Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Μικρό παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας. Αυτά που ποθούσε η ψυχή του δεν τα 'φερνε η ζωή. Έτσι ένα βράδυ του Σεπτέμβρη κάθισε κι έγραψε μια ιστορία, μπήκε μέσα της και χάθηκε για πάντα.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Το πουρμπουάρ


Καμιά φορά νιώθω σαν σκουπίδι που το παρασέρνει το ρυάκι της βροχής μια μέρα του Σεπτέμβρη. Από τις τελευταίες, που το έχεις πια χωνέψει πως το καλοκαίρι δεν γυρίζει πίσω. Ένα σκουπίδι με σκέψεις παράδοξες. Ας πούμε, επιστρέφοντας πριν λίγες μέρες αναρωτιόμουν ποια ιδέα θα είχαμε για τον εαυτό μας αν δεν υπήρχαν καθρέπτες και  το είδωλό μας δεν ήταν παρά μια φευγαλέα σκιά, άλλοτε μικρή στο κάθετο σφυροκόπημα του ήλιου και άλλοτε θεόρατη στων τοίχων τα πεδία (τις νύχτες που οι δρόμοι μάς οδηγούν στα αδιέξοδά τους), άλλοτε κρύα σαν το σίδερο και άλλοτε φλεγόμενη σαν τον έρωτα. Αν βλέποντας τη σκιά μας πριν βγούμε έξω λέγαμε «είσαι ωραίος σήμερα».

Μια άλλη μέρα σκέφτηκα πως κάποιες γενικές δεν είναι καθόλου γενικές – ας πούμε, οι κτητικές. Και μια άλλη, πως ξέρω ανθρώπους που όταν τελειώνουν την ανάγνωση ενός βιβλίου, αφήνουν πίσω τους λευκές σελίδες. Στη βιβλιοθήκη παρακολουθώ καμιά φορά τους αναγνώστες να μελετούν και σκέφτομαι πως ο τρόπος που κάποιος διαβάζει είναι και ο τρόπος που γαμάει: άλλος αργά και γλυκά χαϊδεύοντας τις λέξεις, άλλος σκυμμένος πάνω τους θέλοντας ίσως να είναι ο μοναδικός που θα τις καταλάβει, άλλος βιαστικός και αγχωμένος γυρνώντας βάναυσα τις σελίδες σαν να τις εκδικείται.

Τέτοια σκουπιδάκια σκέψεις μαζεύονται πολλά. Μια καλοκαιρινή σκέψη είναι πως τα φύκια που ‘βρισκα στην παραλία είναι σαν φράσεις μισές, μπερδεμένες, υπαινικτικές, ματαιωμένες. Τα έχει ξεβράσει εκεί η θάλασσα. Τα μαζεύω με προσοχή, τα κλείνω σε ένα τετράδιο και τα αφήνω εκεί. Να γίνουν ποίημα. Υπάρχουν και σκέψεις επίμονες, που όσο και αν προσπάθησαν, δεν κατέληξαν κάπου. Θα έχεις προσέξει κι εσύ τους ζητιάνους στο δρόμο που έχουν ένα χαρτόνι μπροστά τους που λέει πως πεινάνε, δεν έχουν σπίτι ή έχουν παιδιά και ζητάνε λίγα χρήματα να ζήσουν. Και ύστερα γράφουν στο τέλος «ευχαριστό». Κάποιο νόημα θα έχει αυτή η ανορθογραφία, για κάποιο λόγο τα χαρτόνια των ζητιάνων είναι γραμμένα όλα με το ίδιο λάθος.

...
Κάθομαι μέσα μου καμιά φορά και ξεκουράζομαι. Παραγγέλλω καφέ κι ανάβω τσιγάρο. Μπορεί να σφυρίξω και έναν σκοπό, όπως κάνουν τα πουλιά που στέκονται δίπλα μας κάποια στιγμή σε ένα κλαδί και κελαηδούν. Και ύστερα από λίγο σηκώνομαι και φεύγω. Συνήθως αφήνω και πουρμπουάρ στο τραπέζι. Καλή ώρα…

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα ρεπεράζ στις βιβλιοθήκες


Το "ρεπεράζ" είναι η αναζήτηση των χώρων που κάνει ένας σκηνοθέτης για να ετοιμάσει τα γυρίσματά του. Είναι δηλαδή η ανίχνευση όσων μας περιβάλλουν , όλων όσων αποτελούν το φόντο της παρουσίας και της δράσης μας. Το "ρεπεράζ" είναι όμως και η εκπομπή του Παναγιώτη Φραντζή στο "Μεταδεύτερο", το αυτοδιαχειριζόμενο διαδικτυακό ραδιόφωνο κάθε Σάββατο από τις 14.00 ως τις 16.00. Σε αυτή την εκπομπή το προηγούμενο Σάββατο έγινε μια ενδιαφέρουσα ανίχνευση για τις βιβλιοθήκες, την ανάγνωση και το ρόλο των χορηγών και των ιδρυμάτων στον πολιτισμό, στην οποία συμμετείχαμε τρεις βιβλιοθηκονόμοι: η Ειρήνη Δαφέρμου (συνάδελφος και φίλη από το Πάντειο Πανεπιστήμιο), εγώ και ο Παναγιώτης - που είναι απόφοιτος του τμήματος της Κέρκυρας. 

Στην αρχή οι... ερασιτέχνες της παρέας ήμασταν λίγο αμήχανοι και τρακαρισμένοι. Το γεγονός όμως πως ο φιλόξενος "εκπομπάρχης" μάς κράτησε ολόκληρο το δίωρο μαζί του σημαίνει πως μάλλον είχαμε πράγματα να πούμε. Τα μοιράζομαι και από 'δω μαζί σας, γιατί πολύ την απόλαυσα αυτή την κουβέντα και τις συναντήσεις που είχαν οι προβληματισμοί μας.


Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η «νέα βιβλιοθήκη» (ΙΙ)

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 21/9/2014]


Αναρωτιόμαστε αν πρόοδος είναι ό,τι καινούριο υπάρχει στον τρόπο που κάνουμε ή αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Συχνά μας λένε πως αυτό είναι η πρόοδος, πως η τεχνολογία είναι η πρόοδος, η απαγκίστρωση από ιδεολογήματα του παρελθόντος είναι η πρόοδος, πως «ό,τι γυαλίζει είναι χρυσός.». Πρέπει λοιπόν να απαντήσουμε πως πρόοδος είναι ό,τι βελτιώνει την απόδοση των σκοπών μας, ό,τι υπηρετεί καλύτερα το στόχο των προσπαθειών μας.

Είναι συχνές οι στρεβλώσεις τα τελευταία χρόνια στον τομέα των θεσμικών ζητημάτων του πολιτισμού μας. Εμφανίζονται ως «πρόοδος» πράγματα που πίσω από το εντυπωσιακό περιτύλιγμά τους κρύβουν οικονονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σχεδιασμό. Η στρέβλωση είναι μεγαλύτερη σε εμάς που δεν πετύχαμε όλα αυτά τα χρόνια ένα γερό θεσμό, τον οποίο έστω θα ταλαιπωρούμε, αλλά κατά κανόνα αυτοσχεδιάζαμε πετυχαίνοντας ενίοτε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ένας τέτοιος κόσμος είναι οι ελληνικές βιβλιοθήκες.


Η «νέα βιβλιοθήκη» του Almere ή η δικιά μας «νέα εθνική βιβλιοθήκη» του Ιδρύματος Νιάρχου είναι ιδεολογικοποιημένοι τίτλοι που επιχειρούν να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν ανασκευάζοντας και τους σκοπούς που αυτό υπηρετούσε (λειψά και μίζερα στην περίπτωση τη δικιά μας). Η «νέα βιβλιοθήκη» βαφτίζεται στους κανόνες της αγοράς, επιχειρηματολογεί με τη διαφήμιση και τα σημαινόμενά της, πολιτικολογεί συστημικά απαξιώνοντας το κράτος και αδιαφορεί για τις μειονότητες.


Θέλουμε κόσμο στις βιβλιοθήκες, αλλά τον θέλουμε να διαβάζει και να ανακαλύπτει τον κόσμο της γνώσης και της σκέψης. Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να δουλέψουμε πάνω στην ανάγκη της ανάγνωσης, πρέπει να καλλιεργήσουμε τη σκέψη, πρέπει να μάθουμε στην αναζήτηση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διαφημιστικά τρικ για να τους βάλουμε σε αυτές, δεν πρέπει να τους εξαπατήσουμε αλλοιώνοντας τους στόχους μας. Στόχος δεν είναι να πούμε πόσοι μπήκαν, προκειμένου να πείσουμε τις εκφυλισμένες ηγεσίες μας για την ανάγκη σταθερής και γενναίας χρηματοδότησης. Δεν θέλουμε τις βιβλιοθήκες σημεία διαφήμισης, δεν θέλουμε τις βιβλιοθήκες βήμα πρόσβασης της αγοράς στη γνώση και τη σκέψη, δεν θέλουμε την αγορά και τους πολιτικούς της ταγούς να καθορίζουν το περιεχόμενο και την προσβασιμότητα στις βιβλιοθήκες, δεν θέλουμε ματωμένους χορηγούς σε επιτοίχιες πλάκες. Δεν τους θέλουμε γιατί επιπλέον ξέρουμε πως θα περάσουν πάνω από το σώμα μας, που απελπισμένα τους παραδώσαμε, και θα φύγουν. Λίγη πρόσκαιρη κλεμμένη δόξα θα έχει μείνει, και τα μυαλά δεν θα έχουν αλλάξει. Πρέπει να πείσουμε τις πολιτικές ηγεσίες που καβαλάνε την εξουσία πως η επένδυση στις βιβλιοθήκες από το κράτος είναι σταθερή και μόνιμη επένδυση στη μόρφωση και την καλλιέργεια του λαού μας. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να καβαλήσουμε την αποστολή μας, τον πνευματικό και κοινωνικό μας ρόλο.

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα χειρόγραφο απόγευμα του Σεπτέμβρη


Ένας πιτσιρίκος παίζει στην παραλία
Πετροβολάει τη θάλασσα
την κυνηγάει και την αγκαλιάζει
Ορμάει στο αφρισμένο ξέσπασμά της
αλαλάζοντας
Σηκώνονται αντίκρυ του τα κύματα
κι αυτός γελάει

Ένας πιτσιρίκος παίζει με τα κύματα
δεν είμαι εγώ
Εγώ παρακολουθώ ανήσυχος τη νύχτα
που σηκώνεται κι απλώνει
γύρω

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Γυμνός από σώμα


Είμαι μέσα στο σώμα μου
και δεν θέλω να βγω
Αν για λίγο το αφήσω
για να πάω μέχρι εκεί
φοβάμαι μην φύγει
και μείνω μόνος
Γυμνός από σώμα

***
ο πίνακας είναι του Εδουάρδου Σακαγιάν

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Η "νέα βιβλιοθήκη" (Ι)


Μια προαιώνια πάλη στις ανθρώπινες κοινωνίες είναι αυτή ανάμεσα στη βούληση και το χρήμα. Στον πόλεμο αυτό αποσκιρτήσεις υπάρχουν και από τη μία και από την άλλη πλευρά, στήνονται ενίοτε και άλλοτε γκρεμίζονται γέφυρες ανάμεσα στις δύο όχθες. Όταν δεν επιδιώκεται η κυριαρχία του ενός στον άλλο, αρκετοί εργάζονται για τη «συνεργασία» των δύο δυνάμεων. Αυτό σαν γενική αρχή δεν μας ενδιαφέρει τόσο να το αναπτύξουμε, όσο να το εξειδικεύσουμε στις βιβλιοθήκες, που είναι το βασικό αποθετήριο της ανθρώπινης βούλησης άμεσα και πάντα εξαρτώμενο από το χρήμα και τους κατόχους του. Στις καλύτερες περιόδους της ιστορίας των βιβλιοθηκών το χρήμα αποσκοπούσε στην ανάπτυξη των βιβλιοθηκών ως μοχλού ανάπτυξης της βούλησης. Υπάρχουν ωστόσο και περίοδοι που δια του οικονομικού ελέγχου των βιβλιοθηκών επιχειρούνταν και ο πολιτικός έλεγχος της βούλησης.

Η «Nieuwe Bibliotheek» είναι η λαϊκή βιβλιοθήκη της πόλης του Almere στην Ολλανδία. Πρόσφατα για να αντιμετωπίσει την σταδιακή μείωση του κοινού της ή/και να αυξήσει τους χρήστες των υπηρεσιών της προχώρησε σε κάποιες καθοριστικές ανατροπές. Επανασχεδιάστηκε με βάση τις ανάγκες των χρηστών της, όπως αυτές εκφράστηκαν σε έρευνες αγοράς. Αναταξιθέτησε το υλικό της με τη λογική του βιβλιοπωλείου, ανέδειξε τα εξώφυλλα των βιβλίων που θα αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον του περαστικού, εκπαίδευσε το προσωπικό της στο marketing και την εξυπηρέτηση πελατών, προώθησε την εργονομία της συνεργατικότητας των πελατών της,  επιχείρησε με τη διαμόρφωση των χώρων της να «αιχμαλωτίσει» το χρήστη της περισσότερο χρόνο εντός της, εγκατέστησε στο χώρο της κονσόλες για ηλεκτρονικά παιχνίδια, στο καφέ της υπάρχει πάντα κάποιο μουσικό πρόγραμμα, η βιβλιοθήκη έγινε από θαμπή, λαμπερή. Η λαϊκή βιβλιοθήκη του Almere είχε 1.140.000 επισκέψεις το 2013. Το Almere είναι μια νέα πόλη, το πρώτο σπίτι της οποίας χτίστηκε το 1976. Σήμερα έχει 196.000 κατοίκους.


Η ανατροπή αν και δεν έγινε χωρίς διαφωνίες, είναι ένα χαρακτηριστικό ενδεικτικό παράδειγμα των νέων τάσεων που προβάλλονται στα διεθνή βιβλιοθηκονομικά συνέδρια και διαφημίζονται στα ειδικά περιοδικά του χώρου. Στην Ελλάδα είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία να ακούσουμε έναν Ολλανδό πάλι συνάδελφό μας να επιχειρηματολογεί γιατί πρέπει να μπουν ηλεκτρονικά παιχνίδια στις βιβλιοθήκες για να αυξήσουμε την επισκεψιμότητά τους. Τι έγινε λοιπόν; Μήπως δεν θέλουμε να ξεθολώσουν οι βιβλιοθήκες; Μήπως ως άλλοι Στάτλερ γκρινιάζουμε στη μίζερη γωνιά μας αντιδρώντας στην πρόοδο; Δυστυχώς τις εποχές των οραμάτων στην παγκόσμια βιβλιοθηκονομική κουβέντα πλέον ακολουθούν οι εποχές της ευρηματικότητας προκειμένου οι βιβλιοθήκες να επιβιώσουν της οικονομικής κρίσης, της έκρηξης της τεχνολογίας και της κάμψης της πολιτικής βούλησης. Πρέπει να αναπτύξουμε συνέργειες με τον ιδιωτικό τομέα, να αποδεχτούμε τη «φωτισμένη» δεσποτεία των Ιδρυμάτων και των χορηγών, να συνεργαστούμε με την Αγορά και τους κανόνες της. Είναι λοιπόν έτσι τα πράγματα; Η συνέχεια και απάντηση την ερχόμενη Κυριακή.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Καρτ-ποστάλ στον Οδυσσέα (που γνώρισα στα Πούλιθρα)


Μικρέ Οδυσσέα,

επέτρεψέ μου να σε λέω «μικρό», αφού είσαι μόνο 4 χρόνων εξάλλου, ενώ εγώ 40. Τούτο δεν σημαίνει τίποτε άλλο από τρυφερότητα. Νομίζω πως το μέγεθός σου σού επιτρέπει να βλέπεις τα πράγματα μεγάλα, σαφώς πολύ μεγαλύτερα από μένα. Μείναμε λοιπόν σε διπλανά δωμάτια στις διακοπές μας και ο αποχωρισμός μας ήταν δύσκολος όταν ήρθε η ώρα. Πιο δύσκολος από τη γειτνίαση, τα ωράρια και τις διαθέσεις μας που δεν ταυτίζονταν. Είπες μουτρωμένος πως δεν θες να φεύγουν οι άνθρωποι από τον κόσμο σου. Μην νομίζεις πως δεν μας πονάει όλους το ίδιο αυτό το φευγιό, εννοώ μικρούς και μεγάλους. Η διαφορά μας είναι πως εμείς θεωρούμε φυσιολογική και διαχειρίσιμη την απώλεια ενώ εσύ όχι. Ωστόσο εσύ μπορείς πιο εύκολα να ξεχνάς ή να στρέφεις αλλού το ενδιαφέρον σου, ενώ εμείς μένουμε συνήθως κολλημένοι στη σκιά της απουσίας. Μαθαίνουμε να ζούμε με αυτήν. Καμιά φορά συνηθίζουμε να φεύγουμε.

Έτσι καθώς γλιστράει το καλοκαίρι μέσα από τα χέρια μας και αφήνουμε πίσω την ελευθερία του, επιστρέφοντας στους ρόλους και τις υποχρεώσεις, σκέφτομαι στενόχωρα πράγματα μικρέ μου φίλε. Σκέφτομαι ας πούμε πως ολοένα και περισσότερο έχω την αίσθηση πως αγοράζω την ελευθερία μου, ή μάλλον πως επιβάλλεται να πληρώσω γι’ αυτήν. Πρέπει να δουλεύω όλο το χρόνο για λίγες μέρες στο γαλάζιο της θάλασσας, αγοράζω την υγεία μου, την επιβίωση και την ευτυχία μου, τους φίλους, τα πράγματα που αγαπώ να κάνω. Αγοράζω τις βουτιές των παιδιών μου από τους ώμους μου, τα σπασμένα αστέρια ψηλά στο οροπέδιο, το ψάρεμα με ένα ποτήρι, τα τραγούδια και τις ιστορίες των φίλων μου, κατοικημένες και ακατοίκητες σελίδες, αγοράζω ακόμη και την ανατολή του ήλιου που ξαπλωμένος ανάσκελα με ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια γυμνός στη φλούδα της θάλασσας αναμετριέμαι με το πρώτο γαλάζιο της μέρας εκεί ψηλά στο θόλο. Για όλα πληρώνω, ξοδεύομαι, δίνω πολλά για τα λίγα που μπορώ ελεύθερα και ανέμελα να χαίρομαι. Και είμαι τυχερός και γι’ αυτά. Επίσης πρέπει εκτός από όλα αυτά να ζω και να δρω συλλογικά, να συμμετέχω στην πολιτική, στα κινήματα, στην προσπάθεια των λίγων να αλλάξει επιτέλους ο κόσμος για όλους. Κι εκεί πρέπει να δίνω και ελπίδα εκτός από τη δουλειά μου, πρέπει να απαντάω στην αμφισβήτηση των φοβισμένων, να προσπαθώ να κερδίσω τη συμμετοχή σαν να μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, να προσδιορίζομαι, να εξελίσσομαι.


Κουρασμένος λοιπόν επιστρέφω μικρέ μου γείτονα στην καθημερινότητά μου. Κουρασμένος γιατί η ξεκούραση πάντα μου θυμίζει με τι κούραση την αγοράζω. Βλέπεις λοιπόν πως σ’ εμάς τους μεγάλους τα πράγματα είναι σύνθετα: η απώλεια είναι και ήττα σε έναν διαρκή πόλεμο. Κερδίζουμε στην καλύτερη περίπτωση μάχες σε έναν πόλεμο εξαρχής χαμένο. Παραλογισμοί ενηλίκων. Πάντως, ξέρεις τι θα μου λείψει πιο πολύ; Που εκεί στα Πούλιθρα το βράδυ καθόμουν στη βεράντα αργά τη νύχτα και άκουγα τα χαρούπια να πέφτουν με το φύσημα του ανέμου κάτω από τις χαρουπιές, σαν τριξίματα από ρωγμές ονείρων, σαν ξύλινοι κρότοι, σαν να περπατάνε μαριονέτες μέσα στη νύχτα. Ξέρεις, αυτά τα θλιβερά ανθρωπάκια που τα κουνάνε αόρατα σκοινιά, που κάποιοι άλλοι από ψηλά ορίζουν τις κινήσεις τους, την πορεία τους στον κόσμο, τη ζωή.

*** το γλυπτό είναι του Jason E. McPhillips

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

La Faim

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 7/9/2014]


«Μεταμορφώθηκα  κι έγινα τρύπα, κενό, και όλοι οι κόποι, όλες μου οι προσπάθειες στόχο είχαν να καταργήσουν να γεμίσουν, να αποστομώσουν αυτό το κενό που δεν έπαυε να μου ζητά». Είναι μια από τις φράσεις του Ίμρε Κέρτες, του κορυφαίου Ούγγρου συγγραφέα, στο βιβλίο του «το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο» (Καστανιώτης, 2010. μετ. Γιώτα Λαγουδάκου). Περιγράφει τις σκέψεις και την αγωνία του έγκλειστου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης να νικήσει το κυρίαρχο μαρτύριο του εγκλεισμού του, την πείνα.

«… ζούμε σε μια αγωνία διαρκούς πείνας που προκαλεί ναυτία…. Πρέπει να προσπαθήσουμε να κυριαρχήσουμε στην πραγματική πείνα, την άμεση, να τη δαμάσουμε, με την ιδέα της πείνας που πρόκειται να ακολουθήσει, της εικονικής τώρα ακόμη, αλλά που ξεσκίζει τα σωθικά…». Ο Ισπανός συγγραφέας Χορχέ Σεμπρούν στο βιβλίο του «Ο νεκρός που μας χρειάζεται» (Εξάντας, 2003. μετ. Οντέτ Βαρών-Βασάρ) τεμαχίζει την πείνα του στο Μπούχενβαλντ σε εφήμερες πείνες που δεν θα τον μετατρέψουν σε «μουσουλμάνο», όρο που αποδίδει στη στρατοπεδική ορολογία τον παραιτημένο πια έγκλειστο, το άψυχο και άβουλο σώμα που μένει γονατισμένο στη γη περιμένοντας το θάνατο.

Στο ευφυές και διεισδυτικό μοναδικό του μυθιστόρημα «το ανθρώπινο είδος» (Εστία, 2008, μετ. Τερέζα Βεκιαρέλλη, Σάρα Μπενβενίστε) ο Γάλλος  Ρομπέρ Αντέλμ έρχεται και επανέρχεται στο αίσθημα της πείνας στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τυχεροί όσοι γειτονεύουν με έναν μελλοθάνατο: «αν πεθάνει χωρίς να δώσει το ψωμί, κάποιος θα βρεθεί πρώτος και θα το πάρει. Αλλά συνήθως θα το έχουν δει κι άλλοι, και τότε θα ξεσπάσει ένας σύντομος καυγάς, χαμηλόφωνα, γιατί το αχυρόστρωμα όπου κείται ο νεκρός δεν είναι μακριά.
-        Ήταν φίλος μου. Το ψωμί μου ανήκει…».

Η πείνα ήταν μέσο ελέγχου και εξουσίας στο ναζιστικό σύστημα των στρατοπέδων. Δεν ήταν μοιρασμένη «ισότιμα» στους έγκλειστους και αυτό ήταν επίσης σχεδιασμένο. Οι έγκλειστοι που συμμετείχαν στο σύστημα εξουσίας των SS (κυρίως ποινικοί) πεινούσαν λιγότερο, έκλεβαν το φαγητό των υπολοίπων, ήταν «όμορφοι», έμοιαζαν κανονικοί. Η ταξική διαστρωμάτωση ήταν απόλυτη και η πείνα κατανεμημένη ανάλογα. Αυτό είναι πιο φανερό εκεί, από όσο στην κοινωνία έξω – και ας είναι εξίσου δεδομένο εκεί.

Μοιάζει βεβήλωση στη μνήμη των θυμάτων, όμως τα βιβλία είναι τραίνα που συναντιούνται στους σταθμούς των αναγνωστικών ταξιδιών μας. Έρχεται στο νου σου η «πείνα» του Κνουτ Χάμσουν, το κορυφαίο έργο του «αμαρτωλού» (λόγω του συγχρωτισμού του με το φασισμό) Νορβηγού συγγραφέα. Τη διάβασες μικρός. Πρώτη φορά πείνασες διαβάζοντας για την πείνα. Και όλα ετούτα τα έφερε μια μέρα που τυχαία στη βιβλιοθήκη καταλογογράφησες την πρώτη γαλλική μετάφρασή της του 1895. Σκέφτηκες πως η πείνα θα διαφεντεύει τον κόσμο όσο θα υπάρχουν συστήματα εξουσίας και ύστερα συνέχισες τη δουλειά σου.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ο έλεγχος

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου' στην "Αυγή της Κυριακής" 31/8/2014]


Η πρόοδος πάντα παρακολουθούνταν από έναν έλεγχο, και η διαγωγή μετρούνταν από αυτόν. Ο έλεγχος μοιάζει να είναι έτσι ένα αναγκαίο συστατικό της εκπαίδευσης, τόσο ουσιαστικό που κάποιες φορές τείνει να είναι κυρίαρχο σε αυτήν. Δεν είναι μόνο πως η πρόοδος και η διαγωγή συνδέονται θεσμικά με την εκπαίδευση, τείνουν να θεωρούνται αποτέλεσμα ή σκοπός της, ίσως και η μόνη προϋπόθεση της διαγωγής και της προόδου να είναι η εκπαίδευση υπ’ αυτήν την έννοια. Είναι επίσης πως πρόοδος χωρίς έλεγχο δεν νοείται και διαγωγή χωρίς καταγραφή της επίσης.

Όλα ετούτα θα μπορούσαν να βασανίσουν σαν ζητήματα έναν ανεπηρέαστο από την εμπειρία παρατηρητή, έναν άνθρωπο που δεν γαλουχήθηκε στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και δεν ποτίστηκε από τις αγκυλώσεις του. Πριν αρκετές δεκαετίες οι «έλεγχοι διαγωγής και προόδου» τυπώνονταν από τα τυπογραφεία και κυκλοφορούσαν στο εμπόριο προκειμένου να συνοδεύουν την αποτίμηση της αξίας των μαθητών στα σχολεία. Είναι ένα σπάνιο έντυπο να το βρει κανείς σε βιβλιοθήκη, γιατί κυρίαρχη είναι η χρηστική του αξία και η ατομική αποτύπωση της εφήμερης ούτως ή άλλως προόδου. Είναι επομένως σημαντικό υλικό, αφού είναι σπάνιο, και μπορεί κανείς να το συναντήσει καμιά φορά σε δωρεές συλλογών που γίνονται σε βιβλιοθήκες. Πιο συχνά θα βρεθούν τέτοιοι έλεγχοι ελληνικών εκπαιδευτηρίων των αρχών του 20ου αιώνα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην Πόλη και τη Σμύρνη, τυπωμένοι από τον Χρηστίδη, το Ζιβίδη, το Θεοχάρη. Θα είναι έλεγχοι των «ελληνικών εκπαιδευτηρίων της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος Διπλοκιονίου», ή του «εν Σταυροδρομίω Κεντρικού Παρθεναγωγείου της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος» ή ίσως των «Εκπαιδευτηρίων Βαφεοχωρίου». Κι εσύ ξεφυλλίζοντάς τους, ανατέμνοντας το σώμα τους και το περιεχόμενό του για να τους καταγράψεις στη βιβλιοθήκη, θα βρεις ατόφια την έκδοση, χωρίς τις αξιολογήσεις των δασκάλων, χωρίς την όποια ταυτότητα του όποιου αξιολογούμενου μαθητή. Μόνο τη φόρμα που υποδεικνύει τον τρόπο του ελέγχου: στοιχεία διαγωγής είναι ο εκκλησιασμός, η επιμέλεια, η τάξις, η καθαριότης, η κοσμιότης, οι τρόποι συμπεριφοράς, η εν τω οίκω διαγωγή… Και στοιχεία μάθησης τα θρησκευτικά, τα ελληνικά, τα μαθηματικά, τα ιστορικά, η γεωγραφία, η φυσιογνωσία, τα τουρκικά, τα γαλλικά, τα εμπορικά, η καλλιγραφία, η ιχνογραφία, η ωδική, η απαγγελία ποιημάτων. η γυμναστική, τα χειροτεχνήματα, η κοπτική και η οικιακή οικονομία…


Θα δοκιμάσεις πάλι εκείνη τη σκέψη για το εφήμερο των μαθητών και των δασκάλων, των σχολείων, των κοινοτήτων και των πόλεων. Μόνο ο έλεγχος της διαγωγής και της προόδου θα αντέχει φαίνεται στο χρόνο – ίσως γιατί είναι επικίνδυνη χωρίς έλεγχο η διαγωγή και η πρόοδος.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Ένα κενό τετράδιο

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 24/8/2014]


Ο βιβλιοθηκάριος είναι ένας δυστυχής κατάδικος της τάξης – επιχειρεί μάταια, αλλά με επιμονή να οργανώσει το χάος. Είναι καταδικασμένος να μάχεται τη σκόνη και τη λήθη. Η μάχη βέβαια είναι προκαθορισμένη. Υπάρχουν φορές που στα χέρια του έρχονται πράγματα που δοκιμάζουν την πραγματογνωσία του και που τον βάζουν σε ποικίλα διλήμματα: από την μια πλευρά είναι η διατήρηση στο χρόνο, από την άλλη τα κριτήρια γι’ αυτήν.

Στο πλαίσιο της δωρεάς μιας συλλογής σε μια βιβλιοθήκη θα βρει καμιά φορά τέτοιο υλικό – και με την εμμονή του στην ταξινόμηση θα βασανιστεί ο δύστυχος τι να το κάνει, πού να το ταξιθετήσει, πώς θα υπερβεί τις προσωπικές του αντιλήψεις ώστε να μην είναι αυτές που θα καθορίσουν τη διατήρηση στο χρόνο και την προσβασιμότητα στην περιεχόμενη πληροφορία του μέσου. Κάποιες φορές δεν υπάρχει καν περιεχόμενο.

Μπορεί να βρει λοιπόν ένα σημειωματάριο των αρχών του αιώνα, το οποίο δυστυχώς για εκείνον δεν έχει τίποτα χειρόγραφο εντός του, ένα άδειο τετράδιο με μόνο βάρος και αξία το ότι άνηκε σε κάποιον και έχει μεγάλη ηλικία ως αντικείμενο. Δεν μπορεί να το επιστρέψει, δεν υπάρχει κάποιος πια που να του ανήκει. Δεν έχει λόγο να το κρατήσει, κανένας κανόνας δεν θα του πει τι να κάνει, κανείς δεν θα ενδιαφερθεί να διαβάσει τις λευκές του σελίδες. Ο τύπος της δουλειά του είναι με το μέρος του. Όμως η τριβή με το χρόνο τον έχει κάνει συμβιβαστικό.

Θα σκεφθεί ίσως «ένα ωραίο παλιό σημειωματάριο», θα δοκιμάσει την ιδέα να το κρατήσει για προσωπική του χρήση, όμως πώς μπορεί να διακορέψει αυτός την παρθενία ενός τετραδίου που επίμονα κράτησε τόσες δεκαετίες; Ποια αντάξια αξία μπορεί να έχει αυτό που θα γράψει σε ένα ηλικιωμένο τετράδιο; Ακόμη και αν αυτό που θα γράψει εκεί είναι ένα αριστούργημα, τα χειρόγραφα είναι μια μεταβατική ηλικία για ένα κείμενο – η αναπαραγωγή και η ανάγνωση έχουν αξία. Επομένως θα χρησιμοποιήσει εφήμερα ένα δοκιμασμένο στο χρόνο τετράδιο – θα ευτελίσει την όποια αιωνιότητά του, όπως ευτελίζουμε καμιά φορά ένα σώμα περνώντας από μέσα του την αφόρητη ερωτική μας έξαψη. Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να θεωρεί χωρίς περιεχόμενο τις λευκές του σελίδες; Μήπως το κενό δεν είναι πλήρες από νοήματα; Δεν λείπουν οι λευκές σελίδες γύρω του αν θέλει να τις αποικίσει με τις όποιες σκέψεις του. Ξέρει επίσης καλά ότι ακόμη και έτσι αμόλυντο αν το κρατήσει σε ένα συρτάρι δικό του, σε κάποιο ράφι, σε κάποιο πατάρι, σε κάποιο κουτί, απλά θα μεταφέρει το δίλημμα σε κάποιον άλλο και άλλα χρόνια μετά. Όλα «μέσα θε να μπούνε», όλα σε μια βιβλιοθήκη καταλήγουν.

Τελικά θα αποφασίσει πως στην τάξη που βάζει στο χρόνο και στις ιδέες, δεν χωράει ένα λευκό τετράδιο 80 χρόνων, δεν ταξιθετούνται οι λευκές του σελίδες, ούτε είναι αναζητήσιμες. Και θα εμπιστευτεί αυτός, ο άρχοντας της τάξης, στο τυχαίο και στο χάος την απόφαση: απλά θα ακουμπήσει σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης το σημειωματάριο. Δεν θα το οικειοποιηθεί, δεν θα το πετάξει, δεν θα το περιγράψει.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

Ο τρελός


Όλοι συμφωνούν πως είναι τρελός. "Να φανταστείτε", λένε, "κάποτε έφτιαξε έναν τηλεφωνικό κατάλογο των νεκρών":

"Αφού όλοι ξέρουν πως οι νεκροί δεν έχουν όνομα"

***
Ο πίνακας είναι του Gustave Caillebotte (1848-1894)

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Του ρόδου εφημερώτερον

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 15/8/2014]


Η ποίηση ελλοχεύει στα εφήμερα των εφημερίδων – δεν είμαστε οι πρώτοι που θα το ισχυριστούμε αυτό.  Συχνά οι ποιητές αναφέρουν άρθρα εφημερίδων με «μικρές» ειδήσεις ποιητικά σχολιασμένες. Μοιάζει με τον τρόπο αυτό πως η ποίηση είναι αρχαιολογία, είναι δηλαδή η ανακάλυψη του ποιητικού σώματος, όχι η εξαρχής σμίλευσή του. Ίσως να μην βρεις στα πρωτοσέλιδα την ποίηση, στα πολιτικά ή έστω στις καλλιτεχνικές σελίδες των εφημερίδων, αλλά στα πιο ταπεινά τους. Συνήθως η ποίηση συχνάζει στο αστυνομικό δελτίο ή στα κοινωνικά.

Έχουμε πει πολλές φορές πως οι βιβλιοθήκες είναι τα ληξιαρχεία του πνεύματος. Σε αυτές θα βρεις συχνά παλιές εφημερίδες που έσωσαν το εφήμερο σώμα τους μέσα στα χρόνια προσφέροντάς το στην ανατομία των ερευνητών που ψάχνουν την επίκαιρη άποψη πάνω στα γεγονότα της εποχής. Πάνω στο σώμα αυτό σπανιότερα θα βρεις να περιφέρονται οι χρυσοθήρες της ποίησης – κατά κανόνα φτωχοί και ματαιωμένοι στην αναζήτησή τους, όμως όταν κάποτε βρεθεί ένας ποιητικός ακρωτηριασμός, η ευτυχία τους είναι μοναδική.

Λέγεται «Αθηνά» και εκδίδεται από το 1832, αρχικά στα Μέγαρα, ύστερα στο Ναύπλιο και τέλος στην Αθήνα ως το 1863. Αρχικά αντίθετη στον Καποδίστρια, ύστερα κριτική στον Όθωνα, μια εφημερίδα που υποστήριζε πάντα το Σύνταγμα, μια φιλελεύθερη εφημερίδα πλατιάς κυκλοφορίας και απήχησης για δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία. Είναι παραμονές δεκαπενταύγουστου του 2014. Ανοίγεις το φύλλο του 1857, «Αυγούστου 10, Σάββατον» και περιφέρεσαι στις ειδήσεις. Διαβάζεις τον λόγο του Δισραέλη στην αγγλική Βουλή των Κοινοτήτων, και ύστερα πως ο «Λόρδος Έλγιν έφθασεν εις Σιγκαπόρ» όπου του έγινε λαμπρή υποδοχή από τους Ευρωπαίους. Η εφημερίδα «Ιταλία του Λαού» κατάσχεται από τη σαρδηνική κυβέρνηση γιατί φιλοξενεί άρθρο του Ιωσήφ Ματσίνη «περί των ιταλικών πραγμάτων». Ο Τζιουζέπε Ματσίνι ήταν κορυφαίος Ιταλός επαναστάτης και καρμπονάρος, οραματιστής της ενωμένης Ιταλίας. Ένας εισαγγελέας πρωτοδικών ευχαριστεί αποχωρώντας το δικηγορικό σύλλογο της Ερμούπολης για τη συνεργασία και η κυρία Γενναδίου ενοικιάζει ολόκληρη και χωριστά την οικία της στη Νεάπολη.

Και ύστερα η ποίηση εμφανίζεται κάτω από τα μπάζα του χρόνου: η αναγγελία ενός θανάτου, ο αποχαιρετισμός – ο Αύγουστος αρέσκεται στους αποχαιρετισμούς. Διαβάζεις λοιπόν παραμονές Δεκαπενταύγουστου σε μια εφημερίδα του 1857:

«Εν δάκρυον επί του παρθενικού φερέτρου της οκτωκαιδεκαετούς Στυλιανής Πολυχρονιάδου.


Του δολοστόνου βίου τους απατηλούς ανθώνας/ ακάκως περιιπταμένη και περί τα φρούδα της αθωό-/ τητος όνειρα άρτι πτερυγίζουσα, απέπτης, έφυγες,/ ω χρυσαλίς Στυλιανή προς των αθανάτων ονείρων/ τους αορίστους κόσμους! Και πριν ο κάλυξ του κή-/ που σου, ώ ατυχής, εξανθήση εξήνθησες και παρήλ-/ θες ου, και του ρόδου εφημερώτερον…»

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στη Stavrula


Αγαπητή Σταυρούλα,

Σε ευχαριστώ πολύ για την καρτ-ποστάλ απ’ το χωριό – σε ευχαριστώ που την έγραψες στην πίσω όψη ενός ψηφοδελτίου: λογικά η φωτογραφία που θα τη συνόδευε θα ήταν τα ασταύρωτα ονόματα των υποψηφίων κάποιου κόμματος. Ξέρω πολύ κόσμο που κρατάει τα ψηφοδέλτια για να γράφει σημειώσεις. Είναι μια χρήση κι αυτή. Νιώθεται…

Σκεφτόμουν χθες το βράδυ επιστρέφοντας από την Κόρινθο στην Αθήνα και είχε φεγγάρι γεμάτο και ο Σαρωνικός ήταν ντυμένος σαν νύφη, τι σημαίνει «επιστρέφοντας». Και πόσες φορές επέστρεψα στη ζωή μου, θεωρώντας άλλοτε ως αφετηρία τον τόπο που γεννήθηκα και άλλοτε τον τόπο που ερωτεύτηκα. Τα λεωφορεία των ΚΤΕΛ ήταν σχεδόν πάντα το προνομιακό μέσο αυτής της μετάβασης των συναισθημάτων. Δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε αυτόματο να αλλάζεις πατρίδα – γιατί αυτό είναι η πατρίδα: ο τόπος έναρξης. Οπότε ανάλογα με τα επεισόδια της ζωής μας ορίζονται κάθε φορά και οι αφετηρίες μας. Πολλές φορές δεν είναι τόπος, αλλά άνθρωποι, περιφερόμενοι δηλαδή τόποι στο χρόνο. Χα, ναι αυτό είναι οι άνθρωποι: περιφερόμενοι τόποι! Ως εκ τούτου το πράγμα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Νομίζω πως κάποια στιγμή και η διαδρομή η ίδια ανάμεσα σε εναλλασσόμενες πατρίδες γίνεται αφετηρία και πατρίδα επίσης. Και τέλος, για να τελειώνουμε με αυτό το λαβύρινθο των συναισθημάτων, νομίζω πως πατρίδα είναι πάντα το σημείο από το οποίο θέλουμε να φεύγουμε και στο οποίο αναπόφευκτα επιστρέφουμε.

Είχε πανσέληνο, όπως σου είπα, επιστρέφοντας από την Κόρινθο. Εκείνη ήταν στο πλάι μου, οδηγούσε, και ακούγαμε ραδιόφωνο, είχε σε play list τραγούδια του φεγγαριού. Στα περισσότερα τραγούδια το φεγγάρι είναι ο μάρτυρας ή ο ταχυδρόμος του έρωτα – πόσα μηνύματα διαμεσολάβησης έχει δεχθεί. Εκεί πριν τα διόδια της Ελευσίνας έχω πάντα την αίσθηση πως επιστρέφω στον Matrix κόσμο μου με τα φουγάρα και τα εργοστάσια και τα διυλιστήρια να απλώνουν μπροστά μου τεμαχισμένα φωτάκια και κρύο μέταλλο και φλόγες που ανασαίνουν δηλητήριο. Πρέπει να ήταν πανέμορφος αυτός ο τόπος πριν γίνουν όλα αυτά, τα στενά ανάμεσα στην Ελευσίνα και τη Σαλαμίνα κάποτε θα φωτίζονταν από ολόγιομα φεγγάρια και κορίτσια και αγόρια γυμνά στην παραλία θα έκαναν έρωτα και θα υπόσχονταν αιωνιότητες. Πόσο μοιάζουν σαν ήχος αυτές οι δυο λέξεις: αιωνιότητα και νεότητα.

Ύστερα μπήκαμε στην Αττική Οδό. Σε λίγα λεπτά ήμασταν στο σπίτι. Ο ψιλικατζής της γειτονιάς ήταν ανοιχτός. Και το φεγγάρι είχε έρθει μαζί μας – πίσω από τις πολυκατοικίες μπορούσες να μαντέψεις την ύπαρξή του.

Υγ: θα σου φανεί ρομαντικά τετριμμένο, θα ήθελα πολύ κάποια στιγμή να πάρω το δρόμο του φεγγαριού πάνω στη θάλασσα και να φύγω. Νομίζω πως αυτό δεν μπορεί να γίνει.

Να είσαι καλά Σταυρούλα!


Γιώργος

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στο Χαμένο Επεισόδιο

Φίλε Γιώργο,



Είναι αφοπλιστική η συγγνώμη και σε αφήνει γυμνό και ανυπεράσπιστο όταν σου απευθύνεται. Νομίζω πως οι άνθρωποι είναι πιο ωραίοι ανυπεράσπιστοι και γυμνοί, αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που θέλω να κάνουμε κάποια στιγμή κατεβαίνοντας την «Αλεξάνδρας» το χειμώνα. Μετά τη «θεία λειτουργία» με τις ρακές στο «Κονσερβοκούτι» - οι… «θείες» αυτές καθαρίζουν την ψυχή μας και εξαερώνουν τον πνεύμα μας!

Χθες περιφερόμενος στο ίντερνετ αναζητούσα από περιέργεια ίχνη παλιών μου φίλων, αναρωτιόμουν τι να έχουν κάνει στη ζωή τους, πώς είναι σήμερα. Ο Αύγουστος συναινεί σε κάτι τέτοιες αναζητήσεις. Βρήκα λοιπόν τα ίχνη ενός φίλου μου. Ήμασταν μαζί σε μια σχολή δημοσιογραφίας το 1993 και αυτοκόλλητοι φίλοι για 3 χρόνια. Έχει αφήσει γενάκι, παντρεύτηκε, πορεύεται με τον δικό του τρόπο στη δημοσιογραφία. Εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, διάσημοι τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι και ηθοποιοί την παρουσίασαν. Ένιωσα τόση χαρά που δεν έχει αλλάξει. Αυτό ήταν από τότε: ένας λαμπερός, φιλόδοξος, φιλάρεσκος και ικανός άνθρωπος – μια πεταλούδα με πολύχρωμα και ευαίσθητα φτερά. Όπως λέει το τραγούδι, «χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε». Είχε πάντα ιδιαίτερο τρόπο να κοιτάει, διαπεραστικό, νομίζω πως το βλέμμα του γύμνωνε τους ανθρώπους με τον τρόπο που το κάνει και η συγγνώμη. Λοιπόν χρώμα δεν άλλαξαν, ούτε και τρόπο. Βλέπω ακόμη στο βλέμμα του το 19χρονο παιδί που μεγάλωσε με το γέρο πατέρα του, που δεν φοβήθηκε ποτέ το επόμενο βήμα, που έλεγε και έκανε πάντα παραπάνω και όσο γίνεται πιο μακριά από αυτό που ήταν, που ήθελε να πετάξει στης δημοσιότητας τα φώτα. Μια φορά θυμάμαι, ενώ εξερευνούσα εκστασιασμένος το στήθος μια κοπέλας, εκείνος δίπλα μου αναπαριστούσε τον ήχο των όλμων στο Σεράγεβο – ήμασταν 20 χρονών και είχε ήδη πάει ανταποκριτής εκεί.

Τι στα λέω; Να, σκέφτηκα πως η συγγνώμη είναι κάπως σαν συναισθηματική ενημερότητα, βεβαιώνει πως δεν έχεις οφειλές στη μοναξιά. Πώς θα μπορούσες εξάλλου; Είναι ωραίο που περνάνε άνθρωποι από τη ζωή μας νομίζω. Έγραψα στη Μαρίνα πριν λίγες μέρες πως τα τραγούδια είναι πατρίδα. Νομίζω πως και οι φίλοι, πατρίδα είναι. Κι αν μετοικούμε καμιά φορά, τουλάχιστον μένει η συγγνώμη.

Σε ασπάζομαι,

Γιώργος.

υγ: ο πίνακας είναι του Konstantin Andreevich Somov (1933)

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

O Captain! My Captain! our fearful trip is done


Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου!

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Το φοβερό ταξίδι μας έχει τελειώσει·
Το πλοίο βάσταξε κάθε βιτσιά, το έπαθλο που αποζητήσαμε το έχουμε σηκώσει·
Το λιμάνι είναι κοντά, ακούω τις καμπάνες, συνεπαρμένο κόσμο,
Ενώ τα μάτια τους ακολουθούν τη σταθερή καρίνα, το σκάφος βλοσυρό και θαρραλέο:
Μα ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ω οι αιμοσταγείς στάλες του κόκκινου,
Εκεί στη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Ορθώσου κι άκου τις καμπάνες·
Ορθώσου – για σένα τη σημαία κυματίζουν – για σένα η σάλπιγγα ηχεί·
Για σένα ανθοδέσμες και μετάξινα στεφάνια – για σένα στις ακτές μαζεύονται τα πλήθη·
Σένα ζητούν, οι μάζες οι παλλόμενες, στρέφοντας τα ανυπόμονα πρόσωπά τους·
Να Καπετάνιε! πατέρα αγαπημένε!
Το χέρι αυτό κάτω από το κεφάλι σου·
Όνειρο είναι πως πάνω στο κατάστρωμα,
Είσαι πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ο Καπετάνιος μου δε μ' απαντά, τα χείλη του ακούνητα κι ωχρά·
Ο πατέρας μου το χέρι μου δε νιώθει, σφιγμό δε θα 'χει πια ποτέ ξανά·
Το πλοίο έδεσε άγκυρα σώο και αβλαβές, η πλεύση του ανήκει πια στο χθες·
Από ταξίδι φοβερό, το πλοίο νικητής, εισπλέει με σκοπό επιτυχή·
Πανηγυρίστε, ω ακτές, χτυπάτε, ω καμπάνες!
Όμως εγώ, με πάτημα θρηνητικό,
Γυρνώ τη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

(Walt Whitman. μετάφραση: Μαρία Θεοφυλάκου)




Robin Williams (1954-2014)

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Η πατρίδα η γλώσσα



Ένα τραγούδι έλεγε χθες στο ραδιόφωνο πως «καμιά πατρίδα δεν χωράει ολόκληρο ουρανό». Το κάνουν αυτό τα τραγούδια καμιά φορά: μιλούν με τον δικό τους τρόπο για πατρίδες. «Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά που τα άγια χώματά της, πόνος και χαρά» λέει ο Ρασούλης. Και οι ποιητές λένε πως η πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια, άλλοι πως πατρίδα είναι το ταξίδι, κι άλλοι αναρωτιούνται ακόμη αν είναι οι κάμποι και «τα άσπαρτα βουνά». Ποσώς μας ενδιαφέρει όμως τι είναι η πατρίδα και σίγουρα οι πατρίδες δεν έχουν σύνορα και δεν χαρτογραφούνται. Πάνω στους χάρτες σας κάνουμε έρωτα τις νύχτες λέει κάπως ο Καμπανέλλης στο Μαουτχάουζεν.

Ίσως η γλώσσα είναι μια πατρίδα – αυτό είναι το θέμα μας. Η γλώσσα είναι ένας τόπος με τοπία μέσα στον οποίο ζούμε, έχουμε το σπίτι μας, ερωτευόμαστε, τρώμε, χέζουμε και πεθαίνουμε σε αυτόν. Στη γλώσσα κατοικούμε όπως κατοικούμε και σε χιλιάδες άλλους τόπους και οι τρόποι της ζωής μας είναι ίδιοι κι εκεί, όπως σε όλα όσα κάνουμε. Πληρώνουμε ή δεν πληρώνουμε τους φόρους μας στη γλώσσα, συμμετέχουμε ή δεν συμμετέχουμε στην ταξική πάλη, είμαστε κι εκεί διεθνιστές ή πατριώτες. Όλα αυτά έρχονται και κάθονται σαν σκόνη στην αρχική παραδοχή πως η γλώσσα είναι μια πατρίδα – εκλεκτοί της πολίτες πάντως είναι οι ποιητές.

Ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη εκδόσεις της Ποιητικής του Αριστοτέλη για έναν ερευνητή μπορεί να πέσεις σε ένα βιβλίο με τον τρόπο του ιδιαίτερο. [Ίσως θα μπορούσαμε να ορίσουμε τα βιβλία ως χάρτες της γλώσσας- αυτό είναι μια παρέκβαση στη ροή του κειμένου]. Το βιβλίο είναι μια έκδοση του 1819: είναι τα Φυσιογνωμικά του Αριστοτέλη γραμμένα στα ελληνικά και στα τούρκικα. Με ελληνική γραφή και στις δύο περιπτώσεις. Δυο χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση εκδίδεται «εν Κωνσταντινουπόλει» ένα «καραμανλήδικο» βιβλίο για χριστιανούς τουρκόφωνους με κείμενο του Αριστοτέλη σε γραφή που ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα έχει φέρει στην τουρκική γλώσσα δυτικό αλφάβητο (δυο αιώνες πριν ο Κεμάλ καθιερώσει τη λατινική ως επίσημη γραφή της τουρκικής γλώσσας). Φαντάζεται εύλογα κανείς πως το βιβλίο μεταφράστηκε και τυπώθηκε γιατί κάποιοι θα το διαβάσουν, κάποιοι θα εντοπίσουν τις γνώσεις του στους χάρτες του. Η καραμανλήδικη (ελληνική) γραφή της τουρκικής γλώσσας είναι ένας κώδικας που άντεξε δυο αιώνες, ως την τρίτη δεκαετία του 20ου. Υπάρχει αντίστοιχο φαινόμενο στην ελληνική γλώσσα με τε «φραγκοχιώτικα» βιβλία που κατά κανόνα γράφονταν με λατινική γραφή.


Οι πατρίδες συχνά ανταλλάσσουν πληθυσμούς, το ίδιο κάνουν και οι γλώσσες. Είναι εξαιρετικό να το διαπιστώνεις αυτό αν είσαι ταξιδευτής στις βιβλιοθήκες. Πάντως για να επανέλθουμε στο αρχικό μας ζήτημα –ίσως ορθά «η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά».

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στην Krotkaya



Αγαπητή Μαρίνα,

Μου αρέσει πώς εξελίσσεται όλο αυτό αυτές τις μέρες. Θέλω να πω αυτή η ιστορία με τις καρτ-ποστάλ, μια επικοινωνία στα σύνορα ιδιωτικής και δημόσιας επιστολογραφίας. Έχει ιδιαίτερα στοιχεία η επιστολογραφία – γράφονται ας πούμε πράγματα που για δικούς τους λόγους δεν λέγονται. Και μένουν μετά εκεί, κουφάρια ενός συναισθήματος στο οποίο, αν θέλουμε, μπορούμε να επιστρέφουμε ή να αφήνουμε τους άλλους γύρω να το κατοικούν για όσο θελήσουν. Το βρίσκω υπέροχο όλο αυτό.

Ετοίμασα χθες την κασέτα των φετινών διακοπών μας. Τέλος Αυγούστου μέχρι τις παραμονές των σχολείων θα είμαστε πάλι στα Πούλιθρα, στη Νότια Κυνουρία να βαπτίζουμε όλα τα βάρη της χρονιάς που πέρασε, που δεν ήταν καθόλου λίγα, και να σκορπάμε στις παραλίες τα χαλίκια της ψυχής μας (σαν κοντορεβιθούληδες μην χάσουμε το δρόμο της επιστροφής). Θα είμαστε πάλι στα σύνορα των πραγμάτων, στη γραμμή που χωρίζει το καλοκαίρι που τελειώνει με το φθινόπωρο που αρχίζει, θα βλέπουμε τον κόσμο που πάει κι έρχεται, επιστρέφοντας ο καθένας στον πάγκο και το κουπί της γαλέρας του.

Ξέρω, ξέρω. Θα μου πεις «μα ακόμα υπάρχουν κασέτες;». Υπάρχουν για το παλιό και μικρό μας αυτοκινητάκι, το «Σπίθα». Κάθε χρόνο φτιάχνω μία, της δίνω κι όνομα για να μας συντροφεύει στις διαδρομές στην Αρκαδία: Πούλιθρα 2011, Πούλιθρα 2012, Πούλιθρα 2013. Πούλιθρα 2014. Είναι σαν ημερολόγιο τραγουδιών. Στη φετινή χώρεσα πολλά: το «καλντερίμι» του Γαλανού και του Ξαρχάκου με τη φωνή της Πόλυς Πάνου, το «χάρτινο το φεγγαράκι» και «το φεγγάρι είναι κόκκινο» του Χατζηδάκι – αρέσουν και τα δύο πάρα πολύ στην μικρή μου κόρη, τραγούδια του Βασίλη (που αρέσουν στην Κυρά μου) και των Loco Mondo που αρέσουν στο γιο μου, του Ζούδιαρη, του Ανδρέου, το «παλιό τραγούδι» του Νικολούδη που τραγουδάει ο Χαρούλης, του Μαυρουδή «ο παλιάτσος» (παραγγελιά κι αυτό) και το «πρωινό τσιγάρο», Ξυλούρης, Παπάζογλου. Στρίμωξα και δικά μου πράγματα εκεί: «τα διόδια» ας πούμε, του Σιόλα. Όμως το πράγμα θέλει την ισορροπία του: πρέπει και οι τέσσερις να έχουμε μερίδιο στην κασέτα κι ενώ όλο αυτό μοιάζει ένα αλλοπρόσαλλο πράγμα, εμείς θα τραγουδάμε σαν κυριακάτικη εκδρομή πηγαίνοντας.

Θα μου πεις τι στα λέω. Τι επιστολική αξία έχει μια κασέτα; Στην «Αυγή» αυτής της Κυριακής λέω πως η γλώσσα είναι μια πατρίδα. Νομίζω πως και τα τραγούδια είναι μια πατρίδα, και οι άνθρωποί μας πατρίδα είναι. Πατρίδα είναι κι «ο Σπίθας» - μια πατρίδα που θα περιφέρεται στους δρόμους της Αρκαδίας τραγουδώντας:

«…
Πίκρα, δάκρυ, στεναγμός
ξεχαστήκαν κι ο καημός
έγινε όνειρο γαλάζιος ουρανός
και τα πρόσωπα χλωμά, 
κουρασμένα τα κορμιά
μέσα στον ύπνο ψάχνουν να `βρουν λησμονιά.»

Γεια σου Μαρίνα!

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

3η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Φίλε Νίκο,

σου είπα στην τελευταία καρτ-ποστάλ πως κανόνισα ένα ολιγοήμερο ταξίδι στη Μάνη προκειμένου να συναντήσω την κυρά Βούλα που δεν υπάρχει πια - γύρω από αυτή μου την ανάγκη κέντησα μια εκδρομή στη Νότια Πελοπόννησο με την Κυρά μου και τα πιτσιρίκια. Σταθήκαμε λίγα λεπτά στο νεκροταφείο στο Σκουτάρι. Περίμενα πως θα σηκωθεί να με αγκαλιάσει, όπως έκανε όταν ήμουν παιδί, να με φωνάξει "κορώνι" της, όμως δεν το έκανε. Οι συγγενείς της πρόσθεσαν το όνομά της και τη χρονολογία θανάτου στο κρύο μάρμαρο και τίποτε άλλο. Ούτε καν μια φωτογραφία της δεν βρήκα. Ίσως να έλειπε η κυρά Βούλα εκείνη την ώρα. Φαντάζομαι θα είχε πάει να μαζέψει φραγκόσυκα για μένα. Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε είναι πάντα συνεπείς στα ραντεβού τους με τον δικό τους τρόπο λέω.

Είμαι, νομίζω, μια τραγική φιγούρα Νίκο. Έχω συναίσθηση του εύθραυστου χαρακτήρα της ευτυχίας μου και της πρόσκαιρης αντοχής της... Πότε θα αλλάξει ο καιρός δεν το ξέρω, ξέρω όμως πως θα αλλάξει. Το να ισχυρίζομαι πως είναι τραγικό να είμαι ευτυχής, όταν γύρω μου υπάρχουν τόσοι άνθρωποι με ποικίλους τρόπους δυστυχείς μοιάζει και είναι προφανώς τουλάχιστον εγωιστική υπερβολή και αμετροέπεια ίσως. Το θέμα όμως δεν είναι η ευτυχία, αλλά η επίγνωση για τον εφήμερο τρόπο της στη ζωή μας. Θέλω να πω πως αυτό που με κάνει τραγικό πρόσωπο σε αυτή την παράσταση είναι που σκέφτομαι πως θα την χάσω, αγνοώ πότε και πώς, αγωνιώ κι έτσι έρχομαι λιπόψυχος στην ευτυχία μου, σχεδόν θλιμμένος. Η ευτυχία δηλαδή γι' αυτούς που δεν παραμυθιάζονται από τα θέλγητρά της είναι μια στενάχωρη κατάσταση. Η ευτυχία είναι μια δυστυχία μισή και γι' αυτό ανάξια λόγου. Παρόλα αυτά δεν θα ήθελα να χάσω την ευτυχία μου.

Τουλάχιστον υπάρχει η γραφή και η ανάγνωση Νίκο- αυτό λέω στην ουσία στις προηγούμενες καρτ-ποστάλ που σου έστειλα. Η ανάγνωση είναι συναντήσεις εκτός τόπου και χρόνου, χρήσιμες για ανθρώπους που ίσως δεν φαντάζεσαι. Μην μου θυμώνεις επομένως: δεν σου ζητώ το χρέος του πολίτη να εκπληρώνεις, αλλά του γραφιά, του ληξίαρχου των μαγικών και κρίσιμων στιγμών της ζωής μας.

υγ.1: δεν έχω διαβάσει το "τι ωραίο πλιάτσικο" του Κόου - αν μου το στείλεις δώρο κάποια στιγμή μην ξεχάσεις να γράψεις αφιέρωση!

υγ2: Θα πρόσεξες πως έχουν αρχίσει κι άλλοι να στέλνουν καρτ-ποστάλ αυτές τις μέρες, άλλοι στον εαυτό τους, άλλοι σε ποικίλους ή συγκεκριμένους παραλήπτες: ο αγαπημένος El Romandante έστειλε χθες σε μία Νάντια, η Nefosis στον Τσαλαπετεινό, η Renata ξέρω πως κάτι ετοιμάζει... Αυγουστιάτικο αφιέρωμα η επιστολογραφία.


Να είσαι καλά Νίκο!

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Οδηγός δρομολογίων 1912

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 3/8/2014]


Στη βιβλιοθήκη κάποιος δώρισε έναν επίσημο οδηγό διαδρομών των βελγικών σιδηροδρόμων, μια έκδοση του 1912. Παράδοξο αλήθεια να έχει στην κατοχή του φυλάξει ένα τέτοιο βιβλίο – αφού τα ύστερα χρόνια της ζωής του προφανώς θα του ήταν άχρηστο. Θα μπορούσε απλά να έχει διαφύγει της προσοχής - κι αυτό είναι μια βολική σκέψη - και μαζί με όλα τα άλλα της πολυπληθούς δωρεάς των κληρονόμων του να παραλάβαμε κι αυτό.

Είναι μια έκδοση γεμάτη πίνακες: ώρες αναχωρήσεων και ώρες αφίξεων, διεθνείς ανταποκρίσεις, ονόματα σταθμών και αριθμούς. Και λίγες διαφημίσεις ξενοδοχείων και ακτοπλοϊκών εταιρειών, τσιγάρων Padla, λαμπτήρων AEG, τραπεζών και καταστημάτων.

Σκέφτεσαι αρχικά πως μπορείς να το πετάξεις. Δεν έχει θέση ανάμεσα στα εγχειρίδια φιλοσοφίας, τα ιστορικά δοκίμια, τα έργα του Balzac στις πρώτες γαλλικές τους εκδόσεις, τη σειρά της θεοσοφίας ή τα βιβλία για την πρόγνωση του καιρού. Όμως πιο εύκολα διαγράφεις ένα αρχείο, παρά πετάς ένα βιβλίο – πόσο μάλλον που πέφτει στα χέρια σου έναν αιώνα μετά. Και το κρατάς, το καταλογογραφείς, το ταξινομείς και το βάζεις στο ράφι. Παίρνει τη θέση του στη μόνιμη λήθη και σιωπή (όπως τα τραίνα που αποσύρονται και οι γέροι) ανάμεσα σε συνομήλικα βιβλία φιλοσοφίας, θεοσοφίας, λογοτεχνίας και των επιστημών.

Σκέφτεσαι μετά και κάνεις συγκρίσεις. Ποτέ δεν ευτύχησαν οι δικοί μας σιδηρόδρομοι τέτοιων εκδόσεων, ποτέ οι επιβάτες τους δεν έμαθαν στην ακρίβεια των αφίξεων και των αναχωρήσεων, δεν υπήρξαν ποτέ ανταποκρίσεις. Ακόμη και σήμερα, στον Προαστιακό Σιδηρόδρομο θα βρεις ένα Α4 τυπωμένο και κολλημένο με σελοτέιπ σε κάποιο βρώμικο τζάμι, που πληροφορεί ανυποψίαστους επιβάτες για δρομολόγια που κατ’ εξαίρεση ισχύουν. Συνήθως πάνω στο τυπωμένο χαρτί κάποιος θα έχει συμπληρώσει με στυλό μια αλλαγή στην ώρα, έναν σταθμό που δεν λειτουργεί. Και το αφήνεις οριστικά να μπει στη συλλογή και φαντάζεσαι τον οδηγό δρομολογίων των βελγικών σιδηροδρόμων σαν ένα μνημείο πια της αιώνιας ανοργανωσιάς, αυτού του μπάχαλου που ποτέ δεν αποκαλέσαμε δίκαια «κράτος».


Και τελικά στο τέλος, αφού θυμόσοφο σε έκαναν τα χρόνια αυτής της δουλειάς και η επίμονη ματαιοπονία των βιβλίων να εξηγήσουν τον κόσμο, λες πως ο οδηγός αυτός των δρομολογίων δεν είναι ένας οδηγός δρομολογίων, τουλάχιστον όχι με την πρόσκαιρη κάποτε χρήση του ή με την τεχνική ερμηνεία του όρου. Δεν είναι αριθμοί και ονόματα σταθμών και ανταποκρίσεις. Είναι ένα βιβλίο ποίησης που μιλάει για θλιμμένες αναχωρήσεις και αγωνιώδεις αφίξεις, αποχωρισμούς και συναπαντήματα, κουβέντες ανάμεσα σε κυρίους και κυρίες στα κουπέ, και κλεφτές ματιές γεμάτες νόημα, ελπίδες και απογοητεύσεις, έρωτα και μυστικά που διακινήθηκαν από πόλη σε πόλη και δαπανήθηκαν μέσα στα χρόνια. Και ύστερα όλα αυτά έσβησαν και τα τραίνα αποσύρθηκαν και οι γέροι. Όμως το βιβλίο αυτό λέει πως κάποτε έγιναν όλα αυτά. Στο Βέλγιο, το 1912.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Τα παιδιά και τα βιβλία (ΙΙ)

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 27/7/2014]


Αν το βιβλίο κυνικά πλέον αντιμετωπίζεται ως καταναλωτικό προϊόν και η ανάγνωση ως χρήση μιας έναντι αντιτίμου υπηρεσίας, τότε η αντίληψη πως το βιβλίο είναι κιβωτός ιδεών και συγκινήσεων και η ανάγνωση απόλαυση και ανακάλυψή τους, φαντάζει πλέον ένας αναχρονιστικός συναισθηματισμός. Η περιγραφή των αναγνωστικών ηθών των ημερών μας, σε μια κοινωνία που ούτως η άλλως διαβάζει λίγο, περιέχει ποικίλα στοιχεία. Έχει ενδιαφέρον να δούμε τους συγγραφείς παιδικών βιβλίων ως περιφερόμενους από σχολείο… εις σχολείο, και από βιβλιοθήκη… εις βιβλιοθήκη διαφημιστές, εισηγητές, παρουσιαστές, ντελάληδες κι «εμψυχωτές» των έργων τους. Υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι με ειδικά προγράμματα παρουσιάσεων. Είναι εύκολο στον κάθε δάσκαλο, γονιό, βιβλιοθηκονόμο να πάρει έναν εκδοτικό οίκο τηλέφωνο και να κανονίσει μαζί του μια τέτοια δράση. Υπάρχουν επικοινωνιακοί συγγραφείς που καμιά φορά πλαισιώνονται και από ηθοποιούς, ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς που στήνουν ολόκληρο θέαμα. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί οι άλλοι, οι όχι και τόσο καλοί στο show, ή αυτοί που δεν υποστηρίζονται για κάτι τέτοιο από τον εκδότη τους. Αυτοί οι δεύτεροι κατά κανόνα πουλάνε λιγότερο βέβαια.

Δεν θα μπορούσε εύκολα κανείς να αντιτάξει άλλη αισθητική και ηθική στην πολιτική βιβλίου. Ιεραρχώντας ως κυρίαρχα στη φιλαναγνωστική παρουσία μη κυβερνητικών οργανώσεων, ιδρυμάτων και συλλογικοτήτων τα στοιχεία της αποσπασματικότητας, του εντυπωσιασμού, της φανφάρας και της περιπτωσιολογίας, ανεβάζει τον πήχη της πολιτικής ανάγνωσης και βιβλίου στο πραγματικό της ύψος. Δεν θα μπορούσε κανείς άλλος από το κράτος, τους εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς του φορείς, να σχεδιάσει και να υλοποιήσει μία πολιτική που θα ενισχύει την ανάγνωση και δεν θα τεμαχίζει την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας σε «δράσεις» και καμπάνιες. Αν σε αυτό το σκοπό συντάσσονται και άλλοι, αυτό κακό δεν είναι, μπορεί αντίθετα να συμπληρώνει τα κενά και να πλουτίζει με ιδέες τη στόχευση. Άλλο αυτό όμως, και άλλο να εμφανίζονται ως σημαντικές καλοκαιρινές δράσεις προώθησης της ανάγνωσης, όχι γιατί δεν είναι ευχάριστες, αλλά γιατί αναγκαστικά δεν συγκροτούν πολιτική φιλαναγνωσίας.


Τα παιδιά και τα βιβλία θα έχουν μια σχέση στενή – μας ενδιαφέρει το εύρος των μελών αυτής της σχέσης και η ουσία της – αν σχέση στενή θα έχουν και οι ενήλικες με το βιβλίο, αν το βιβλίο υπάρχει παντού, αν υπάρχουν βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία, αν «βιβλίο» δεν σημαίνει μόνο λογοτεχνία, αλλά και τέχνη και επιστήμη, αν μικροί και μεγάλοι, άτομα, συλλογικότητες και θεσμοί αναγνωρίσουν στο βιβλίο την αξία της γνώσης και της συγκίνησης. Το βιβλίο δεν είναι παιχνίδι, είναι ανάγνωση, είναι μύηση και ταξίδι. Η ανάγνωση δεν είναι συλλογική εμπειρία, αλλά προσωπική ανακάλυψη. Ας μην θεωρούμε ότι κάνουμε κάτι σημαντικό, αν δεν πετύχουμε αυτούς τους στόχους

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

2η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Φίλε Νίκο,

φαίνεται πως στα σατανικά σου λιμάνια οι άνθρωποι είναι πιασμένοι απ’ το χέρι και αγαπημένοι πάνε στης θάλασσας το κύμα – εδώ στην πόλη το κύμα μάς πνίγει μάλλον, δεν ξέρω. Φυσικά και δεν θα υποκύψω στη στροφή που δίνεις στην κουβέντα μας: το κορίτσι που τσακωνόταν στην Πανεπιστημίου με το αγόρι της έφυγε. Δεν μπορώ να ξέρω τι σκέφτονται τα κορίτσια, είναι κάπως αλλόκοτες φορές-φορές. Νομίζω πάντως πως οι πληγές σε αυτές τις ηλικίες κλείνουν ή επουλώνονται και δεν χαίνουν απόκοσμα και σιχαμένα όπως στις μεγαλύτερους.

Δεν μπορώ να δικαιολογώ τη βία στη μοναξιά των ανθρώπων Νίκο – ούτε καν τη βία που ασκώ εγώ. Είναι πολύ βολικά όλα αυτά: «ας λύσουμε τα μέσα μας και θα γίνει ο κόσμος μας καλύτερος» λένε. Και ύστερα χάνονται σε μια διαρκή ομφαλοσκόπηση, σε έναν ακόρεστο εγωισμό, μεταθέτοντας τον κόσμο που πρέπει να αλλάξει σε ένα απώτερο μέλλον. Άσε κι αυτό με τις ταμπέλες: είσαι δυνατός εσύ, θα αντέξεις…

Για να επανέλθω όμως στα δικά μου ζητήματα. Τι κλέβει η ευτυχία μας από τη δυστυχία του κόσμου; Πόση ατομικότητα χωράει στην κοινωνική μας ζωή; Πόσο ευτυχείς μπορούμε να είμαστε και πόσο μπορούμε να προσπαθούμε για την προσωπική μας ευτυχία; Δικαιολογώ σε σένα τις καρτ-ποστάλ που μου έστειλες. Τις αντιλαμβάνομαι σαν παστίλιες ζωής κι αισιοδοξίας και όχι σαν μια χαζοζαρούμενη επίδειξη ευτυχίας και αδιαφορία – το ξέρεις αυτό, το κάνουν όλοι σχεδόν. Νομίζω πως με την παραίνεσή μου να γράψεις ένα κείμενο για όσα γίνονται (με τον τρόπο σου), στην ουσία απαίτησα να σε διαβάσω, περίμενα από σένα να πάρεις μια θέση, ακριβέστερα να διατυπώσεις τη θέση που ξέρω.

Φίλε Νίκο δεν θα έρθω, γιατί με όλα αυτά θα ερχόμουν: τις απορίες και τις σκέψεις μου. Κι εσύ θα μου έλεγες «άστα αυτά τώρα» και θα πηγαίναμε να πιούμε ρακές και προφανώς θα μιλούσαμε για τον έρωτα και όλα αυτά που κάνουν σκόνη τη σκόνη των σκέψεων που πάει και κάθεται πάνω στη ζωή. Και θα τραγουδούσαμε και δεν αντέχω τη γαϊδουροφωνάρα σου Νίκο.

Την ερχόμενη εβδομάδα θα λείψω λίγες μέρες. Κι ενώ θα συνεχίζονται οι βομβαρδισμοί στη Γάζα θα γυροφέρνω στη Μάνη, στα παιδικά καλοκαίρια μου με την κυρά-Βούλα που δεν υπάρχει πια. Ήθελα να πάω στον τάφο της και γύρω από αυτό οργανώσαμε ολόκληρη εκδρομή. Θα πάμε τη μικρή στο Διρό να δει το σπήλαιο κάτω απ'τη γη και τον μεγάλο στο Μυστρά, να δει τα κάστρα που χτίζουν οι άνθρωποι. Νομίζω πως χτίζω στα παιδιά μου τα παιδικά καλοκαίρια τους. Είναι πολύτιμα τα παιδικά καλοκαίρια.


Σε φιλώ Νίκο.

υγ: έχεις χαιρετίσματα από την παρέα του "Πράσινου Αναπτήρα"

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Τα ύστερα του κόσμου στο Βαθύ (Γυθείου)


Τα ύστερα του κόσμου στο Βαθύ. Ο Β. για χρόνια ήταν ο μόνος κομμουνιστής στην ευρύτερη περιοχή (που περιλαμβάνει και αρκετά από τα γύρω χωριά). Ήταν αρκετό αυτό για να τον αποκαλούν «ανεπρόκοπο» οι συγγενείς του, παρά το ότι σπούδασε στην Αθήνα, δούλεψε, παντρεύτηκε. Λένε χαρακτηριστικά πως στην περιοχή του Γυθείου ο πιο αριστερός είναι βασιλοχουντικός. Αν και μοιάζει υπερβολή, στην περίπτωση της οικογένειας των Ζ. είναι μια καθαρή αλήθεια. Κι ένας βαθύς τοπικισμός στο Βαθύ και γενικά στη Μάνη. Ο μπάρμπας του ήταν σιδηροδρομικός στα χρόνια μετά τον εμφύλιο στην Τρίπολη. Όταν πήρε σύνταξη, γύρισε στο χωριό, έφτιαξε ένα σπίτι, γέρασε και ύστερα πέθανε. Κάποτε ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη του βρήκα ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τον εμφύλιο και τον κυρ Αντρέα να ποζάρει με τον Εθνικό Στρατό. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όμως, όταν δίπλα βρήκα τα Άπαντα του Ρίτσου! Αρκούσε προφανώς που ήταν Λάκωνας κι ας ήταν και κομμουνιστής.

Ο Β. χρόνια τώρα είναι στο Συνασπισμό και στο ΣΥΡΙΖΑ – δεν τον έχω ρωτήσει αν αυτοπροσδιορίζεται «κομμουνιστής» - λίγη σημασία έχει στην ιστορία μας αυτό, αλλά μέχρι και πριν δυο χρόνια τον συζητούσαν στο χωριό, που ήταν με τους μπαχαλάκηδες στις πλατείες που σπάνε και καίνε και διώχνουν τους τουρίστες αντί να κάνουν τη δουλειά τους ήσυχα, όπως όλοι οι νοικοκυραίοι άνθρωποι. Ο Β. δεν έσπαζε, ούτε έκαιγε, αλλά ο μπάτσος ο εγγονός του κυρ Αντρέα, ο μπάτσος γιος του μπάτσου γαμπρού του κυρ Αντρέα δηλαδή, έλεγε πως όλοι αυτοί τους έδερναν και τους έβριζαν και οι συγγενείς κουνούσαν αποδοκιμαστικά το κεφάλι.


Στα λέω όλα αυτά γιατί πολύ γέλασα όταν είδα πως στο Βαθύ φέτος οργάνωσε η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ το camping της – προσπαθώ να σκεφτώ τι θα λέει η Κατίνα και όλοι οι άλλοι με τόσους αξύριστους αριστερούς που θα μπουκάρουν ψάχνοντας να βρουν δροσιά και φαγητό και θα συζητούν για την Ανατροπή και τον καπιταλισμό. Πολύ γέλασα που τον Αύγουστο θα έρθουν τα ύστερα του κόσμου στο Βαθύ. Και ο Β. φαντάζομαι θα γελάει.

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Καρτ ποστάλ


Φίλε Νίκο,

Σε ευχαριστώ πολύ για την ας την πούμε «καρτ ποστάλ». Σου ζήτησα να γράψεις «γι’ αυτά που γίνονται» κι εσύ μου είπες πως αυτά που γίνονται είναι πως φτιάχνεις, ή μάλλον πως χαλάς πύργους στην άμμο, κάτω από τους κέδρους (χωρίς κέρδος προφανώς). Πάντα είχα μια αμηχανία με σένα – σε διαβάζω πιο εύκολα από όσο σου μιλώ.

Νομίζω πως όταν γράφεις, υπάρχεις  (κι όταν ερωτεύεσαι) – και είναι χρήσιμο αυτό. Τώρα μου λες πως υπάρχεις και κάτω από τους κέδρους. Λοιπόν αυτό είναι το θέμα – μπορούμε να γκρεμίζουμε πυργάκια την ίδια στιγμή που γκρεμίζονται παιδιά στις παραλίες της Παλαιστίνης. Ξέρουμε προφανώς πως αν γράψουμε κάτι, αν φωνάξουμε, αν δείξουμε την εικόνα με τον πιτσιρίκο ξαπλωμένο στη ματωμένη άμμο δεν θα αλλάξουμε τον κόσμο, δεν θα γυρίσουμε πίσω το κακό. Ίσως αναγνωρίζουμε πια πως τα κλειστά μάτια, τα κλειστά αυτιά, τα κλειστά στόματα δεν ανοίγουν – ελπίζω να μην έχουμε γίνει κυνικοί. Ίσως πάλι επιχειρώ να εξηγήσω εκεί που δεν υπάρχουν ερμηνείες – εξάλλου κι εγώ που δεν κυλιέμαι στην άμμο με ένα σκυλί, τι κάνω για την Παλαιστίνη;

Εγώ δεν πειράζω τα καβούρια Νίκο, καμιά φορά πειράζω τους ανθρώπους γύρω μου. Είμαι στη δουλειά, ανάμεσα στα βιβλία μου, σαν το μυρμήγκι στρατολογώ στη συλλογή μας μια δωρεά κυρίως γαλλικών βιβλίων των αρχών του 20ου αιώνα. Πίσω από την πλάτη μου κόσμος περνάει, ακουμπάμε στον ίδιο τοίχο, κάποιοι ζητιανεύουν τη δόση τους, ένα κορίτσι το πρωί μάλωνε με το αγόρι της, οι περισσότεροι στέκουν για λίγο στη σκιά. Από το παράθυρο βλέπω κόσμο μαζεμένο στα Προπύλαια. Μην φανταστείς: κάποια ορκωμοσία έχει, κορίτσια κι αγόρια ντυμένα στην πένα, η μαμά, ο μπαμπάς, η γιαγιά, η νονά και τ’ αδέρφια, ανθοδέσμες κι ο φωτογράφος για τα απαραίτητα με φόντο τις κολώνες. Δεν θα έρθω που σου είχα πει – μου αρκεί που μπορώ να το κάνω.


Σε αφήνω τώρα. Κάποιος ζήτησε ένα βιβλίο. Το απόγευμα έχει συγκέντρωση για την Παλαιστίνη στο Σύνταγμα. Λέω να πάω. Γεια σου Νίκο.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Τα παιδιά και τα βιβλία (Ι)

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 20/7/2014]


Υπάρχει μια κυρίαρχη τάση τα τελευταία χρόνια με αφετηρίες στη διεθνή πρακτική και επικοινωνιακά ισχυρούς εισηγητές στον ντόπιο μικρόκοσμο του βιβλίου στη χώρα μας, που θεωρεί πως ο τρόπος ανάπτυξης της αναγνωστικής παιδείας περνάει μέσα από το παιχνίδι. Η ανάπτυξη της αναγνωστικής παιδείας μέσω οργανωμένης καμπάνιας στις περιπτώσεις αυτές αναφέρεται βέβαια στα παιδιά και αφορά αποκλειστικά αυτά, είτε γιατί οι διαμορφωτές της επιλέγουν να μην ασχοληθούν με τους «δύσκολους» ενήλικες, είτε/και γιατί οι βάσεις τίθενται από την μικρή ηλικία.

Το φαινόμενο βασίζεται και ενισχύει παράλληλα φαινόμενα της ελληνικής κοινωνίας, η οποία τα τελευταία χρόνια φαίνεται να ανακαλύπτει μέσω ενός καταναλωτικού πολιτιστικού μοντέλου την αξία των πολλών «ερεθισμάτων» για τα παιδιά. Η βιομηχανία του θεάματος θησαυρίζει στοχεύοντας πολλαπλά τους μικρούς καταναλωτές των «ψυχαγωγικών» προϊόντων της και κυρίως στοχεύοντας στους πρόθυμους να προσφέρουν τα πάντα δυτικούς γονείς. Ειδικά προϊόντα για ειδικούς καταναλωτές, πλέγμα υπηρεσιών και αντικειμένων που συνοδεύουν ακόμη και τα πολιτιστικά έργα που τα αφορούν. Θα δει κανείς  δυστυχείς μπαμπάδες και μαμάδες να σέρνουν τα βαριεστημένα και χορτασμένα σπόρια τους σε θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες ειδικές για παιδιά, ειδικότερες για αυτές τις ηλικίες, με εγγύηση ότι δεν θα βλάψουν την παιδική τους ψυχολογία. Το ενδιαφέρον σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι συχνά υπάρχει αναντιστοιχία στο πολιτιστικό ενδιαφέρον ενηλίκων και ανηλίκων, συνήθως οι γονείς δεν θα δουν ούτε μία παράσταση για ενηλίκους, αλλά θα πάνε σε όλες τις παιδικές.

Καταναλωτικό προϊόν είναι και το βιβλίο. Στα βιβλιοπωλεία θα δεις βιβλία για αγόρια και κορίτσια, παιδιά και εφήβους, 1-3 ετών, 5-8, 10, 11-13 και ούτω καθεξής, κατά τα ήθη και τις αυθαίρετες ετικέτες των εκδοτών. Είναι κανόνας πλέον η ερώτηση που θα διατυπώσει ο ενήλικος καταναλωτής στον εργαζόμενο πωλητή ενός βιβλιοπωλείου: «θα ήθελα ένα βιβλίο για ένα τετράχρονο κοριτσάκι», «πρόκειται για ένα αγόρι 13 χρόνων που δεν διαβάζει πολύ, τι μου προτείνετε να του πάρω;». Η αναγνωστική φτώχεια αρχίζει πλέον να διαμορφώνει και την βιβλιακή παραγωγή, αφού η κατανάλωση στρέφεται σε εντυπωσιακά, φανταστικά, πολύχρωμα προϊόντα με ρηχή ένταση (πχ Χάρυ Πότερ).

Δεν θα μπορούσαν ίσως οι βιβλιοθήκες να αντιταχθούν σε αυτά τα φαινόμενα, ακόμη και αν το ήθελαν, ακόμη και αν προσπαθούσαν κάπως αλλιώς να διαμορφώσουν τις καμπάνιες φιλαναγνωσίας στους ανήλικους αναγνώστες; Το φαινόμενο της ανάγνωσης έχει μπει γερά στα γρανάζια της κατανάλωσης και ως προϊόν αντιμετωπίζεται από τους γονείς. Επομένως οι βιβλιοθήκες θα έπρεπε, αν κάτι άλλο ήθελαν να πετύχουν, να ασχοληθούν και με τους γονείς και με τους ενήλικους. Τούτο σημαίνει πως οι θεσμικοί φορείς του βιβλίου (μέσα σε αυτούς και οι βιβλιοθήκες) θα έπρεπε σε αυτή την περίπτωση να συγκροτήσουν είτε μια συνολική πολιτική ανάγνωσης, είτε τη συνέχεια της αναγνωστικής τους καμπάνιας για τα δεκάχρονα σπόρια μας.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Οι σκιές στο πλοίο: μια παράξενη καλοκαιρινή ιστορία

[Μια φορά κι έναν καιρό τα παραμύθια περνούν στον δικό μας κόσμο, το λεγόμενο και αληθινό, στέκονται για λίγο εδώ, κοιτούν απορημένα και γρήγορα επιστρέφουν στον δικό τους. Αν είσαι τυχερός θα τα δεις – αν θες να βλέπεις τα παραμύθια όταν δραπετεύουν.]


 Ήταν μια μέρα του Ιουνίου σε ένα καράβι που πήγαινε τον κόσμο από τη μια ακτή στην άλλη που είδα τα παράξενα πλάσματα. Στεκόμουν στο κατάστρωμα, όταν ξαφνικά ξεκίνησε ένα μπουρίνι που κάποιο ξέσπασμα θυμού θα ήταν, έτσι απότομα και βίαια που όρμησε πάνω μας. Έμεινα εκεί να απορώ και να θαυμάζω, τη ματαιότητα όλης αυτής της κοσμοχαλασιάς, αλλά και την επιμονή της να συμβαίνει. Γρήγορα τα πράγματα επανήλθαν στη συνήθη κατάστασή τους, όμως μια παράξενη αίσθηση, ένας απόκοσμος φόβος άρχισε να με κυριεύει – σαν κάτι τρομακτικό να είχε απελευθερωθεί, σαν κάποιο έγκλημα που ακόμη δεν γνώριζα να είχε συμβεί. Έστρεψα διερευνητικά το βλέμμα μου από την ανταριασμένη ακόμη θάλασσα στο πλοίο. Άρχισα να παρακολουθώ τους επιβάτες, να αγωνιώ να ανακαλύψω κάτι από τον δικό μου τρόμο στο βλέμμα τους, όμως εκείνοι έμοιαζαν αμέριμνοι, άλλοι αδημονούσαν και άλλοι παραδομένοι στο χρόνο περίμεναν να φτάσουν απέναντι, άλλοι ταξιδιώτες και άλλοι καθημερινοί επιβάτες, όλοι όμως αδιάφοροι. Έψαχνα απεγνωσμένα πια να βρω τις αποδείξεις του παράδοξου τρόμου μου παντού: στις σωστικές λέμβους και τα πορτοκαλί σωσίβια, στις σειρές των καθισμάτων, ως και στους γλάρους που συνόδευαν το πλοίο. Ώσπου το βλέμμα μου αιχμαλώτισε πια το βρεγμένο κατάστρωμα. 


Άρχισα να παρακολουθώ παράδοξες σκιές να κινούνται, σχήματα ανθρώπινα που φαίνονταν να μιλούν, να αγκαλιάζονται, να ικετεύουν. Γύρισα το πλοίο ψάχνοντας να βρω και άλλες, παντού υπήρχαν, σαν να είχαμε καταληφθεί από τον ανεστραμμένο κόσμο τους. Προσπάθησα να ακούσω αν μιλούν, μάταια όμως: φαίνονταν να κατοικούν στη σιωπή. Προσπάθησα να τις πιάσω, το μόνο που κατάφερα ήταν να αγγίξω το βρεγμένο μέταλλο. Γεμάτος έξαψη γύρισα να δω αν κανείς άλλος είχε αντιληφθεί όλο ετούτο, να μοιραστώ μαζί του την ανακάλυψή μου έστω. Όμως κανείς δεν υπήρχε, σαν να είχαν όλοι κρυφτεί, σαν να μην ήταν εδώ. 


Μπήκα στη γέφυρα για να μιλήσω στον καπετάνιο, το πλοίο προχωρούσε ακυβέρνητο προφανώς, αφού κανείς δεν υπήρχε εκεί. Κοίταξα στο σαλόνι του πλοίου: κανείς. Άρχισα να ψάχνω στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, να ανοίγω πόρτες να φωνάζω: είχαν όλοι φύγει. Βγήκα απελπισμένος έξω, ένας ήλιος λαμπρός είχε απλώσει παντού, τα σύννεφα είχαν αρχίσει να σκορπούν άκακα πλέον και οι γλάροι, δεκάδες γλάροι, έκρωζαν πάνω από το κεφάλι μου. Ζυγώναμε στο λιμάνι και μια χαρά ανεξέλεγκτη πλέον με κατέκλυζε. Γύρισα απορημένος να δω τις φιγούρες στο μπλε κατάστρωμα του πλοίου. Τα πάντα ήταν πλέον στεγνά και οι σκιές είχαν φύγει. 


Ο κόσμος είχε σηκωθεί κουβαλώντας τα μπαγκάζια του, οι οδηγοί είχαν μπει στα αυτοκίνητά τους περιμένοντας τη μπουκαπόρτα να ανοίξει, οι μανάδες κρατούσαν τα παιδιά τους από το χέρι και τα συμβούλευαν να προσέχουν στις σκάλες. Όλα έμοιαζαν σαν να μην έχουν συμβεί. Ο κόσμος άρχισε να με σπρώχνει στην έξοδο, να με παρασέρνει στη στεριά. Πρέπει να φαινόμουν παράξενος στα μάτια τους, έτσι που τους άφηνα να με πάνε και να με αφήσουν εκεί, άβουλο και μόνο. Νόμισα πως όλα αυτά ήταν του μυαλού μου, της σαλεμένης φαντασίας μου, θυμήθηκα όμως ξαφνικά πως πάνω στην έξαψή μου έβγαλα τη φωτογραφική μηχανή και φωτογράφισα τις σκιές κάποια στιγμή πάνω στο πλοίο. 



Την έψαξα στην τσάντα μου όλο αγωνία, την άνοιξα, και οι φωτογραφίες ήταν εκεί, οι σκιές ήταν εκεί, τις είχα αιχμαλωτίσει. Δεν χρειαζόταν πια να αγωνιώ, ούτε βέβαια να αρχίσω να τις δείχνω στους περαστικούς που βιάζονταν να φτάσουν στον προορισμό τους. Αρκεί που ήξερα πως όλα αυτά δεν τα είχα φανταστεί.