Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Λίγα λόγια για το "Βιβλιοθηκάριο" της "Αυγής"" και τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό


Τα τελευταία δύο χρόνια η Αυγή της Κυριακής φιλοξενούσε το «Βιβλιοθηκάριο», μία στήλη σχολιασμού για ζητήματα πολιτικής του πολιτισμού και ειδικότερα του βιβλίου και των βιβλιοθηκών. Εδώ και λίγες εβδομάδες η στήλη αυτή έπαψε να υπάρχει γιατί επιχειρήθηκε λογοκρισία σε ένα κείμενο. Ενόχλησε συγκεκριμένα μία αναφορά στο Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Ο «Βιβλιοθηκάριος» έκλεισε τον κύκλο του στη Αυγή.

Ως στήλη υπήρξε μια ενδιαφέρουσα εμπειρία για μένα: από το προσωπικό blog στην εφημερίδα, από δεκαπενθήμερη σε εβδομαδιαία βάση, συνήθισα να γράφω για βιβλία και βιβλιοθήκες. Ξεκίνησε μια πορεία που άλλοτε με ευχέρεια και άλλοτε δύσκολα εμπνεόταν από τις συγκυρίες και επιχειρούσε να μιλήσει για βιβλιοθήκες, να ερεθίσει και να προβληματίσει τους (αριστερούς) αναγνώστες της εφημερίδας, να μιλήσει με τρόπο πρωτότυπο ή καμιά φορά προκλητικό για θέματα που σχετίζονται με την ελευθερία της γνώσης ή να «απαντήσει» στις στρεβλώσεις που δημιουργεί ο εναγκαλισμός των βιβλιοθηκών από ιδιωτικά χορηγικά ιδρύματα και να προκαλέσει ερωτήματα ή αντίλογο. Το να μιλάς σε αριστερούς για βιβλιοθήκες είναι σαν να μιλάς σε δεξιούς για βιβλιοθήκες. Δεν διαφοροποιούνται κάπως στη σχέση τους με αυτές ή στην άποψη και την εικόνα που έχουν γι’ αυτό το θεσμό. Ακόμη και αν ως αριστεροί τοποθετούνται εξαρχής υπέρ της ελευθερίας της γνώσης. Η σχέση μας με τις βιβλιοθήκες είναι η σχέση των βιβλιοθηκών με εμάς. Το έλλειμμα δυσχεραίνει την επικοινωνία.

Το κομματικό έντυπο, εν προκειμένω του ΣΥΡΙΖΑ, επιτρέπει μια κοινή βάση πολιτικών αρχών μεταξύ συντάκτη και αναγνωστών και επιπλέον έχει την ενδιαφέρουσα πρόκληση να επιδράς και να συμβάλλεις στη διαμόρφωση απόψεων στην πολιτιστική πολιτική της λεγόμενης κυβερνώσας πλέον Αριστεράς. Εξάλλου στην «Αυγή» δεν έγραψα ως έμμισθος συντάκτης, αλλά ως μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και ως συνεργάτης. Τα κομματικά έντυπα έχουν και τις δυσκολίες τους βέβαια, τις αγκυλώσεις, τον παραγοντίστικο ιδρυματισμό τους. Δεν μου ζητήθηκε ποτέ να γράψω για κάτι, υπήρξαν ωστόσο φορές που «διορθώθηκαν» σημεία με τη συναίνεσή μου ή που δεν βγήκαν κείμενα. Κάποια στιγμή έγραψα πως το βιβλίο του Κουφοντίνα πρέπει να μπει στις βιβλιοθήκες, όχι γιατί το αξιολογώ με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά γιατί αποτελεί χρήσιμη πηγή για όσους θα ασχοληθούν με την ιστορία της τρομοκρατίας ή των επαναστατικών οργανώσεων στην Ελλάδα. Στις βιβλιοθήκες δεν αξιολογούμε τα βιβλία και τις πηγές με βάση τις προσωπικές μας απόψεις, ιδεολογίες και αντιλήψεις. Συστατικό στοιχείο της δουλειάς μας είναι η διαλεκτική σχέση του υλικού που επεξεργαζόμαστε και διαθέτουμε σε όποιον το ζητήσει. Την ίδια εποχή η λεγόμενη «μονταζιέρα» ήταν ο μπαμπούλας «που δεν πρέπει να προκαλέσουμε». Το άρθρο «κόπηκε». Νομίζω πως μπορείς να δεχτείς μια τέτοια παρέμβαση όσο ο Τύπος είναι για σένα ένα πεδίο προς διερεύνηση, με κανόνες που η πολιτική συγκυρία θα επιβάλει.

Δεν είναι ότι έμαθα τους «κανόνες». Είναι πως καταρχάς συνήθισα στην απαίτηση μιας τακτικής, εβδομαδιαίας γραφής που πάντα σκέφτεται και υπολογίζει το δημόσιο χαρακτήρα της, αλλά υπηρετεί και την ευκαιρία να μιλήσει για τις βιβλιοθήκες – αδιαμεσολάβητη ευκαιρία που σπάνια μας δίνεται. Αυτό όμως που έμαθα είναι πως πέραν του ποιοτικού (θεμιτού) ελέγχου της ύλης, υπάρχει και ο πολιτικός έλεγχος, όπως τον αντιλαμβάνεται αυτός που έχει την εξουσία να τον ορίζει. Τα προσωπικά προτεκτοράτα στήνονται πάνω στην ανοχή που υπάρχει σε αυτό τον «έλεγχο» και εφαρμόζουν την εξουσία τους εκεί που τους παίρνει.

Όλη αυτή η στρέβλωση δεν θα με αφορούσε αν δεν συγκρουόταν με τις αρχές μου και με την εν γένει πολιτική μου συμπεριφορά. Οπότε το κόψιμο ενός κειμένου που ασκεί κριτική στις δομές του κόμματος ήταν για μένα ένα όριο, μια ενέργεια που αν την κατάπινα θα επέτρεπα σε άλλους να ορίζουν ακόμη και την κομματική μου συμπεριφορά. Δεν αναγνωρίζω σε κανέναν αργηγίσκο της Αυγής να υποδεικνύει την κομματική μου έκφραση. Το θέμα είναι αν η εκτός των άλλων αγενής υπόδειξη «το κείμενο δεν βγαίνει, γράψε άλλο», «τα παιχνίδια σου με την Επιτροπή Πολιτισμού να τα κάνεις στην Επιτροπή, όχι στην εφημερίδα» είναι άποψη της αρχισυντάκτριας του πολιτιστικού της εφημερίδας ή είναι και άποψη της Αυγής. Οπότε δόθηκε ο χρόνος να αποδειχτεί ή να αναιρεθεί το δεύτερο. Εν τω μεταξύ το «κομμένο κείμενο» βγήκε στο blog και έκανε μια εντυπωσιακή πορεία ανάγνωσης και αναπαραγωγής (σε κάποιες περιπτώσεις με εμφανείς κανιβαλικές πολιτικές σκοπιμότητες από όσους το διακίνησαν). Με δυο λόγια η προσπάθεια λογοκρισίας έπεσε σε χαοτικό κενό, το κείμενο διαβάστηκε από πολύ περισσότερους από όσους θα διαβαζόταν αν δημοσιευόταν κανονικά.

Η πορεία του κειμένου και οι αντιδράσεις που υπήρξαν από την καταγγελλόμενη λογοκρισία ήταν προφανώς πολλές, κάτι που συντέλεσε στο να δεχτώ τηλεφώνημα από τη διεύθυνση της εφημερίδας που θορυβημένη από τον πολιτικό σχολιασμό επιχείρησε να ερμηνεύσει την ενέργεια και να δώσει μια διέξοδο: το άρθρο θα δημοσιευόταν επώνυμα και τα «πράγματα θα έπαιρναν πια την πορεία τους». Όπως περίπου έγινε. Γιατί τα πράγματα δεν «πήραν την πορεία τους». Πριν λίγες μέρες έμαθα πια πως η στήλη κόβεται και πως κάποιος συνάδελφος βιβλιοθηκονόμος (με γνώση όσων έχουν εν τω μεταξύ γίνει) θα συντηρεί ανώνυμα μία στήλη «περί βιβλιοθηκών» στην «Αυγή». Το αριστερό ήθος της αυτοκριτικής προφανώς δεν ίσχυσε, το λάθος «διορθώθηκε», αλλά ο εγωισμός κυριάρχησε. Την Κυριακή στη θέση που για δυο χρόνια καταλάμβανε ο «βιβλιοθηκάριος» στην «Αυγή» υπήρχε πλέον μια νέα στήλη «περί βιβλιοθηκών».

Αυτό εδώ το κείμενο δεν θα γραφόταν ίσως, αν δεν δεχόμουν ερωτήσεις και απορίες για την «επανεμφάνιση» της στήλης στην Αυγή. Όχι λοιπόν: η νέα στήλη για τις βιβλιοθήκες δεν είναι «ο βιβλιοθηκάριος», δεν γράφεται από μένα. Γράφεται από κάποιον που λογικά θα αποδεχτεί τον πολιτικό έλεγχο έτσι όπως τον εννοούν άνθρωποι με εξουσία στην εφημερίδα, ξέρει σαφώς με ποιους όρους μπαίνει, αφού ξέρει με ποιους όρους βγήκε ο προηγούμενος από αυτόν.

Η «Αυγή» δεν είναι μόνο η παθολογία που με αφορά. Θα ήταν άδικο να γενικεύσω το προσωπικό βίωμα, ή όψιμα να χαρακτηρίσω συλλήβδην το φύλλο λόγω μιας πρακτικής που εφαρμόστηκε σε μένα. Στην πορεία του ΣΥΡΙΖΑ για την εξουσία τέτοια φαινόμενα όμως προβληματίζουν. Όπως επίσης και η παρουσία των φαινόμενων που έθιξε το επίμαχο άρθρο, η αντίληψη του Κόμματος για τις κομματικές του δομές τη μεταβατική αυτή περίοδο, αλλά και η αντίληψή του για τον πολιτισμό.


 Δύο μέρες μετά το κόψιμο του άρθρου κυκλοφόρησε το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό ή μάλλον «οι προτάσεις του». Το πρόγραμμα που έγινε «προτάσεις» γρήγορα δέχτηκε ανηλεή πόλεμο και κριτική τόσο από τους «απέναντι» (αναμενόμενο) όσο και από τους «δικούς μας». Ενδεικτική είναι η συνοπτική και αμείλικτη κριτική του Νίκου Ξυδάκη στο Κόκκινο ή το άρθρο της Έλενας Πατρικίου στην Εφημερίδα των Συντακτών. Η «Αυγή» και η αρχισυντάκτριά της επί των πολιτιστικών ανέλαβε να απαντήσει στην κριτική των «απέναντι» - άχαρο πράγμα να υπερασπίζεσαι εμφανώς προβληματικές θέσεις, πόσο μάλλον αν έχεις συμβάλει κι εσύ σε αυτές. Οι «προτάσεις» μας είναι ένα ξύλινο, άνισο, ανέμπνευστο συμπίλημα κειμένων με αρχική έκταση αρκετών δεκάδων σελίδων που η αυθαίρετη κοπτοραπτική μετέτρεψε σε μικρής έκτασης προτάσεις. Κανένα απλό μέλος της Επιτροπής Πολιτισμού και των υποεπιτροπών της δεν γνώριζε το περιεχόμενο και το χρόνο δημοσιοποίησης του προγράμματός μας. Κανείς έστω δεν είχε δει το προϊόν της κοπτοραπτικής, έστω για να διορθώσει τις παρανοήσεις και τα λάθη, που τελικά μας εξέθεσαν.

Δόθηκε και εδώ χρόνος, προκειμένου να φανούν οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της επιτροπής, όμως κανείς δεν αντέδρασε. Όταν το θέμα τέθηκε από μένα σε ηλεκτρονική επικοινωνία με τα μέλη αντιλήφθηκα γιατί: σχεδόν όλοι δεν είχαν αντιληφθεί τη δημοσίευση του προγράμματος. Από τα μέλη της υπο-επιτροπής βιβλίου ζητήθηκε σύγκλιση προκειμένου να συζητηθεί το θέμα. Από αναβολή σε αναβολή οι εβδομάδες πέρασαν και η επιτροπή δεν συνεδρίασε. Συνεδρίασε όμως το «συντονιστικό» των υπο-επιτροπών, το οποίο αποφάσισε να «διορθώσει» το λάθος.

Θεωρώ πως οι συλλογικότητες είναι ο πλέον ισχυρός και διαρκής πόλος παραγωγής πολιτικής και περίμενα τη χθεσινή συνεδρίαση της Επιτροπής Βιβλίου του ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία ανήκω, προκειμένου να ασκήσω την κριτική μου, να διερευνήσω τις ευθύνες και να προτείνω όσα θεωρώ πως θα αποκαταστήσουν το λάθος που έγινε. Ο δημόσιος λόγος δεν οφείλει να υποκαθιστά το λόγο και τις διαδικασίες του συλλογικού ελέγχου (βλ. πολιτική ηθική της δημόσιας τοποθέτησης της Έλενας Πατρικίου). Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε χθες, οπότε μπορώ τώρα και «δημόσια» να πω τη γνώμη μου. Κυρίως γιατί θεωρώ πως ο ιδρυματισμός του κομματικού σωλήνα δεν αντιλαμβάνεται ούτε το μέγεθος και την ουσία της κριτικής που δέχεται, ούτε τις απαιτήσεις της πολιτικής και ιστορικής συγκυρίας. Κυριαρχεί νομίζω μια ηττοπαθής αντίληψη ρεαλισμού σε όσα «θα κάνουμε» ως κυβέρνηση: θα αποκαταστήσουμε πολλά από όσα γκρέμισαν οι προηγούμενοι. Όσα μπορούμε. Επομένως δεν μπορούμε να μιλάμε για σχολικές βιβλιοθήκες αφού λεφτά δεν υπάρχουν. Πώς εννοούμε όμως την αλλαγή των χαρακτηριστικών της παιδείας, πώς οραματιζόμαστε την παιδεία χωρίς βιβλιοθήκες;

Προσπαθώ να πείσω τους συντρόφους μου πως η επίμονη και επαναλαμβανόμενη αναφορά στις βιβλιοθήκες δεν είναι «συντεχνίλα» ή γραφική εμμονή. Πως οι βιβλιοθήκες είναι γερό εργαλείο για την πολιτική μας για τον πολιτισμό, την έρευνα και την παιδεία, εργαλείο που και άλλοι χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν σε όλο τον κόσμο. Ο τρόπος για να πείσω είναι ο δημόσιος λόγος (πχ «ο βιβλιοθηκάριος» της Αυγής) και οι κομματικές διαδικασίες, δηλαδή ο λόγος που δημιουργεί γόνιμο περιβάλλον υποδοχής και ο λόγος που μεθοδικά επιχειρεί να θέσει τα ζητήματα εκεί που λαμβάνονται αποφάσεις.


Η αναγκαία μάλλον αυτοαναφορικότητα αυτού του κειμένου ελπίζω πως δεν θα επαναληφθεί. Έπρεπε όμως να ειπωθούν κάποια πράγματα. Πιστεύω πως οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό είναι ένα σκουπίδι που πρέπει να πεταχτεί στον αντίστοιχο κάδο. Κυρίως γιατί δεν πέτυχαν να συντονιστούν σε ένα ενιαίο πνεύμα που θα συνταιριάζει το οραματικό πλαίσιο των βασικών αρχών με την αποκατάσταση των χαμένων κεκτημένων, αλλά και το σχεδιασμό υλοποίησης των αξόνων της πολιτιστικής πολιτικής μας. Νομίζω πως πρέπει θαρρετά να ξεκινήσουμε από την αρχή και να καλέσουμε την κοινωνία, τους πολίτες, τις συλλογικότητες και όσους έχουν θεσμικές θέσεις στον πολιτισμό (ακόμη και αυτούς) σε μια σειρά «συνεδρίων του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό», να τους ακούσουμε, να διαμορφώσουμε ένα διάλογο, να τους δεχτούμε στο σχεδιασμό μας και να καταγράψουμε τα αποτελέσματα αυτής της διαβούλευσης. Ως τότε μπορούμε να διακηρύξουμε τις βασικές δεσμευτικές αρχές που θα υπερασπιστεί και θα υπηρετήσει η πολιτιστική μας πολιτική. Νομίζω ας πούμε πως είναι σπουδαίο να πεις πως δεσμεύεσαι για την ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση όλων στη γνώση…

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Ο μάγος που έχασε το μαγικό ραβδί του


Είμαι ένας μάγος – για δες:
Γίνομαι δέντρο – σηκώνω
τα χέρια ψηλά και ανθίζω σαν ικεσία
Γίνομαι λίμνη – τα μάτια μου
δακρύζουν, στην όχθη της κάθεσαι εσύ
Γίνομαι πουλί –οι λέξεις μου
αποδημούν την επόμενη μέρα

Είμαι ένας μάγος

που έχασε το μαγικό ραβδί του

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Το ρολόι


Διάλογος στην κουζίνα με την πεντάχρονη κόρη μου (εκείνη ζωγραφίζει κι εγώ προσπαθώ να φτιάξω κείμενο στο πορτοκαλί μου τετράδιο- περισσεύω μέσα μου και πρέπει να ξεχειλίσω):
Στέλλα: τι γράφεις;
Εγώ: κάποια πράγματα που σκέφτομαι...
Στέλλα: Για ποιον τα γράφεις;
Εγώ:....
Στέλλα: για ποιον;
Εγώ: ... ε... δεν ξέρω... έλα ντε...
Στέλλα: Για τον εαυτό σου; Μπράβο σου!

*********************************************************************************

Εκείνοι επιμένουν για το αντίθετο
όμως εγώ ξέρω καλά
πως κάτι μέσα μου έχει χαλάσει

Και δείχνω πάντα την ίδια ώρα

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Χειροπιαστά οράματα

[Άρθρο που η "Αυγή" τελικά δημοσίευσε την Τετάρτη 8/10/2014]


«Ο λόγος της Αριστεράς για τις βιβλιοθήκες, ακόμα και ο πιο ριζοσπαστικός, έχει ένα κενό: να δώσει χειροπιαστά τα οράματα. Να δώσει κοινωνικά παραδείγματα που η ίδια έχει προκαλέσει με τους αγώνες της. Και αυτό δεν είναι εύκολο…»

Αυτό είναι ένα μήνυμα που μπορείς να λάβεις σαν απάντηση στη δημόσια συζήτηση που επιχειρείς να κάνεις γύρω από τα ζητήματα της πολιτιστικής πολιτικής και συγκεκριμένα της πολιτικής βιβλιοθηκών. Και είναι δύσκολο να διαφωνήσεις με τον αποστολέα του, αφού κι εσύ το ξέρεις πως η συζήτηση, ακόμη και η συζήτηση, γίνεται με όρους περιπτωσιακούς και αποσπασματικούς. Είναι γεγονός πως λείπει από τη δημόσια σφαίρα ένας «χώρος» αριστερής σκέψης και συνεργασίας για τον πολιτισμό, ένα περιοδικό που όχι μόνο θα απαντάει στις δεξιές και νεοφιλελεύθερες ρητορικές, αλλά θα συγκροτεί και ένα οραματικό πλαίσιο για τον πολιτισμό που θέλει η Αριστερά να υπηρετήσει και να σχεδιάσει. Πόσο μάλλον η λεγόμενη «κυβερνώσα». Λείπουν η συνεργασία και οι επεξεργασίες, λείπει ο συντεταγμένος κριτικός λόγος στα ιδεολογήματα που περιφέρονται στα κανάλια αναπαραγωγής της κυβερνώσας δεξιάς. Λείπουν οι απαντήσεις στις στρεβλώσεις που δημιουργεί η επικοινωνιακά πανίσχυρη κυριαρχία των ιδιωτικών ιδρυμάτων .

Γίνονται πράγματα βέβαια. Γίνονται ζυμώσεις, αναπτύσσονται ενδιαφέρουσες συζητήσεις, υπάρχει κινητικότητα. Είναι σημαντικός για παράδειγμα ο προβληματισμός που κατατίθεται στο «εσωτερικό» της Ανοιχτής Πόλης για τον πολιτισμό ή οι επεξεργασίες που γίνονται από τις νέες (αριστερές) δημοτικές αρχές, όλα αυτά είναι μια πραγματικότητα. Δεν είναι όμως συνολική και διασπείρει τις προσπάθειες. Δείγμα αυτής της αδόμητης κατάστασης είναι ότι μετά το θάνατο του Σωτήρη Σιώκου το Μάρτιο του 2014 το Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ακέφαλο, ή έστω χωρίς συντονιστή. Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό δεν αποτελεί ένδειξη ενός προβλήματος είτε στην κομματική αντίληψη για τα ζητήματα του πολιτισμού, είτε στην κομματική αντίληψη για το ρόλο των κομματικών δομών. Πόσο μάλλον που κατά πώς φαίνεται πλησιάζει η ώρα να υλοποιήσουμε τα οράματά μας.

Οι βιβλιοθήκες είναι ανοιχτόμυαλοι οργανισμοί, προοδευτικοί. Δομικό τους συστατικό είναι η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, η ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση. Τα παραδείγματα που δίνουν με την ύπαρξη και το ρόλο τους αυτό, ακόμη και με τις αδύναμες πολιτικές που εφαρμόζονται γι’ αυτές όλα αυτά τα χρόνια, είναι χειροπιαστά οράματα. Που έχουν όμως την ανάγκη κεντρικού σχεδιασμού, οικονομικής και πολιτικής υποστήριξης. Θα μπορούσαν να γίνουν με ευχέρεια το προνομιακό πιλοτικό πρόγραμμα αριστερής πολιτικής πολιτισμού. Εξάλλου και οι νεοφιλελεύθεροι αυτό το χώρο έκαναν όχημα για τις αντίστοιχες πολιτικές τους. Χρωστάμε πάντως μια ευρεία συζήτηση για τον πολιτισμό, όχι μια χαοτική έκθεση ιδεών, αλλά ένα γερό σχέδιο που θα το πλουτίσει η εμπειρία και η θέληση του λαού.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Η ιστορία ενός χαμόγελου


Ήταν μια άσχημη γυναίκα. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δηλαδή, όπως λένε τα παραμύθια. Όλο λένε τα παραμύθια πως "μια φορά ετούτο" και "μια φορά το άλλο". Αυτή η ιστορία όμως δεν είναι παραμύθι, κι ας έγινε μια φορά κι έναν καιρό. Αγάπησε λοιπόν έναν όμορφο άντρα. Εκείνος σε μια στιγμή παράφορης ευτυχίας ή ίσως μέθης, της χάρισε ένα χαμόγελο, ένα πραγματικά σαρκώδες, κόκκινο και λαμπερό χαμόγελο. Κι εκείνη πίστεψε πως ήταν δικό της, το πρώτο της ζωής της χαμόγελο. Και το μόνο.

Μέχρι που γέρασε η άσχημη γυναίκα φύλαγε πάντα μέσα της το πολύτιμό της χαμόγελο. Το περιποιούνταν και το φρόντιζε ξοδεύοντας λίγη-λίγη την τρυφερότητα που σιγά-σιγά της τελείωνε. Το γυάλιζε και το ξανάβαζε στη θέση του και ύστερα κάτι πρωινά του Οκτώβρη καθόταν και το κοιτούσε ώρες από το παράθυρο να περνάει στα πρόσωπα των νεαρών αντρών αυτής της πόλης.

Τη βρήκαν μέρες μετά το θάνατό της - εξάλλου δεν ζούσε πια κανένας δικός της να τη νοιαστεί. Οι αστυνομικοί είπαν πως κρατούσε στα χέρια της ένα βιβλίο με παραμύθια.

***
ο πίνακας είναι του Fernando Botero

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Χειροπιαστά οράματα

[Άρθρο που η "Αυγή" αρνήθηκε να δημοσιεύσει στη στήλη του "Βιβλιοθηκάριου" την Κυριακή 28/9/2014]*


«Ο λόγος της Αριστεράς για τις βιβλιοθήκες, ακόμα και ο πιο ριζοσπαστικός, έχει ένα κενό: να δώσει χειροπιαστά τα οράματα. Να δώσει κοινωνικά παραδείγματα που η ίδια έχει προκαλέσει με τους αγώνες της. Και αυτό δεν είναι εύκολο…»

Αυτό είναι ένα μήνυμα που μπορείς να λάβεις σαν απάντηση στη δημόσια συζήτηση που επιχειρείς να κάνεις γύρω από τα ζητήματα της πολιτιστικής πολιτικής και συγκεκριμένα της πολιτικής βιβλιοθηκών. Και είναι δύσκολο να διαφωνήσεις με τον αποστολέα του, αφού κι εσύ το ξέρεις πως η συζήτηση, ακόμη και η συζήτηση, γίνεται με όρους περιπτωσιακούς και αποσπασματικούς. Είναι γεγονός πως λείπει από τη δημόσια σφαίρα ένας «χώρος» αριστερής σκέψης και συνεργασίας για τον πολιτισμό, ένα περιοδικό που όχι μόνο θα απαντάει στις δεξιές και νεοφιλελεύθερες ρητορικές, αλλά θα συγκροτεί και ένα οραματικό πλαίσιο για τον πολιτισμό που θέλει η Αριστερά να υπηρετήσει και να σχεδιάσει. Πόσο μάλλον η λεγόμενη «κυβερνώσα». Λείπουν η συνεργασία και οι επεξεργασίες, λείπει ο συντεταγμένος κριτικός λόγος στα ιδεολογήματα που περιφέρονται στα κανάλια αναπαραγωγής της κυβερνώσας δεξιάς. Λείπουν οι απαντήσεις στις στρεβλώσεις που δημιουργεί η επικοινωνιακά πανίσχυρη κυριαρχία των ιδιωτικών ιδρυμάτων .

Γίνονται πράγματα βέβαια. Γίνονται ζυμώσεις, αναπτύσσονται ενδιαφέρουσες συζητήσεις, υπάρχει κινητικότητα. Είναι σημαντικός για παράδειγμα ο προβληματισμός που κατατίθεται στο «εσωτερικό» της Ανοιχτής Πόλης για τον πολιτισμό ή οι επεξεργασίες που γίνονται από τις νέες (αριστερές) δημοτικές αρχές, όλα αυτά είναι μια πραγματικότητα. Δεν είναι όμως συνολική και διασπείρει τις προσπάθειες. Δείγμα αυτής της αδόμητης κατάστασης είναι ότι μετά το θάνατο του Σωτήρη Σιώκου το Μάρτιο του 2014 το Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ακέφαλο, ή έστω χωρίς συντονιστή. Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό δεν αποτελεί ένδειξη ενός προβλήματος είτε στην κομματική αντίληψη για τα ζητήματα του πολιτισμού, είτε στην κομματική αντίληψη για το ρόλο των κομματικών δομών. Πόσο μάλλον που κατά πώς φαίνεται πλησιάζει η ώρα να υλοποιήσουμε τα οράματά μας.

Οι βιβλιοθήκες είναι ανοιχτόμυαλοι οργανισμοί, προοδευτικοί. Δομικό τους συστατικό είναι η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, η ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση. Τα παραδείγματα που δίνουν με την ύπαρξη και το ρόλο τους αυτό, ακόμη και με τις αδύναμες πολιτικές που εφαρμόζονται γι’ αυτές όλα αυτά τα χρόνια, είναι χειροπιαστά οράματα. Που έχουν όμως την ανάγκη κεντρικού σχεδιασμού, οικονομικής και πολιτικής υποστήριξης. Θα μπορούσαν να γίνουν με ευχέρεια το προνομιακό πιλοτικό πρόγραμμα αριστερής πολιτικής πολιτισμού. Εξάλλου και οι νεοφιλελεύθεροι αυτό το χώρο έκαναν όχημα για τις αντίστοιχες πολιτικές τους. Χρωστάμε πάντως μια ευρεία συζήτηση για τον πολιτισμό, όχι μια χαοτική έκθεση ιδεών, αλλά ένα γερό σχέδιο που θα το πλουτίσει η εμπειρία και η θέληση του λαού.

*επομένως o "Βιβλιοθηκάριος" διακόπτει τη διετή συνεργασία του με την εφημερίδα.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Μικρό παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας. Αυτά που ποθούσε η ψυχή του δεν τα 'φερνε η ζωή. Έτσι ένα βράδυ του Σεπτέμβρη κάθισε κι έγραψε μια ιστορία, μπήκε μέσα της και χάθηκε για πάντα.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Το πουρμπουάρ


Καμιά φορά νιώθω σαν σκουπίδι που το παρασέρνει το ρυάκι της βροχής μια μέρα του Σεπτέμβρη. Από τις τελευταίες, που το έχεις πια χωνέψει πως το καλοκαίρι δεν γυρίζει πίσω. Ένα σκουπίδι με σκέψεις παράδοξες. Ας πούμε, επιστρέφοντας πριν λίγες μέρες αναρωτιόμουν ποια ιδέα θα είχαμε για τον εαυτό μας αν δεν υπήρχαν καθρέπτες και  το είδωλό μας δεν ήταν παρά μια φευγαλέα σκιά, άλλοτε μικρή στο κάθετο σφυροκόπημα του ήλιου και άλλοτε θεόρατη στων τοίχων τα πεδία (τις νύχτες που οι δρόμοι μάς οδηγούν στα αδιέξοδά τους), άλλοτε κρύα σαν το σίδερο και άλλοτε φλεγόμενη σαν τον έρωτα. Αν βλέποντας τη σκιά μας πριν βγούμε έξω λέγαμε «είσαι ωραίος σήμερα».

Μια άλλη μέρα σκέφτηκα πως κάποιες γενικές δεν είναι καθόλου γενικές – ας πούμε, οι κτητικές. Και μια άλλη, πως ξέρω ανθρώπους που όταν τελειώνουν την ανάγνωση ενός βιβλίου, αφήνουν πίσω τους λευκές σελίδες. Στη βιβλιοθήκη παρακολουθώ καμιά φορά τους αναγνώστες να μελετούν και σκέφτομαι πως ο τρόπος που κάποιος διαβάζει είναι και ο τρόπος που γαμάει: άλλος αργά και γλυκά χαϊδεύοντας τις λέξεις, άλλος σκυμμένος πάνω τους θέλοντας ίσως να είναι ο μοναδικός που θα τις καταλάβει, άλλος βιαστικός και αγχωμένος γυρνώντας βάναυσα τις σελίδες σαν να τις εκδικείται.

Τέτοια σκουπιδάκια σκέψεις μαζεύονται πολλά. Μια καλοκαιρινή σκέψη είναι πως τα φύκια που ‘βρισκα στην παραλία είναι σαν φράσεις μισές, μπερδεμένες, υπαινικτικές, ματαιωμένες. Τα έχει ξεβράσει εκεί η θάλασσα. Τα μαζεύω με προσοχή, τα κλείνω σε ένα τετράδιο και τα αφήνω εκεί. Να γίνουν ποίημα. Υπάρχουν και σκέψεις επίμονες, που όσο και αν προσπάθησαν, δεν κατέληξαν κάπου. Θα έχεις προσέξει κι εσύ τους ζητιάνους στο δρόμο που έχουν ένα χαρτόνι μπροστά τους που λέει πως πεινάνε, δεν έχουν σπίτι ή έχουν παιδιά και ζητάνε λίγα χρήματα να ζήσουν. Και ύστερα γράφουν στο τέλος «ευχαριστό». Κάποιο νόημα θα έχει αυτή η ανορθογραφία, για κάποιο λόγο τα χαρτόνια των ζητιάνων είναι γραμμένα όλα με το ίδιο λάθος.

...
Κάθομαι μέσα μου καμιά φορά και ξεκουράζομαι. Παραγγέλλω καφέ κι ανάβω τσιγάρο. Μπορεί να σφυρίξω και έναν σκοπό, όπως κάνουν τα πουλιά που στέκονται δίπλα μας κάποια στιγμή σε ένα κλαδί και κελαηδούν. Και ύστερα από λίγο σηκώνομαι και φεύγω. Συνήθως αφήνω και πουρμπουάρ στο τραπέζι. Καλή ώρα…

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα ρεπεράζ στις βιβλιοθήκες


Το "ρεπεράζ" είναι η αναζήτηση των χώρων που κάνει ένας σκηνοθέτης για να ετοιμάσει τα γυρίσματά του. Είναι δηλαδή η ανίχνευση όσων μας περιβάλλουν , όλων όσων αποτελούν το φόντο της παρουσίας και της δράσης μας. Το "ρεπεράζ" είναι όμως και η εκπομπή του Παναγιώτη Φραντζή στο "Μεταδεύτερο", το αυτοδιαχειριζόμενο διαδικτυακό ραδιόφωνο κάθε Σάββατο από τις 14.00 ως τις 16.00. Σε αυτή την εκπομπή το προηγούμενο Σάββατο έγινε μια ενδιαφέρουσα ανίχνευση για τις βιβλιοθήκες, την ανάγνωση και το ρόλο των χορηγών και των ιδρυμάτων στον πολιτισμό, στην οποία συμμετείχαμε τρεις βιβλιοθηκονόμοι: η Ειρήνη Δαφέρμου (συνάδελφος και φίλη από το Πάντειο Πανεπιστήμιο), εγώ και ο Παναγιώτης - που είναι απόφοιτος του τμήματος της Κέρκυρας. 

Στην αρχή οι... ερασιτέχνες της παρέας ήμασταν λίγο αμήχανοι και τρακαρισμένοι. Το γεγονός όμως πως ο φιλόξενος "εκπομπάρχης" μάς κράτησε ολόκληρο το δίωρο μαζί του σημαίνει πως μάλλον είχαμε πράγματα να πούμε. Τα μοιράζομαι και από 'δω μαζί σας, γιατί πολύ την απόλαυσα αυτή την κουβέντα και τις συναντήσεις που είχαν οι προβληματισμοί μας.


Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η «νέα βιβλιοθήκη» (ΙΙ)

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 21/9/2014]


Αναρωτιόμαστε αν πρόοδος είναι ό,τι καινούριο υπάρχει στον τρόπο που κάνουμε ή αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Συχνά μας λένε πως αυτό είναι η πρόοδος, πως η τεχνολογία είναι η πρόοδος, η απαγκίστρωση από ιδεολογήματα του παρελθόντος είναι η πρόοδος, πως «ό,τι γυαλίζει είναι χρυσός.». Πρέπει λοιπόν να απαντήσουμε πως πρόοδος είναι ό,τι βελτιώνει την απόδοση των σκοπών μας, ό,τι υπηρετεί καλύτερα το στόχο των προσπαθειών μας.

Είναι συχνές οι στρεβλώσεις τα τελευταία χρόνια στον τομέα των θεσμικών ζητημάτων του πολιτισμού μας. Εμφανίζονται ως «πρόοδος» πράγματα που πίσω από το εντυπωσιακό περιτύλιγμά τους κρύβουν οικονονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σχεδιασμό. Η στρέβλωση είναι μεγαλύτερη σε εμάς που δεν πετύχαμε όλα αυτά τα χρόνια ένα γερό θεσμό, τον οποίο έστω θα ταλαιπωρούμε, αλλά κατά κανόνα αυτοσχεδιάζαμε πετυχαίνοντας ενίοτε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ένας τέτοιος κόσμος είναι οι ελληνικές βιβλιοθήκες.


Η «νέα βιβλιοθήκη» του Almere ή η δικιά μας «νέα εθνική βιβλιοθήκη» του Ιδρύματος Νιάρχου είναι ιδεολογικοποιημένοι τίτλοι που επιχειρούν να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν ανασκευάζοντας και τους σκοπούς που αυτό υπηρετούσε (λειψά και μίζερα στην περίπτωση τη δικιά μας). Η «νέα βιβλιοθήκη» βαφτίζεται στους κανόνες της αγοράς, επιχειρηματολογεί με τη διαφήμιση και τα σημαινόμενά της, πολιτικολογεί συστημικά απαξιώνοντας το κράτος και αδιαφορεί για τις μειονότητες.


Θέλουμε κόσμο στις βιβλιοθήκες, αλλά τον θέλουμε να διαβάζει και να ανακαλύπτει τον κόσμο της γνώσης και της σκέψης. Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να δουλέψουμε πάνω στην ανάγκη της ανάγνωσης, πρέπει να καλλιεργήσουμε τη σκέψη, πρέπει να μάθουμε στην αναζήτηση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διαφημιστικά τρικ για να τους βάλουμε σε αυτές, δεν πρέπει να τους εξαπατήσουμε αλλοιώνοντας τους στόχους μας. Στόχος δεν είναι να πούμε πόσοι μπήκαν, προκειμένου να πείσουμε τις εκφυλισμένες ηγεσίες μας για την ανάγκη σταθερής και γενναίας χρηματοδότησης. Δεν θέλουμε τις βιβλιοθήκες σημεία διαφήμισης, δεν θέλουμε τις βιβλιοθήκες βήμα πρόσβασης της αγοράς στη γνώση και τη σκέψη, δεν θέλουμε την αγορά και τους πολιτικούς της ταγούς να καθορίζουν το περιεχόμενο και την προσβασιμότητα στις βιβλιοθήκες, δεν θέλουμε ματωμένους χορηγούς σε επιτοίχιες πλάκες. Δεν τους θέλουμε γιατί επιπλέον ξέρουμε πως θα περάσουν πάνω από το σώμα μας, που απελπισμένα τους παραδώσαμε, και θα φύγουν. Λίγη πρόσκαιρη κλεμμένη δόξα θα έχει μείνει, και τα μυαλά δεν θα έχουν αλλάξει. Πρέπει να πείσουμε τις πολιτικές ηγεσίες που καβαλάνε την εξουσία πως η επένδυση στις βιβλιοθήκες από το κράτος είναι σταθερή και μόνιμη επένδυση στη μόρφωση και την καλλιέργεια του λαού μας. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να καβαλήσουμε την αποστολή μας, τον πνευματικό και κοινωνικό μας ρόλο.

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα χειρόγραφο απόγευμα του Σεπτέμβρη


Ένας πιτσιρίκος παίζει στην παραλία
Πετροβολάει τη θάλασσα
την κυνηγάει και την αγκαλιάζει
Ορμάει στο αφρισμένο ξέσπασμά της
αλαλάζοντας
Σηκώνονται αντίκρυ του τα κύματα
κι αυτός γελάει

Ένας πιτσιρίκος παίζει με τα κύματα
δεν είμαι εγώ
Εγώ παρακολουθώ ανήσυχος τη νύχτα
που σηκώνεται κι απλώνει
γύρω

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Γυμνός από σώμα


Είμαι μέσα στο σώμα μου
και δεν θέλω να βγω
Αν για λίγο το αφήσω
για να πάω μέχρι εκεί
φοβάμαι μην φύγει
και μείνω μόνος
Γυμνός από σώμα

***
ο πίνακας είναι του Εδουάρδου Σακαγιάν

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Η "νέα βιβλιοθήκη" (Ι)


Μια προαιώνια πάλη στις ανθρώπινες κοινωνίες είναι αυτή ανάμεσα στη βούληση και το χρήμα. Στον πόλεμο αυτό αποσκιρτήσεις υπάρχουν και από τη μία και από την άλλη πλευρά, στήνονται ενίοτε και άλλοτε γκρεμίζονται γέφυρες ανάμεσα στις δύο όχθες. Όταν δεν επιδιώκεται η κυριαρχία του ενός στον άλλο, αρκετοί εργάζονται για τη «συνεργασία» των δύο δυνάμεων. Αυτό σαν γενική αρχή δεν μας ενδιαφέρει τόσο να το αναπτύξουμε, όσο να το εξειδικεύσουμε στις βιβλιοθήκες, που είναι το βασικό αποθετήριο της ανθρώπινης βούλησης άμεσα και πάντα εξαρτώμενο από το χρήμα και τους κατόχους του. Στις καλύτερες περιόδους της ιστορίας των βιβλιοθηκών το χρήμα αποσκοπούσε στην ανάπτυξη των βιβλιοθηκών ως μοχλού ανάπτυξης της βούλησης. Υπάρχουν ωστόσο και περίοδοι που δια του οικονομικού ελέγχου των βιβλιοθηκών επιχειρούνταν και ο πολιτικός έλεγχος της βούλησης.

Η «Nieuwe Bibliotheek» είναι η λαϊκή βιβλιοθήκη της πόλης του Almere στην Ολλανδία. Πρόσφατα για να αντιμετωπίσει την σταδιακή μείωση του κοινού της ή/και να αυξήσει τους χρήστες των υπηρεσιών της προχώρησε σε κάποιες καθοριστικές ανατροπές. Επανασχεδιάστηκε με βάση τις ανάγκες των χρηστών της, όπως αυτές εκφράστηκαν σε έρευνες αγοράς. Αναταξιθέτησε το υλικό της με τη λογική του βιβλιοπωλείου, ανέδειξε τα εξώφυλλα των βιβλίων που θα αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον του περαστικού, εκπαίδευσε το προσωπικό της στο marketing και την εξυπηρέτηση πελατών, προώθησε την εργονομία της συνεργατικότητας των πελατών της,  επιχείρησε με τη διαμόρφωση των χώρων της να «αιχμαλωτίσει» το χρήστη της περισσότερο χρόνο εντός της, εγκατέστησε στο χώρο της κονσόλες για ηλεκτρονικά παιχνίδια, στο καφέ της υπάρχει πάντα κάποιο μουσικό πρόγραμμα, η βιβλιοθήκη έγινε από θαμπή, λαμπερή. Η λαϊκή βιβλιοθήκη του Almere είχε 1.140.000 επισκέψεις το 2013. Το Almere είναι μια νέα πόλη, το πρώτο σπίτι της οποίας χτίστηκε το 1976. Σήμερα έχει 196.000 κατοίκους.


Η ανατροπή αν και δεν έγινε χωρίς διαφωνίες, είναι ένα χαρακτηριστικό ενδεικτικό παράδειγμα των νέων τάσεων που προβάλλονται στα διεθνή βιβλιοθηκονομικά συνέδρια και διαφημίζονται στα ειδικά περιοδικά του χώρου. Στην Ελλάδα είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία να ακούσουμε έναν Ολλανδό πάλι συνάδελφό μας να επιχειρηματολογεί γιατί πρέπει να μπουν ηλεκτρονικά παιχνίδια στις βιβλιοθήκες για να αυξήσουμε την επισκεψιμότητά τους. Τι έγινε λοιπόν; Μήπως δεν θέλουμε να ξεθολώσουν οι βιβλιοθήκες; Μήπως ως άλλοι Στάτλερ γκρινιάζουμε στη μίζερη γωνιά μας αντιδρώντας στην πρόοδο; Δυστυχώς τις εποχές των οραμάτων στην παγκόσμια βιβλιοθηκονομική κουβέντα πλέον ακολουθούν οι εποχές της ευρηματικότητας προκειμένου οι βιβλιοθήκες να επιβιώσουν της οικονομικής κρίσης, της έκρηξης της τεχνολογίας και της κάμψης της πολιτικής βούλησης. Πρέπει να αναπτύξουμε συνέργειες με τον ιδιωτικό τομέα, να αποδεχτούμε τη «φωτισμένη» δεσποτεία των Ιδρυμάτων και των χορηγών, να συνεργαστούμε με την Αγορά και τους κανόνες της. Είναι λοιπόν έτσι τα πράγματα; Η συνέχεια και απάντηση την ερχόμενη Κυριακή.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Καρτ-ποστάλ στον Οδυσσέα (που γνώρισα στα Πούλιθρα)


Μικρέ Οδυσσέα,

επέτρεψέ μου να σε λέω «μικρό», αφού είσαι μόνο 4 χρόνων εξάλλου, ενώ εγώ 40. Τούτο δεν σημαίνει τίποτε άλλο από τρυφερότητα. Νομίζω πως το μέγεθός σου σού επιτρέπει να βλέπεις τα πράγματα μεγάλα, σαφώς πολύ μεγαλύτερα από μένα. Μείναμε λοιπόν σε διπλανά δωμάτια στις διακοπές μας και ο αποχωρισμός μας ήταν δύσκολος όταν ήρθε η ώρα. Πιο δύσκολος από τη γειτνίαση, τα ωράρια και τις διαθέσεις μας που δεν ταυτίζονταν. Είπες μουτρωμένος πως δεν θες να φεύγουν οι άνθρωποι από τον κόσμο σου. Μην νομίζεις πως δεν μας πονάει όλους το ίδιο αυτό το φευγιό, εννοώ μικρούς και μεγάλους. Η διαφορά μας είναι πως εμείς θεωρούμε φυσιολογική και διαχειρίσιμη την απώλεια ενώ εσύ όχι. Ωστόσο εσύ μπορείς πιο εύκολα να ξεχνάς ή να στρέφεις αλλού το ενδιαφέρον σου, ενώ εμείς μένουμε συνήθως κολλημένοι στη σκιά της απουσίας. Μαθαίνουμε να ζούμε με αυτήν. Καμιά φορά συνηθίζουμε να φεύγουμε.

Έτσι καθώς γλιστράει το καλοκαίρι μέσα από τα χέρια μας και αφήνουμε πίσω την ελευθερία του, επιστρέφοντας στους ρόλους και τις υποχρεώσεις, σκέφτομαι στενόχωρα πράγματα μικρέ μου φίλε. Σκέφτομαι ας πούμε πως ολοένα και περισσότερο έχω την αίσθηση πως αγοράζω την ελευθερία μου, ή μάλλον πως επιβάλλεται να πληρώσω γι’ αυτήν. Πρέπει να δουλεύω όλο το χρόνο για λίγες μέρες στο γαλάζιο της θάλασσας, αγοράζω την υγεία μου, την επιβίωση και την ευτυχία μου, τους φίλους, τα πράγματα που αγαπώ να κάνω. Αγοράζω τις βουτιές των παιδιών μου από τους ώμους μου, τα σπασμένα αστέρια ψηλά στο οροπέδιο, το ψάρεμα με ένα ποτήρι, τα τραγούδια και τις ιστορίες των φίλων μου, κατοικημένες και ακατοίκητες σελίδες, αγοράζω ακόμη και την ανατολή του ήλιου που ξαπλωμένος ανάσκελα με ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια γυμνός στη φλούδα της θάλασσας αναμετριέμαι με το πρώτο γαλάζιο της μέρας εκεί ψηλά στο θόλο. Για όλα πληρώνω, ξοδεύομαι, δίνω πολλά για τα λίγα που μπορώ ελεύθερα και ανέμελα να χαίρομαι. Και είμαι τυχερός και γι’ αυτά. Επίσης πρέπει εκτός από όλα αυτά να ζω και να δρω συλλογικά, να συμμετέχω στην πολιτική, στα κινήματα, στην προσπάθεια των λίγων να αλλάξει επιτέλους ο κόσμος για όλους. Κι εκεί πρέπει να δίνω και ελπίδα εκτός από τη δουλειά μου, πρέπει να απαντάω στην αμφισβήτηση των φοβισμένων, να προσπαθώ να κερδίσω τη συμμετοχή σαν να μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, να προσδιορίζομαι, να εξελίσσομαι.


Κουρασμένος λοιπόν επιστρέφω μικρέ μου γείτονα στην καθημερινότητά μου. Κουρασμένος γιατί η ξεκούραση πάντα μου θυμίζει με τι κούραση την αγοράζω. Βλέπεις λοιπόν πως σ’ εμάς τους μεγάλους τα πράγματα είναι σύνθετα: η απώλεια είναι και ήττα σε έναν διαρκή πόλεμο. Κερδίζουμε στην καλύτερη περίπτωση μάχες σε έναν πόλεμο εξαρχής χαμένο. Παραλογισμοί ενηλίκων. Πάντως, ξέρεις τι θα μου λείψει πιο πολύ; Που εκεί στα Πούλιθρα το βράδυ καθόμουν στη βεράντα αργά τη νύχτα και άκουγα τα χαρούπια να πέφτουν με το φύσημα του ανέμου κάτω από τις χαρουπιές, σαν τριξίματα από ρωγμές ονείρων, σαν ξύλινοι κρότοι, σαν να περπατάνε μαριονέτες μέσα στη νύχτα. Ξέρεις, αυτά τα θλιβερά ανθρωπάκια που τα κουνάνε αόρατα σκοινιά, που κάποιοι άλλοι από ψηλά ορίζουν τις κινήσεις τους, την πορεία τους στον κόσμο, τη ζωή.

*** το γλυπτό είναι του Jason E. McPhillips

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

La Faim

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 7/9/2014]


«Μεταμορφώθηκα  κι έγινα τρύπα, κενό, και όλοι οι κόποι, όλες μου οι προσπάθειες στόχο είχαν να καταργήσουν να γεμίσουν, να αποστομώσουν αυτό το κενό που δεν έπαυε να μου ζητά». Είναι μια από τις φράσεις του Ίμρε Κέρτες, του κορυφαίου Ούγγρου συγγραφέα, στο βιβλίο του «το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο» (Καστανιώτης, 2010. μετ. Γιώτα Λαγουδάκου). Περιγράφει τις σκέψεις και την αγωνία του έγκλειστου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης να νικήσει το κυρίαρχο μαρτύριο του εγκλεισμού του, την πείνα.

«… ζούμε σε μια αγωνία διαρκούς πείνας που προκαλεί ναυτία…. Πρέπει να προσπαθήσουμε να κυριαρχήσουμε στην πραγματική πείνα, την άμεση, να τη δαμάσουμε, με την ιδέα της πείνας που πρόκειται να ακολουθήσει, της εικονικής τώρα ακόμη, αλλά που ξεσκίζει τα σωθικά…». Ο Ισπανός συγγραφέας Χορχέ Σεμπρούν στο βιβλίο του «Ο νεκρός που μας χρειάζεται» (Εξάντας, 2003. μετ. Οντέτ Βαρών-Βασάρ) τεμαχίζει την πείνα του στο Μπούχενβαλντ σε εφήμερες πείνες που δεν θα τον μετατρέψουν σε «μουσουλμάνο», όρο που αποδίδει στη στρατοπεδική ορολογία τον παραιτημένο πια έγκλειστο, το άψυχο και άβουλο σώμα που μένει γονατισμένο στη γη περιμένοντας το θάνατο.

Στο ευφυές και διεισδυτικό μοναδικό του μυθιστόρημα «το ανθρώπινο είδος» (Εστία, 2008, μετ. Τερέζα Βεκιαρέλλη, Σάρα Μπενβενίστε) ο Γάλλος  Ρομπέρ Αντέλμ έρχεται και επανέρχεται στο αίσθημα της πείνας στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τυχεροί όσοι γειτονεύουν με έναν μελλοθάνατο: «αν πεθάνει χωρίς να δώσει το ψωμί, κάποιος θα βρεθεί πρώτος και θα το πάρει. Αλλά συνήθως θα το έχουν δει κι άλλοι, και τότε θα ξεσπάσει ένας σύντομος καυγάς, χαμηλόφωνα, γιατί το αχυρόστρωμα όπου κείται ο νεκρός δεν είναι μακριά.
-        Ήταν φίλος μου. Το ψωμί μου ανήκει…».

Η πείνα ήταν μέσο ελέγχου και εξουσίας στο ναζιστικό σύστημα των στρατοπέδων. Δεν ήταν μοιρασμένη «ισότιμα» στους έγκλειστους και αυτό ήταν επίσης σχεδιασμένο. Οι έγκλειστοι που συμμετείχαν στο σύστημα εξουσίας των SS (κυρίως ποινικοί) πεινούσαν λιγότερο, έκλεβαν το φαγητό των υπολοίπων, ήταν «όμορφοι», έμοιαζαν κανονικοί. Η ταξική διαστρωμάτωση ήταν απόλυτη και η πείνα κατανεμημένη ανάλογα. Αυτό είναι πιο φανερό εκεί, από όσο στην κοινωνία έξω – και ας είναι εξίσου δεδομένο εκεί.

Μοιάζει βεβήλωση στη μνήμη των θυμάτων, όμως τα βιβλία είναι τραίνα που συναντιούνται στους σταθμούς των αναγνωστικών ταξιδιών μας. Έρχεται στο νου σου η «πείνα» του Κνουτ Χάμσουν, το κορυφαίο έργο του «αμαρτωλού» (λόγω του συγχρωτισμού του με το φασισμό) Νορβηγού συγγραφέα. Τη διάβασες μικρός. Πρώτη φορά πείνασες διαβάζοντας για την πείνα. Και όλα ετούτα τα έφερε μια μέρα που τυχαία στη βιβλιοθήκη καταλογογράφησες την πρώτη γαλλική μετάφρασή της του 1895. Σκέφτηκες πως η πείνα θα διαφεντεύει τον κόσμο όσο θα υπάρχουν συστήματα εξουσίας και ύστερα συνέχισες τη δουλειά σου.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ο έλεγχος

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου' στην "Αυγή της Κυριακής" 31/8/2014]


Η πρόοδος πάντα παρακολουθούνταν από έναν έλεγχο, και η διαγωγή μετρούνταν από αυτόν. Ο έλεγχος μοιάζει να είναι έτσι ένα αναγκαίο συστατικό της εκπαίδευσης, τόσο ουσιαστικό που κάποιες φορές τείνει να είναι κυρίαρχο σε αυτήν. Δεν είναι μόνο πως η πρόοδος και η διαγωγή συνδέονται θεσμικά με την εκπαίδευση, τείνουν να θεωρούνται αποτέλεσμα ή σκοπός της, ίσως και η μόνη προϋπόθεση της διαγωγής και της προόδου να είναι η εκπαίδευση υπ’ αυτήν την έννοια. Είναι επίσης πως πρόοδος χωρίς έλεγχο δεν νοείται και διαγωγή χωρίς καταγραφή της επίσης.

Όλα ετούτα θα μπορούσαν να βασανίσουν σαν ζητήματα έναν ανεπηρέαστο από την εμπειρία παρατηρητή, έναν άνθρωπο που δεν γαλουχήθηκε στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και δεν ποτίστηκε από τις αγκυλώσεις του. Πριν αρκετές δεκαετίες οι «έλεγχοι διαγωγής και προόδου» τυπώνονταν από τα τυπογραφεία και κυκλοφορούσαν στο εμπόριο προκειμένου να συνοδεύουν την αποτίμηση της αξίας των μαθητών στα σχολεία. Είναι ένα σπάνιο έντυπο να το βρει κανείς σε βιβλιοθήκη, γιατί κυρίαρχη είναι η χρηστική του αξία και η ατομική αποτύπωση της εφήμερης ούτως ή άλλως προόδου. Είναι επομένως σημαντικό υλικό, αφού είναι σπάνιο, και μπορεί κανείς να το συναντήσει καμιά φορά σε δωρεές συλλογών που γίνονται σε βιβλιοθήκες. Πιο συχνά θα βρεθούν τέτοιοι έλεγχοι ελληνικών εκπαιδευτηρίων των αρχών του 20ου αιώνα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην Πόλη και τη Σμύρνη, τυπωμένοι από τον Χρηστίδη, το Ζιβίδη, το Θεοχάρη. Θα είναι έλεγχοι των «ελληνικών εκπαιδευτηρίων της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος Διπλοκιονίου», ή του «εν Σταυροδρομίω Κεντρικού Παρθεναγωγείου της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος» ή ίσως των «Εκπαιδευτηρίων Βαφεοχωρίου». Κι εσύ ξεφυλλίζοντάς τους, ανατέμνοντας το σώμα τους και το περιεχόμενό του για να τους καταγράψεις στη βιβλιοθήκη, θα βρεις ατόφια την έκδοση, χωρίς τις αξιολογήσεις των δασκάλων, χωρίς την όποια ταυτότητα του όποιου αξιολογούμενου μαθητή. Μόνο τη φόρμα που υποδεικνύει τον τρόπο του ελέγχου: στοιχεία διαγωγής είναι ο εκκλησιασμός, η επιμέλεια, η τάξις, η καθαριότης, η κοσμιότης, οι τρόποι συμπεριφοράς, η εν τω οίκω διαγωγή… Και στοιχεία μάθησης τα θρησκευτικά, τα ελληνικά, τα μαθηματικά, τα ιστορικά, η γεωγραφία, η φυσιογνωσία, τα τουρκικά, τα γαλλικά, τα εμπορικά, η καλλιγραφία, η ιχνογραφία, η ωδική, η απαγγελία ποιημάτων. η γυμναστική, τα χειροτεχνήματα, η κοπτική και η οικιακή οικονομία…


Θα δοκιμάσεις πάλι εκείνη τη σκέψη για το εφήμερο των μαθητών και των δασκάλων, των σχολείων, των κοινοτήτων και των πόλεων. Μόνο ο έλεγχος της διαγωγής και της προόδου θα αντέχει φαίνεται στο χρόνο – ίσως γιατί είναι επικίνδυνη χωρίς έλεγχο η διαγωγή και η πρόοδος.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Ένα κενό τετράδιο

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 24/8/2014]


Ο βιβλιοθηκάριος είναι ένας δυστυχής κατάδικος της τάξης – επιχειρεί μάταια, αλλά με επιμονή να οργανώσει το χάος. Είναι καταδικασμένος να μάχεται τη σκόνη και τη λήθη. Η μάχη βέβαια είναι προκαθορισμένη. Υπάρχουν φορές που στα χέρια του έρχονται πράγματα που δοκιμάζουν την πραγματογνωσία του και που τον βάζουν σε ποικίλα διλήμματα: από την μια πλευρά είναι η διατήρηση στο χρόνο, από την άλλη τα κριτήρια γι’ αυτήν.

Στο πλαίσιο της δωρεάς μιας συλλογής σε μια βιβλιοθήκη θα βρει καμιά φορά τέτοιο υλικό – και με την εμμονή του στην ταξινόμηση θα βασανιστεί ο δύστυχος τι να το κάνει, πού να το ταξιθετήσει, πώς θα υπερβεί τις προσωπικές του αντιλήψεις ώστε να μην είναι αυτές που θα καθορίσουν τη διατήρηση στο χρόνο και την προσβασιμότητα στην περιεχόμενη πληροφορία του μέσου. Κάποιες φορές δεν υπάρχει καν περιεχόμενο.

Μπορεί να βρει λοιπόν ένα σημειωματάριο των αρχών του αιώνα, το οποίο δυστυχώς για εκείνον δεν έχει τίποτα χειρόγραφο εντός του, ένα άδειο τετράδιο με μόνο βάρος και αξία το ότι άνηκε σε κάποιον και έχει μεγάλη ηλικία ως αντικείμενο. Δεν μπορεί να το επιστρέψει, δεν υπάρχει κάποιος πια που να του ανήκει. Δεν έχει λόγο να το κρατήσει, κανένας κανόνας δεν θα του πει τι να κάνει, κανείς δεν θα ενδιαφερθεί να διαβάσει τις λευκές του σελίδες. Ο τύπος της δουλειά του είναι με το μέρος του. Όμως η τριβή με το χρόνο τον έχει κάνει συμβιβαστικό.

Θα σκεφθεί ίσως «ένα ωραίο παλιό σημειωματάριο», θα δοκιμάσει την ιδέα να το κρατήσει για προσωπική του χρήση, όμως πώς μπορεί να διακορέψει αυτός την παρθενία ενός τετραδίου που επίμονα κράτησε τόσες δεκαετίες; Ποια αντάξια αξία μπορεί να έχει αυτό που θα γράψει σε ένα ηλικιωμένο τετράδιο; Ακόμη και αν αυτό που θα γράψει εκεί είναι ένα αριστούργημα, τα χειρόγραφα είναι μια μεταβατική ηλικία για ένα κείμενο – η αναπαραγωγή και η ανάγνωση έχουν αξία. Επομένως θα χρησιμοποιήσει εφήμερα ένα δοκιμασμένο στο χρόνο τετράδιο – θα ευτελίσει την όποια αιωνιότητά του, όπως ευτελίζουμε καμιά φορά ένα σώμα περνώντας από μέσα του την αφόρητη ερωτική μας έξαψη. Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να θεωρεί χωρίς περιεχόμενο τις λευκές του σελίδες; Μήπως το κενό δεν είναι πλήρες από νοήματα; Δεν λείπουν οι λευκές σελίδες γύρω του αν θέλει να τις αποικίσει με τις όποιες σκέψεις του. Ξέρει επίσης καλά ότι ακόμη και έτσι αμόλυντο αν το κρατήσει σε ένα συρτάρι δικό του, σε κάποιο ράφι, σε κάποιο πατάρι, σε κάποιο κουτί, απλά θα μεταφέρει το δίλημμα σε κάποιον άλλο και άλλα χρόνια μετά. Όλα «μέσα θε να μπούνε», όλα σε μια βιβλιοθήκη καταλήγουν.

Τελικά θα αποφασίσει πως στην τάξη που βάζει στο χρόνο και στις ιδέες, δεν χωράει ένα λευκό τετράδιο 80 χρόνων, δεν ταξιθετούνται οι λευκές του σελίδες, ούτε είναι αναζητήσιμες. Και θα εμπιστευτεί αυτός, ο άρχοντας της τάξης, στο τυχαίο και στο χάος την απόφαση: απλά θα ακουμπήσει σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης το σημειωματάριο. Δεν θα το οικειοποιηθεί, δεν θα το πετάξει, δεν θα το περιγράψει.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

Ο τρελός


Όλοι συμφωνούν πως είναι τρελός. "Να φανταστείτε", λένε, "κάποτε έφτιαξε έναν τηλεφωνικό κατάλογο των νεκρών":

"Αφού όλοι ξέρουν πως οι νεκροί δεν έχουν όνομα"

***
Ο πίνακας είναι του Gustave Caillebotte (1848-1894)

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Του ρόδου εφημερώτερον

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 15/8/2014]


Η ποίηση ελλοχεύει στα εφήμερα των εφημερίδων – δεν είμαστε οι πρώτοι που θα το ισχυριστούμε αυτό.  Συχνά οι ποιητές αναφέρουν άρθρα εφημερίδων με «μικρές» ειδήσεις ποιητικά σχολιασμένες. Μοιάζει με τον τρόπο αυτό πως η ποίηση είναι αρχαιολογία, είναι δηλαδή η ανακάλυψη του ποιητικού σώματος, όχι η εξαρχής σμίλευσή του. Ίσως να μην βρεις στα πρωτοσέλιδα την ποίηση, στα πολιτικά ή έστω στις καλλιτεχνικές σελίδες των εφημερίδων, αλλά στα πιο ταπεινά τους. Συνήθως η ποίηση συχνάζει στο αστυνομικό δελτίο ή στα κοινωνικά.

Έχουμε πει πολλές φορές πως οι βιβλιοθήκες είναι τα ληξιαρχεία του πνεύματος. Σε αυτές θα βρεις συχνά παλιές εφημερίδες που έσωσαν το εφήμερο σώμα τους μέσα στα χρόνια προσφέροντάς το στην ανατομία των ερευνητών που ψάχνουν την επίκαιρη άποψη πάνω στα γεγονότα της εποχής. Πάνω στο σώμα αυτό σπανιότερα θα βρεις να περιφέρονται οι χρυσοθήρες της ποίησης – κατά κανόνα φτωχοί και ματαιωμένοι στην αναζήτησή τους, όμως όταν κάποτε βρεθεί ένας ποιητικός ακρωτηριασμός, η ευτυχία τους είναι μοναδική.

Λέγεται «Αθηνά» και εκδίδεται από το 1832, αρχικά στα Μέγαρα, ύστερα στο Ναύπλιο και τέλος στην Αθήνα ως το 1863. Αρχικά αντίθετη στον Καποδίστρια, ύστερα κριτική στον Όθωνα, μια εφημερίδα που υποστήριζε πάντα το Σύνταγμα, μια φιλελεύθερη εφημερίδα πλατιάς κυκλοφορίας και απήχησης για δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία. Είναι παραμονές δεκαπενταύγουστου του 2014. Ανοίγεις το φύλλο του 1857, «Αυγούστου 10, Σάββατον» και περιφέρεσαι στις ειδήσεις. Διαβάζεις τον λόγο του Δισραέλη στην αγγλική Βουλή των Κοινοτήτων, και ύστερα πως ο «Λόρδος Έλγιν έφθασεν εις Σιγκαπόρ» όπου του έγινε λαμπρή υποδοχή από τους Ευρωπαίους. Η εφημερίδα «Ιταλία του Λαού» κατάσχεται από τη σαρδηνική κυβέρνηση γιατί φιλοξενεί άρθρο του Ιωσήφ Ματσίνη «περί των ιταλικών πραγμάτων». Ο Τζιουζέπε Ματσίνι ήταν κορυφαίος Ιταλός επαναστάτης και καρμπονάρος, οραματιστής της ενωμένης Ιταλίας. Ένας εισαγγελέας πρωτοδικών ευχαριστεί αποχωρώντας το δικηγορικό σύλλογο της Ερμούπολης για τη συνεργασία και η κυρία Γενναδίου ενοικιάζει ολόκληρη και χωριστά την οικία της στη Νεάπολη.

Και ύστερα η ποίηση εμφανίζεται κάτω από τα μπάζα του χρόνου: η αναγγελία ενός θανάτου, ο αποχαιρετισμός – ο Αύγουστος αρέσκεται στους αποχαιρετισμούς. Διαβάζεις λοιπόν παραμονές Δεκαπενταύγουστου σε μια εφημερίδα του 1857:

«Εν δάκρυον επί του παρθενικού φερέτρου της οκτωκαιδεκαετούς Στυλιανής Πολυχρονιάδου.


Του δολοστόνου βίου τους απατηλούς ανθώνας/ ακάκως περιιπταμένη και περί τα φρούδα της αθωό-/ τητος όνειρα άρτι πτερυγίζουσα, απέπτης, έφυγες,/ ω χρυσαλίς Στυλιανή προς των αθανάτων ονείρων/ τους αορίστους κόσμους! Και πριν ο κάλυξ του κή-/ που σου, ώ ατυχής, εξανθήση εξήνθησες και παρήλ-/ θες ου, και του ρόδου εφημερώτερον…»

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στη Stavrula


Αγαπητή Σταυρούλα,

Σε ευχαριστώ πολύ για την καρτ-ποστάλ απ’ το χωριό – σε ευχαριστώ που την έγραψες στην πίσω όψη ενός ψηφοδελτίου: λογικά η φωτογραφία που θα τη συνόδευε θα ήταν τα ασταύρωτα ονόματα των υποψηφίων κάποιου κόμματος. Ξέρω πολύ κόσμο που κρατάει τα ψηφοδέλτια για να γράφει σημειώσεις. Είναι μια χρήση κι αυτή. Νιώθεται…

Σκεφτόμουν χθες το βράδυ επιστρέφοντας από την Κόρινθο στην Αθήνα και είχε φεγγάρι γεμάτο και ο Σαρωνικός ήταν ντυμένος σαν νύφη, τι σημαίνει «επιστρέφοντας». Και πόσες φορές επέστρεψα στη ζωή μου, θεωρώντας άλλοτε ως αφετηρία τον τόπο που γεννήθηκα και άλλοτε τον τόπο που ερωτεύτηκα. Τα λεωφορεία των ΚΤΕΛ ήταν σχεδόν πάντα το προνομιακό μέσο αυτής της μετάβασης των συναισθημάτων. Δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε αυτόματο να αλλάζεις πατρίδα – γιατί αυτό είναι η πατρίδα: ο τόπος έναρξης. Οπότε ανάλογα με τα επεισόδια της ζωής μας ορίζονται κάθε φορά και οι αφετηρίες μας. Πολλές φορές δεν είναι τόπος, αλλά άνθρωποι, περιφερόμενοι δηλαδή τόποι στο χρόνο. Χα, ναι αυτό είναι οι άνθρωποι: περιφερόμενοι τόποι! Ως εκ τούτου το πράγμα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Νομίζω πως κάποια στιγμή και η διαδρομή η ίδια ανάμεσα σε εναλλασσόμενες πατρίδες γίνεται αφετηρία και πατρίδα επίσης. Και τέλος, για να τελειώνουμε με αυτό το λαβύρινθο των συναισθημάτων, νομίζω πως πατρίδα είναι πάντα το σημείο από το οποίο θέλουμε να φεύγουμε και στο οποίο αναπόφευκτα επιστρέφουμε.

Είχε πανσέληνο, όπως σου είπα, επιστρέφοντας από την Κόρινθο. Εκείνη ήταν στο πλάι μου, οδηγούσε, και ακούγαμε ραδιόφωνο, είχε σε play list τραγούδια του φεγγαριού. Στα περισσότερα τραγούδια το φεγγάρι είναι ο μάρτυρας ή ο ταχυδρόμος του έρωτα – πόσα μηνύματα διαμεσολάβησης έχει δεχθεί. Εκεί πριν τα διόδια της Ελευσίνας έχω πάντα την αίσθηση πως επιστρέφω στον Matrix κόσμο μου με τα φουγάρα και τα εργοστάσια και τα διυλιστήρια να απλώνουν μπροστά μου τεμαχισμένα φωτάκια και κρύο μέταλλο και φλόγες που ανασαίνουν δηλητήριο. Πρέπει να ήταν πανέμορφος αυτός ο τόπος πριν γίνουν όλα αυτά, τα στενά ανάμεσα στην Ελευσίνα και τη Σαλαμίνα κάποτε θα φωτίζονταν από ολόγιομα φεγγάρια και κορίτσια και αγόρια γυμνά στην παραλία θα έκαναν έρωτα και θα υπόσχονταν αιωνιότητες. Πόσο μοιάζουν σαν ήχος αυτές οι δυο λέξεις: αιωνιότητα και νεότητα.

Ύστερα μπήκαμε στην Αττική Οδό. Σε λίγα λεπτά ήμασταν στο σπίτι. Ο ψιλικατζής της γειτονιάς ήταν ανοιχτός. Και το φεγγάρι είχε έρθει μαζί μας – πίσω από τις πολυκατοικίες μπορούσες να μαντέψεις την ύπαρξή του.

Υγ: θα σου φανεί ρομαντικά τετριμμένο, θα ήθελα πολύ κάποια στιγμή να πάρω το δρόμο του φεγγαριού πάνω στη θάλασσα και να φύγω. Νομίζω πως αυτό δεν μπορεί να γίνει.

Να είσαι καλά Σταυρούλα!


Γιώργος

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στο Χαμένο Επεισόδιο

Φίλε Γιώργο,



Είναι αφοπλιστική η συγγνώμη και σε αφήνει γυμνό και ανυπεράσπιστο όταν σου απευθύνεται. Νομίζω πως οι άνθρωποι είναι πιο ωραίοι ανυπεράσπιστοι και γυμνοί, αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που θέλω να κάνουμε κάποια στιγμή κατεβαίνοντας την «Αλεξάνδρας» το χειμώνα. Μετά τη «θεία λειτουργία» με τις ρακές στο «Κονσερβοκούτι» - οι… «θείες» αυτές καθαρίζουν την ψυχή μας και εξαερώνουν τον πνεύμα μας!

Χθες περιφερόμενος στο ίντερνετ αναζητούσα από περιέργεια ίχνη παλιών μου φίλων, αναρωτιόμουν τι να έχουν κάνει στη ζωή τους, πώς είναι σήμερα. Ο Αύγουστος συναινεί σε κάτι τέτοιες αναζητήσεις. Βρήκα λοιπόν τα ίχνη ενός φίλου μου. Ήμασταν μαζί σε μια σχολή δημοσιογραφίας το 1993 και αυτοκόλλητοι φίλοι για 3 χρόνια. Έχει αφήσει γενάκι, παντρεύτηκε, πορεύεται με τον δικό του τρόπο στη δημοσιογραφία. Εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, διάσημοι τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι και ηθοποιοί την παρουσίασαν. Ένιωσα τόση χαρά που δεν έχει αλλάξει. Αυτό ήταν από τότε: ένας λαμπερός, φιλόδοξος, φιλάρεσκος και ικανός άνθρωπος – μια πεταλούδα με πολύχρωμα και ευαίσθητα φτερά. Όπως λέει το τραγούδι, «χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε». Είχε πάντα ιδιαίτερο τρόπο να κοιτάει, διαπεραστικό, νομίζω πως το βλέμμα του γύμνωνε τους ανθρώπους με τον τρόπο που το κάνει και η συγγνώμη. Λοιπόν χρώμα δεν άλλαξαν, ούτε και τρόπο. Βλέπω ακόμη στο βλέμμα του το 19χρονο παιδί που μεγάλωσε με το γέρο πατέρα του, που δεν φοβήθηκε ποτέ το επόμενο βήμα, που έλεγε και έκανε πάντα παραπάνω και όσο γίνεται πιο μακριά από αυτό που ήταν, που ήθελε να πετάξει στης δημοσιότητας τα φώτα. Μια φορά θυμάμαι, ενώ εξερευνούσα εκστασιασμένος το στήθος μια κοπέλας, εκείνος δίπλα μου αναπαριστούσε τον ήχο των όλμων στο Σεράγεβο – ήμασταν 20 χρονών και είχε ήδη πάει ανταποκριτής εκεί.

Τι στα λέω; Να, σκέφτηκα πως η συγγνώμη είναι κάπως σαν συναισθηματική ενημερότητα, βεβαιώνει πως δεν έχεις οφειλές στη μοναξιά. Πώς θα μπορούσες εξάλλου; Είναι ωραίο που περνάνε άνθρωποι από τη ζωή μας νομίζω. Έγραψα στη Μαρίνα πριν λίγες μέρες πως τα τραγούδια είναι πατρίδα. Νομίζω πως και οι φίλοι, πατρίδα είναι. Κι αν μετοικούμε καμιά φορά, τουλάχιστον μένει η συγγνώμη.

Σε ασπάζομαι,

Γιώργος.

υγ: ο πίνακας είναι του Konstantin Andreevich Somov (1933)

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

O Captain! My Captain! our fearful trip is done


Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου!

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Το φοβερό ταξίδι μας έχει τελειώσει·
Το πλοίο βάσταξε κάθε βιτσιά, το έπαθλο που αποζητήσαμε το έχουμε σηκώσει·
Το λιμάνι είναι κοντά, ακούω τις καμπάνες, συνεπαρμένο κόσμο,
Ενώ τα μάτια τους ακολουθούν τη σταθερή καρίνα, το σκάφος βλοσυρό και θαρραλέο:
Μα ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ω οι αιμοσταγείς στάλες του κόκκινου,
Εκεί στη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Ορθώσου κι άκου τις καμπάνες·
Ορθώσου – για σένα τη σημαία κυματίζουν – για σένα η σάλπιγγα ηχεί·
Για σένα ανθοδέσμες και μετάξινα στεφάνια – για σένα στις ακτές μαζεύονται τα πλήθη·
Σένα ζητούν, οι μάζες οι παλλόμενες, στρέφοντας τα ανυπόμονα πρόσωπά τους·
Να Καπετάνιε! πατέρα αγαπημένε!
Το χέρι αυτό κάτω από το κεφάλι σου·
Όνειρο είναι πως πάνω στο κατάστρωμα,
Είσαι πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ο Καπετάνιος μου δε μ' απαντά, τα χείλη του ακούνητα κι ωχρά·
Ο πατέρας μου το χέρι μου δε νιώθει, σφιγμό δε θα 'χει πια ποτέ ξανά·
Το πλοίο έδεσε άγκυρα σώο και αβλαβές, η πλεύση του ανήκει πια στο χθες·
Από ταξίδι φοβερό, το πλοίο νικητής, εισπλέει με σκοπό επιτυχή·
Πανηγυρίστε, ω ακτές, χτυπάτε, ω καμπάνες!
Όμως εγώ, με πάτημα θρηνητικό,
Γυρνώ τη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

(Walt Whitman. μετάφραση: Μαρία Θεοφυλάκου)




Robin Williams (1954-2014)

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Η πατρίδα η γλώσσα



Ένα τραγούδι έλεγε χθες στο ραδιόφωνο πως «καμιά πατρίδα δεν χωράει ολόκληρο ουρανό». Το κάνουν αυτό τα τραγούδια καμιά φορά: μιλούν με τον δικό τους τρόπο για πατρίδες. «Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά που τα άγια χώματά της, πόνος και χαρά» λέει ο Ρασούλης. Και οι ποιητές λένε πως η πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια, άλλοι πως πατρίδα είναι το ταξίδι, κι άλλοι αναρωτιούνται ακόμη αν είναι οι κάμποι και «τα άσπαρτα βουνά». Ποσώς μας ενδιαφέρει όμως τι είναι η πατρίδα και σίγουρα οι πατρίδες δεν έχουν σύνορα και δεν χαρτογραφούνται. Πάνω στους χάρτες σας κάνουμε έρωτα τις νύχτες λέει κάπως ο Καμπανέλλης στο Μαουτχάουζεν.

Ίσως η γλώσσα είναι μια πατρίδα – αυτό είναι το θέμα μας. Η γλώσσα είναι ένας τόπος με τοπία μέσα στον οποίο ζούμε, έχουμε το σπίτι μας, ερωτευόμαστε, τρώμε, χέζουμε και πεθαίνουμε σε αυτόν. Στη γλώσσα κατοικούμε όπως κατοικούμε και σε χιλιάδες άλλους τόπους και οι τρόποι της ζωής μας είναι ίδιοι κι εκεί, όπως σε όλα όσα κάνουμε. Πληρώνουμε ή δεν πληρώνουμε τους φόρους μας στη γλώσσα, συμμετέχουμε ή δεν συμμετέχουμε στην ταξική πάλη, είμαστε κι εκεί διεθνιστές ή πατριώτες. Όλα αυτά έρχονται και κάθονται σαν σκόνη στην αρχική παραδοχή πως η γλώσσα είναι μια πατρίδα – εκλεκτοί της πολίτες πάντως είναι οι ποιητές.

Ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη εκδόσεις της Ποιητικής του Αριστοτέλη για έναν ερευνητή μπορεί να πέσεις σε ένα βιβλίο με τον τρόπο του ιδιαίτερο. [Ίσως θα μπορούσαμε να ορίσουμε τα βιβλία ως χάρτες της γλώσσας- αυτό είναι μια παρέκβαση στη ροή του κειμένου]. Το βιβλίο είναι μια έκδοση του 1819: είναι τα Φυσιογνωμικά του Αριστοτέλη γραμμένα στα ελληνικά και στα τούρκικα. Με ελληνική γραφή και στις δύο περιπτώσεις. Δυο χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση εκδίδεται «εν Κωνσταντινουπόλει» ένα «καραμανλήδικο» βιβλίο για χριστιανούς τουρκόφωνους με κείμενο του Αριστοτέλη σε γραφή που ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα έχει φέρει στην τουρκική γλώσσα δυτικό αλφάβητο (δυο αιώνες πριν ο Κεμάλ καθιερώσει τη λατινική ως επίσημη γραφή της τουρκικής γλώσσας). Φαντάζεται εύλογα κανείς πως το βιβλίο μεταφράστηκε και τυπώθηκε γιατί κάποιοι θα το διαβάσουν, κάποιοι θα εντοπίσουν τις γνώσεις του στους χάρτες του. Η καραμανλήδικη (ελληνική) γραφή της τουρκικής γλώσσας είναι ένας κώδικας που άντεξε δυο αιώνες, ως την τρίτη δεκαετία του 20ου. Υπάρχει αντίστοιχο φαινόμενο στην ελληνική γλώσσα με τε «φραγκοχιώτικα» βιβλία που κατά κανόνα γράφονταν με λατινική γραφή.


Οι πατρίδες συχνά ανταλλάσσουν πληθυσμούς, το ίδιο κάνουν και οι γλώσσες. Είναι εξαιρετικό να το διαπιστώνεις αυτό αν είσαι ταξιδευτής στις βιβλιοθήκες. Πάντως για να επανέλθουμε στο αρχικό μας ζήτημα –ίσως ορθά «η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά».

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στην Krotkaya



Αγαπητή Μαρίνα,

Μου αρέσει πώς εξελίσσεται όλο αυτό αυτές τις μέρες. Θέλω να πω αυτή η ιστορία με τις καρτ-ποστάλ, μια επικοινωνία στα σύνορα ιδιωτικής και δημόσιας επιστολογραφίας. Έχει ιδιαίτερα στοιχεία η επιστολογραφία – γράφονται ας πούμε πράγματα που για δικούς τους λόγους δεν λέγονται. Και μένουν μετά εκεί, κουφάρια ενός συναισθήματος στο οποίο, αν θέλουμε, μπορούμε να επιστρέφουμε ή να αφήνουμε τους άλλους γύρω να το κατοικούν για όσο θελήσουν. Το βρίσκω υπέροχο όλο αυτό.

Ετοίμασα χθες την κασέτα των φετινών διακοπών μας. Τέλος Αυγούστου μέχρι τις παραμονές των σχολείων θα είμαστε πάλι στα Πούλιθρα, στη Νότια Κυνουρία να βαπτίζουμε όλα τα βάρη της χρονιάς που πέρασε, που δεν ήταν καθόλου λίγα, και να σκορπάμε στις παραλίες τα χαλίκια της ψυχής μας (σαν κοντορεβιθούληδες μην χάσουμε το δρόμο της επιστροφής). Θα είμαστε πάλι στα σύνορα των πραγμάτων, στη γραμμή που χωρίζει το καλοκαίρι που τελειώνει με το φθινόπωρο που αρχίζει, θα βλέπουμε τον κόσμο που πάει κι έρχεται, επιστρέφοντας ο καθένας στον πάγκο και το κουπί της γαλέρας του.

Ξέρω, ξέρω. Θα μου πεις «μα ακόμα υπάρχουν κασέτες;». Υπάρχουν για το παλιό και μικρό μας αυτοκινητάκι, το «Σπίθα». Κάθε χρόνο φτιάχνω μία, της δίνω κι όνομα για να μας συντροφεύει στις διαδρομές στην Αρκαδία: Πούλιθρα 2011, Πούλιθρα 2012, Πούλιθρα 2013. Πούλιθρα 2014. Είναι σαν ημερολόγιο τραγουδιών. Στη φετινή χώρεσα πολλά: το «καλντερίμι» του Γαλανού και του Ξαρχάκου με τη φωνή της Πόλυς Πάνου, το «χάρτινο το φεγγαράκι» και «το φεγγάρι είναι κόκκινο» του Χατζηδάκι – αρέσουν και τα δύο πάρα πολύ στην μικρή μου κόρη, τραγούδια του Βασίλη (που αρέσουν στην Κυρά μου) και των Loco Mondo που αρέσουν στο γιο μου, του Ζούδιαρη, του Ανδρέου, το «παλιό τραγούδι» του Νικολούδη που τραγουδάει ο Χαρούλης, του Μαυρουδή «ο παλιάτσος» (παραγγελιά κι αυτό) και το «πρωινό τσιγάρο», Ξυλούρης, Παπάζογλου. Στρίμωξα και δικά μου πράγματα εκεί: «τα διόδια» ας πούμε, του Σιόλα. Όμως το πράγμα θέλει την ισορροπία του: πρέπει και οι τέσσερις να έχουμε μερίδιο στην κασέτα κι ενώ όλο αυτό μοιάζει ένα αλλοπρόσαλλο πράγμα, εμείς θα τραγουδάμε σαν κυριακάτικη εκδρομή πηγαίνοντας.

Θα μου πεις τι στα λέω. Τι επιστολική αξία έχει μια κασέτα; Στην «Αυγή» αυτής της Κυριακής λέω πως η γλώσσα είναι μια πατρίδα. Νομίζω πως και τα τραγούδια είναι μια πατρίδα, και οι άνθρωποί μας πατρίδα είναι. Πατρίδα είναι κι «ο Σπίθας» - μια πατρίδα που θα περιφέρεται στους δρόμους της Αρκαδίας τραγουδώντας:

«…
Πίκρα, δάκρυ, στεναγμός
ξεχαστήκαν κι ο καημός
έγινε όνειρο γαλάζιος ουρανός
και τα πρόσωπα χλωμά, 
κουρασμένα τα κορμιά
μέσα στον ύπνο ψάχνουν να `βρουν λησμονιά.»

Γεια σου Μαρίνα!

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

3η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Φίλε Νίκο,

σου είπα στην τελευταία καρτ-ποστάλ πως κανόνισα ένα ολιγοήμερο ταξίδι στη Μάνη προκειμένου να συναντήσω την κυρά Βούλα που δεν υπάρχει πια - γύρω από αυτή μου την ανάγκη κέντησα μια εκδρομή στη Νότια Πελοπόννησο με την Κυρά μου και τα πιτσιρίκια. Σταθήκαμε λίγα λεπτά στο νεκροταφείο στο Σκουτάρι. Περίμενα πως θα σηκωθεί να με αγκαλιάσει, όπως έκανε όταν ήμουν παιδί, να με φωνάξει "κορώνι" της, όμως δεν το έκανε. Οι συγγενείς της πρόσθεσαν το όνομά της και τη χρονολογία θανάτου στο κρύο μάρμαρο και τίποτε άλλο. Ούτε καν μια φωτογραφία της δεν βρήκα. Ίσως να έλειπε η κυρά Βούλα εκείνη την ώρα. Φαντάζομαι θα είχε πάει να μαζέψει φραγκόσυκα για μένα. Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε είναι πάντα συνεπείς στα ραντεβού τους με τον δικό τους τρόπο λέω.

Είμαι, νομίζω, μια τραγική φιγούρα Νίκο. Έχω συναίσθηση του εύθραυστου χαρακτήρα της ευτυχίας μου και της πρόσκαιρης αντοχής της... Πότε θα αλλάξει ο καιρός δεν το ξέρω, ξέρω όμως πως θα αλλάξει. Το να ισχυρίζομαι πως είναι τραγικό να είμαι ευτυχής, όταν γύρω μου υπάρχουν τόσοι άνθρωποι με ποικίλους τρόπους δυστυχείς μοιάζει και είναι προφανώς τουλάχιστον εγωιστική υπερβολή και αμετροέπεια ίσως. Το θέμα όμως δεν είναι η ευτυχία, αλλά η επίγνωση για τον εφήμερο τρόπο της στη ζωή μας. Θέλω να πω πως αυτό που με κάνει τραγικό πρόσωπο σε αυτή την παράσταση είναι που σκέφτομαι πως θα την χάσω, αγνοώ πότε και πώς, αγωνιώ κι έτσι έρχομαι λιπόψυχος στην ευτυχία μου, σχεδόν θλιμμένος. Η ευτυχία δηλαδή γι' αυτούς που δεν παραμυθιάζονται από τα θέλγητρά της είναι μια στενάχωρη κατάσταση. Η ευτυχία είναι μια δυστυχία μισή και γι' αυτό ανάξια λόγου. Παρόλα αυτά δεν θα ήθελα να χάσω την ευτυχία μου.

Τουλάχιστον υπάρχει η γραφή και η ανάγνωση Νίκο- αυτό λέω στην ουσία στις προηγούμενες καρτ-ποστάλ που σου έστειλα. Η ανάγνωση είναι συναντήσεις εκτός τόπου και χρόνου, χρήσιμες για ανθρώπους που ίσως δεν φαντάζεσαι. Μην μου θυμώνεις επομένως: δεν σου ζητώ το χρέος του πολίτη να εκπληρώνεις, αλλά του γραφιά, του ληξίαρχου των μαγικών και κρίσιμων στιγμών της ζωής μας.

υγ.1: δεν έχω διαβάσει το "τι ωραίο πλιάτσικο" του Κόου - αν μου το στείλεις δώρο κάποια στιγμή μην ξεχάσεις να γράψεις αφιέρωση!

υγ2: Θα πρόσεξες πως έχουν αρχίσει κι άλλοι να στέλνουν καρτ-ποστάλ αυτές τις μέρες, άλλοι στον εαυτό τους, άλλοι σε ποικίλους ή συγκεκριμένους παραλήπτες: ο αγαπημένος El Romandante έστειλε χθες σε μία Νάντια, η Nefosis στον Τσαλαπετεινό, η Renata ξέρω πως κάτι ετοιμάζει... Αυγουστιάτικο αφιέρωμα η επιστολογραφία.


Να είσαι καλά Νίκο!