Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Δ.Χ.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που καθόταν σ' ένα τραπέζι. Στο πλάι του ήταν ένα βάζο με λουλούδια, όμως το υπέροχο άρωμά τους έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει, έτσι που σκυθρωπός κάτι έγραφε σ' ένα χαρτί. Ύστερα ο άνθρωπος έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Τα λουλούδια μαράθηκαν στο βάζο και βρώμισαν. Κάποια μέρα η μπάλα ενός παιδιού έριξε το βάζο κάτω και το 'σπασε. Κι εδώ τελείωσε το παραμύθι.

***
Ο πίνακας είναι του Τάσου Μαντζαβίνου

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Ιχνηλασίες στις πίσω μας σελίδες



Το ένα βιβλίο είναι ένας "Νέος θησαυρός" του 1804. Το άλλο ένα "Ψαλτήριον Δαβίδ του προφήτου και βασιλέως" του 1793. Το ένα γραμμένο με ελληνικά γράμματα στην τούρκικη γλώσσα (καραμανλήδικο), το άλλο τυπωμένο στη Βιέννη από τον Βεντότη. Και τα δύο φέρουν... ίχνη από παιδιά που έμαθαν πάνω τους να διαβάζουν και να σκέφτονται.

Και καθώς οι αιώνες πέρασαν, αναρωτιέμαι* τι είναι παιδικό βιβλίο: ένα βιβλίο που άφησε τα ίχνη του σε ένα παιδί, ή ένα βιβλίο στο οποίο άφησε τα ίχνη του ένα παιδί...


Η απορία, καθώς σήμερα είναι η παγκόσμια μέρα παιδικού βιβλίου και τα γενέθλια του Άντερσεν...

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Μια φορά κι έναν καιρό πριν 103 χρόνια...

Μια φορά κι έναν καιρό, στα 1880 περίπου, Έλληνες μετανάστες εγκαταστάθηκαν στην Omaha, τη μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας της Nebrasca στις Η.Π.Α. Εργάζονταν κυρίως ως οικοδόμοι και εργάτες στην κατασκευή σιδηροδρόμων. Οι «ντόπιοι» σύντομα άρχισαν να ενοχλούνται από την παρουσία αυτών των βρώμικων Ελλήνων και οι εφημερίδες έγραφαν διάφορα γι’ αυτούς. Μια από αυτές, η Omaha Daily News, έλεγε:


«… οι γειτονιές τους είναι πλέον ανθυγιεινές, προσβάλλουν τις γυναίκες που περνούν από ‘κει,… διαμένοντας σαν αγέλη όλοι μαζί σε σπίτια και ζώντας φτωχικά, οι Έλληνες είναι μια απειλή για τον αμερικανό εργάτη, ακριβώς όπως και οι Γιαπωνέζοι, οι Ιταλοί και οι άλλοι παρόμοιοι…».

Το Φεβρουάριο του 1909 ένας Ιρλανδός αστυνομικός δολοφονήθηκε κατά τη σύλληψη ενός Έλληνα. Ο Έλληνας συνελήφθη τελικά, αλλά ένας όχλος άρχισε να συγκεντρώνεται γύρω από τη φυλακή όπου κρατούνταν. Κατά τη μεταφορά του κρατούμενου σε άλλη φυλακή το πλήθος του επιτέθηκε και τον λίντσαρε. Την απέχθεια των ντόπιων ενίσχυε το γεγονός ότι εκείνη την εποχή οι Έλληνες χρησιμοποιούνταν συχνά ως απεργοσπάστες στις απεργίες που οργανώνονταν στην περιοχή για τις άθλιες συνθήκες εργασίας στους σιδηρόδρομους. Οι εφημερίδες άρχισαν να πυροδοτούν την κατάσταση γράφοντας συναισθηματικές ιστορίες για τον νεκρό αστυνομικό. Δύο μέρες μετά χίλιοι περίπου άντρες (οι New York Times ανέφεραν 3000) συγκεντρώθηκαν στη Νότια Omaha και επιτέθηκαν στην «ελληνική συνοικία» λεηλατώντας μαγαζιά, καίγοντας κτήρια και χτυπώντας κάθε Έλληνα που συναντούσαν, σκοτώνοντας και ένα παιδί. Η αστυνομία και οι αρχές δεν ασχολήθηκαν καθόλου με τις ταραχές. Αποτέλεσμα των καταστροφών και της βίας που ασκήθηκε ήταν οι Έλληνες να φύγουν από την Omaha για την Iowa ή ακόμη μακρύτερα. Δεν έμεινε ούτε ένας εκεί.

***
Δεν βρήκα φωτογραφία της εποχής και έβαλα μια άλλη. Σχετική...

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Στον Σπυραντώνη (ένα κείμενο που πήρε επιτέλους μπρος)



Ανοιξιάτικη Παρασκευή, οικογενειακή έξοδος σε ένα κουτούκι της γειτονιάς, στον «Σπυραντώνη». Το μεσημέρι, μαγερειό, το βράδυ, ταβέρνα. Σερβίρει και σαλιγκάρια στιφάδο. Πριν από χρόνια εκεί ένα πληγωμένο κορίτσι μου πρόσφερε όλα τα τριαντάφυλλα ενός τσιγγάνου λουλουδά κι ένα χαστούκι. Τέλος πάντων…

Μια ανοιξιάτικη Παρασκευή σε οικογενειακή έξοδο στο «Σπυραντώνη». Παραγγέλλουμε παϊδάκια. Αδημονούν τα μικρά. Στο βάθος μια παρέα με όργανα τρώει κεφάτα: δυο μπουζούκια, ένα βιολί, ένα ακορντεόν και μια κιθάρα. Δίπλα μας μια γυναίκα όμορφη τρώει μονάχη της. Σηκώνει το ποτήρι με λευκό κρασί. Πίνει μια γουλιά και το βλέμμα της για λίγο αναβοσβήνει. Τέλος πάντων…

Σαν μηχανάκι που δυσκολεύεται να πάρει μπρος μοιάζει αυτό το κείμενο. Γυρίζω το κλειδί μια βδομάδα τώρα και δεν ξεκινάει το αναθεματισμένο.

Ανοιξιάτικη Παρασκευή στον «Σπυραντώνη». Κάποια στιγμή ξεκινάνε να παίζουν τα όργανα. Παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα. Σκορπάω σιγά-σιγά. Η μικρή ξεκινάει τα τσαλιμάκια της και το βλέμμα της κεντημένο με το πιο παιχνιδιάρικο χαμόγελο ψάχνει την ενθάρρυνσή μου και την αρπάζει ανενόχλητα. Φέρνει βόλτες. Βόλτες φέρνουν και τα βλέμματα γύρω μου. Χαμογελούν. Βόλτες φέρνει κι η ψυχή μου. Και τότε αρχίζει. Ο καϊκτσής. Και όλα χορεύουν. Τα χρόνια και τα χαμόγελα και τα τριαντάφυλλα και το ποτήρι με το λευκό κρασί και τα μπουζούκια και η κοπέλα στο ταμείο κι ο θάνατος και η άνοιξη και τα γκαρσόνια. Και η Γκιουζέλ Χανούμ. Και εγώ λαμνοκοπώ στα μέσα μου κι αργά-αργά αφήνω πίσω μου όλα του κόσμου ετούτου. Το τραγούδι τελειώνει. Η κόρη μου στην αγκαλιά μου ζουζουνίζει. Πληρώνουμε κι αποχωρούμε με μια καληνύχτα. Σκέφτομαι πως πάντα αυτό ήμασταν: ένα τραγούδι.

Τον «Σπυραντώνη» τον έφτιαξαν πριν από δεκαετίες ο Σπύρος κι ο Αντώνης. Ο ένας ήταν σχεδόν κουφός. Ποτέ δεν μπόρεσα να μάθω ποιος απ’ τους δύο. Πήγαινες και όλοι φωνάζαν εκεί μέσα για να ακούει ο κουφός. Ακόμη κι οι πελάτες. Ο κουφός πέθανε πριν από λίγα χρόνια. Όμως ακόμη όλοι φωνάζουν εκεί μέσα καμιά φορά. Ακόμη κι οι πελάτες. Για να ακούει ο κουφός που ποτέ δεν έμαθα ποιος είναι.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Ποιητές στους δρόμους και δρόμοι ποιητές

Η ποίηση δεν μονάζει. Στοχάζεται μεν, αλλά κυκλοφορεί στους δρόμους. Οι δρόμοι δεν είναι ο προορισμός, αλλά η ενδιάμεση απόστασή μας από τον προορισμό, κάποιες φορές ο δρόμος είναι ο τρόπος κάπου να πάμε. Κάποιες φορές δεν ξέρουμε το δρόμο, αλλά ξέρουμε τον προορισμό. Αν ξέρεις τον προορισμό, τον δρόμο δεν τον χάνεις. Συνηθίσαμε ίσως τα τελευταία χρόνια την ποίηση να γουργουρίζει στα μαξιλάρια του καναπέ. Ακόμη και έτσι να είναι, έρχεται πάντα η εποχή της αναπαραγωγής και η ποίηση αλητεύει στους δρόμους σαν τις γάτες.



Σήμερα, παγκόσμια μέρα της ποίησης, Έλληνες ποιητές θα βγουν πορεία στο δρόμο σε μια διαμαρτυρία ενάντια στην κρίση. Διφορούμενη και θολή νομίζω η κίνησή τους, η ποίηση ακόμη και όταν αφαιρεί, δεν γίνεται ασαφής. Όμως κάθε αρχή μοιάζει αβέβαιη μετά από τόσα χρόνια στο μαξιλάρι.

Αφιερωμένο στους ποιητές των δρόμων το σημερινό κείμενο. Φτιαγμένο με υλικά ποιημάτων που περπατούν στους δρόμους. Σε δρόμους που πήραν με τον καιρό το όνομα των ποιητών…


«ο δρόμος από κάπου αρχινά, κάπου τελειώνει. Όσοι τον διανύουν πάνε κάπου, ο ίδιος δεν πάει… Λες να φοβόμαστε στο βάθος ότι δεν υπάρχει δρόμος, ότι δεν υπάρχουν παρά σπίτια ή χωράφια ή δάση δεξιά κι αριστερά από μιαν έμμονη ιδέα που τη λέμε δρόμο;»

Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέπτη/ Αργύρης Χιόνης


«… και μόνον αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο δρόμο, μόνον αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος…»

Οι σάλπιγγες της Αποκαλύψεως/ Τάσος Λειβαδίτης


«Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνίες κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα…
… Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δεν νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα έξω στο δρόμο με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε έτσι κι αλλιώς χεσμένο.»

Τα ποιήματα στο δρόμο/ Νίκος Χουλιαράς


«…
Είταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ – δύσκολος δρόμος
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως  κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό
του
πάνω σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος…»

Καπνισμένο τσουκάλι/ Γιάννης Ρίτσος


«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη
νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά…»

Πέντε μικρά θέματα/ Μανόλης Αναγνωστάκης

*η φωτογραφία είναι από μια πορεία στους δρόμους της Αθήνας τον Οκτώβριο του 2011...

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Υπόδικες λέξεις

Στις λέξεις μας είπαμε κάποτε τα μυστικά και τα όνειρά μας κι ύστερα τρομαγμένοι τις απειλήσαμε πως αν τ’ αποκαλύψουν θα τις αφήσουμε μόνες τους, γυμνές, χωρίς τροφή και νερό, σε μια λευκή σελίδα να πεθάνουν.



Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Κυριακάτικη εκδρομή


Σηκωθείτε. Είναι η μέρα σήμερα. Θα πάμε εκδρομή. Θα είμαστε όλοι μαζί, όπως στα παιδικά μας χρόνια. Θα παίξουμε μήλα δίπλα στη θάλασσα και τζαμί, θα τσακωθούμε, θα μαζέψουμε σπαράγγια και ύστερα, και ύστερα θα ξαπλώσουμε στις κουρελούδες κάτω απ΄ τα δέντρα, και θα ‘ναι πάλι μια μέρα ολοφώτιστη, θα απλώσουμε τραπεζομάντιλα και φαγητά, πολλά φαγητά, θα φωνάζουμε και θα γελάμε και ίσως να τραγουδήσουμε μετά. Και ύστερα, επιστρέφοντας κουρασμένοι θα σταματήσουμε για παγωτό καμιά πενηνταριά Κατσαμακαίοι. Θα μας κεράσει ο Νίκος της Φλώρας και θα γελάει πονηρά γλύφοντας και εκείνος ένα, και η Φλώρα θα τον μαλώνει γελώντας κι αυτή πως «Νίκο, το ζάχαρο βρε Νίκο»….


Σηκωθείτε. Είναι η μέρα σήμερα. Ο Νίκος της Φλώρας θα πάει εκδρομή. Θα είμαστε όλοι εκεί, όπως στα παιδικά μας χρόνια. Μ’ ένα παράπονο: δεν θα μας κεράσει πάλι παγωτό…

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Ποιήματα εντός συνόρων


Τα ποιήματα ποτέ δεν βγήκαν από τα σύνορα. Δεν πήγαν μετανάστες σε καμία Γερμανία ή στις στοές του Βελγίου. Δεν έκαναν αντίσταση αυτοεξόριστα στο Παρίσι. Τα ποιήματα μείναν εδώ: στο ορθογώνιο πεδίο της μάχης. Μέσα στα χιόνια σε στοίχους πολεμώντας. Το ποίημα είναι ό,τι επέζησε απ’ αυτό τον πόλεμο, ό,τι στοιχίζεται ξανά δίπλα σε πτώματα λέξεων, σκουριασμένες γραμμές, λίμνες μελανιού και διαμελισμένους τόνους. Το ποίημα, έτοιμο για μάχη πάλι, να υπερασπίζεται τα σύνορα ετούτα της λευκής σιωπής στους αιώνες.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Ένα παιδί που κλαίει

Μέρες στριμωγμένες σαν και αυτή…

(κρατώντας στο χέρι μια ομπρέλα σε μια αποτρόπαια αναμονή θανάτου που τρίβει μέσα μου με λύσσα το χρόνο με μια βούρτσα συρμάτινη παλεύοντας απεγνωσμένα να τον καθαρίσει από την απελπισία και την οργή και βλέμμα που ψάχνει στα τυφλά ματώνει σε κοφτερές γωνίες κάτι να βρει να βάλει στο στόμα του ένα λουλούδι ίσως που να φέρνει την άνοιξη και με ένα παλιό κέντημα στο παιδικό δωμάτιο ένα παιδί που κλαίει μέσα μου και απέναντί μου)



… θα ήθελα να καβαλήσω το μηχανάκι των εφηβικών μου χρόνων και να φύγω. Να πάω στο ρημάδι του Γιώργου του κουτού, στα περιβόλια γύρω από το πατρικό μου σπίτι , στο παλιό στρατόπεδο, στον Μάη Θανάση. Να ξαπλώσω στο χορτάρι και να κοιτάω στον ουρανό τα σύννεφα που τρέχουν.

Ένα μήνυμα του Statler για την Εθνική Βιβλιοθήκη

Από τους Βαλλιάνους του 1888 στους Νιάρχους του 2012: ε, δεν πετύχαμε και πολλά συνάδελφοι όσον αφορά στην πολιτική βιβλιοθηκών του κράτους μας στις τόσες δεκαετίες που πέρασαν. Θα δυσκολευθείτε να με πείσετε για το αντίθετο.




Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Έκκληση στη βιβλιοθηκονομική κοινότητα




"Οι δυνατότητες της πολιτείας ως οικονομικός αλλά και ως διοικητικός πυλώνας υποστήριξης δυστυχώς είναι και θα συνεχίσουν να είναι περιορισμένες για τα προσεχή τουλάχιστον έτη. Η εξεύρεση και άλλων πηγών υποστήριξης και διεύρυνσης των λειτουργιών ώστε να ικανοποιήσουν σύγχρονες απαιτήσεις είναι αναγκαία."

Με επιστολή της στο Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών η Υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου απειλεί τις δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρας ότι αν δεν προσφύγουν στη χρηματοδότηση του ελεήμονος Ιδρύματος Νιάρχου και της ΜΚΟ του με την επωνυμία “Future Library”, θα τις κλείσει. Παραδέχεται κυνικά ότι το ελληνικό κράτος για πρώτη φορά στην ιστορία του δεν θα χρηματοδοτήσει τη λειτουργία των βιβλιοθηκών που παρέχουν το εξαιρετικά σημαντικό αγαθό της πληροφορίας και της γνώσης σε όλη τη χώρα. Η Άννα Διαμαντοπούλου παραμένει υπουργός μιας Παιδείας χωρίς βιβλία, με λιγότερα σχολεία, λιγότερους δασκάλους, πυκνότερες τάξεις, χωρίς υποδομές, χωρίς σχολικές και παιδικές βιβλιοθήκες, χωρίς Πανεπιστήμια. Παραμένει Υπουργός με μόνο ευδιάκριτο πλέον στόχο όχι τον «εκσυγχρονισμό», αλλά τον αφανισμό της παιδείας στη χώρα μας.

Δεν με απασχολεί ο ρόλος του Ιδρύματος Νιάρχου και της ΜΚΟ του με την επωνυμία “Future Library”.  Αν οι επικεφαλής των προγραμμάτων αυτών ως άλλοι Αλόνσο Κιχάνο κυνηγούν ανεμόμυλους δεν με απασχολεί, ούτε βέβαια αν πιστεύουν ως άλλοι Δον Κιχώτες πως είναι ιππότες ταγμένοι να υπερασπίζονται τους αδύναμους και κατατρεγμένους. Ως βιβλιοθηκονόμο με απασχολεί όμως το γεγονός πως κανείς συνάδελφος από το Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών δεν έχει ακόμη παραιτηθεί για στοιχειώδεις λόγους αξιοπρέπειας παραλαμβάνοντας την επιστολή αυτή στις 10 Φεβρουαρίου, ούτε καν οι αυτόκλητοι «συνδικαλιστές» της Ένωσης Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων της Πληροφόρησης και της Ένωσης Αρχειονόμων Βιβλιοθηκονόμων Ελλάδας.


Θεωρώ ότι αποτελεί χρέος της βιβλιοθηκονομικής κοινότητας να αντιδράσει στο πνεύμα και την ουσία της επιστολής αυτής. Να υπερασπιστεί όχι μόνο την εργασία που κάνουμε ή την συντεχνιακή μας ύπαρξη. Οφείλουμε όλοι πιστεύω να υπερασπιστούμε το ελεύθερο και δημόσιο αγαθό που προσφέρουμε, τη γνώση και την πληροφορία. Αγαθό που οφείλει να παρέχει και να προστατεύει ένα σύγχρονο κράτος και όχι η ελεημοσύνη των χορηγών.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Μια θαλασσινή ιστορία

στη Φάλια (που "με διαβάζει") και στις Opus Femina.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι σε μια βάρκα. Εκεί μέσα είχε γεννηθεί, αυτή ήταν ο κόσμος του που έπλεε στην απέραντη άδεια θάλασσα. Τα χρόνια πέρασαν και το αγόρι έγινε άντρας και η βάρκα νησί, που το έβρεχε τριγύρω η απέραντη άδεια θάλασσα. Δεν έπλεε πια, γιατί τι νόημα έχει να είσαι βάρκα, αν δεν είναι κάπου να φτάσεις, σε κάποιο προορισμό. Κι ύστερα πέρασαν τα χρόνια κι ο άντρας γέρασε πολύ κι έγινε θάλασσα. Γιατί τι νόημα έχει να είσαι ο προορισμός, αν δεν είναι κάποιος σε σένανε να φτάσει;

* ο πίνακας είναι του Νίκου Λύτρα (1883-1927)

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Λευκό παλίμψηστο


Στην άκρη του χαρτιού δυο λέξεις, «σ’ αγαπώ» ίσως ή «δεν ξέρω». Με τον καιρό γεννήσανε, ήρθαν κι άλλες από άλλα μέρη, αυξήθηκαν και πλήθυναν και γίνανε ένα μικρό χωριό κι ύστερα ολάκερη πoλιτεία, μια ιστορία σωστή. Ένα βράδυ χιόνισε πολύ, και την επόμενη και τη μεθεπόμενη και για κάμποσες μέρες. Σκεπάστηκε η ιστορία και έμεινε πάλι άσπρο το χαρτί. Να περιμένει δυο λέξεις πάλι να γραφτούν, «σ’ αγαπώ» ίσως ή «δεν ξέρω»…

* ο πίνακας είναι του Pieter Bruegel του πρεσβύτερου

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Η μάνα μου κι η μοναξιά του σχοινοβάτη


Οι αναμνήσεις είναι ένα σπίτι ακατάστατο που συγυρίζεις συνέχεια. Αλλάζεις θέσεις στα έπιπλά του, στα πεταμένα ρούχα σου, τους αναστεναγμούς, τις ηδονές, τα δάκρυά σου. Καθώς τα χρόνια περνούν, το σπίτι γεμίζει αχρησιμοποίητα όνειρα και σιωπές και τα συρτάρια του ξεχειλίζουν και το πατάρι και τα ντουλάπια της κουζίνας γεμίζουν νεκρούς και οι βιβλιοθήκες ξεχασμένα βιβλία και το ψυγείο με έρωτες που μπαγιάτεψαν, παλιές φιλίες  σε μια σακούλα δίπλα στην πόρτα περιμένουν να τις πας στα σκουπίδια κι εσύ δεν προλαβαίνεις γιατί πρέπει να τα βάλεις όλα στη θέση τους και οι φιλίες σωριάζονται η μια πάνω στην άλλη.

Κάποια μέρα σταματάς. Κοιτάζεις γύρω σου. Το σπίτι γέμισε. Τότε λες πως όλα βρήκαν τη θέση τους, μπροστά σου ξεκοιλιασμένα και ανήμπορα. Κλείνεις την πόρτα του σπιτιού και φεύγεις.

Στέκεσαι λίγο κάτω από τη λάμπα, στην άκρη του δρόμου. Γδύνεσαι. Και σβήνεις πια γυμνός μέσα στη νύχτα.
 ***
Η μάνα μου τηλεφώνησε προχθές να μου αφιερώσει ένα τραγούδι. Της αφιερώνω κι εγώ αυτό το κείμενο…
...
"Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να τρελαθείς
υπάρχουν και άλλοι τόσοι για να λες υπομονή
όμως για μένα είναι αργά να τρελαθώ
και είναι ακόμα πιο αργά να κάνω υπομονή

Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ
και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω
θα περιμένω άλλες μέρες."

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Γλήορα φέρε τσοι, Χριστέ,/κι ας είναι και κομμουνισταί...

Ήρθε ένας 84χρονος παππούς σήμερα στη Βιβλιοθήκη. Ήθελε ένα βιβλίο του Νίκου Σφυρόερα. Εκεί λέει, μπορεί να αναφέρεται μια απεραθίτικη παραλλαγή του τραγουδιού "μήλο μου κόκκινο", η οποία ξεκινάει ως εξής: "μήλο μου πράσινο, ρόδο κομμένο...". Του είπαμε που μπορεί να βρει το βιβλίο. Μας τραγούδησε χαρούμενος το τραγούδι κι έφυγε χορεύοντας. Μείναμε να τον κοιτάμε. Τι βολική η σκέψη μας ότι τα έχει χάσει....  Λίγη ώρα μετά το μουρμουράγαμε όλοι.

.........
Στο βιβλίο* που του είπαμε δεν βρέθηκε τελικά το μήλο το πράσινο. Βρέθηκε ωστόσο κάτι άλλο. Σας το χαρίζω:

Κατεβαίνουσιν οι Ρούσοι
κι όλοι ίσα θα ‘ενούσι.
Κατεβαίνουσιν εκείνοι
π’ αγαπού ντην ισοσύνη.
Κι άμαν έρθουσιν οι Ρούσοι,
ίσα και φτωχοί και πλούσοι.
Κι  άμαν έρθουσιν οι Ρώσοι
η λαλά μου θα ζυμώσει.
Φέρε τσοι, Χριστέ μο’ κείνοι
π’ αγαπού ντην ισοσύνη.
Γλήορα φέρε τσοι, Χριστέ,
κι ας είναι και κομμουνισταί.
Φέρε τσοι, Χριστέ, τσοι μπορσε-
βίκοι και το γκόσμο σώσε.
Φέρε μας, Χριστέ μου, όσο
γλήορα μπορείς, το Ρώσο.
Την εικόνα σου, βρε Στάλι,
θα τη γκάμωμε μεγάλη.
Και τον αρχηγό το Ρώσω
θε να τονε κουρνιζώσω

* Απεραθίτικα πολεμικά τραγούδια: 1940-1944/ Νίκου Βλ. Σφυρόερα. Αθήνα: Ναξακό Μέλλον, 1945.

***
Το σημείωμα αυτό αφιερώνεται στην Αφροδίτη Σαμαρά, στη Μάγδα Κουσιάντζα, στο Γιάννη Χασανάκο, στην Κατερίνα Ξενογιώργη, στο Νίκο Βλαχάκη, στη Μαρία Χατζησάββα, στον Τσαλαπετεινό, στη Γεωργία Κατσαρού και τέλος στη Μαρία Σφυρόερα και στο γιο της (το Νίκο)... Ξέρουν αυτοί...

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Το κράτος του Τρόμου

Κόσμος πολύς έξω από το «Αττικόν» στη Σταδίου. Κανάλια κάμερες, δηλώσεις, πυροσβέστες, περαστικοί. Στέκονται και φωτογραφίζουν, κεφάλια σκυφτά, βλέμματα νεκρά, στόματα παγωμένα. Ήθελα να φωνάξω σε όλους: η καταστροφή δεν καπνίζει. Η καταστροφή είναι πίσω σας, δείτε τη, τη φέρνει το κράτος του Τρόμου:



Το κράτος του Τρόμου ψήφισε Κυριακή με κατεπείγουσα διαδικασία την υποθήκευση του μέλλοντός μας, γιατί Δευτέρα πρωί ανοίγουν οι Διεθνείς Αγορές. Το κράτος του Τρόμου αποφάσισε την πτώχευση του λαού απειλώντας πως ειδάλλως θα πτωχεύσει η χώρα. Το κράτος του Τρόμου διέλυσε συγκεντρώσεις εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών με δακρυγόνα και ξύλο. Το κράτος του Τρόμου διέλυσε συγκεντρώσεις εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών με δελτία ειδήσεων. Το κράτος του Τρόμου απείλησε, εκβίασε, λοιδόρησε, και διέγραψε τους βουλευτές του που το αψήφησαν. Το κράτος του Τρόμου κυβερνάται από δοτό πρωθυπουργό και κυνική κυβέρνηση. Το κράτος του Τρόμου ανάστησε το παρακράτος της βίας για να κλείσει το στόμα του λαού.



Όμως ήμασταν εκεί. Θα είμαστε εκεί. Το κράτος του Τρόμου να το καταλύσουμε.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

.. κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη...



Τη Δευτέρα το βράδυ στο κέντρο της Αθήνας μια διαδήλωση βάδιζε θυμωμένη. Έβρεχε καταρρακτωδώς  και φυσούσε. Με ομπρέλες μπροστά σαν ασπίδες μια διαδήλωση βάδιζε θυμωμένη. Στην οδό Σταδίου. Στο ύψος του πρώην ξενοδοχείου Esperia ένας άστεγος άνδρας κοιμόταν στο πεζοδρόμιο. Δίπλα του κατρακυλούσαν τα νερά της καταιγίδας προς την πλατεία της Ομόνοιας και μια διαδήλωση βάδιζε θυμωμένη προς την πλατεία του Συντάγματος.

Την επόμενη μέρα ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας δήλωσε  υποδεχόμενος την εθνική ομάδα πόλο γυναικών στο Προεδρικό Μέγαρο:
"Προσφέρετε μια δροσερή αύρα, τη διακεκαυμένη περίοδο που περνάμε. Είναι σημαντικό πως προβάλλετε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το όνομα της Ελλάδας στο εξωτερικό. Έχουμε χάσει τη δύναμή μας, αλλά εσείς με τις επιτυχίες σας μας κάνετε εθνικά υπερήφανους… Έχετε πέσει θύματα μιας δύσκολης περιόδου για την ελληνική κοινωνία. Αποτελείτε τη χρυσή εξαίρεση, αφού δίνοντας το εκατό τις εκατό της ψυχής σας και με πενιχρά μέσα καταφέρνετε να παραμένετε στην κορυφή του κόσμου".

Την ίδια ώρα μια άλλη διαδήλωση βάδιζε πάλι θυμωμένη στην οδό Σταδίου. Στο ύψος του πρώην ξενοδοχείου Esperia ένας άστεγος άνδρας τυλίχτηκε με το λερό μπλε πάπλωμά του και τρεκλίζοντας πέρασε ανάμεσα από τη διαδήλωση για να χαθεί στο πλήθος. Η διαδήλωση βάδιζε θυμωμένη προς την πλατεία του Συντάγματος φωνάζοντας: «εμπρός λαέ μην σκύβεις το κεφάλι, ο μόνος δρόμος είναι: αντίσταση και πάλη»

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Για τα εξανθήματα της οργής σου...

Θα σου ξεκαθαρίσω κάτι: ο «βιβλιοθηκάριος» προσπαθεί να μην είναι μια βαρετή γωνιά συγκινητικών μονολόγων. Επιλέγει καμιά φορά να περιγράφει εσωτερικά τοπία, πρώτα και κύρια γιατί προσπαθεί να κρατήσει τα ίσα του, αλλά και γιατί επιχειρεί μια υπόγεια σύνδεση με τα μέσα σου. Όμως δεν ζει μονάχα στη σιωπή του «ο βιβλιοθηκάριος».  Στον κόσμο αυτό που καταρρέει ζει, περισσότερο αποφασισμένος παρά αγανακτισμένος πια. Η οργή είναι τυφλή, η απόφαση όχι. Η απόφαση έχει ένα στόχο, έναν προορισμό, μια ορισμένη διαδρομή να διανύσει. Όσο πιο ξεκάθαρα γίνονται αυτά, τόσο περισσότερο με απομονώνει η ομίχλη των άλλων: μικροϋπολογισμοί και μικροσυμφέροντα, φόβοι και μικροαστική συντήρηση, εθελοτυφλία και κατάθλιψη, αντίδραση και μίσος. Οι άνθρωποι στη δουλειά, στο σχολείο, τις κοινωνικές και πολιτικές συλλογικότητες, οι φίλοι και οι συγγενείς ή βουβαίνονται αυτό τον καιρό ή κραυγάζουν. Οι περισσότεροι ξορκίζουν την οικονομική αθλιότητα, παρά τη βιώνουν. Ωστόσο ξεσπούν εκρήξεις οργής, ρατσισμός και συμπεριφορές όχλου που με τρομάζουν.

Αν δεν είναι ξεκάθαρο σ’ εσένα ποιοι ευθύνονται και πρέπει να τιμωρηθούν για όσα θα πληρώνουμε εμείς και τα παιδιά μας από ‘δω και μπρος, δεν θα στο πω εγώ. Εξάλλου δεν θέλεις να ακούσεις και δεν θέλεις να δεις. Αν θεωρείς πως η Αριστερά είναι μεγαλύτερος κίνδυνος από τους επικίνδυνους της τρόικας που μας «κυβερνούν» θα αρνηθείς να ενώσεις τις ελπίδες σου με τα εργαλεία της. Από ‘δω δεν θα επιχειρήσω να σε πείσω, όχι μόνο γιατί σε ξεβολεύει να πειστείς και δεν θέλω να χαλάσουμε τις καρδιές μας,, αλλά γιατί ξέρω πως δεν ωφελεί να σε παρασύρω πρόσκαιρα στην ανατροπή των βεβαιοτήτων σου (λες και έχω να σου τάξω νέες…). Και συνήθισες φίλε στις εκχωρήσεις, τις βεβαιότητες, τη νάιλον επιφάνεια, την αντιπροσώπευση, δεν θες να δεις πως είσαι μετανάστης της ζωής σου.

Δεν θα στραφώ τώρα εναντίον των όσων τόσα χρόνια αναβάπτιζαν την αξιοπρέπεια στον κυνισμό τους. Πάντα εναντίον τους ήμουν. Η προσωπική μου στάση ήταν ο καθρέπτης τους στη δουλειά, στην οικογένεια, στους φίλους, στις παρέες. Ακόμη κι όταν εσύ υποκρινόσουν πως δεν υπάρχουν, πως δεν τους έθρεψε το σύστημα που εσύ στηρίζεις τόσα χρόνια, εγώ τους λυπόμουν, τους ενοχλούσα που δεν ήμουν όμοιός τους. Ούτε εναντίον σου θα στραφώ που ξαφνικά θυμήθηκες να θυμώσεις, και το κάνεις τόσο άγαρμπα, όλοι σου φταίνε, όλα ξαφνικά αποκαλύφθηκαν και περιφέρεσαι ολοφυρόμενος για κλέφτες και προδότες.

Δεν θα στραφώ εναντίον σου τώρα γιατί πάντα θα είμαι απέναντί σου. Όχι τέλειος, ούτε άτρωτος. Μονάχα αξιοπρεπής.

Συνεννοηθήκαμε νομίζω…

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Wisława Szymborska (1923-2012), ή αυτοί που ποιμένουν τους ιππόκαμπους

Την Τετάρτη πέθανε μια σημαντική ποιήτρια. Κόβω ένα κομμάτι ποίημα («η χαρά της γραφής»), από τα πολλά που έγραψε*, για να μνημονεύσω στη γλώσσα μου όσα η ψυχή της κατέθεσε στην «παγωμένη Πολωνία»: 

«…
Σε μια σταγόνα μελάνι χωράει μια μεγάλη εφεδρεία
από κυνηγούς που μισοκλείνουν το μάτι
για να βρουν το στόχο τους,
έτοιμοι κάθε στιγμή να χιμήξουν στην απόκρημνη πένα,
να περικυκλώσουν την ελαφίνα και να ετοιμαστούν να πυροβολήσουν.

Ξεχνάνε όλοι ότι εδώ δεν υπάρχει ζωή.
Άλλοι νόμοι, το μαύρο πάνω στο άσπρο, επικρατούν.
Το ανοιγοκλείσιμο του ματιού θα διαρκέσει
όσο επιθυμώ,
όσο θα συναινέσω να το διασπάσω σε μικρές αιωνιότητες
γεμάτες από σφαίρες που τις σταμάτησα καθώς πετούσαν.
Για πάντα, αν το προστάξω, δεν θα συμβεί τίποτα εδώ.
Κόντρα στη θέλησή μου ούτε φύλλο θα πέσει,
ούτε χορταράκι απ' το γρασίδι θα λυγίσει
κάτω από μια οπλής την τελεία και παύλα.
Υπάρχει, λοιπόν, ένας τέτοιος κόσμος
όπου κυριαρχώ πάνω του αποκλειστικά και απόλυτα;
Ένας χρόνος που τον δεσμεύω με αλυσίδες από σημεία;
Μια ύπαρξη που διαιωνίζεται κατά διαταγήν μου;
Η χαρά της γραφής.
Η δύναμη να διασώζεις.
H εκδίκηση από ένα θνητό χέρι»

Η Πολωνία ευτύχησε να έχει εξαιρετικούς ποιητές.  Η Βισουάβα Σιμπόρσκα στο ποίημά της «Λεξιλόγιο» γράφει πως «οι ποιητές του λαού μου γράφουν όλα τα κείμενά τους με γάντια. Δεν σκοπεύω να υπαινιχθώ ότι δεν τα βγάζουν ποτέ απ’ την παλάμη τους, το κάνουν, πράγματι, όταν το φεγγάρι είναι αρκετά θερμό. Στις ποιητικές στροφές που συνθέτουν από τραχύ, επίμονο βήχα, γιατί μόνο τέτοιες στροφές μπορούν να καταπνίξουν το αδιάκοπο βουητό απ’ τις ανεμοθύελλες, δοξολογούν τους απλούς βίους αυτών που ποιμένουν τους ιππόκαμπους…».

*Τα ποιήματα είναι από τη συλλογή: Μια ποιητική διαδρομή/Βισουάβα Σιμπόρσκα – μετ. Βασίλης Καραβίτης.  Αθήνα: Σοκόλης, 2003

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Το χεσαμόλι

Οι άνθρωποι οι παλιοί ξεκλειδώνουν καμιά φορά τη ζωή μας με μια λέξη ή μια κίνηση. Μοιάζει λίγο με αιφνίδιο μνημόσυνο να επαναλαμβάνεις μια πράξη τους τυχαία μια χειμωνιάτικη μέρα που χνουδάκια χιονιού σκορπάνε γύρω σαν κάποιος να παίζει ένα βουβό μαξιλαροπόλεμο με τα σύννεφα. Και εσύ κάθεσαι στο γραφείο σου, το φλιτζάνι σου ζεσταίνει τα χέρια και σκύβεις, ανοίγεις το συρτάρι και βγάζεις το κονιάκ και ρίχνεις μερικές γουλιές στον καφέ σου. Σκορπάει η μυρωδιά του γύρω και μέσα σου αναδεύονται οι μνήμες: ο γεροκολασμένος το έλεγε «χεσαμόλι».




Οι άνθρωποι οι παλιοί καμιά φορά έρχονται στη ζωή μας, κάθονται δίπλα μας και μας ζητούν να βάλουμε λίγο χεσαμόλι στον καφέ τους και γελούν και μας πειράζουν. Κι ύστερα επιστρέφουν στους παλιούς και σε όσους ήρθαν μετά, και τους λένε πως είδαν το Γιώργο σήμερα, του Κωστούρου, και την Κατερίνα της Νότας, είναι καλά, έχουν παιδιά πια, και μια χειμωνιάτικη μέρα που χνουδάκια χιονιού σκορπούσαν γύρω σαν κάποιος να έπαιζε ένα βουβό μαξιλαροπόλεμο με τα σύννεφα, τους θυμήθηκαν…

*****
Αφιερωμένο

Στον Τσαλαπετεινό (ξέρει αυτός)
Και στην Κατερίνα (και αυτή ξέρει)                       

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Γειτόνισσα Ευθυμία



Είχαμε μετακόμιση στη γειτονιά το προηγούμενο Σάββατο. Ήρθε να μείνει μια νέα κοπέλα. Απέναντί μας. Έβαλε κουρτίνες στα παράθυρα, καινούρια τέντα στο μπαλκόνι. Τη λένε Ευθυμία.

 
Θα προτιμούσα να την έλεγαν Ελπίδα.

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Θεόδωρος Αγγελόπουλος (1935-2012): ποιητής εικόνων

η ζωή είναι ένα πλάνο, που καμιά φορά κόβεται απότομα...













υπάρχει μια σκηνή, στο "βλέμμα του Οδυσσέα": η οικογένεια γιορτάζει την αλλαγή του χρόνου, κάποιος αναφωνεί "ευτυχισμένο το 19__". Και ύστερα "ευτυχισμένο το 19__", και ύστερα τα χρόνια περνούν ενώ ο χορός συνεχίζεται μέσα στον ίδιο χώρο και ενώ κάποιος αναφωνεί, πάντα προσθέτοντας ένα χρόνο, "ευτυχισμένο το 19__"... Θα μπορούσε να είναι απλά ένα εύρημα του σκηνοθέτη. O χρόνος στον Αγγελόπουλο είναι ο μέσα μας χρόνος, της προσωπικής μας χρήσης, αυτός που συγκρίνεται και συγκρούεται πάντα με τη φθορά και την απώλεια. Αυτός που αφαιρεί τα φλούδια της ευτυχίας μας παραδίδοντάς μας γυμνούς στο αναπόφευκτο. Ο Αγγελόπουλος πέτυχε νομίζω να φυτέψει μέσα μας εικόνες της συλλογικής μας μνήμης, πέτυχε δηλαδή να εσωτερικεύσει τα τοπία της ιστορίας μας με ένα τρόπο εξόχως ποιητικό.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

η σιωπή που σκοτώνει...


Μερικές φορές οι διαδρομές μέσα στην πόλη είναι σαν τις φράσεις που ξεκινούν κάτι να πουν, κι όταν τελειώνουν δεν το είπαν. Λιποψύχησαν, το ξέχασαν, το σκέφτηκαν αλλιώς το πράγμα – δεν έχει σημασία.



Άλλες φορές πάλι οι διαδρομές είναι σαν αυτές τις κοινότοπες φράσεις που επαναλαμβάνονται – μπορεί μια μέρα τελείως ξαφνικά να σου συστήσουν μια αρτεσιανή πραγματικότητα...


Το Σάββατο το απόγευμα έγινε στο Σύνταγμα συγκέντρωση Σύρων που επιχειρούν να ενημερώσουν και να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για όσα γίνονται στη Συρία αυτές τις μέρες. Το Σάββατο ήταν μια από τις πιο αιματηρές ημέρες των τελευταίων εβδομάδων. Οι νεκροί αντικαθεστωτικοί διαδηλωτές έφτασαν του 96 , συμπεριλαμβανομένων 60 πτωμάτων που βρέθηκαν σε νεκροτομείο νοσοκομείου στην Ιντλίμπ. Πολλά έφεραν ίχνη βασανισμού.


Λίγους δρόμους πιο πέρα, στην πλατεία των κλαυθμών, κόσμος πολύς περιφερόταν ανάμεσα στα βιβλία του φετεινού παζαριού βιβλίου.

... σε μια άλλη πόλη διάβασα προχθές πως γκρέμισαν ένα σπίτι. Πόσο αθόρυβα γκρεμίζουνε τα γιασεμιά αυτές τις μέρες στις πόλεις μας και σε όλο τον κόσμο...

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Το μη στερητικό "Α"

στη Sodurck (που ασκείται στη γλώσσα)


Πρόκειται για το 32 σελίδων "πονημάτιον περί ορθογραφίας" του Θεόδωρου Γαζή που εξέδωσε ο Αναστάσιος Γόρδιος στο τυπογραφείο του Βρεϊτκόπφ, στη Λειψία, το 1777.

ΥΓ: η ζωή είναι συχνότατα ανορθόγραφη, γι' αυτό πολλές φορές το "α" το στερητικό τα βρίσκει μπαστούνια

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Ένα μεγάλο κόκοα


Πριν λίγες μέρες η οικογένεια του "Βιβλιοθηκάριου" ("μπαμπάς, μαμά παιδιά") επισκέφτηκε το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο. Η μικρή της παρέας, ετών δύο, είδε το εικονιζόμενο ζώο και όλο ενθουσιασμό αναφώνησε: "μπαμπά μπαμπά κοίτα, ένα μεγάλο κόκοα, ένα μεγάλο κόκοα. ΈΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΚΟΑ!
Την αλήθεια των πραγμάτων την συλλαμβάνουμε μέσω των εγκαταστημένων εντός μας παραστάσεων - γνωστό αυτό. Πάντως ένας μεγάλος κόκορας είναι πιο εντυπωσιακός από μία στρουθοκάμηλο.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Οι σκιές του Νίκου Χουλιαρά στα πίσω δωμάτια του νου

Αφιερωμένο*

Το κείμενο αυτό ξεκινώντας για να ‘ρθει να σας βρει πέρασε απόψε από τους άδειους δρόμους της πολιτείας μας που μύρισαν πάλι καπνό από τζάκια.

Καθώς βαδίζει μόνο του στα ελλιπώς φωτισμένα στενά μονολογεί: «ξεκουράζω τα δυο μου δάχτυλα/ πάνω σε ένα τσιγάρο που κρέμεται/ κι αυτή τη νύχτα από ψηλά/ με το λεπτό καπνό/ που κατεβαίνει απ’ το ταβάνι».**

Το κείμενο αυτό ξεκίνησε το δρόμο του πριν από 14 χρόνια στα Γιάννενα. Όταν ένας φαντάρος διάβασε το «Λούσια». Και συνεχίζει χρόνια τώρα και θα συνεχίσει το δρόμο του στο δρόμο γιατί το κείμενο αυτό δεν γυρεύει κανένα, παρά ακολουθεί τις σκιές που τις σκεπάζει το γαλάζιο πάπλωμα της ομίχλης δίπλα στη λίμνη, δίπλα στα αγάλματα.

Πριν λίγες μέρες επισκέφτηκα το εικονοστάσι του Νίκου Χουλιαρά, την αναδρομική έκθεση του έργου του. Η επίσκεψή μου στο Μουσείο είχε το χαρακτήρα ιερουργίας σε ένα παράξενο ξωκλήσι ζωγραφισμένο ίσως από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ. Ανάμεσα στα άχρονα τοπία των πρώτων χρόνων του και τους «ζωγραφισμένους» εαυτούς των ύστερων, βρέθηκα έτοιμος και σχεδόν ανυπεράσπιστος να παραδίνομαι στις σκιές, τις αγαπημένες σκιές των έργων της ζωγραφικής, της αφήγησης, της ποίησής του.

Οι σκιές είναι οργανικό στοιχείο της ύπαρξής μας. Είναι η πυξίδα μας προς την ανυπαρξία και η ευθεία μας σ’ ετούτη την πορεία.. Η σκιά είναι η σιωπή του φωτός. Χωρίς σκιά δεν υπάρχει φωνή, όπως χωρίς σιωπή δεν υπάρχουν χρώματα. Η σκιά είναι ο θάνατος, που σαν το μαύρο χωνεύει χρώματα, πράξεις και όνειρα και λάθη και εγκλήματα και συγγνώμες. Η σκιά είναι ο θάνατος που σαν πιστό σκυλί μας περιμένει στην εξώπορτα να γυρίσουμε, που μας δείχνει το δρόμο και μας προστατεύει από την αιωνιότητα που καραδοκεί.

Όποιος δεν μοιράστηκε τις νυχτερινές πορείες του με τη σκιά του, όποιος δεν τη συνόδευσε σε τοίχους και δρόμους. Όποιος δεν την είδε να μεγαλώνει και να φεύγει μες στη νύχτα (όπως ένα παιδί που γίνεται άντρας). Όποιος δεν κάπνισε μαζί της ένα τσιγάρο στη σκοπιά στα Γιάννενα, στη Λήμνο ή στην Κόρινθο. Όποιος δεν μίλησε με τη σκιά δεν φόρεσε νομίζω τη ζωή του ντουμπλ φας.

Και η γραφή είναι σκιά. Λεπτή σκιά, αλλά βαθειά πολύ, σαν χαράδρα. Η σκιά είναι ίχνος. Η γραφή είναι το ίχνος που αφήνει η ζωή μας πάνω στο χάρτινο χιόνι που έπεσε μια νύχτα στο κρεβάτι μας, στα όνειρά μας και στο κεφάλι μας το ξερό. Καμιά φορά τα ίχνη της χάνονται – το νέο χιόνι τα σκεπάζει. Ο Νίκος Χουλιαράς ιχνογραφεί τις σκιές τη ζωής πάνω στο χιόνι. Και κάποιες φορές ηχογραφεί τις σιωπές των παιδιών που κάποτε ήμασταν, που όλο και πιο σπάνια καθώς παχαίνουν τα χρόνια εξεγείρονται επιτυχώς εντός μας. Και κάποιες άλλες τοιχογραφεί στα δωμάτια του νου, όπως κάνανε οι τριχωτοί μας πρόγονοι στα αρχαία σπήλαια, ζώα παράξενα, τα οικόσιτα ζώα της ψυχής μας. Που αλυχτούν κάτι νύχτες με γεμάτο φεγγάρι.

Ο Αργύρης Χιόνης (που πέθανε) σε ένα από τα πρώτα ποιήματά του γράφει πως «σύννεφα/ σκότωσαν τον ήλιο/ κι ύστερα/ κλάψαν το χαμό του». Τα σύννεφα του Χουλιαρά κυκλοφορούν ανάμεσά μας, γινόμαστε εμείς οι σκιές που κυοφορούν, οι γνώριμες σκιές δίπλα στη λίμνη, και η σιωπή μας είναι η «μέσα βροχή» που κλαίει τον ήλιο. Και έτσι βρέχει στα Γιάννενα, την Κόρινθο ή την Αθήνα.

Ο Νίκος Χουλιαράς είναι για μένα ένα μυστήριο και ιδιαίτερα αγαπητό φως που δίνει σχήμα στις σκιές που αφήνουν οι σκέψεις μου. Είναι τα «πίσω δωμάτια του νου» που βλέπουν αδιάκριτα στον ακάλυπτο χώρο του ονείρου.

*******

* Στη Φρόσω, που πρώτη μου χάρισε το «Λούσια»
στην Κέλλυ που μου τον χάρισε πάλι όταν τον έχασα
και στη Renata (ξέρει αυτή…)

**από το ποίημα «η νύχτα περνάει δύσκολα» της συλλογής του Νίκου Χουλιαρά «οι λεπτομέρειες του μαύρου».

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Ποδαρικό με καλή καρδιά


Σαν το σίδερο γεροί να είναι οι νοικοκυραίοι.
Όπως κυλάει το νερό να κυλάει και το καλό.
Σαν το ρόδι που ‘ναι γεμάτο καρπούς να ΄ναι γεμάτο τα σπιτικό.
Όπως η ελιά κρατάει τα φύλλα της, έτσι κι η μάνα να κρατάει τα παιδιά της.