν την επισκεψιμότητα και μετατρέπουν τις βιβλιοθήκες σε show center; Μοιάζει να αποκτάει θεσμικό ρόλο και να υποδεικνύει πολιτική βιβλιοθηκών μια οπτική πεφωτισμένων «πρωτοπόρων» που δεν χρησιμοποιούν τον κλάδο, αλλά τα μίντια για να την επιβάλουν.

Θα έπρεπε ίσως να μιλήσουμε για τις βιβλιοθήκες. Και τους βιβλιοθηκονόμους. Και να υπερασπιστούμε το ρόλο και τη σημασία τους. Ένας λόγος για να το κάνουμε αυτό θα ήταν ο κίνδυνος στον οποίο βρίσκονται αυτή την περίοδο αντιμετωπίζοντας τη σαρωτική πολιτική της κυβέρνησης που κατεδαφίζει τις δομές παιδείας και πολιτισμού στη χώρα,  μήπως έτσι χορτάσουν το μνημονιακό τέρας. Ένας δεύτερος λόγος θα ήταν για να απαντήσουμε σε όσους έμμεσα ή άμεσα αμφισβητούν την αναγκαιότητά τους δεδομένης της ύπαρξης του διαδικτύου. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που η Άννα Διαμαντοπούλου υποσχέθηκε όλη την εθνική βιβλιοθήκη σε ένα στικάκι. Κι ένας τρίτος, για να προσδιορίσουμε τον κοινωνικό ρόλο των βιβλιοθηκών ιδιαίτερα αυτή την εποχή.


Για να μην μακρηγορούμε λοιπόν: η δική μας αφήγηση οφείλει να απαιτήσει επενδύσεις σε έμψυχο και μη υλικό, σε δομές και θεσμική θωράκιση. Οφείλει να δείξει το έργο και τις κατακτήσεις μας τόσων χρόνων. Να αποδείξει την ικανότητά μας να πάμε τα πράγματα παραπέρα. Οφείλουμε συντονισμένα και από κοινού, χωρίς πάτρωνες, να μιλήσουμε για τα προβλήματα και τη λύση τους, να απευθυνθούμε στο κοινό μας που δεν είναι μικρό και να πούμε: είμαστε εδώ!

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Γέφυρες και χάρτες


Δεν έχω κάνει ταξίδια μακρινά. Ένα μονάχα πριν από χρόνια. Θα έλεγα πως μάλλον έτυχε όλον αυτό τον καιρό να ιεραρχώ αλλιώς τα πράγματα, παραμένω ωστόσο ιδανικός εραστής τους- κι ανάξιος ίσως. Το μόνον της ζωής μου ταξείδιον ήταν μάλλον μοναδικό: ανακάλυπτα πριν 16 χρόνια το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια για 13 μέρες, φιλοξενούμενος φίλων, νομίζω πως εντός μου έχω καθετί που αιχμαλώτισαν οι αισθήσεις μου εκεί. Τη μυρωδιά του Καΐρου, τις ταναγραίες της Αλεξάνδρειας, τον Σερίφ (θαρρείς δραπέτευσε από ποίημα του Καβάφη), τη Μοντάζα, τη γλυκοπατάτα στο δρόμο, το παγωτό μαστίκα, το Νείλο, το κάστρο του Καϊτ-μπέη, τη βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου, το νεκροταφείο του Καΐρου, τις δυο αρμένισσες γριές… Τους κουβαλώ μαζί μου, όπως κανείς κουβαλάει τα μπαγκάζια του από τόπο σε τόπο πηγαίνοντας.

Δεν έχω κάνει ταξίδια μακρινά. Κι ας τα ονειρεύτηκα. Κι ας τα σχεδιάζω στους απόκρυφους χάρτες της ζωής μου- σχεδόν με κάθε τους λεπτομέρεια: Παρίσι των αρχών του 20ου αιώνα, Αργεντινή του Μπόρχες και του Τσε, Πολωνία του Άουσβιτς, Αυστρία του Μαουτχάουζεν, Ισπανία του Λόρκα, του Μιρό, του Πικάσο, του Γκρέκο, του Σαλβαντόρ Νταλί, Πορτογαλία των φάντος, Σκωτία, Κωνσταντινούπολη, Ρωσία (Πετρούπολη, Μόσχα, υπερσιβηρικός), Νέα Υόρκη, Καλιφόρνια (του Στάινμπεκ), Περού…

Δεν είναι και τόσο ακριβές πως δεν έχω ταξιδέψει πολύ. Πιτσιρίκος και για πολλά χρόνια στο παιδικό μου δωμάτιο είχα μια αφίσα του Παρισιού- φαίνεται ο Σηκουάνας σε πρώτο πλάνο και στο βάθος ο πύργος του Άιφελ. Την αφίσα την πήρα μαζί μου στο φοιτητικό σπίτι. Τώρα την έχω στο πατάρι. Σκεφτόμουν λοιπόν κάποτε πως θα πάω εκεί, εκεί που δείχνει η αφίσα, θα κάτσω πάνω στη γέφυρα με πλάτη τον Πύργο και θα κοιτάξω από ‘κει στο παιδικό μου δωμάτιο έναν πιτσιρίκο που ονειρεύτηκε κάποτε ταξίδια. Και θα τον χαιρετίσω - σαν νικητής και νικημένος.

Έλεγα λοιπόν πως προφανώς έχω ταξιδέψει πολύ. Ταξιδεύω στους δρόμους αυτής της δυστυχισμένης πόλης, ταξιδεύω στους ανθρώπους, σε πίνακες ζωγραφικής, στα όνειρά μου ταξιδεύω (συχνά πετώντας), ταξιδεύω γράφοντας και διαβάζοντας. Κι αυτά είναι ταξίδια σαν και τ’ άλλα. Διάβασα σήμερα στο τρόλεϊ ερχόμενος στη δουλειά σελίδες ενός βιβλίου της εβραίας Ruth Kluger με τίτλο «Άρνηση μαρτυρίας: Βιέννη, Άουσβιτς, Νέα Υόρκη» (Θεμέλιο, 2008). Λέει κάπου κάτι που δεν είχα ποτέ πάλι επισκεφθεί (μιλώντας για τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης και τη συντήρησή τους ως μνημεία σήμερα):

«Με αυτά τα άμορφα, αφανή περισσεύματα περασμένων εγκλημάτων δεν τιμούμε τους νεκρούς, τους συλλέγουμε και τους διατηρούμε, επειδή με κάποια έννοια τους χρειαζόμαστε: μήπως για να ξορκίσουν πρώτα τη δυσφορία μας και έπειτα να μας καταπραΰνουν; Ο άλυτος κόμπος που αφήνει η παράβαση ενός τέτοιου ταμπού όπως της μαζικής ανθρωποκτονίας, της παιδοκτονίας, μεταβάλλεται σε αλύτρωτο φάντασμα που του παραχωρούμε ένα είδος καταφύγιο για να στοιχειώσει. Ποτέ ξανά. Έτσι κι αλλιώς ποτέ ένα πράγμα δεν γίνεται δεύτερη φορά- ως προς αυτό, κάθε συμβάν είναι μοναδικό, όπως κάθε άνθρωπος, ακόμη και κάθε σκύλος. Θα ήμασταν απομονωμένες μονάδες, αν δεν υπήρχαν η σύγκριση και η διαφοροποίηση, οι γέφυρες που ενώνουν τη μια μοναδικότητα με την άλλη μοναδικότητα… μέρος απ’ όσα έγιναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έχει γίνει και γίνεται επανειλημμένα σε πολλά μέρη του χθες και του σήμερα, και τα ίδια τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι μίμηση του προχθές (μοναδική βέβαια μίμηση)….».

Μοιάζει παράταιρο το απόσπασμα ενός στοχασμού για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε ένα κείμενο για ταξίδια. Αυτό όμως που λέει η Kluger, πως συντηρούμε το τραύμα για να μην το αφήσουμε να μας κυριεύσει, είναι για μένα τουλάχιστον ένας νέος τόπος. Πολλές φορές σε βρίσκει ο προορισμός, χωρίς εσύ να τον αναζητάς- σαν να είσαι εσύ το αξιοθέατο κι εκείνος, ο ταξιδιώτης. Σήμερα το πρωί πήγα σε αυτόν το νέο τόπο και κάθισα για λίγο- καθώς το τρόλεϊ κυλούσε στους δύστυχους δρόμους αυτής της πόλης. Κάθομαι στο γραφείο, ανοίγω τον υπολογιστή, μπαίνω στο internet και διαβάζω δυο κείμενα: το ένα είναι της φίλης μου της kizilkum και μιλάει για το ταξίδι της πτώσης. Το άλλο είναι του Τσαλαπετεινού και κυκλοφορεί στο μετρό της Νέας Υόρκης.


Ακόμα κι αν δεν έκανα ταξίδια μακρινά (ποιος ορίζει το μέγεθος της απόστασης εξάλλου;) καμιά φορά σκέφτομαι πως είμαι σε ένα αδιάλειπτο πηγαινέλα. Θα ήθελα όμως κάποτε να πάω στο Παρίσι- να το ξέρετε…

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Αστρονομία


Πόσο εύκολο είναι στη Στέλλα να γίνει αστέρι. Στέκεται όρθια μπροστά μου, ανοίγει τα χέρια και απλώνει τα πόδια της, χαμογελάει και λέει: "κοίτα μπαμπά - είμαι αστέρι"!

(Ξέρω κι ανθρώπους που για να γίνουν αστέρια έχασαν όλη τη λάμψη τους...)

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

FLou



Σε ένα βιβλιοθηκονομικό Συνέδριο
που πήγα
την προηγούμενη Παρασκευή
κανείς δεν μίλησε για τις βιβλιοθήκες που κλείνουν
για τους βιβλιοθηκονόμους που απολύονται
ενώ δεν περισσεύουν

- γιατί θα ήταν μίζερο κάτι τέτοιο
και "αντιεπιστημονικό"!

Μίλησε όμως στην αρχή ένας συγγραφέας και
είπε
πως οι βιβλιοθήκες είναι δωρητές οργάνων
στο σώμα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού
της κοινωνίας μας.
Είπε επίσης ο Αύγουστος Κορτώ πως η βιβλιοθήκη
τον έκανε συγγραφέα γιατί του άνοιξε παράθυρα
στον κόσμο
(στο υπόγειο της βιβλιοθήκης ανακάλυψε τον Ντε Σαντ)

Διαβάζοντας σήμερα
τις λίστες των απολυμένων συναδέλφων μου
από τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες
σκέφτηκα
πως η κυβέρνηση
ακρωτηριάζει τους δωρητές οργάνων
στο σώμα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού
της κοινωνίας μας.

Υστερόγραφο σε όσους συναδέλφους σήμερα
ασχοληθούν με την ατομική τους σωτηρία:

Οι βιβλιοθήκες του μέλλοντος δεν θα υπάρξουν αν δεν παλέψουμε για το μέλλον των βιβλιοθηκών

***
Αφιερωμένο σε δυο από τους συναδέλφους που έχασαν τη δουλειά τους: στη Φωτεινή Ευθυμίου που σπουδάσαμε μαζί και στην Αντωνία Πανταζή που δουλέψαμε μαζί κάποτε και μου αφιέρωσε κι ένα βιβλίο για τη Λήμνο.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Σε ένα συνέδριο βιβλιοθηκών


Είμαι λοιπόν
σ' ένα συνέδριο βιβλιοθηκών.
Συνάδελφοι από την Ευρώπη και
την Αμερική μας μιλούν για τα ηλεκτρονικά
παιχνίδια και το gamefication στις βιβλιοθήκες.

Στο Συνέδριο αυτό δεν
μιλήσαμε για την επάνοδο
της ακροδεξιάς, τις
ρατσιστικές επιθέσεις, τους
άστεγους αυτής της πόλης, τα
χιλιάδες σπίτια χωρίς ρεύμα, το
30% της ανεργίας.

Δεν μιλήσαμε γι' αυτά. Γιατί ήταν εκτός θέματος...

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Η Φούντα της Μεταπολίτευσης

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην Αυγή της Κυριακής 17/11/2013]



Το τετράχρονο κοριτσάκι έμαθε στον παιδικό σταθμό πως κάποτε ήταν ένα σχολείο στην οδό Πατησίων. Στο σχολείο μια νύχτα μπήκε ένα τανκ γιατί τα παιδιά ήθελαν να διώξουν τη... «Φούντα». «Και το τανκ σκότωσε πολλά παιδιά... τα καημένα». Ρωτάει επίσης τον πατέρα της αν «σήμερα έχουμε Φούντα». Κι εκείνος αμήχανος αλλάζει συζήτηση. Το "Χ" μπερδεύει καμιά φορά τα πράγματα...

Ανατρέχω στα παιδικά μου χρόνια, τη δεκαετία του '80, και σκέφτομαι την αίσθηση της επετείου στις γιορτές ενός σχολείου της επαρχίας. Ένα «χθεσινό» γεγονός είχε ακόμη τον ίσκιο του πάνω μας και στους μεγαλύτερούς μας. Τα χρόνια πέρασαν, κατά πώς το συνηθίζουν, και η σκιά του γεγονότος είναι πια πολύ μικρή. Η απόσταση της κόρης μου από την εξέγερση του Πολυτεχνείου είναι η ίδια με αυτή που είχα εγώ ως μαθητής από τον Πόλεμο, την Κατοχή και την Αντίσταση.

Πριν από λίγες ημέρες επισκέφθηκαν τη βιβλιοθήκη που εργάζομαι οι μαθητές ενός Λυκείου. Τους έδειξα κάποια βιβλία, τους μίλησα για την ιστορία τους, τον ρόλο, τη σημασία τους, για τις βιβλιοθήκες και μέσα από αυτά έκανα νύξεις στην πρόσφατη και παλιότερη ιστορία μας. Ήταν η πρώτη φορά που δεν «συναντήθηκα» πουθενά με μαθητές: τίποτα από ό,τι τους είπα δεν φάνηκε να συναντάει τον κόσμο τους. Υιοθετώντας ίσως και ένα μερίδιο ευθύνης σε μένα (παρ' ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν αυτή ή παρουσίαση σε μαθητές), προσπάθησα να ερμηνεύσω μετά γιατί δεν συναντιόμαστε, γιατί φαίνεται να μην υπάρχουν κοινά σημεία αναφοράς σε ανθρώπους που απέχουν μεταξύ τους μόλις... 25 χρόνια. Αναγνωρίζοντας ίσως και το μεμονωμένο στοιχείο της περίπτωσης αυτής. Τι μας χωρίζει, αφού τίποτα δεν μας ενώνει, τι έγινε σε αυτά τα 25 χρόνια της διαφοράς μας;

Νομίζω, έγιναν πολλά. Η βιωματική γνώση αντικαταστάθηκε από την παντοκρατορία της μιντιακής αφήγησης, η Άλκη Ζέη από τον Χάρι Πότερ, η εφημερίδα από το Ίντερνετ, οι διανοούμενοι, ακαδημαϊκοί, καλλιτέχνες περιφέρονταν από διοικητικά συμβούλια σε επιτροπές κρατικών οργανισμών. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις ή να θυμάσαι σήμερα τίποτα, αφού με ένα κλικ μπορείς να το βρεις στο google. Η ευκολία που έχουμε στην πρόσβαση μειώνει την επιθυμία που τροφοδοτεί τη γνώση. Σχηματοποιώ κι απλοποιώ, θα μου πείτε. Πάντως αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν σε τελείως διαφορετικό περιβάλλον από το δικό μου. Και πρέπει κάπως να συναντηθούμε. Δεν είναι πως μιλάω από την απόσταση του γερασμένου παρελθόντος κρίνοντας το μέλλον. Είναι πως με τα παιδιά αυτά μοιράζομαι το ίδιο παρόν.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Σκυτάλη


Υπάρχουν βέβαια γεγονότα που δεν αλλάζουν τον κόσμο, αλλά που επιβεβαιώνουν πως άλλαξε. Πως άλλαξε θέση, πως έφυγε μπροστά. Ένα τέτοιο γεγονός περιγράφει η Λίνα συνομιλώντας με τον… «όμορφο» στο λεωφορείο επιστρέφοντας- το γιο της που ετοιμάζεται να φύγει.

Την Πέμπτη που στην ΕΡΤ μπήκε λουκέτο η μάνα με πήρε τηλέφωνο για να ρωτήσει αν θα πάω στη συγκέντρωση που θα γίνει στην Αγία Παρασκευή. Μου είπε πως θέλει να έρθει κι εκείνη. Το απόγευμα λοιπόν ήρθε από την Κόρινθο και ανεβήκαμε, κάτσαμε κάμποσες ώρες και ύστερα επιστρέψαμε στα σπίτια μας. Περπατούσε ανάμεσα σε μένα και τον αδερφό μου, ρουφούσε τον κόσμο γύρω της, την ομορφιά των ανυπάκουων και των μη βολεμένων, συνέλεξε κουβέντες, οργή, ήχους, σιωπές. Κι ένιωσε ίσως πως έκανε κι εκείνη το χρέος της. Δήλωσε παρουσία σε ό,τι αντιστέκεται.

Ξημέρωσε Παρασκευή. Καθισμένος στο γραφείο μου, ανάμεσα σε αιτήματα, ερευνητές και βιβλία. Η μέρα ξεκίνησε με φούρια. Χτυπάει το τηλέφωνο.

«    -    ενοχλώ;
-        εεε…
-        ήθελα να σου πω πως ένιωσα περήφανη χθες ανάμεσά σας. Ένιωσα πως πέτυχα στη ζωή μου κάτι πολύ σημαντικό: έκανα δυο θαρραλέους ανθρώπους που αντιστέκονται και αγωνίζονται για τη ζωή με αξιοπρέπεια κι αγάπη. Που πάνε την αντίληψή μου για τον κόσμο παραπέρα.
-        Τι μου κάνεις τώρα (ρε μάνα)… δεν μπορώ να σου απαντήσω… μονάχα αυτό: μακάρι να νιώσω κάποτε κι εγώ έτσι για τα δικά μου (παιδιά)…»


Υπάρχουν βέβαια ιστορίες που δεν αλλάζουν τον κόσμο, αλλά που επιβεβαιώνουν πως άλλαξε…

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Δυο καγκελόπορτες


Αν το σκεφτείς, η μεταπολίτευση ήταν ο χρόνος ανάμεσα σε δυο καγκελόπορτες



(Πολυτεχνείο 1973- Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση 2013: 40 χρόνια ελληνικής ιστορίας)

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Ο Κοκκινοσκουφίτσος


Λευκή οθόνη. Να τη λερώσω λίγο. Ν’ αρχίσω πάνω της να περπατώ πατώντας πλήκτρα κάνοντας βήματα που θα τα λέω λέξεις. Άσκοπα να περπατώ όπως δίπλα στο κύμα, σαν το κύμα κι εγώ παλινδρομώντας. Το βράδυ η βροχή κατέβηκε με τη φιλαρμονική του ουρανού παρελαύνοντας σαν αποφασισμένος για τη νίκη στρατός. Με κατέλαβε- είμαι πια μια κατεχόμενη ερημιά που λιμοκτονεί για ελπίδα.

Η κόρη μου ζωγράφιζε χθες στην κουζίνα. Δεντράκια, ζωάκια σπιτάκια κι ανθρώπους. «Λύκο δεν θα κάνω» μου λέει, «γιατί θα φάει τα άλλα ζώα».. Θα πάρω χρώματα κι εγώ να ζωγραφίσω σε λευκή οθόνη πλάι της. Κι αν δεν μπορώ να αποφύγω τους λύκους, τουλάχιστον θα κρύψω τα άλλα ζώα.


Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν ήταν ένας κοκκινοσκουφίτσος, ένας συνηθισμένος άνθρωπος δηλαδή με κόκκινο σκουφί. Γιατί το κόκκινο είναι το χρώμα της επανάστασης. Πήγαινε στη δουλειά του κάθε μέρα. Μια μέρα όμως τον έφαγε ο κακός ο λύκος. Αυτός δεν πέθανε ωστόσο και συνέχισε να πηγαίνει στη δουλειά του. Μια μέρα που η βροχή κατέβηκε με τη φιλαρμονική του ουρανού παρελαύνοντας σαν αποφασισμένος για τη νίκη στρατός, ο κοκκινοσκουφίτσος δεν πήγε στη δουλειά. Τον παρέσυρε ίσως η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, τα νυσταγμένα κορμιά των περαστικών ή κι αυτή η αίσθηση θεατρικότητας που προσδίδει το κατέβασμα του συννεφιασμένου ουρανού πάνω από την πόλη. Κι άρχισε να περιφέρεται ασκόπως στους βρεγμένους δρόμους σαν το κύμα μπρος και πίσω. Τότε πέθανε. Γιατί ο θάνατος διαλέγει αυτούς που λοξοδρομούν.

*
η ζωγραφιά είναι της Κυριακής, της διπλανής μου στο γραφείο
- το ποστ είναι αφιερωμένο στο Γιώργο, τη Σταυρούλα, τη Λίνα, τη Ρούμπη, τη Χάρις, τη Μαριαλένα, την Ελενα

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Χώρος για όλους

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 3/11/2013]


Καθισμένος χρόνια τώρα στο αυτονόητο, ή στη φενάκη του αυτονόητου. Ανόητος ίσως και αφελής. Αυτονόητη η ελευθερία, αυτονόητη η δημοκρατία, αυτονόητα τα δικαιώματα. Υπάρχουν βέβαια προβλήματα, ελλείψεις, κενά, λάθη, εξαιρέσεις. Όμως αυτονόητα όλα αυτά. Κι άκοπα. Είμαστε η γενιά που θα τρυγούσε τους κόπους και τις θυσίες των προηγούμενων. Εκπαιδευτήκαμε για ένα ηδονικό καλοκαίρι κάτω από την κληματαριά.

Κι έρχεται ξάφνου όλο αυτό. Και στην καλύτερη περίπτωση ξαναθυμάσαι πως ήταν αποτέλεσμα διεκδικήσεων και προσπάθειας, αγώνα. Στη χειρότερη περίπτωση νομίζεις πως δικαιώματα και ελευθερία είναι σαμπουάν και κοντίσιονερ που τώρα τέλειωσαν και κάποιο σουπερμάρκετ πουλάει καινούρια.

Μοιάζει δύσκολη η στράτευση- οι δικαιολογίες πολλές: πάντα λίγοι στρατεύονταν στην ανατροπή, ακόμη πιο λίγοι στο χτίσιμο. Οι εποχές είναι περίεργες, δεν υπάρχει δυνατό, διεθνές, συλλογικό δυναμικό, δεν υπάρχει η ιδεολογία που θα ελκύσει τους πρόθυμους του κόσμου. Είναι και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γερό χαρτί στα χέρια των ολιγαρχών. Η δύναμή τους μεγάλη, το μήνυμά τους ευχερέστατα βρίσκει τους αποδέκτες του. Και τα μέσα τα έχουν εκείνοι. Και είναι και αυτή η ελπίδα (προαιώνιο χούι) πως ίσως να μην υπάρχει παρακάτω, πως ίσως κάτι θα βρεθεί, κάπου θα σκαλώσει η άγκυρα στο βυθό, κάτι θα αποδώσει καρπούς. Είναι και ο φόβος μην μας καπελώσουν αυτοί, ξέρεις…

Σκόρπιες κουβέντες όλα αυτά ετούτο τον καιρό. Κενές περιεχομένου και αδιέξοδες. Παρασκευή 18 Οκτωβρίου, απόγευμα. Σε ένα δημοτικό σχολείο της Αθήνας ο Σύλλογος Γονέων προβάλλει το «Μεγάλο Δικτάτορα» του Chaplin. Αφορμή η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου. Ευκαιρία κάπως να μιλήσουμε για το φασισμό. Τα φώτα σβήνουν, η οθόνη φωτίζεται κι ένας ανθρωπάκος βαδίζει. Στο τέλος εξεγείρεται. Κι εκφωνεί έναν μεγαλειώδη λόγο. Η δύναμή του είναι ο λόγος του. Η λογική, η σκέψη ενός ανθρώπου είναι η εξέγερσή του.

Μια ταινία του 1939 προβάλλεται σε ένα σχολείο το 2013. Και μοιάζει το μήνυμά της τρομακτικά επίκαιρο και η ισχύς της εντυπωσιακά επαναστατική. Ίσως γιατί αυτά που υπερασπίζεται δεν είναι πάλι αυτονόητα. Και έρχονται λέξεις να συναντηθούν με το σώμα τους, να του δώσουν πνοή. Μοιάζει κάλεσμα σε αντίσταση να πεις «αλληλεγγύη», «ελευθερία», «δημοκρατία». Η ταινία τελειώνει, τα παιδιά χειροκροτούν.

"... Όλοι θέλουμε να ζήσουμε από την χαρά του άλλου, όχι από τη δυστυχία του. Δε θέλουμε να μισούμε και να περιφρονούμε τον άλλο. Σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει χώρος για όλους και η γη είναι πλούσια, μπορεί να παράξει για όλους.»

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Η κρυφή ιδεολογία του εθελοντισμού


Το θέμα του εθελοντισμού είναι ένα σχετικά ανεξερεύνητο πεδίο κοινωνικής μελέτης, πολιτικής σκέψης και ιστορικής έρευνας. Είναι μια λέξη με ιδιαίτερη ισχύ και αυξημένη χρήση τα τελευταία 15 χρόνια στην Ελλάδα, από την εποχή δηλαδή που «χτιζόταν» ο στρατός των εθελοντών για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Και είναι, νομίζω, ένα φαινόμενο που έχει άμεση σχέση με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική πορεία της χώρας τα τελευταία χρόνια.

Η εθελοντική (άμισθη ή ορθότερα αφιλοκερδής)  προσφορά εργασίας δεν είναι ωστόσο καινούρια, ούτε είναι φαινόμενο μόνο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σημαντική ήταν και είναι η παρουσία και δράση εθελοντικών συλλογικοτήτων δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα (σύλλογοι γονέων, τοπικοί-πολιτιστικοί-μορφωτικοί κ.α. σύλλογοι), ενώ και θεσμοί όπως τα κόμματα ή η εκκλησία ανέκαθεν αξιοποιούσαν την εθελοντική εργασία των φίλων, οπαδών, πιστών τους.


 Τι διαφορετικό λοιπόν συμβαίνει τώρα; Υπάρχει καλός και κακός εθελοντισμός; Έχει όρια ο εθελοντισμός; Ποιοι προβάλλουν και γιατί το εθελοντικό μοντέλο;

Τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί η προπαγάνδα της εθελοντικής προσφοράς. Την προπαγάνδα ασκούν με έμφαση τα ΜΜΕ συνεπικουρούμενα από επιχειρήσεις αλλά συχνά και τις πολιτικές αρχές (δήμους, κυβερνήσεις). Είναι γνωστό με πόση ένταση υποστηρίχθηκαν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις από τις «σοσιαλιστικές» κυρίως κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων, συχνά χρηματοδοτούμενες με κυβερνητικό χρήμα. Η πολιτική εξουσία φαινόταν να εκχωρεί ένας μέρος του ρόλου της σε συλλογικότητες που την αντικαθιστούσαν σε τομείς οργάνωσης της δημόσιας ζωής. Με την εκχώρηση αυτή αποδεχόταν την αδυναμία της να αναλάβει το έργο της και πρόθυμα διαφήμιζε την απαλλαγή της από αυτό. Το «όχημα» αυτής της εκχώρησης ήταν η περιβόητη «κοινωνία των πολιτών», η προώθηση δηλαδή της ιδέας ότι ενεργοποιώντας τον πολίτη σε συγκεκριμένα μοντέλα συμμετοχής βελτιώνουμε την κοινωνία μας, σε αντικατάσταση της παλιομοδίτικης συνδικαλιστικής ή πολιτικής δράσης. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο πως προνομιακοί διαφημιζόμενοι τομείς εθελοντικής δράσης ήταν (και είναι) η υγεία, η οικολογία, ο πολιτισμός, η παιδεία και όχι βέβαια τα συνδικάτα και τα κόμματα. Ένας καλοπροαίρετος ή αφελής σχολιαστής θα έλεγε πως το όχημα χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να ξανακερδηθεί η συμμετοχή του κόσμου στα κοινά (βλέπε την περίπτωση των atenistas). Ως μη καλοπροαίρετος, θα έλεγα πως το όχημα χρησιμοποιήθηκε για να επιταχύνουμε την αποπολιτικοποίηση και να εδραιώσουμε την από-ιδεολογικοποίηση της δημόσιας ζωής.


 Αν υπάρχει καλός εθελοντισμός, υπάρχει και κακός. Κακός είναι ο εθελοντισμός που απαξιώνει τις κρατικές δομές (όχι από ιδεολογική βάση- βλ. αναρχία), αλλά γιατί χρησιμοποιεί τις πρόσκαιρες επιτυχίες της εθελοντικής δράσης για να επιχειρηματολογήσει υπέρ της διάλυσης του δημόσιου τομέα. Και είναι κακός γιατί ως στόχο δεν έχει την προσφορά, αλλά αποβλέπει στο κέρδος (πολιτικό ή οικονομικό). Κακός είναι ο εθελοντισμός που προβάλλεται ως υποκατάστατο της αμειβόμενης εργασίας, ή ως προϋπόθεσή της. Κακός είναι ο εθελοντισμός που δεν γνωρίζει τα όριά του και το ρόλο του στα κοινωνικά πράγματα.

 Νομίζω πως ο εθελοντισμός έχει όρια. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις κρατικές δομές. Και προς τούτο θα πρέπει πάντα να ασκεί πίεση ώστε το πλαίσιο που διαμορφώνει η προσφορά του να εντάσσεται στις υποχρεώσεις του κράτους. Αν στόχος των εθελοντικών ομάδων δεν είναι και η πολιτική πίεση, τότε το έργο τους θα είναι θνησιγενές και η προσφορά πρόσκαιρη. Αν πραγματικά ενδιαφέρονται γι’ αυτό που προσφέρουν πρέπει μακροπρόθεσμα να στοχεύουν στην ουσιαστική κατάργηση του εθελοντισμού, όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο γιατί πλέον δεν θα είναι χρήσιμος.


 Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο στάθηκε ένα άρθρο που εντόπισε και πρόβαλε μία δημόσια βιβλιοθήκη, η οποία στηρίζει αυτό το διάστημα κάποιες εξωστρεφείς δράσεις της στην επιτόπια προσφορά εθελοντών. Το άρθρο υποστηρίζει πως «ο εθελοντισμός αυξάνει τις πιθανότητες να βρείτε δουλειά», δημιουργεί δηλαδή ένα δελεαστικό κίνητρο για άμισθη και ανασφάλιστη εργασία ή για να το πούμε πιο ωμά… έναν ωμό εκβιασμό. Ή προσφέρεις εθελοντική δουλειά ή ξέχασέ την την αμειβόμενη εργασία. Το καρότο είναι η εμπειρία και η συγκέντρωση προσόντων σε ένα «ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον» Το μαστίγιο κρύβεται έντεχνα. Δεν μιλάμε βέβαια για το ανύπαρκτο επιχειρηματικό περιβάλλον αφού η επιχειρηματικότητα πνέει τα λοίσθια, δεν μιλάμε για την αδηφάγα και κανιβαλική εκμετάλλευση των ανέργων, αλλά για «ανταγωνισμό»…

Θα ήταν άδικο να κατηγορήσω την εθελοντική προσφορά, να απαξιώσω τη χαρά, την κοινωνικότητα, τη δημιουργικότητα που γεννάει η συλλογική αφιλοκερδής δράση. Ασχολούμαι κι εγώ εθελοντικά με κάποιες δράσεις, έχω συνεργαστεί με εθελοντές. Δεν είναι αυτό που κρίνεται. Είναι ο σχεδιασμός, η εκμετάλλευση και η προβολή ενός μοντέλου που δεν θεωρώ πως είναι άδολο.

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Γιάννενα, 1998



Μου αρέσει όταν πιάνει η βροχή.
Αδειάζουν οι δρόμοι.
Και τότε εμφανίζεται αυτός που είμαι εγώ
σαν ίσκιος
περαστικός από τον άλλο κόσμο.
Σφυρίζοντας ένα σκοπό για μια αγάπη
#
Μου αρέσει όταν έρχεται η ομίχλη
Σαν γόμα σβήνει
Κι ύστερα φεύγει (έτσι αθόρυβα όπως ήρθε)
κι όλα είναι πάλι στη θέση τους
Και 'συ απορείς ποιο λάθος
διορθώθηκε
#
Αυτό το βουνό απέναντι
μαύρο και μόνο
σαν και μένα είναι
φρουρός του άφατου

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Μέρες του 1939 (μέρες που είναι...)

Ευτυχώς η μνήμη συντηρείται. Εμείς απλά επιλέγουμε να την κάνουμε γνώση ή όχι.














Τα κείμενα και οι φωτογραφίες είναι από το περιοδικό "Νεολαία" της Ε.Ο.Ν.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Σκουπιδάκια



Μερικές φορές οι γέφυρες είναι αλυσίδες- που χρειάζεται να τις κόψεις. Έχουν ανάγκη οι δυο πλευρές να βρουν το δρόμο τους, που δεν είναι βέβαια αυτός που τις ενώνει.
 ***
Με λένε Γιώργο. Κάποτε μου ‘δωσαν αυτό το όνομα κι έκτοτε μου το παίρνουν λίγο-λίγο.
*** 
Πρωινό Σαββάτου σαν αγκύλη. Άννα- σίγουρα όμορφη Άννα, με το βλέμμα που σβήνει και μυγιάγγιχτη. Πρωινός καφές. Πόσες Άννες… Σίγουρα όχι όλες όμορφες και μυγιάγγιχτες. Σε όλες όμως το βλέμμα σβήνει. Όμως εμείς αγαπήσαμε τις όμορφες Άννες.
 ***
Έχεις προσέξει το τραγούδι των Κατσιμιχαίων που λέει «Αν είσαι θεός». Δεν είναι που αμφισβητεί την ύπαρξή του- θα ήταν εύκολο κάτι τέτοιο. Είναι που δέχεται πως υπάρχει, αλλά αμφισβητεί τη δύναμή του, την ιδιότητά του. Σαν τα παιδιά που λένε «αν είσαι μάγκας, έλα…». Πρωινό Σαββάτου σαν αγκύλη.
 ***
Πρωινό Κυριακής στη «Χαρά» στα Πατήσια. Είναι γύρω στα 45 μια μεγάλη παρέα παλιών συμμαθητών. Συναντιούνται χρόνια μετά, έχουν φωτογραφίες που αλλάζουν χέρια και ονόματα που αλλάζουν βλέμματα. Σαν σχολικό σκασιαρχείο από τα χρόνια. Ύστερα, το απόγευμα, ένας όμορφος δόκιμος στην αποβάθρα του τραίνου. Σε στάση προσοχής περιμένει το τραίνο. Ντυμένος στα λευκά με το χρυσό σπαθάκι του. Η ευθύτητα είναι αποτέλεσμα της στολής- χαμογελάω. Μια γριά κλοσάρ, επιστρέφοντας τη νύχτα, είναι διπλωμένη στο πεζοδρόμιο. Κοιμάται- τι όνειρα βλέπουν οι αποκλεισμένοι;
 ***
Καθαρίζω ρόδια στην κόρη μου- μικρά κατακόκκινα ρουμπίνια.
 ***
Πόσο παράπονο να έχει το βλέμμα της Μόνα Λίζα που όλοι κοιτούν το χαμόγελό της; Πόσο παράπονο τα χείλη της που τόσοι τα πόθησαν, αλλά κανείς δεν τόλμησε να τα φιλήσει;
*** 
Οι Κυριακές μας μοιάζουν καμιά φορά με ένα σωρό άπλυτα ρούχα. Ξεκινάει η βδομάδα κι είσαι γυμνός.
*** 
Σε μια έκθεση φωτογραφίας Σάββατο μεσημέρι: αντικατοπτρισμοί. Λέω στο Στέλιο πως είναι εικόνες ενός πραγματικού κόσμου, αλλοιωμένες βέβαια, εύθραυστες, το ίδιο πραγματικές ωστόσο. Γιατί όπως λένε οι ποιητές «ό,τι υπήρξε μια φορά δεν γίνεται να πάψει να έχει υπάρξει».

*****
το χαρακτικό είναι του Clement Serveau (1886-1972) από το βιβλίο "Trois recits" (1931) του Francois Mauriac (1885-1970) 

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Νάρκης της βίας δοκιμές στα τρόλλεϋ, στο δρόμο…

"... Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως 
που κάπως ξέρεις από φάρμακα
νάρκης του άλγους δοκιμές εν Φαντασία και Λόγω..."

Κ. Π. Καβάφης




Πάσχοντας από έναν ιδιότυπο «ιδρυματισμό» έχουμε επιτρέψει τα τελευταία χρόνια την ανάθεση της πολιτιστικής πολιτικής (και όχι μόνο) σε ιδρύματα. Η επικοινωνιακή τους ευχέρεια επιτρέπει συχνά την ανάδειξη της προσφοράς τους σε επίπεδα πολύ ανώτερα της πραγματικής ποιότητας του έργου που γίνεται. Αντίθετα η… παραδοσιακή επικοινωνιακή ανικανότητα/δυσχέρεια των μεμονωμένων δημόσιων πολιτιστικών φορέων δεν πέτυχε ποτέ να αναδείξει και να κοινωνήσει στο ευρύ κοινό την προσφορά, το υλικό και την αξία των υπηρεσιών τους, που παραμένουν κατά κανόνα αναμφισβήτητα για όσους γνωρίζουν. 

Στο πεδίο αυτό χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ελληνικές βιβλιοθήκες και εν γένει οι υπηρεσίες οι σχετικές με το βιβλίο. Υπερτερούν τους τελευταίους μήνες ποσοτικά τα δημοσιεύματα του πρόθυμου για «καλές ειδήσεις» τύπου,  που αναφέρονται σε δευτερεύουσας ωστόσο σημασίας “project” που εκτελούνται με τη χορηγία ενός ιδρύματος: χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι λεγόμενες «ανταλλακτικές βιβλιοθήκες», ο Καβάφης στα τρόλλεϋ ή η προσέλκυση μαθητών στις δημόσιες βιβλιοθήκες κ.α. Η ποιότητα των project, άλλοτε πραγματικά ασήμαντη, άλλοτε αξιόλογη, τυγχάνει μιας επικοινωνιακής καταιγίδας σε σημείο που να δημιουργούνται στην κοινή γνώμη στρεβλωμένες αντιλήψεις. Είναι ας πούμε πολύ σημαντικές οι εκδηλώσεις για παιδιά που οργανώνονται από το ίδρυμα Νιάρχου στις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες, πολύ πιο σημαντικές από την υποστήριξη του ερευνητικού έργου που κάνουν οι βιβλιοθήκες σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Γι’ αυτό και ο μνημονιακός/κατεστημένος κατά κανόνα τύπος προβάλλει τις πρώτες και αγνοεί τις δεύτερες. Η προβολή των πρώτων δεν περιλαμβάνει βέβαια τόσο τις ίδιες τις βιβλιοθήκες, όσο την προσφορά του Ιδρύματος ή του «εθνικού βιβλιοθηκάριου» Ιωάννη Τροχόπουλου.

Θα μπορούσε κανείς να δει παρόμοια φαινόμενα και σε άλλους χώρους της δημόσιας ζωής: σίτιση χιλιάδων μαθητών από χορηγίες, χορηγία καυσίμου για την κίνηση των αρμάτων μάχης στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, ογκολογικό νοσοκομείο για παιδιά από χορηγίες κ.ο.κ. Σαν ιός εξαπλώνεται η πρακτική αυτή υπηρετώντας πολλαπλά διάφορες σκοπιμότητες. Δημιουργείται καταρχάς ένα πνεύμα εμπιστοσύνης και ανάθεσης στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στο καπιταλιστικό μοντέλο, αφού ένα στρεβλό, αδιέξοδο και πελατειακό δημόσιο, θολά σοσιαλίζον, «μας έφτασε εδώ που μας έφτασε». Η απαξίωση του δημοσίου επιτρέπει την πρόθυμη εκχώρηση στους ιδιώτες κάθε κρίσιμου και επωφελούς γι’ αυτούς αγαθού ή υπηρεσίας. Μέσα σε αυτά είναι και οι πολιτιστικές υπηρεσίες και τα αγαθά. Φτάνουμε λοιπόν στο σημείο να ασκούν πλέον πολιτική μεγάλα συγκροτήματα ιδιωτικών συμφερόντων, για τομείς όπως η παιδεία, η υγεία και ο πολιτισμός.


Ο «ιδρυματισμός» μας αυτός ευτελίζει, τεμαχίζει, εκχωρεί και ξεπουλάει κάθε τι αξιόλογο. Είναι πιο εύκολο να διαβάσουμε μια φράση σε ένα τρόλλευ, από ό,τι να διαβάσουμε το έργο του Καβάφη. Αρκεί η ψευδαίσθηση μιας κουλτούρας από την ουσιώδη καλλιέργειά της. Είναι εξίσου χρήσιμος ένας «ψιλοκομμένος Καβάφης» με μία βιβλιοθήκη ή ένα σχολείο. Και αφού είναι ισοβαρή αυτά τα πράγματα, μπορούμε να απαλλαγούμε άκοπα από κάποια (εν προκειμένω βιβλιοθήκες και σχολεία). Ο «ιδρυματισμός» μας αυτός υπερασπίζεται εύκολα και πολιτικές αντιδραστικές τακτικές διατρεβλώνοντας και αλλοιώνοντας συχνά το πολιτιστικό προϊόν: η βιασύνη γίνεται βία και οι βιβλιοθήκες, ανταλλακτήρια βιβλίων…

***
Το χαρακτικό είναι του Clement Serveau από το βιβλίο του Abel Hermant "L' aube ardente" (Paris, 1927)

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Il Silenzio

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 14/10/2013]


Γεννήθηκα στην Κόρινθο και μεγάλωσα στην άκρη της πόλης, σε ένα κτήμα με ελιές, πορτοκαλιές και αμπέλια. Εκεί πήγα σχολείο, εκεί παντρεύτηκα, εκεί είναι θαμμένοι οι νεκροί μου. Εκεί παρουσιάστηκα φαντάρος και από εκεί απολύθηκα όταν τελείωσε αυτή η θητεία. Οι νύχτες των πρώτων 25 χρόνων της ζωής μου συνοδεύτηκαν από ένα παράδοξο ήχο, το σιωπητήριο που ακουγόταν από το 6ο Σύνταγμα Πεζικού. Εκατοντάδες νύχτες το «il silenzio» βαρούσε, καλοκαίρια και χειμώνες τέλειωναν με μια τρομπέτα να χαϊδεύει τη μέρα που έσβηνε. Μικρός φανταζόμουν ένα στρατιώτη να ανεβαίνει κάπου ψηλά, να σηκώνει την τρομπέτα του και να παίζει. Ύστερα πρόσθεσα στη φαντασία μου και το σκοπό αυτής της πράξης: νανούριζε τους νεκρούς των μαχών. Ήταν ένας θλιμμένος αποχαιρετισμός στα κορίτσια σκέφτηκα αργότερα, τα κορίτσια που ονειρεύονταν οι φαντάροι που στις εξόδους πλημμύριζαν την πόλη, ένα χακί ποτάμι που κατέβαινε την Άργους, περνούσε τις γραμμές του τραίνου και χυνόταν στην πόλη.

Παρουσιάστηκα στο 6ο Σύνταγμα Πεζικού. Το ίδιο είχε κάνει κι ο πατέρας, κι ο παππούς μου. Το στρατόπεδο βρισκόταν εκεί από το 1927. Ο πατέρας λέει πως πιτσιρίκος πουλούσε έξω από την πύλη σταφίδα στους φαντάρους. Ήταν μεγάλο πράγμα το στρατόπεδο για την Κόρινθο. Μεγάλωσαν μαζί. Χιλιάδες αγόρια τη διάβηκαν, σκόρπισαν τη μοναξιά τους στα μπουρδέλα στις άκρες της, έφαγαν ζεστό φαΐ στις ταβέρνες και τα μαγεριά της, αναπόλησαν, κρύωσαν, φωτογραφήθηκαν, έκλαψαν. Και πόσα κορίτσια σε αυτή την πόλη γνώρισαν τον έρωτα με τη χακί στολή.

Δεν είναι μια ανόητη αναπόληση όλο ετούτο, ούτε ανεγκέφαλη «στρατοφιλία». Είναι μονάχα που η πόλη αυτή έχει πολλές ιστορίες να πει για το στρατόπεδό της, κομμάτι της ιστορίας της είναι, της λαογραφίας και των κοινωνικών ηθών της. Το στρατόπεδο πια άλλαξε χρήση. Δεν είναι στρατόπεδο νεοσυλλέκτων, αλλά στρατόπεδο εγκλεισμού μεταναστών. Σε αυτό στοιβάζονται απόκληρες ψυχές, άνθρωποι που η μεταναστευτική μας πολιτική θεωρεί λαθραίους και παράνομους. Σε αυτό ήταν έγκλειστος ο Μοχαμάντ Χασάν, ο Αφγανός πρόσφυγας που προ μηνών έχασε τη ζωή του λόγω της αδιαφορίας των «αρμόδιων» αρχών για την πορεία της υγείας του.

Κι η Κόρινθος δεν μιλά. Και ένα άλλο σιωπητήριο πια τρυπάει τη νύχτα. Αυτό μιας πόλης που υποκρίνεται πως το στρατόπεδο της δεν υπάρχει, πως στην άκρη της δεν βασανίζονται άνθρωποι κλεισμένοι σε κλουβιά, δεν απελπίζονται άνθρωποι κυνηγημένοι από πολέμους.

Το «il silenzio» σύντροφοι εγώ το ακούω όμως τις νύχτες- νανουρίζει τους νεκρούς της αναλγησίας μας.


Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Κάτι ταξίδια...


Δεν ξέρω πώς να στο πω. Ας προσπαθήσω να στο πω όσο πιο απλά κι ανεπιτήδευτα μπορώ, χωρίς υπεκφυγές, παραβολές και παραμύθια. Μου αρέσουν πολύ τα παλιά βιβλία. Μπορείς σε αυτά να διακρίνεις την τέχνη των ανθρώπων που τα έφτιαξαν. Ο κόπος και η αγωνία τους μου αρέσει. Μου αρέσουν τα στολίδια τους, τα αρχιγράμματα, η εικονογράφηση που έγινε με το χέρι. Σκέφτομαι πως τα καλύτερα ταξίδια που έχω πάει είναι σε τέτοια βιβλία... 






*τα χαρακτικά είναι του Jacques Engelbach από το βιβλίο του Edouard Estaunie με τίτλο "Le ferment" (Paris: J. Ferenczi et fils, 1930)

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Σαν κάδοι σκουπιδιών

Αυτές οι μέρες είναι σαν κάδοι σκουπιδιών που αδειάζουν. Χρήσιμες βέβαια αφού έρχεται η ώρα να αποφασίσεις ποιους θα αφήσεις- έχοντας διαλέξει καιρό τώρα με ποιους θα πας.

Όμως οι άνθρωποι που κάνουν πίσω, που σταματούν ή που αρνούνται να ξεκινήσουν όπως και να είναι σε καθυστερούν, είναι άγκυρες που το φευγιό σου αφήνει στο βυθό. Ξεκολλούν από πάνω σου και παίρνουν βίαια μαζί τους κάποιο κομμάτι από τα πλευρά σου. Κι εδώ που τα λέμε δεν είναι πως εσύ τους αφήνεις πίσω, αλλά πως αυτοί σε αφήνουν μπροστά. Είναι λιπόψυχα βαρίδια, φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι.

Λέει κάπου ο Σεμπρούν πως την ιστορία δεν τη γράφουν οι λαοί, τη γράφουν οι κυρίαρχες μειοψηφίες, στην Αριστερά τις λένε «επαναστατική πρωτοπορία», στη Δεξιά, «φυσική ηγεσία». Σκέφτομαι πως τελικά την ιστορία την υποβάλλουν οι σιωπηλές πλειοψηφίες, αυτές κινούν τον κόσμο. Δεν κινούνται οι ίδιες, δεν επαναστατούν, δεν ανατρέπουν. Εξωθούν όμως τα πιο δραστήρια μέλη της κοινωνίας να αντιδράσουν, να αλλάξουν και να καούν. Και ύστερα αυτές οι πλειοψηφίες θα κάτσουν πάνω στον τάφο τους και θα ανάψουν τσιγάρο. Εις ανάμνησιν της φλόγας που αλλάζει τον κόσμο.

Ας είναι.



Κυριακή βράδυ και η τηλεόραση δείχνει για πολλοστή φορά την ελληνική ταινία «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα». Στην άκρη άλλης μιας εξουθενωτικής εβδομάδας καθόμαστε οικογενειακώς να τη δούμε. Πολλές ατάκες της υπάρχουν σε αυτό που θα λέγαμε «οικογενειακό κώδικα». Η καλή μου είναι μια δυναμική γυναίκα, ένα κυρίαρχο χαμόγελο, κι αυτό που θα έλεγε κανείς «ένας άνθρωπος που πιάνει τη ζωή από τα μαλλιά». Έχει όμως αυτές τις ιδιαίτερες αμυχές μιας παράδοξης ευαισθησίας που όποτε τις διαπιστώνω τρελαίνομαι από πάθος. Είναι οι τελευταίες σκηνές του φιλμ: ο Αντωνάκης επιστρέφει στο σπίτι που κατεδαφίζεται. Αναπολεί τις στιγμές που έζησε με την Ελενίτσα του βλέποντας τα άδεια δωμάτια και τους σημαδεμένους τοίχους. Εκεί ήταν το κρεβάτι, πιο πέρα ο «θερμοσίφουνας», το κομοδίνο, η ντουλάπα. Όλα αφήσαν πίσω τους το σημάδι της παρουσίας. Ακούμε μύτη να σφυρίζει και γυρίζουμε το βλέμμα με τον Κωστή προς τη μάνα του: τα μάτια της είναι πνιγμένα στα δάκρυα. Θέλω να την πιάσω, να τη φιλήσω να της πω «μην στεναχωριέσαι, δεν πειράζει που μένουν πίσω οι άνθρωποι, που λιποψυχούν. Εμείς πρέπει να πάμε μπροστά». Προτιμώ να την εμπαίξω, είναι και το παιδί μπροστά. «Μωρέ… δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους να χωρίζουν» μας απαντάει.


Ξαπλώνουμε. Και παίρνω πάλι να διαβάσω τη Γώγου. Διαβάζω τα «τρία κλικ αριστερά». Λέει κάπου: «Δεν ξέρω τι ν’ αγοράσω για να μην γίνω συνεργός. Καταλαβαίνεις;»

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Αστική βιογραφία


Μένω σε ένα δρόμο που έχει το όνομα μιας πόλης που δεν υπάρχει πια, μιας πόλης που δεν έχει σπίτια, που δεν έχει δρόμους. Μένω σε ένα σπίτι στον αριθμό 26 αυτού του δρόμου. Όταν ήμουν παιδί έμενα σε μια άλλη πόλη, στο νούμερο 27 ενός άλλου δρόμου που είχε το όνομα μιας άλλης πόλης. Όταν ήμουν 26 χρόνων έμενα σε ένα άλλο σπίτι, σε έναν άλλο δρόμο που είχε το όνομα μιας λίμνης, όμως δεν είχε νερά, ούτε αποδημητικά πουλιά. Και η λίμνη εξάλλου αποξηραίνεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια. Κάποτε έμεινα σε ένα δρόμο που είχε το όνομα ενός ανθρώπου.

Οι άνθρωποι βγαίνουν από τα σπίτια τους και παίρνουν τους δρόμους και πάνε- δρόμους που τέμνονται, που προχωρούν παράλληλα, μοναχικούς δρόμους, δρόμους που οδηγούν σε αδιέξοδα (καμιά φορά επώνυμα αδιέξοδα).

Σε αυτή την πόλη δεν υπάρχει δρόμος που να λέγεται "οδός ελευθερίας", μονάχα πλατείες έχουν αυτό το όνομα. Δρόμοι δηλαδή που γυρίζουν συνέχεια και ακατάπαυστα γύρω-γύρω από ένα άγαλμα.