Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

Δεν αντέδρασα


- Είδα να προσπαθούν να με νουθετήσουν για την τάξη και δεν αντέδρασα
- Είδα να αποπειρώνται τη δολοφονία μιας Βουλγάρας καθαρίστριας και δεν αντέδρασα
- Είδα τα δάση να καίγονται για μέρες και δεν αντέδρασα
- Είδα τους δικαστές να λαδώνονται και δεν αντέδρασα
- Είδα δοσοληψίες και ανταλλαγές δημοσιογράφων και πολιτικών και δεν αντέδρασα
- Είδα καλόγερους να αγοράζουν και να πουλούν και δεν αντέδρασα
- Είδα τους μπάτσους να σκοτώνουν ένα παιδί και δεν αντέδρασα
- Είδα τους εργολάβους να κυβερνούν και δεν αντέδρασα
- Είδα την εργασία να γίνεται απασχόληση και δεν αντέδρασα
- Είδα ναζί να χτυπούν μετανάστες και δεν αντέδρασα
- Είδα συνδικαλιστές να υποχωρούν και δεν αντέδρασα
- Είδα νοσοκομεία χωρίς γιατρούς και δεν αντέδρασα
- Είδα τράπεζες να κοστολογούν τα όνειρά μου και δεν αντέδρασα
- Είδα κτίρια να καταρρεουν σαν τραπουλόχαρτα και δεν αντέδρασα
- Είδα πάρκα να γίνονται πάρκινγκ και δεν αντέδρασα
- Είδα την επαρχία να ερημώνει και δεν αντέδρασα
- Είδα πρεζάκια στη φυλακή και εμπόρους έξω από αυτήν και δεν αντέδρασα
- Είδα λάβαρα ορθοδοξίας να σηκώνονται και δεν αντέδρασα
- Είδα λάβαρα ιδεών να πέφτουν και δεν αντέδρασα
- Είδα κράτη να δολοφονούν και δεν αντέδρασα
- Είδα τον πλανήτη μου να χάνεται - μαντέψτε: και δεν αντέδρασα
- Είδα συντρόφους να διαφωνούν και δεν αντέδρασα
- Είδα αντιπάλους να ομογνωμούν και δεν αντέδρασα
Είδα εμένα να απορώ που δεν αντέδρασα, και δεν αντέδρασα
Δεν ξέρω πότε θα αντιδράσω. Όμως αυτό το τελευταίο με πονάει. Η ζωή μου δεν είναι θέαμα και εγώ ο θεατής της. Ίσως αυτή η απορία πρέπει να λυθεί:
Γιατί δεν αντέδρασα;

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Οι βιβλιοθήκες και οι κάβοι του πνεύματος

Δεν ξέρω αν για τους περισσότερους το βιβλίο είναι "υπερωκεάνιο που τραγουδά και πλέχει", σε μένα περισσότερο λειτουργεί ως κάβος: με δένει για ένα διάστημα σε ένα λιμάνι, δίνει και παίρνει επιβάτισσες σκέψεις και εμπειρίες και ύστερα φεύγω και συνεχίζω το ταξίδι μου. Στη βιβλιοθήκη λειτουργώ λοιπόν ως ελεγκτής της ενάλιας αυτής κυκλοφορίας δένοντας βιβλία και επιβάτες. Αυτή τη δουλειά την κάνω από το 1999. Και επιμένω να την αγαπώ, παρά την "ελαστική" εργασιακή σχέση μου μαζί της τόσα χρόνια και τις βιοτικές μου ανάγκες που καλύπτονται επισφαλώς, παρά τα προβλήματα και τις απογοητεύσεις, παρά την αδύναμη βαρύτητα που έχει στα πράγματα της ελληνικής κοινωνίας.
Γι' αυτό το πείσμα επικαλούμαι 10 λόγους:
1) Μ' αρέσει η μυρωδιά των βιβλίων. Είχα μάλιστα κάποτε σχεδιάσει την εκπαίδευση της όσφρησής μου ν' αναγνωρίζει τη δεκαετία έκδοσης ενός βιβλίου από τη μυρωδιά του.
2) Μ' αρέσει η αξιοπρεπής μοναξιά και το πείσμα του βιβλίου να υπερασπίζεται με την ίδια την ύπαρξή του τη δική του αλήθεια και να τη διαθέτει στην πιθανή θέληση του οποιουδήποτε να τη δεχτεί ή να την αμφισβητήσει.
3) Η βιβλιοθήκη αναγκαστικά συνδιαλέγεται με τα ανήσυχα μυαλά της κοινωνίας μας, που αναζητούν σ' αυτήν όχι σαμπουάν, αλλά ιδέες.
4) Μ' αρέσει η μάταιη προσπάθεια της οργάνωσης της γνώσης, που δεν προσπαθεί να καλουπώσει, αλλά να ανοίξει πόρτες για την καλύτερη δυνατή πρόσβαση σε αυτήν.
5) Μπορώ να κομπάζω πως προσφέρω μια από τις λίγες υπηρεσίες χωρίς κόστος για τους... πελάτες μου.
6) Η βιβλιοθηκονομία είναι η δημοκρατία του πνεύματος χωρίς μεσάζοντες.
7) Γνωρίζω βιβλία, που όπως οι άνθρωποι είναι φλύαρα, ολιγόλογα και σιωπηλά, φιλόδοξα, σεμνά και πρόστυχα, επαναστατικά, συμβιβασμένα και αντιδραστικά, λυρικά, ονειρικά και τεχνοκρατικά, μικρά και μεγάλα...
8) Πελάτες μου αντίστοιχα είναι όλοι με τα παραπάνω γνωρίσματα, μορφωμένοι ή όχι, γνωστοί και άγνωστοι, ... εργάτες, αγρότες και πανεπιστημιακοί. Ιδιαίτερα τους τελευταίους τους χαίρομαι όταν υποκλίνονται στα βιβλία και όχι στην αυθεντία της θέσης τους.
9) Οι βιβλιοθήκες και το προϊόν τους είναι κατά βάση επαναστατικές δομές: αρνούνται τις αυθεντίες, όσο και αν τις περιέχουν και αποτυπώνουν την πάλη του πνεύματος.
10) Πληρώνομαι τον κόπο μου με ένα γλυκύτατο "ευχαριστώ".

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Οι σημασίες της νύχτας

Ποτέ δεν μ' ενοχλούσε η νύχτα - ούτε όταν με φόβιζε. Από τους ήχους της τα παιδικά καλοκαίρια ως τους χειμώνες της εφηβείας με φεγγάρι όλα έμοιαζαν οικεία και αυθύπαρκτα. Το πρόβλημα τώρα είναι ότι η νύχτα έγινε πέρασμα. Στριμώχνονται σ' αυτήν πολλά άσχετα πράγματα- καλή ώρα αυτή εδώ η γραφή. Διεκπεραιώνονται εκκρεμότητες της μέρας. Μοιάζουν όλα θεατρικά τοποθετημένα: οι ήχοι, οι θέσεις, οι απουσίες.
Θέλω να πω: μου λείπουν οι νύχτες. Εξάλλου και τη μέρα μου λείπει το φως, όμως αυτό είναι άλλη συζήτηση. Αλλά το πρόβλημα είναι κάπου εκεί: η νύχτα έγινε απορροφητήρας ή σιφώνι, μαζεύει ό,τι περίσσεψε, ό,τι χρησιμοποιήθηκε. Και ύστερα έρχονται τα όνειρα σαν μετανάστες σ' αναζήτηση φιλόξενης πατρίδας. Γίνεται η νύχτα το καταφύγιο. Κι αν η κατάσταση σώζεται ακόμη, καθώς ο μονοσήμαντος αρχικά ρόλος της με τα χρόνια αποκτά πολλές σημασίες, φοβάμαι μην κινδυνέψει ακριβώς γι' αυτό το λόγο να γίνει ασήμαντος.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Ένας στρατός βιβλία

- Προσοχή!
Το να αναφέρεσαι σε βιβλιοθήκες στον ελληνικό στρατό είναι σαν να μιλάς για καμήλες στους πάγους της Αρκτικής. Ή κάπως έτσι, αφού η χώρα μου είναι πάντα η επιβεβαίωση των εξαιρέσεων. Θα ήταν εξάλλου τελείως άτοπο ν' αναζητάς κάτι τέτοιο, όταν δεν το βρίσκεις ως καθεστώς σε άλλους, πιο ευδόκιμους χώρους εκπαίδευσης, διοίκησης ή πολιτισμού. Ακόμη και εκπρόσωπος του "επιστημονικού" σωματείου των βιβλιοθηκονόμων (ΕΕΒΕΠ) είχε υποστηρίξει πριν από 4 χρόνια σε ημερίδα για τις σχολικές βιβλιοθήκες, ότι ο ρόλος των βιβλιοθηκονόμων σ' αυτές θα μπορούσε να είναι "συντονιστικός" και ότι δεν είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία τους! Σχεδόν ποτέ δεν διεκδίκησε πεισματικά αυτός ο χώρος το δικαίωμα και την υποχρέωσή του να προσφέρει τις υπηρεσίες του μέσα από ένα πλήρες δίκτυο βιβλιοθηκών στους χώρους της κοινωνικής μας δράσης. Ας είναι.


Ένας τέτοιος χώρος παρόλα αυτά θα μπορούσε να είναι το δίκτυο των στρατοπέδων ιδιαίτερα δε της παραμεθορίου και των νησιών. Οι βιβλιοθήκες εκεί θα είχαν αυξημένο ρόλο, όχι μόνο στην ψυχαγωγία των στρατευμένων και των στρατιωτικών, αλλά θα μπορούσε να υποστηρίξει ακόμη και αυτή την υποτιθέμενη στρατιωτική τους εκπαίδευση. Αντίστροφα τόσο το κόστος δημιουργίας αλλά και συντήρησης θα ήταν σαφώς μειωμένο για τους γνωστούς λόγους...


Στρατιωτικές βιβλιοθήκες - ο θεός να τις κάνει - υπάρχουν σε στρατιωτικές σχολές, νομίζω και στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Υπάρχουν δε και σε κάποια κέντρα εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων, αλλά και κάποιες εθνοπατριωτικές συλλογές σε διάφορες μονάδες. Η καλλιέργεια του πνεύματος και των ιδεών δεν νομίζω βέβαια πως συναντήθηκε ποτέ με το στρατιωτικό κατεστημένο, αλλά αυτός ο νεκρός χρόνος θητείας, έμμισθης ή υποχρεωτικής, σίγουρα θα χωρούσε μια τέτοια προσφορά.

Ημιανάπαυση!
Πριν από χρόνια το Κέντρο που "παρουσιάστηκα" διέθετε μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Το γεγονός με εντυπωσίασε τόσο, ώστε παρά την ψυχολογία του ιχθύος... να ζητήσω να προσφέρω κάτι από τις γνώσεις μου για τη λειτουργία και τον εμπλουτισμό της. Η πρότασή μου έτυχε ευήκοον ους από τον αρμόδιο ταγματάρχη. Κλήθηκα να αγοράσω με 100.000 δρχ. (τότε) όσο περισσότερα βιβλία μπορούσα (θα έπαιρνα και "διήμερη" για να πάω να τα πάρω). Πριν φύγω μου επισημάνθηκε χαρακτηριστικά:
"- ξέρεις Κατσαμάκη παιδί μου... θα πρέπει να είσαι προσεκτικός...
- μάλιστα
- καταλαβαίνεις...
- ...
- τα βιβλία που θα διαλέξεις θα πρέπει... δεν θα πρέπει να είναι...
- μάλιστα;
- ... ξέρεις... [η φωνή χαμηλώνει]... κομμουνιστικά..."
Δεν θα είχα σκεφτεί κάτι τέτοιο, όμως ο κίνδυνος με ενέπνευσε. Πήγα στην Εστία, διάλεξα ελληνική και ξένη λογοτεχνία και έφυγα με τις σακκούλες φορτωμένες βιβλία για εμάς τα ψάρια. Με αμφότερους ευχαριστημένους τα βιβλία βρήκαν τη θέση τους στη βιβλιοθήκη. Στο "Ν" υπήρχαν κάποια βιβλία του Αζίζ Νεσίν, στο "Χ" του Ναζίμ Χικμέτ, στο "Π" του Ορχάν Παμούκ, στο "Κ" του Γιασάρ Κεμάλ! Ίσως να μην ήμουν και πολύ καλό παιδί ή να πρόδωσα την εμπιστοσύνη του αξιωματικού. Όμως δεν μπορώ να μην χαμογελάσω στην ιδέα παρουσίας Τούρκων, αριστερών και μη, συγγραφέων σε μια βιβλιοθήκη ελληνικού στρατοπέδου. Ίσως κάποιος "πηγμένος" ψάρακλας να χαμογελάσει το ίδιο αν μπει ποτέ εκεί και τα βρει.
Ανάπαυση!

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Η ποίηση της ποίησης

Η ποίηση και βέβαια δεν γιορτάζεται. Διαβάζεται στη μοναξιά της νύχτας ή του έρωτα. Ίσως να ευχόμουν να είναι η θρησκεία του αύριο. Ομως ξέρω τι κάνουν οι θρησκείες. Οπότε η ποίηση και οι ποιητές της ας παραδίδονται σ' εμάς ανυπεράσπιστοι. Και αυτή να είναι η ευχή της παγκόσμιας μέρας της...


"... Και το ποίημα είναι
το σκαμνί που θα κάθομαι πάνω του
στο βουνό - με τον ήλιο απέναντι
όσο θα γίνεται τούτος ο κόσμος"

Η μορφή και το ποίημα/Νικηφόρος Βρεττάκος

"...Άλλωστε, τι
θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; Είναι η γύρη
των πραγμάτων του σύμπαντος..."

Ο κόσμος κ' η ποίηση/Νικηφόρος Βρεττάκος



"...Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος"

Ποιητική/Μανόλης Αναγνωστάκης

"...(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε
αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσω-
πό μας.)"

Εκεί/Μανόλης Αναγνωστάκης



"... ώσπου η σελήνη έγερνε πάνω στο λόφο, αιμόφυρτη
- σαν τον ποιητή πάνω σ' αυτό το πεπαλαιωμένο αλφάβητο"

Οικογενειακή συνάθροιση/Τάσος Λειβαδίτης

"... Και μόνον η ποίηση δεν
είναι το ταξίδι
αλλά ο πικρός γυρισμός"

Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου/ Τάσος Λειβαδίτης





"Τον πρώτο λόγο δεν τον είχε πάντα η
ποίηση. Τον τελευταίο πάντα"

Μονόχορδα/Γιάννης Ρίτσος

"Οι ποιητές, μετά το ποίημα,
(όπως μετά την πυρκαϊά, οι πυροσβέστες)
βγάζουν τα κράνη τους"

3 Χ ΙΙΙ Τρίστιχα/Γιάννης Ρίτσος




"Πάντα τον φανταζόμουν να γράφει τα ποιήματα ισοζυγιάζοντας τη γλώσσα της συνείδησης με τη συνείδηση της γλώσσας του"
Η ποίηση της ποίησης/ Τάκης Σινόπουλος

΄"Λίγο καιρό μετά από τη γραφή, το ποίημα που είχε φτιάξει με τη θάλασσα, ήταν γεμάτο βρώμικα νερά και πεθαμένα ψάρια"
Ο χάρτης: β΄/Τάκης Σινόπουλος

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Σήμερα, η προσωπική κατάθεση για την παγκόσμια ημέρα της ποίησης (21 Μαρτίου). Αύριο θα μιλήσουν για την ποίηση οι αγαπημένοι ποιητές...


Μαξιλάρια


XIII

Η ποίηση το βράδυ γυμνή
ξαπλώνει στο πλάι σου
απλώνει τα χέρια
οι λέξεις μπλέκουν στα μαλλιά σου
κι όταν σβήσει το φως
δίνει ρυθμό στ’ αστέρια
αφήνοντας
μισοτελειωμένο το ποίημα

θα μπορούσε να είναι κι αυτό
- η ποίηση:
ένας ηδονικός αναστεναγμός
που αναβάλλει το ποίημα

XIV

Ποίηση είναι να μικραίνεις τον κόσμο
ίσα με μια ελάχιστη στιγμή,
σχεδόν αόρατη διά γυμνού οφθαλμού
και ύστερα
να φλυαρείς γι’ αυτή μια ολόκληρη ζωή

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Μάνος Χατζιδάκις: ο μελωδός των ονείρων

Διάβαζα χθες ξανά τις "Ανοιχτές επιστολές στο Μάνο Χατζιδάκι" (εκδ. Μπάστας, 1996) κάνοντας μια στάση στην καθημερινότητα, από αυτές τις αναγκαίες για επαναπροσδιορισμό. Με συνέλαβε στα διάφορα που διάβασα μια φράση που τον χαρακτήριζε ως "μελωδό των ονείρων".
Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι και για μένα ακριβώς αυτό, μάλιστα με έναν ιδιότυπο τρόπο. Ως μελωδός των ονείρων μας είναι ευπρόσδεκτος και αγαπημένος επισκέπτης των μοίχειων της ψυχής μας με έναν τρόπο που αμείλικτα τρυπάει τα τείχη του χρόνου.
Δεν τον είχα γνωρίσει, όσο κι αν το ήθελα. Ή μάλλον τον είχα γνωρίσει με έναν παράξενο τρόπο το βράδυ μετά το θάνατό του. Ήταν, λέει, μία γιορτή σε ένα σπίτι και ήταν κι αυτός εκεί. Γύρω του όλοι μιλούσαν και γελούσαν. Τον πλησίασα και θαρραλέα του είπα πως θα μου λείψει και πως πολύ λυπήθηκα που δεν θα τον γνωρίσω τώρα που πέθανε. Το φωτεινό του πρόσωπο γέλασε. Και αρχίσαμε να μιλάμε εγκάρδια για "ώρες". Το πρωί με βρήκε με μια παράδοξη ευεξία, σχεδόν ανακούφιση, για τη γνωριμία μας και τη συζήτησή μας.
Αυτές τις μέρες γράφονται πολλά. Δεν είχα πρόβλημα και εγώ να διαλέξω κάτι δικό του να πω. Στο CD "Μάνος Χατζιδάκις: 2000 Μ.Χ." υπάρχει ένα τραγούδι του του 1977, ως απάντηση στον Επίλογο της "Οδού Ονείρων" (1962), με τον τίτλο "Παίδες". Μοιάζει με αποχαιρετισμό. Σας το χαρίζω. Ο λόγος του ας ηχήσει ως μελωδία των ονείρων σας...
" Παίδες, πριν 15 χρόνια με μιαν άλλη μουσική, σας είχα πει πως θα ξαγρυπνώ έξω απ'τα σπίτια σας για να μαζεύω τα όνειρά σας. Τώρα κουράστηκα.
Εσείς είτε ονειρεύεστε, είτε όχι, μπορείτε και ζείτε χωρίς εμένα. Δεν ανήκω ούτε στη ζωή σας ούτε στα όνειρά σας. Ακόμη κουράστηκα να πλέκω μουσικές απ' την επιθυμία των σωμάτων σας.
Προτιμώ να φύγω μακριά σας για πάντα. Ίσως συναντηθώ με μερικούς σοφούς που δεν τους ένοιωσα όταν κι εγώ ήμουν νέος.
Γεια σας παίδες, γεια σας."

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης και το μελίσσι της

Ακόμη και αν ο χρόνος αλλοιώνει τη σχέση μας με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους, η πόλη λειτουργεί πάντα σαν σήμανση για ό,τι ζήσαμε και ζούμε. Οδόσημα της κοινωνικής μας ζωής είναι η συλλογική μας μνήμη και οι κοινές εμπειρίες μέσα σε αυτήν.


Μήπως κάπως έτσι δεν λειτουργούν οι "τρελοί των πόλεων"; Ποιος δεν θυμάται αυτές τις ιδιαίτερες φιγούρες που αλώνιζαν τους δρόμους τους πότε μαζεύοντας σκουπίδια ή ελεημοσύνη, πότε τάζοντας στις εκλογές "λαγούς με πετραχήλια"; Οι ιστορίες τους, συνήθως απότοκα ερωτικής απογοήτευσης, αναπαράγονταν από στόμα σε στόμα, γίνονταν μύθος και συνδετικός κρίκος ενός χώρου και μιας εποχής. Είναι έλλειμμα ότι δεν έχει γίνει μια συνολική δουλειά καταγραφής αυτών των ιστοριών, καθότι οι ανέστιες φιγούρες των τρελών είναι που ορίζουν ποικιλότροπα τα χαρακτηριστικά της ζωής μας μέσα στην πόλη.


Σήμερα περισσότερο από ποτέ, οι δεσμοί μας αυτοί και όλοι οι άλλοι χάνονται, τσακίζονται, εκπνέουν ξαπλωμένοι στους καναπέδες μπροστά στην τηλεόραση. Ο ρόγχος τους είναι ο φόβος και η ιδιώτευση.


Όμως και σήμερα υπάρχουν ευκαιρίες ν' αποκτούμε αυτή την αίσθηση της συλλογικότητας. Ίσως δε, επειδή ως γεγονότα και στάση ζωής είναι σαφώς συνειδητές και πεισματικές, να έχουν μια αυξημένη σημασία και να επιφορτίζονται έναν δυσβάσταχτο ρόλο.


Για παράδειγμα, οι καταλήψεις χώρων, η οργάνωση πολιτών για την υπεράσπιση του χαρακτήρα τους. Είναι καταπληκτική η σύνθεση των υπερσπιστών του Πάρκου της Πατησίων: δίπλα στα παιδιά της Κατάληψης κυρίες της Kυψέλης και τοπικά στελέχη/μέλη της Αριστεράς. ´H είναι μοναδική η συμμετοχή στη δεντροφύτευση του οικοπέδου του ΤΕΕ στα Εξάρχεια.


Προχθές, χθες και σήμερα γιορτάζονται στην Κυψέλη τα δύο χρόνια της κατάληψης της Δημοτικής Αγοράς. Ενός χώρου δυναμικού και παρεμβατικού, που με πείσμα και μεράκι δίνει την ευκαιρία στην πυκνή και πολυπολιτισμική Κυψέλη να ανασάνει το οξυγόνο της ίδιας της φυσιογνωμίας της, να δημιουργήσει κοινωνικά γεγονότα και κοινωνικούς δεσμούς. Δεν σας λέω άλλα, ψάξτε να τα βρείτε - η αναζήτηση είναι μέρος της διαδρομής. Μονάχα αυτό... το σχετικό: Υπάρχει και δανειστική βιβλιοθήκη.
Οι συναυλίες του Σαββάτου ήταν υπέροχες, ο κόσμος ζεστός και αυτή η αίσθηση της ανταρσίας τόσο ελπιδοφόρα για τις αντοχές και τα αντανακλαστικά αυτής της πόλης.
Αγαπώ αυτή την πόλη και τους ανθρώπους της. Όχι όλους. Αυτούς που αντιστέκονται. Και ευτυχώς είναι αρκετοί. Και γίνονται ολοένα περισσότεροι.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Ένα παραμύθι για κοτσύφια

Επειδή με τις εμμονές μας πρέπει να είμαστε πολύ τρυφεροί:




Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας κότσυφας που τον λέγαν Σταύρο.
Απέκτησε φωλιά και κοτσυφόπουλα και τόσο περήφανος αισθάνθηκε
που βγήκε και κάθονταν στο κλαδί καμαρωτός καμαρωτός!
Από μακριά έρχονται όλα τα πουλιά του δάσους:
μπεκάτσες,τσίχλες,αηδόνια,τσαλαπετεινοί και παγώνια.
Από μακριά τον χαιρετάνε και από κοντά του λένε:
- "γεια σου, Σταύρο!"
- "δεν με λένε Σταύρο! μον' με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομύτη!"

αλλάζει όμως ο καιρός ... να βροχές! να χαλάζια! να κεραυνοί!
πάει η φωλιά! παν' τα κοτσυφόπουλα! παν' όλα ...
βγήκε και κάθονταν στο κλαδί μονάχος....
Και από μακριά έρχονται όλα τα πουλιά του δάσους:
μπεκάτσες,τσίχλες,αηδόνια,τσαλαπετεινοί και παγώνια.
Από μακριά τον χαιρετάνε και από κοντά του λένε:
- "γεια σου Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομύτη!"
- "δεν με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομύτη...
μόνο Σταύρο με λένε ... μόνο Σταύρο..."

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

Το βιβλίο και ο χρόνος

"Το βιβλίο είναι προέκταση της μνήμης και της φαντασίας του ανθρώπου".
Jorge Luis Borges

"Το ποίημα ποτέ δεν είναι παρόν. Είναι μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση και προσμονή".
Τάκης Σινόπουλος


Αφορμή αποτελούν οι δύο αυτές φράσεις που συνάντησα χθες να γίνουν κάποιες σκέψεις. Όπως για παράδειγμα ότι το παρελθόν/αναμνήσεις και το μέλλον/ελπίδα γονιμοποιούν το παρόν μας. Ή ότι τόσο το βιβλίο, όσο και το περιεχόμενό του διαλέγονται με το χρόνο. Οι βιβλιοθήκες αν και υποστηρίζουν επακριβώς αυτή τη σχέση, υπόκεινται σαφώς στη ρυθμιστική δυναμική του χρόνου.

Τα βιβλία συνωστίζονται στις βιβλιοθήκες φορτωμένα αναμνήσεις και ελπίδες. Αναπόφευκτα το περιεχόμενό τους διατρέχεται από τη χρονική παράμετρο. Ωστόσο φέρουν και εξωτερικά χαρακτηριστικά χρονικής ταυτότητας: τη φθορά, τη σκόνη, τη μυρωδιά τους. Τη δηλωμένη ή μη ελπίδα των δημιουργών τους να αντέξουν στο χρόνο, να ενταχθούν στον κανόνα, να βιβλιογραφηθούν. Να κατακτήσουν την αθανασία μέσα από τη χρήση και την αναφορά σε αυτά. Επίσης ίχνη του χρόνου θα βρει κανείς στην αισθητική, τη γλώσσα, την τεχνολογία τους. Τις αφιερώσεις.

Δεν θα ήταν άδικο να θεωρήσουμε τις βιβλιοθήκες νεκροταφεία τέτοιων προσδοκιών υπέρβασης του χρόνου, ή πινακοθήκες της ματαιοδοξίας αυτής του πνεύματος. Είναι όμως τόσο δημοκρατικός αυτός ο κανόνας που φέρνει δίπλα σε ένα κείμενο του Σαίξπηρ ηλικίας 400 χρόνων ένα άλλο βιβλίο, άκοπο, με ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα, παρθένο 50 χρόνια τώρα, αδιάβαστο. Καθότι και το δεύτερο πετυχαίνει να ζει περισσότερο από το δημιουργό του.
Θα τέλειωνε εδώ το θέμα αν δεν πίστευα πως τα βιβλία ζουν μέσα μας μονάχα, στις βιβλιοθήκες των αναμνήσεων και των προσδοκιών μας. Και με αυτή την έννοια διατρέχουν το χρόνο από τη μία άκρη του ως την άλλη, αλλά μόνο για όσο διαρκέσει η ζωή μας.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

Δύο περιοδικά αφιερώνουν την ύλη τους στην Εξέγερση του Δεκεμβρίου


Δύο εξαιρετικά ενδιαφέροντα αφιερώματα φιλοξενούν τα περιοδικά "Νέα Εστία" και "Σύγχρονα Θέματα" για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Ιδιαίτερη θέση στον προβληματισμό που διατυπώνεται έχουν η αμήχανη ερμηνεία της έντασης και τις βίας που χαρακτήρισε τις κινητοποιήσεις και ο ρόλος των νέων μέσων στην ενημέρωση και το συντονισμό των διαδηλωτών.
Καθώς "η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους" (Τ. Σινόπουλος) επιχειρείται μία προσέγγιση σε ό,τι έγινε 2 μήνες μετά και ποιος ξέρει πόσο καιρό πριν ξαναγίνει.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Σαν το κυπαρίσσι...

Όταν η Άνοιξη αρχίζει να εισβάλλει στην ψυχή σου κλονίζεται η αιχμηρή σου διάθεση και μια αβάσιμη, παράλογη αισιοδοξία ή εθελοτυφλία αρχίζει να καταλαμβάνει το χώρο.
Δεν έχω όρεξη λοιπόν την ουσιαστικά κατάργηση της "Βιβλιοθήκης" της Ελευθεροτυπίας να σχολιάσω (αυτό τον αριθμό τεύχους τι τον ήθελαν, αφού η καινούρια μορφή επουδενί αποτελεί συνέχεια του σημαντικού αυτού ένθετου). Επίσης δεν θέλω ούτε με το άρθρο για τις βιβλιοθήκες στους νέους μεταφρασμένους "New York Times" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας να ασχοληθώ.
Θέλω μόνο συμβολικά να ανακτήσω την... αιχμηρότητά μου γράφοντας για τα κυπαρίσσια. Το κυπαρίσσι είναι από τα λατρεμένα δέντρα, με παρουσία σημαντική στη λαογραφία μας και την τέχνη, τα κεντήματα, τη γλώσσα, τη χαρακτική και την τυπογραφία, την ποίηση, το τραγούδι και τη φωτογραφία. Σε κήπους, δάση και νεκροταφεία, σε περιβόλια ως ανεμοφράχτης λειτουργεί σημειολογικά και ως ταυτότητα της Μεσογειακής γης και του πολιτισμού της. Η μυρωδιά του είναι το ελληνικό καλοκαίρι, τα κυπαρισσόμηλά του με τη φρακταλοειδή τους μορφή, εφαρμοσμένα μαθηματικά... Παληκάρια σαν τα κυπαρίσσια και η αναπόφευκτη κατάληξή μας στα κυπαρίσσια: χα, στη γλώσσα μας δηλαδή ο έρωτας και ο θάνατος.
Το όνομά τους τους το έδωσε ο Κυπάρισσος, εγγονός του Ηρακλή, ο οποίος σκότωσε κατά λάθος μια μέρα τον αγαπημένο του σύντροφο, ένα ελάφι. Ο ασίγαστος πόνος του προκάλεσε την ευαισθησία των θεών, που τον μετέτρεψαν σε δέντρο που "δακρύζει" αιώνια.
Έτσι λοιπόν και εμείς: ευθυτενείς, σαν προσευχή και σαν ανάμνηση, δακρύζουμε αιώνια. Ακόμη και όταν η Άνοιξη εισβάλλει μέσα μας.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας

Υπέροχος ο τίτλος του βιβλίου του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ (Εκδ. Οδυσσέας, 4η εκδ., 2005). Βέβαια για ένα θέμα τραγικό, αλλά και πολιτικά και ιστορικά εξαιρετικά ενδιαφέρον, όπως είναι ο Ισπανικός Εμφύλιος και η ιστορία του αναρχικού κινήματος της Ισπανίας τις παραμονές του Μεγάλου Πολέμου.

Επικεντρωμένο στην ιδιαίτερη μορφή του αναρχικού επαναστάτη Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, ενός ανθρώπου που "έζησε γι' αυτό που σκέφτηκε", και συγκροτημένο με ευφυή τρόπο από τις ψηφίδες των μαρτυριών αυτών που έζησαν και συμμετείχαν στα γεγονότα, το βιβλίο είναι θεωρώ εξαιρετικό παράδειγμα προσέγγισης μίας ιστορικής περιόδου και μίας ιστορικής μορφής

Σεβόμενος την αναρχική ηθική που αποκηρύττει την αποτίμηση των αγωνιστών της με μεσσιανικές ιδεοληψίες, σταματώ εδώ τις εντυπώσεις από το περιεχόμενο του βιβλίου, αν και μέσα από τα κείμενά του συγκεντρώνει κανείς πλούσια και κριτικά στοιχεία γι' αυτή τη μορφή του Ντουρούτι, που τον κάνουν αδιαμφισβήτητα ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.

Ολοκληρώνοντάς την ανάγνωση του βιβλίου χθες, σε μία αναγνωστική πορεία που επιχειρεί να αντιληφθεί το διάλογο του ατόμου με την ιστορία της εποχής του - ζητούμενο και σύγχρονο, τις μέρες που ζούμε - παραθέτω δύο πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα: το ένα, πολιτικό και το άλλο, σχεδόν ποιητικό.

Γράφει λοιπόν ο Λουί Λεκουάν:
"Μετά την ίδρυση της Ισπανικής Δημοκρατίας, ταξίδεψα στη Βαρκελώνη για να επισκεφτώ τους φίλους μου Ασκάσο, Ντουρούτι και Χοβέρ. Έφτασα την παραμονή της Πρωτομαγιάς. Οι κομμουνιστές είχαν οργανώσει εκδήλωση και είχαν πλημμυρίσει τους τοίχους της πόλης με αφίσες. Αντίθετα από την πλευρά της CNT-FAI τίποτα, ούτε ένα φέιγ-βολάν. Ήθελαν να χάσουν τις δυνατότητες για προπαγάνδα μια τέτοια μέρα; Ο Ντουρούτι με καθησύχασε: " Αντίθετα θα οργανώσουμε διαδήλωση... υπολογίζουμε σε εκατό χιλιάδες εθελοντές".... Και πράγματατι, οι αναρχικοί συγκέντρωσαν εκατό χιλιάδες κόσμο, ενώ οι κομμουνιστές 6-7 χιλιάδες"

Ακολουθεί μία ανώνυμη μαρτυρία. Ο Ντουρούτι έχει σκοτωθεί στη Μαδρίτη και επιτροπή αναρχικών επισκέφτεται τη Μόσχα:
"Στην παραμονή μας στη Μόσχα, επισκεφτήκαμε μερικούς εργάτες που έμεναν σε μία προλεταριακή γειτονιά της πόλης. Σε ένα μικρό ξύλινο σπίτι συναντήσαμε έναν εργάτη μετάλλου, που είχε πάρει μέρος στπυς αγώνες του 1918...Μας έγνεψε να πάμε σε μία γωνιά του δωματίου του και έβγαλε μέσα από ένα κομό ένα παλιό βιβλίο. ήταν μια κιτρινισμένη έκδοση των έργων του Κορολένκο. Στο βιβλίο είχε τοποθετήσει μερικά αποκόμματα εφημερίδων, μια φωτογραφία του Ντουρούτι... και ένα ρεπορτάζ με τη βιογραφία του... Γύρισε κι άλλο τα φύλλα του βιβλίου του και βρήκε ακόμα ένα απόκομμα. Το χαρτί ήταην ακόμη πιο παλιό. Αναγνωρίσαμε στη φωτογραφία τον παλιό αναρχικό ηγέτη Νέστορα Μαχνό..."
Από το πρώτο απόσπασμα κρατώ την πεποίθηση ότι η πίστη κινητοποιεί τους ανθρώπους και όχι η προπαγάνδα. Από το δεύτερο, πόσο μεγάλη τόλμη έχει ανάγκη η πίστη. Σκεφτείτε: ένας εργάτης (α), ένα "παράνομο" βιβλίο σε ένα αμείλικτα λογοκριτικό καθεστώς (β) και οι ένθετοι "μάρτυρες" της πίστης συν τω χρόνω (γ).

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Οι Κορίνθιοι πολιτευτές είναι… για τα πανηγύρια.

Όπως ίσως δεν σας έχω πει, γεννήθηκα στην Κόρινθο, λίγο πριν έρθει στην Ελλάδα η Δημοκρατία. Εδώ και λίγο καιρό έχω μάθει πώς συνδέεται η Κόρινθος με την έκφραση «είμαστε για τα πανηγύρια». Τα πανηγύρια αυτά λοιπόν ξεκίνησαν από την Κόρινθο, πόλη εξαιρετικά πλούσια στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα. Η Κόρινθος έκανε κάθε χρόνο δύο πανηγύρια, που το καθένα τους διαρκούσε ενάμιση μήνα. Κόσμος από παντού ερχόταν να πουλήσει και να αγοράσει. Αλλά και αργότερα όταν στην Κόρινθο ήρθαν οι Φράγκοι, τα πανηγύρια συνέχιζαν να συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του κόσμου. Όταν ρωτούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι ξεκινούσαν κι εκείνοι από διαφορετικά σημεία, για πού ετοιμάζονταν να πάνε, απαντούσαν... «είμαστε για τα πανηγύρια». Η φράση έχει φθάσει έως τις μέρες μας να αναφέρεται σε εκείνους που δεν στέκουν καλά στα μυαλά τους. Είναι, λέμε, για τα πανηγύρια.

Το τριήμερο που μας πέρασε βρέθηκα, όπως χιλιάδες άλλοι, στα πάτρια εδάφη. Η τακτή επίσκεψη δεν είναι για όσους αλλού γεννήθηκαν και αλλού ζουν μονάχα μία έξοδος από την Πόλη, αλλά μια κάποια ιδιαίτερη επιστροφή. Αν και οι πόλεις λειτουργούν ως σκηνικά της ζωής μου δεν ήταν ποτέ ιδανικοί τόποι, αλλά ευκαιρίες αναμέτρησης με τις μνήμες και το χρόνο που κυλάει.

Παραφράζοντας τη γνωστή φράση θα πω πως «όπου επιστρέφω η Ελλάδα με πληγώνει», και εξηγούμαι. Σε μια συνήθως κοιμισμένη πολιτιστικά πόλη γίνονται χρόνια τώρα κάποιες ελάχιστες εκδηλώσεις που φέρνουν τους πολίτες κοντά, δίνοντας αυτή τη σπάνια αίσθηση του Κοινού μιας πολιτείας. Παλιότερα οι εκδηλώσεις αυτές ήταν «ενός ανδρός αρχή» (η χορωδία, το φεστιβάλ τζαζ). Όταν αυτός που τις διοργάνωνε σταματούσε τη δράση αυτή οι εκδηλώσεις έληγαν ή ατονούσαν. Μια ιδιωτική συλλογή ανάγκασε στη δημιουργία ενός λαογραφικού μουσείου (με μηδενική στη συνέχεια παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης), όπως η δωρεά ενός ζωγράφου ανάγκασε στη δημιουργία μίας πινακοθήκης. Φτάνουμε στο σήμερα, στα πολιτιστικά του καλοκαιριού και (στο θέμα μας) τις εκδηλώσεις τις Αποκριάς.
Θα αποφύγω να σχολιάσω το ύφος και το επίπεδο των εκδηλώσεων, αν και θεωρώ χυδαία εμπορικό και ευτελές το ποπ του Σαρμπέλ, γιατί για την οικονομία του λόγου υποδύομαι το ρόλο ενός θετικά διακείμενου στην όποια προσπάθεια παρατηρητή. Έγινε λοιπόν για δεύτερη χρονιά το καρναβάλι, με όλο το απίστευτο κέφι, το διονυσιακό πνεύμα και την έμπνευση των συμμετεχόντων. Πολύ ωραία. Επίσης στα Όνεια όρη, στην περιοχή της Ανάληψης έγιναν τα Κούλουμα. Ωραία και εδώ.

Φρόντισαν όμως να μάθουμε όλοι «ποιοι τα διοργάνωσαν», «ποιοι δούλεψαν γι’ αυτά», ο Δήμαρχος, ο αντιδήμαρχος, ο Πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος και δεν συμμαζεύεται. Στα κούλουμα προοίμιο του πανηγυριού ήταν οι λόγοι του Δήμαρχου, των βουλευτών, των πολιτευτών και επίσης δεν συμμαζεύεται. Φαίνεται πως είναι τιτάνια προσπάθεια ενός ανθρώπου η διοργάνωση μιας εκδήλωσης. Φαίνεται πως δεν είναι αυτονόητη αποστολή του Πνευματικού Κέντρου, δηλαδή των υπαλλήλων του, η προετοιμασία ενός πολιτιστικού γεγονότος. Φαίνεται πως χωρίς το συγκεκριμένο δήμαρχο, το συγκεκριμένο αντιδήμαρχο, πολιτευτή ή Πρόεδρο δεν θα γινόταν τίποτα. Φαίνεται πως καρναβαλιστές ήταν οι προαναφερόμενοι. Φαίνεται πως οι πολιτιστικές εκδηλώσεις, με ή χωρίς εισαγωγικά, είναι πεδίο άσκησης μικροπολιτικής πολιτικάντικου τύπου που πιάνει τόπο. Είδες ο Δήμαρχος;

Βέβαια το φαινόμενο δεν είναι ατόφια κορινθιακό. Πριν από μερικούς μήνες ο Δήμαρχος του Ηρακλείου Αττικής, σε εκδήλωση προς τιμήν της Άλκης Ζέη καθυστέρησε να έρθει περίπου τρία τέταρτα και μιλούσε επί μία ώρα αναπτύσσοντας το πολιτιστικό έργο της Δημαρχίας του, ενώ το κοινό και η επίσημη καλεσμένη περίμεναν…Το ερώτημα που ξεφεύγει όμως είναι: Οι Κορίνθιοι πολιτευτές είναι (μόνο;) για τα πανηγύρια;

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Γιόνα Παϊδούση (1917-2009)

Πρόσθεσα σήμερα στα authorities της βιβλιοθήκης χρονολογία θανάτου σε μια καταπληκτική Ελληνίδα που είχα την τιμή να γνωρίσω, η οποία πέθανε πριν από λίγες μέρες...
Καμιά φορά ο βιβλιοθηκάριος... "μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνει", όπως λέει και ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Η αμηχανία και ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος


Μ' αρέσει η αμηχανία των λημμάτων στις εγκυκλοπαίδειες όταν μιλούν για ποιητές. Το μοτίβο είναι: χρονολογίες ζωής και θανάτου, βραβεία (εφόσον υπάρχουν), δυο - τρεις συλλογές και ένας χαρακτηρισμός της ποίησής τους (λυρική, ερωτική, κρυπτική). Είναι σαν να μιλάει για ηδονή ένας ανέραστος, ή για την Αριστερά ένας ανένταχτος. Καθόλα ελεύθερος να το κάνει, αλλά ελλειπής.

Οι ποιητές θα πρέπει να παρουσιάζονται σε ένα "Νυχτολόγιο" ή να μην αναφέρονται καθόλου, καθότι δεν είναι γεγονότα, ούτε πρόσωπα, αλλά μνήμες και αγωνία. Με δυο άλλες κουβέντες οι ποιητές είναι η ποίησή τους, όπως η ποιήσή τους είμαστε εμείς.

Το πρόβλημα είναι πως σ'αυτό το σημείωμα ήθελα να γράψω για τον ποιητή Τάκη Σινόπουλο. Να πω ότι γεννήθηκε, πέθανε και ότι εκτός από γιατρός ήταν και ποιητής. Να πω πως τον ανακάλυψα πριν από 1,5 χρόνο καταγράφοντας τη συλλογή μιας δωρεάς και στάθηκα. Ότι τους δύο συλλογικούς τόμους των ποιημάτων του τους έχω στο κομοδίνο δίπλα μου από τότε και κάνω τακτικά σκασιαρχεία απ' τον ύπνο στις σελίδες τους. Θα μπορούσα να συνδέσω πάλι έναν τόπο με ένα πρόσωπο, καθώς το σπίτι του είναι κοντά στο δικό μου. Ή τέλος, να πω δυο κουβέντες και να παραθέσω αγαπημένους στίχους.



Δεν το μπορώ και μ' αρέσει αυτή η αμηχανία των λημμάτων μου. Γιατί μπορώ πιο θαρραλέα ν' ανασύρω απ' τα γραφτά μου το λόγο μου για ένα ποιητή:

Σκοτεινά
χωρίς επιβάτες νομίζω
ή έστω με σκιές επιβατών (όχι φαντάσματα)
- μάλλον έτσι θα είναι,
αφού ακούω το ψίθυρό τους
σαλπάρουν
ακριβώς τα μεσάνυχτα
τα πλοία «Τάσος Λειβαδίτης» και «Τάκης Σινόπουλος».

(στα όνειρά μου τα πλοία
-ευτυχώς-
δεν έχουν ονόματα Αγίων)

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Το γυμνό παιδί και ο Ποιητής


Μια συγγένεια με την οικογένεια Βρεττάκου με είχε εξοικειώσει από τα πρώιμα παιδικά χρόνια με το όνομα του "Ποιητή" σε συνδυασμό με την παρουσία ποιημάτων του στα σχολικά μας βιβλία. Επίσης μία ιδιαίτερη αγάπη για τη λακωνική γη ένοιωθα πως με έδενε μαζί του, καθώς η Μάνη συνδέεται με τα παιδικά μου χρόνια και για εκείνον το "βουνό" (ο Ταΰγετος) είναι βασικό σύμβολο στο έργο του. Όπως και να είναι, και χωρίς φυσικά να υποστηρίζω ότι διάβαζα ποίηση στα 11 μου χρόνια, ήθελα από πιτσιρίκι να τον γνωρίσω, έχοντας μυθοποιήσει στο νου μου την εικόνα και την παρουσία ενός ποιητή. Για κάποιο λόγο που ποτέ δεν κατάλαβα τον φανταζόμουν νέο και όμορφο...


Η ευκαιρία δόθηκε όταν έγινε μία οικογενειακή εκδρομή στη Μάνη και περάσαμε να συναντήσουμε τους συγγενείς μας στην Πλούμιτσα, τόπο καταγωγής τους: εκεί η οικογένεια Βρεττάκου είχε τα πατρογονικά της, μια συστάδα σπιτιών, ένας χαλασμένος πύργος και μια εκκλησιά, στα οποία συναντιόνταν στις μεγάλες γιορτές όλοι μαζί. Ευθύς μόλις φτάσαμε ζήτησα να τον γνωρίσω και να του ζητήσω... αυτόγραφο... Έτσι και έγινε. Πήγαμε στο σπίτι του. Τον είδα, δεν ήταν νέος, ήταν όμως όμορφος με τα τρυφερά του μάτια, τη βαρειά μειλίχια φωνή του και τη ζεστή αγκαλιά. Α, και το υπέροχα οργωμένο από τα χρόνια και τους ανθρώπους πρόσωπο. Συζητήσαμε λίγο - ό,τι θα μπορούσαν δυο παιδιά να πουν με έναν ποιητή - και φύγαμε με τρόπαιο στα χέρια ένα βιβλίο του ("Το γυμνό παιδί") με αυτόγραφη αφιέρωση.



Τα χρόνια πέρασαν, ο ποιητής τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, στην οποία τώρα εργάζομαι, με το να γίνει μέλος της, και πέθανε τον Αύγουστο του 1991 - τυχαία πάλι βρισκόμασταν οικογενειακώς στη Μάνη. Τάφηκε δυστυχώς όχι στην Πλούμιτσα, αλλά στην Αθήνα. Ένα από τα ποιήματά του έχει γίνει για μένα από το 1996 "μήνυμα σε μπουκάλι" που αφήνω κάθε 16 του Νοέμβρη, στο πιο αγαπημένο μου πρόσωπο. Αφήνω και σε εσάς, στο δικτυακό μου μπουκάλι, αυτό το μήνυμα.

Η σημασία

Ο πόνος που εκφράζουμε δεν είναι παρά

η σημασία που δίνουμε στη ζωή,

επιμένοντας στην ουσία της.

Αν υπήρχε μια δύναμη να μας κρίνει,

θα μας χάιδευε πριν απ' τον ύπνο μας

τα μαλλιά, αναγνωρίζοντας πως

αγαπήσαμε το έργο της.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Η Άλκη Ζέη στη Λήμνο

Υπήρχε ένα κείμενο στο "Ανθολόγιο" με τίτλο "οι θλιμμένες Κυριακές και ο Ίκαρος" ταυτισμένο απόλυτα με την παιδική ψυχολογία των σχολικών μας χρόνων. Οι Κυριακές ήταν το τέλος της μικρής μας ελευθερίας. Παρόμοια αίσθηση δηλαδή με αυτή των φαντάρων στις κυριακάτικες εξόδους: ξένος σε ξένο τόπο αγοράζεις κάθε στιγμή ανέστια ξεγνοιασιά μάταια προσπαθώντας να αναβάλεις τον αναπόφευκτο επανεγκλεισμό.

Άνοιξη του 1998, θέατρο Μαρούλα στη Μύρινα της ανεμόεσσας Λήμνου, ψάρακλας φαντάρος εγώ και απέναντί μου η Άλκη Ζέη. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή... Από ένα καραβανά έμαθα ότι σε λίγες μέρες θα γίνει εκδήλωση στη Μύρινα προς τιμήν της συγγραφέα και συζήτηση μαζί της. "Χώθηκα" λοιπόν μ' αντάλλαγμα την κυριακάτικη έξοδο και ανακοίνωσα περιχαρής την τύχη μου στους άλλους, που μάλλον παραξενεμένοι μου αντιγύρισαν μια θανατηφόρα απορία: "ποια είναι αυτή;" (σαν το "Δημοσθένους λέξις" που μου είχε χαρακτηρίσει ένας άλλος στα Γιάννενα "τραγουδάρα του Σφακιανάκη"). Η μέρα έφτασε και βρέθηκα απέναντί της σε μια κατάμεστη αίθουσα. Ειπώθηκαν διάφορα, ο λόγος δόθηκε στο κοινό και σε μένα, όταν δειλά τον ζήτησα. Συγκινημένος της είπα για τα χρόνια που τη διάβαζα και ότι για πολλούς ανθρώπους τα βιβλία της αποτέλεσαν το σπόρο της ανάγνωσης. Έκλεισα λέγοντας πως ένας φαντάρος απόψε εξιατίας αυτής της συνάντησης θα μονολογήσει "ΕΥΠΟ" πριν κοιμηθεί. Φαίνεται πως τα λόγια μου προκάλεσαν συγκίνηση, γιατί αρκετοί με συνεχάρηκαν γι'αυτά που είπα, όταν τελείωσε η εκδήλωση. Την πλησίασα και της έδωσα ένα "Καπλάνι" για να γράψει μια αφιέρωση. "Έιναι για την κοπέλα μου την Κ. που είναι στην Αγγλία" της είπα.



Το βιβλίο έφυγε το ταξίδι του στην Εσπερία (ερωτική αποστολή λέγεται αυτό). Η Κ. τελείωσε την πρακτική της μετά από καιρό και γύρισε στην Ελλάδα. Είχε μείνει μόνο η πτυχιακή ανολοκλήρωτη για να πάρει το πτυχίο. Ο εποπτεύων καθηγητής της πρότεινε να πάρει και κάποιες συνεντεύξεις από συγγραφείς. Μια από αυτές θα μπορούσε να είναι "η φίλη του η Άλκη Ζέη"!!!

Φανταστείτε την έκπληξή μας όταν μάθαμε πως το σπίτι της είναι απέναντι από τα προσφυγικά στην Αλεξάνδρας. Το ραντεβού κλείστηκε και η συνέντευξη έγινε. Πριν ξεκινήσουν η Κ. θέλησε να της πει μια ιστορία:

- "... ξέρετε πριν από καιρό ένας φαντάρος..."

- "Είσαι η Κ;"

Πέρυσι είπα αυτή την ιστορία στο Λημνιό συγγραφέα και αρχαιολόγο Χρ. Μπουλώτη, φίλο της Άλκης Ζέη. "Αστειεύεσαι;" μου είπε, "τρελαίνεται για τέτοιες πιπεράτες ιστορίες"...

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Τα προσφυγικά της ανάγνωσης


Αυτά τα "Ανθολόγια" του δημοτικού - αρχές δεκαετίας του '80 - στοιχειώνουν με συγκίνηση την αναγνωστική μου πορεία. Θα ξαναμιλήσω γι' αυτά κάποια στιγμή.

Σήμερα οι διασυνδέσεις αυτού του κειμένου είναι πάλι οι συναντήσεις των βιβλίων με τη ζωή μου. Σ' ένα κείμενο του Ανθολογίου υπήρχε μια περιγραφή για τα παιδιά, που από την ταράτσα μιας από τις προσφυγικές κατοικίες τις Αλεξάνδρας μετέδιδαν μηνύματα με σήματα μορς, εν είδει παιχνιδιού, στους κρατούμενους των φυλακών Αβέρωφ. Εκεί που σήμερα είναι το μέγαρο του Αρείου Πάγου.

Τα χρόνια πέρασαν και η μοίρα το έφερε να ζήσω τα 9 χρόνια της φοιτητικής και εργένικης ζωής μου σ' ένα σπίτι εκεί στις προσφυγικές κατοικίες των Αμπελοκήπων, δίπλα ακριβώς από το μέγαρο του Αρείου Πάγου. Ήταν για μένα το καλύτερο σπίτι που θα μπορούσα να μείνω στη νέα μεγάλη πολιτεία: ευάερο, ευήλιο, μια γειτονιά ποικίλη, γεμάτη παιδιά που από την Άνοιξη έπαιζαν έξω από το παράθυρό μου, στο κέντρο της πόλης και πολύ κοντά σε ό,τι με μαγνήτιζε εκείνα τα χρόνια: τους κινηματογράφους.


Η ιστορία των προσφυγικών κατοικιών είναι χαραγμένη ανεξίτηλα πάνω τους, όπως στα βιβλία, γι' αυτό ό,τι βλέπετε σήμερα δεν είναι άσχημο, είναι απλά γερασμένο. Οικοδομημένες το 1935 σε στυλ Μπαουχάους από τους Λάσκαρι και Κυριακό, οι 8 πολυκατοικίες με τα 228 διαμερίσματα περιλαμβάνονται στα 10 κτίρια που η ελληνική ομάδα για την Τεκμηρίωση και Διατήρηση Κτιρίων και Συνόλων του Μοντέρνου Κινήματος (DoCoMoMo) επέλεξε ως εξαιρετικά δείγματα της παγκόσμιας σύγχρονης αρχιτεκτονικής. "Γραμμένες" πάνω τους είναι οι σφαίρες από τα Δεκεμβριανά και οι μνήμες των μικρασιατών προσφύγων του 1922 που τα κατοίκησαν.

Δυστυχώς πάνω τους θα βρει κανείς και τα σημάδια της επιθετικής κρατικής αδιαφορίας από την εποχή που εγώ διάβαζα το Ανθολόγιο: αναγγέλλονταν κατεδαφίσεις προκειμένου να χτιστεί πότε η νέα Μητρόπολη, πότε τα νέα δικαστήρια, πότε η νέα Εθνική Βιβλιοθήκη, πότε... χώρος πρασσίνου. Το τελευταίο επισπεύσθηκε εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων, η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου με ποικίλες μεθοδεύσεις αγόρασε κοψοχρονιάς αρκετά από τα διαμερίσματα με απώτερο στόχο να δοθεί προς πράσσινη... εκμετάλλευση ο ελεύθερος χώρος. Πολλοί ιδιοκτήτες αντέδρασαν, κάποια κόμματα και το Πολυτεχνείο συντάχθηκαν μαζί τους, τα προσφυγικά πριν από λίγους μήνες σώθηκαν.


Το 2002 η λήξη της εργένικης ζωής μου με έστειλε μακρυά τους. Το σπίτι άδειασε από το νοικοκυριό μου και ένα απόγευμα το αποχαιρέτησα, όπως αποχαιρετούμε καμιά φορά χρόνια ολόκληρα της ζωής μας: "με καφέ και τσιγάρο". Στα χέρια μου κράτησα και διάβασα ένα λατρεμένο ποήμα του Εγγονόπουλου, όπως διαβάζει κανείς μια ιστορία σε μια ζωή που αρχίζει. Αυτό το ποίημα είναι εν πολλοίς η ζωή μου εκεί και έκλεισε τη ζωή μου εκεί, όπως την άνοιξε τη δεκατεία του '80 ένα άλλο.
Σας το χαρίζω...


Ενοικιάζεται

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Λόγος υπέρ πολιτικής

Μια απορία που συνήθως εκτρέπεται στα ιστορικά μου αναγνώσματα από τις συνήθεις και "κατευθυνόμενες" από το κείμενο σκέψεις, είναι πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι παραμονές μιας καταστροφής, ενός πολέμου ή μιας επανάστασης, να μην έχουν αντιληφθεί και προετοιμαστεί για τα επερχόμενα. Ποια θα ήταν αυτή η προετοιμασία δεν μπορώ να ξέρω ή να ορίσω, αλλά δεν είναι και αυτό το ζητούμενο.
Ακόμη και το μέγεθος των πραγμάτων αδυνατούμε συχνά και να το αντιληφθούμε και να το ερμηνεύσουμε. Το πλήθος αυτών των πηγών που θα μας ενημερώσουν για το τι έγινε, πώς έγινε, τι σημαίνει αυτό που έγινε δυστυχώς δεν επιτυγχάνει ή δεν θέλει τελικά να ταυτίζεται με μια καλύτερη και πληρέστερη πληροφόρηση. Για ποιους λόγους δεν είναι επίσης ζητούμενο, γιατί το φαινόμενο που αναφέρω είναι αειθαλές στα βάθη του χρόνου.
Υπάρχουν βέβαια πάντα κάποιοι - λίγοι, που αναστοχάζονται την ανθρώπινη ιστορία και μέσα από αυτή την ανάλυση οδηγούνται σε περιγραφές των επερχόμενων δεινών. Η αδυναμία σε αυτή την περίπτωση, ή αν θέλετε η δυσκολία, είναι το πώς σε μία τέτοια ανάλυση εισβάλλουν δεδομένα της εποχής και αναλύσεις κοινωνικών φαινομένων που θολώνουν τη διάυγεια ενός παρελθοντολογικού στοχασμού.
Κατά την εκτίμησή μου η πολιτική ανάλυση και σύνθεση των ιστορικών δεδομένων της εποχής μας - και ιδιαίτερα αυτή της Αριστεράς - είναι πιο κοντά στην ανθρωποκεντρική αλήθεια του ποιοι είναι τα θύματα των εκτροπών του συστήματος και πώς οδηγήθηκε η κοινωνία σε αυτές. Νομίζω πως οφείλουμε ως γενιά να την ακούσουμε, όχι μόνο γιατί τα βασικά θύματα της επελαύνουσας οικονομικής κατάρρευσης θα είμαστε εμείς, αλλά γιατί αν την ακούσουμε, θα οπλιστούμε με τα στοχαστικά και οραματικά όπλα για να ανατρέψουμε το σύστημα που μας χρησιμοποιεί ως προϊόν (αναλώσιμο) και όχι ως αποδέκτη της ευημερίας. Την κρίση θα τη βιώσουμε στη μεγαλύτερη έντασή της. Τουλάχιστον ας επιβιώσουμε από αυτήν πιο δυνατοί, πιο σίγουροι, πιο υποψιασμένοι για το τι μας οδήγησε εδώ και ποιο είναι το χρέος μας να ανατρέψουμε το σύστημα που μας έβαλε στο ράφι προς κατανάλωση.
Απαντώντας στην ίδια μου την απορία ίσως να έχω δίκιο που καταλήγω εδώ: οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος των επερχόμενων δεινών όταν έχουν πάρει διαζύγιο από την πολιτική. Η πολιτική είναι συν-εργασία έξω από την ατομικιστική μονάδα υπέρ του συνόλου και του μέρους, δεν είναι ένα χαρτί σ' ένα κουτί που διορίζει τους διαχειριστές της ζωής μας...

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Η μέσα βροχή και τα Γιάννενα

Τα Γιάννενα είναι μια πόλη που συναντώ συχνά στη ζωή μου (πραγματική και φανταστική). Μοιάζει ακόμη να μην αρνείται την ιστορία της και η φυσιογνωμία της έχει ονειρικές ρωγμές, σοκάκια, σπίτια, τη Λίμνη, τα αγάλματα, το κάστρο, τα ουζερί, το βουνό, την ομίχλη… Πριν τη ζήσω για δυο μήνες ως φαντάρος – οι φαντάροι βιώνουν με ιδιαίτερο τρόπο μια πόλη, τελείως διαφορετικό από τους δημότες της ή τους τουρίστες – την «ήξερα» από τον αγαπημένο μου Έλληνα συγγραφέα το Νίκο Χουλιαρά.

Βέβαια ο Χουλιαράς δεν είναι μόνο συγγραφέας, αλλά και ζωγράφος και μουσικός και κάποτε τραγουδιστής, με όρους της πατρίδας του είναι τεχνίτης του ονείρου. Ο «Λούσιας» είναι για μένα από τις πιο δυνατές, ιδιόμορφες και ανατρεπτικές στάσεις της αναγνωστικής μου πορείας, κυρίως ως γραφή και οπτική της ζωής. Γεννημένος τον Οκτώβριο του 1940 και παντρεμένος με την Αλίκη Καγιαλόγλου ο Χουλιαράς στοιχειώνει το συγγραφικό του έργο με μία ιδιαίτερη όραση των ανθρώπων, των σχέσεων και του περιβάλλοντός τους. Τα Γιάννενα και η παιδική του ηλικία είναι χαρακτηριστικό θεματολογικό γνώρισμα των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων του. Οι τίτλοι των έργων του επίσης αρνούνται τη λήθη και με μια ποιητική συμπύκνωση που δεν είναι ποτέ εξεζητημένη έλκουν τον αναγνώστη σε μια μαγική πορεία ανάγνωσης: το μπακακόκ, το χιόνι που ήξερα, ζωή την άλλη φορά, ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του, η μέσα βροχή, εικόνες στο ύψος της ζωής κ.α.
Ο Χουλιαράς είναι μάλλον «δύσκολος» στις συνεντεύξεις του, όποτε τον έχω δει φαίνεται να «βασανίζει» τους δημοσιογράφους με τις μικρές απαντήσεις του. Είναι αυτό που θα λέγαμε με τους τρέχοντες όρους «μη επικοινωνιακός», αν θεωρήσαμε επικοινωνία τη δημόσια εικόνα μέσω των ΜΜΕ. Η γραφή του με οδήγησε και στη ζωγραφική του, επίσης ιδιαίτερη, με δική της γλώσσα με ονειρικές ρωγμές, όπως η πόλη του. Σε πολλά βιβλία της Νεφέλης θα συναντήσετε τις μορφές του, εξάλλου έχει βραβευθεί με το Α΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στον κόσμο. Όνειρό μου είναι να αποκτήσω κάποτε ένα έργο του: να είναι ολοδικό μου.

Το 2005 είχε πει σε μια συνέντευξή του στη Σταυρούλα Παπασπύρου στην Ελευθεροτυπία: «Για χρόνια ολόκληρα, την εποχή που ακόμη ήμουνα παιδί, με όλους τους καιρούς, είτε τα πρωινά του χειμώνα με την πυκνή ομίχλη και το χιόνι πηγαίνοντας προς το σχολείο, είτε τις νύχτες του καλοκαιριού με το πορτοκαλί φεγγάρι, μονάχος, επιστρέφοντας στο δρόμο για το πατρικό μου σπίτι, έκανα αυτό που κάνω και σήμερα γράφοντας ή ζωγραφίζοντας κλεισμένος κάτω στο εργαστήριο: μετέτρεπα τις συνηθισμένες αυτές διαδρομές σε διαδρομές προσωπικής δοκιμασίας. Σε πορείες ψυχαχωγίας, αινίγματος και επιθυμίας, με το ενδεχόμενο να με οδηγήσουν κάποτε στο αληθινό μου σπίτι...».

Νομίζω πως τα Γιάννενα είναι τυχερά να πρεσβεύονται από συγγραφείς όπως ο Δημήτρης Χατζής και ο Νίκος Χουλιαράς. Καθώς η Αθήνα ετοιμάζεται για βροχή, καθώς το Σαββατοκύριακο πλησιάζει, ένα μικρό στοχαστικό δώρο ξεμένει στην δικτυακή μας γωνιά από τις «εικόνες στο ύψος της ζωής»:

Η ζωή, πολύ συχνά
είναι μονάχα η συνήθειά της
κι όπου βρεθεί
αφήνει ψιχουλάκια.
Κάτι σημάδια ασήμαντα
αφήνει, κάθε τόσο, για να μη χαθεί
γι’ αυτό και ζει ακόμη.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Αλλάχ Ακμπάρ!


Η Αίγυπτος είναι μυρωδιές, γεύσεις, ήχοι, εικόνες – σταματώ: είναι αισθήσεις. Είναι οι μνήμες, οι χώροι και οι άνθρωποι που σου προσφέρονται μέσα από το ανελέητο φίλτρο της φθοράς του χρόνου.

Είναι οι λέξεις και οι φράσεις του Καβάφη, η γειτονιά του, το άχρονο του Πατριαρχείου και η Βιβλιοθήκη του, οι Κόπτες, ο μουεζίνης 5 φορές την ημέρα, τα παιδιά που χορεύουν τις Πέμπτες στην Μοντάζα, η Κορνίς και το κάστρο του Κάιτ-Μπέη, τα ταξί, οι ταναγραίες στο ελληνορωμαϊκό μουσείο της Αλεξάνδρειας και οι κατακόμβες, οι φτωγογειτονιές, η πόλη των νεκρών στο Κάιρο, οι χυμοί από ζαχαροκάλαμο και ρόδια, οι γλυκοπατάτες στο δρόμο, ο ναργιλές, η μαστίκα παγωτό, το μουσείο του Καΐρου, το ταξίδι με τραίνο Αλεξάνδρεια-Κάιρο, τα χωριστά βαγόνια για γυναίκες και άντρες στο μετρό, οι άντρες πιασμένοι χέρι-χέρι περπατώντας στο δρόμο.


Είναι οι άνθρωποι που γνώρισα εκεί πριν από 11 χρόνια σε ένα μοναχικό ταξίδι 13 ημερών: ο Άσραφ και η Σερίν, ο Σερίφ και η Μάγκντα, οι γερόντισσες αρμένισες κυράδες (που ξέμειναν και πέθαναν μόνες, χωρίς πατρίδα, χωρίς θρησκεία, χωρίς δικούς).

Το 2006 σε ένα συνέδριο για την πληροφοριακή παιδεία που οργάνωσε το Goethe Institut πλησίασα και μίλησα για αρκετή ώρα με μια «υψηλή καλεσμένη», την Sohair Fahmy Wastawy, Ά Βιβλιοθηκονόμο στη Bibliotheca Alexandrina. Με όχημα την αγάπη μου για τη χώρα της και τις λίγες αραβικές λέξεις που έχω μάθει, στοιχεία που την κολάκεψαν, συζητήσαμε για τη Νέα Βιβλιοθήκη και τη δουλειά μας. Στο φαραωνισμό αυτού του έργου (όπως ο Μιτεράν κληροδότησε τη BNF στη Γαλλία, έτσι και ο Μουμπάρακ στην Αίγυπτο τη Β.Α.) αντιτάχθηκαν τα μάτια της, η σεμνότητα και η θέρμη της φωνής της όταν μου περιέγραψε τον ενθουσιασμό της για τη δουλειά μας και την τιμή που νοιώθει να δουλεύει στη Νέα Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Γυρνώντας γύρω μου είδα τότε τα γνώριμα πρόσωπα των συνεδρίων με την κενή ματαιοδοξία τους, τους βυζαντινισμούς και τις μικροπρέπειες και όσο πιο ήσυχα μπορούσα αναφώνησα: Αλλάχ Ακμπάρ.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Τα ζιγκ-ζαγκ του ΥΠΕΠΘ στις σχολικές βιβλιοθήκες

Η πρόσφατη δικαστική περιπέτεια του Ζιγκ-Ζαγκ στις νερατζιές (Έρση Σωτηροπούλου) λειτούργησε ως νομότυπη απόπειρα λογοκρισίας και άναψε φωτιές και αντιδικίες και στα ελληνικά ιστολόγια. Κερκόπορτα για τέτοιου είδους απόπειρες αποτελεί και το θεσμικό πλαίσιο των σχολικών βιβλιοθηκών.

Με εγκύκλιό του το Υπουργείο Παιδείας (Αρ. Πρωτ. 128832/Γ7/30-11-2006) απαιτεί από τις χιλιάδες σχολικές μονάδες της χώρας (δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια) να αποστείλουν στο Γραφείο Σχολικών Βιβλιοθηκών κατάλογο με τα βιβλία που ήδη υπάρχουν στις συλλογές τους για "έγκριση καταλληλότητας" από "αρμόδια Επιτροπή". Στην εγκύκλιο οι εκπαιδευτικοί καλούνται "αφού διενεργήσουν έλεγχο εντοπισμού του υλικού" να αποσύρουν ό,τι δεν περιλαμβάνεται στους "σχετικούς καταλόγους εγκεκριμένου υλικού που έχουν συνταχθεί βάσει αντίστοιχων υπουργικών αποφάσεων".

Όλη η εγκύκλιος μπορεί να σχολιαστεί για την ορολογία της και μόνο, που υποδεικνύει πόσο άσχετοι με το θέμα είναι οι συντάκτες της: εντοπισμός, καταλληλότητα, εγκεκριμένου κ.ο.κ. Ωστόσο υπό συζήτηση και προβληματισμό παραμένει το νόημα. Το θέμα το είχαμε θέσει πέρυσι με την wicked librarian, ενώ είχε γίνει και ερώτηση στη Βουλή από το βουλευτή του ΣΥΝ Γιάννη Δραγασάκη.
Το ΥΠΕΠΘ ερωτούνταν:

- Σε ποια μέτρα προτίθεται να προβεί για τη χρηματοδότηση του θεσμού και τη στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να μπορέσει επιτέλους να έχει το κάθε σχολειό τη δική του βιβλιοθήκη με το αντίστοιχο εξειδικευμένο προσωπικό;

- Με ποιο σκεπτικό το υπουργείο Παιδείας αποκλείει τους εκπαιδευτικούς από την κρίση πιθανής ακαταλληλότητας υλικού των σχολικών βιβλιοθηκών;

- Με ποια κριτήρια συντάχθηκε ο «κατάλογος εγκεκριμένου υλικού;
Με ποια κριτήρια κρίνεται η καταλληλότητα του υλικού; Ποιο υλικό,
ποιου περιεχομένου, ποιων συγγραφέων είναι ακατάλληλο για
μαθητές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης;

Αυτό που δεν έχει βγει προς τα έξω είναι η απάντηση που είχε δώσει τότε το Υπουργείο, την οποία σας χαρίζω για να θαυμάσετε τον τρόπο γραφής και το περιεχόμενο.





Νομίζω πως η κρίση του καθενός επαρκεί για το σχολιασμό της απάντησης. Δεν κρατιέμαι ωστόσο να μη σχολιάσω τον πατερναλισμό που δεν φοβάται τη γραφειοκρατία ή που τη χρησιμοποιεί για να συνεχίσει να θέτει εμπόδια στην ανάπτυξη. Οι εκπαιδευτικοί σαφώς απαξιώνονται και οι ελεγκτές της «καταλληλότητας» δεν κατονομάζονται.

Ποιο είναι το ηθικό και πολιτικό δικαίωμα του Υπουργείου Παιδείας να λογοκρίνει, να επιτρέπει ή να απαγορεύει την ύπαρξη υλικού σε βιβλιοθήκες για τις οποίες το ίδιο δεν έχει κάνει τίποτα ή έχει κάνει ελάχιστα πράγματα, είναι στην κρίση του καθενός να το αποτιμήσει. Η σπουδή εκπαιδευτικών και γονέων να συγκροτήσουν και να αναπτύξουν συλλογές στα σχολεία με την κίνηση αυτή έρχεται με εύκολο τρόπο να αποκτήσει τη νομιμότητα και την πατρότητα του Υπουργείου Παιδείας για κάτι για το οποίο δεν έχει δείξει ποτέ το έμπρακτο ενδιαφέρον του

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Μνημείο πεσόντων - VII

Ο τόπος μου είναι η μυθολογία των παιδικών χρόνων: στ'αρχαία σπαράγματα τα θερινά απογεύματα οι άνθρωποι που φεύγουν. Ο ενήλικος στοχασμός μου είναι μνημείο πεσόντων.
Γιατί όπως κατάλαβες
Το μόνο δικό σου τελικά στη ζωή σου είναι η ερμηνεία της

Μνημείο πεσόντων - VI

Γνώρισα τη Γιόνα πριν από 1 χρόνο, όταν κλήθηκα να καταγράψω την αντοχή των υλικών στους χάρτινους τοίχους της. Ευκαιρία χρυσή περνώντας τις στενωπούς του εκλεκτισμού και του πόνου της να συναντώ τα ξέφωτα της 90χρονης ζωής της.
Αυτό το κείμενο το γράφω γιατί πριν από λίγους μήνες έχασε τη μνήμη της. Και δεν ξέρω τι είναι ζωή για έναν άνθρωπο στην ηλικία της, αν όχι οι αναμνήσεις του.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Μνημείο πεσόντων - V

Οι άνθρωποι που μας έδιναν καραμέλες όταν ήμασταν παιδιά, η κυρα-Χριστίνα ή ο θείος ο Σπήλιος, έχουν χρόνια πεθάνει. Ίσως γιατί μεγαλώσαμε

Τις νύχτες στα όνειρά μου τρέχω στο σπίτι της με μια αρμαθιά «σκυλάκια» ή στο γαλάζιο αυτοκίνητό του στο ντουλαπάκι του συνοδηγού και η ψυχή μου γεμίζει εκείνη τη γεύση τη γλυκιά και λίγο παράνομη. Γι’ αυτούς εκεί ίσως να είμαστε ακόμη παιδιά.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

Μνημείο πεσόντων - IV

Αυτό το αναπόφευκτο σαφώς μας ενώνει. Οι συνάξεις μας με τα χρόνια έγιναν μια τελετή μύησης στους οικογενειακούς δεσμούς. Οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες μουσικές, οι ίδιοι χοροί.
Μέχρι που…
Τώρα σ’ αυτόν τον χασάπικο δεν σαλεύει κανείς. Ούτε βέβαια η γυναίκα του Αλέκου, που δεν έρχεται πια στις γιορτές, ούτε κανείς την καλεί. Μόνο γυρνάμε το βλέμμα εκεί που στέκει η φωτογραφία, σαν μια μετέωρη φιγούρα χορευτική. Και αυτή η σιωπή είναι η καινούρια μυστική τελετή μας.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Μνημείο πεσόντων - III

Ο κυρ Αντρέας ήταν φαντάρος στην Καρδίτσα κατά την περίοδο του εμφυλίου. Είδα πρόσφατα φωτογραφίες του στο οικογενειακό άλμπουμ. Οι παλιοί της «Ηρώων» αναφέρονται με μισόλογα και για το ρόλο του στη χούντα, κυρίως για το πώς διαλύθηκε μια απεργία των σιδηροδρομικών. Ο τάφος του είναι στη Μάνη, εκεί που γεννήθηκε.
Τον θυμάμαι να επιστρέφει από τη δουλειά και εγώ παιδί 4 χρόνων να τον «σκοτώνω» στο διάδρομο του σπιτιού και ύστερα να χύνομαι στην αγκαλιά του «θετού» μου παππού.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Μνημείο πεσόντων - II

Δεν ξέρω πότε πεθαίνει κανείς. Νομίζω όμως όταν παύει να ζει. Αυτό που μέσα σου ανασαίνει, απορεί και θυμώνει χρόνια μετά την τελευταία φορά που τον είδες, απολιθώνεται μεμιάς μια τέτοια στιγμή.

Δεν θα μάθω ποτέ αν η Μάτα τύπωσε εκείνη τη συλλογή διηγημάτων που μου εμπιστεύθηκε στα δεκαέξι μου χρόνια. Τι παράδοξο παράπονο κι αυτό για έναν άνθρωπο που θάψανε σήμερα.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Μνημείο πεσόντων - I

Στον τόπο που γεννήθηκα υπήρχε ένα τροχείο παιδικών ονείρων. Το ‘χε ένας άνθρωπος παλαιικός. Πολλοί τον ήξεραν ως κυρ Νίκο Μακαρούτσο. Με τις χαβάγιες του και τις καντάδες στα δροσερά κορίτσια μιας βραδιάς που ξημέρωσε πριν από χρόνια. Τα χοντρά του χέρια θα αμφέβαλες πώς φτιάχνουν τέτοια χαριτωμένα δίστιχα και τραγούδια, μουσικές αμετάκλητα χαμένες.

Γυρνώ συχνά κι αναζητώ τη γελαστή και ευγενική μορφή του. Δεν ξέρω αν είναι που ‘χει πεθάνει, όμως το τροχείο δεν υπάρχει πια. Κι ένα μαγαζί με ηλεκτρικές συσκευές βρίσκεται τώρα στη θέση του.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Ίχνη στην άμμο της ανάγνωσης

Οι πορείες της ανάγνωσης ακολουθούν τις πορείες της ζωής ή σπανιότερα οδηγούν σε αυτές.

Τα πρώτα μου αναγνώσματα μετά το Βερν και τον Κρόνιν, τη Ζέη και τη Σαρρή ήταν οι μεγάλοι κλασικοί: Ουγκώ, Ζολά, Μπαλζάκ, Τολστόι και Ντοστογιέφσκι. Λίγο ως πολύ – κατά κανόνα δερματόδετα – υπήρχαν σε όλα τα σπίτια των τελών του ’70 και των αρχών του ’80. Από τα «έτοιμα» της οικογενειακής βιβλιοθήκης: ο Καζαντζάκης, ο Κονδυλάκης, ο Καρκαβίτσας, ο Ονέ, ο Σαρτρ (τη Ναυτία δεν την κατάφερα ποτέ), ο Ντίκενς.

Παράλληλα με αυτά που εξαντλούνταν άρχισε η αναζήτηση στις εκθέσεις βιβλίου – ένας πάγκος τα καλοκαίρια στο Φλοίσβο - και τα ελάχιστα βιβλιοπωλεία της μικρής μου πόλης: Στάινμπεκ, Λόντον, Βενέζης, Μυριβίλης, Καραγάτσης, Τερζάκης, Παπαδιαμάντης, Λουντέμης. Κάθε όνομα και μία περίοδος ανάγνωσης μέχρι να εξαντληθούν τα διαθέσιμα έργα. Στο Λύκειο αρχίζει να μπαίνει και η ποίηση (Ρίτσος και Ελύτης), αλλά και μια «κατάπτυστη» ανορθόδοξη εμμονή που ευτυχώς πέρασε ανεπιστρεπτί (Έριχ φον Νταίνικεν).

Στην Αθήνα τα πράγματα άλλαξαν. Οι πηγές περισσότερες, καινούρια ενδιαφέροντα και εμμονές, πιο επιλεκτικός στο επόμενο βήμα. Στην πεζογραφία έρχονται οι σουρρεαλιστές, ο Μπόρχες, ο Λάβκραφτ, ο Φώκνερ, ο Κάφκα, ο Χαμσούν, ο Τένεσσι Ουίλιαμς, ο Τουργκιένιεφ, ο Νεσίν, οι μπήτνικ. Ο Μπάροουζ στο τέλος μιας αναζήτησης πειραματισμού με τη γλώσσα και τη φόρμα ήρθε σχεδόν να καταργήσει τη σχέση με την πεζογραφία.

Παράλληλα άρχισε να κερδίζει χώρο η ποίηση (Καβάφης, Καρυωτάκης, Βρεττάκος, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος, Ρίτσος, Καρούζος, Σαχτούρης, Σεφέρης, Μαγιακόφσκι, Νερούντα). Η επικοινωνιολογία και τα ΜΜΕ (λόγω σπουδών) είναι 30 περίπου βιβλία στη βιβλιοθήκη μου, η βιβλιοθηκονομία (και εδώ λόγω σπουδών) φτηνά άφησε πίσω της κάνα δυο. Τα κόμικ με «ταλαιπώρησαν καιρό, μέχρι που τα χόρτασα και με τρυφερή συγκατάβαση ακόμη τα παρακολουθώ.

Μετά τα 30 αν και η πεζογραφία φυτοζωεί στα ενδιαφέροντά μου (Φραγκιάς, Χατζής, Μέλβιλ, Σάλιντζερ κ.α.), η ποίηση εδραιώνεται: περισσότερος Ρίτσος, Λειβαδίτης, Σινόπουλος, Λόρκα, Δημουλά – η ποίηση δεν διαβάζεται άπαξ, σε βρίσκει και τη βρίσκεις πάντα από την αρχή.

Καινούρια ήθη, η τέχνη, οι βιογραφίες και η πολιτική ιστορία. Τα κινήματα και οι μεγάλοι ζωγράφοι (το Χρονικό της τέχνης, οι σειρές του Phaidon/Καστανιώτης και της Taschen) από τη μια, ο Φρόυντ, ο Γιουνγκ, Ο Μπόρχες, ο Τζόυς, ο Λόρκα, ο Στάλιν, ο Τρότσκυ, ο Λένιν, ο Μαρξ, ο Μάο, ο Τσε, η Αχμάτοβα, η Τσβετάγεβα από την άλλη. Και δίπλα σε αυτά ο ναζισμός και ο φασισμός, η Αντίσταση και ο Εμφύλιος, ο ισπανικός εμφύλιος, ο κομμουνισμός, ο αναρχισμός, ο τροτσκισμός κ.ο.κ.

Μέσα σε όλα αυτά εισέβαλαν τα λαϊκά παραμύθια (ελληνικά και ξένα), η ιστορία του βιβλίου, της ανάγνωσης, της ομορφιάς, του ερωτισμού, η πρόσληψη του θανάτου στη Δύση, η σημειολογία, η ελληνική αρχαιότητα. Ανάγνωση και τύπος: εφημερίδες καθημερινά και τα λογοτεχνικά περιοδικά σε σχεδόν μηνιαία βάση (Διαβάζω, Δέντρο, Εντευκτήριο, Ελίτροχος, η Λέξη, οδός Πανός).

Η ανάγνωση είναι ανάσα, διάλογος σχεδόν νυχτερινός, ασφάλεια και συγκρότηση, εξομολόγηση με εξασφαλισμένο το απόρρητο των ζητούμενων. Παρόλα αυτά είναι και εικόνα: τα ίχνη της θα τα δεις σε ένα σπίτι με πολλά, λίγα ή καθόλου βιβλία. Μια τέτοια πορεία έχει σταθμούς, για διάφορους λόγους ξεχωριστούς. Γι’ αυτούς θα γράψω κάποια άλλη στιγμή.

Καλώ τους «συνομιλητές» μου bloggers για μια δική τους εξιστόρηση της αναγνωστικής τους πορείας:

http://informationavenger.wordpress.com/
http://librinfoscience.blogspot.com/
http://kosvas.pblogs.gr/
http://e-scriptorum.blogspot.com/
http://vivliothikonomos.blogspot.com/
http://www.voltitses.blogspot.com/
http://openarchives.blogspot.com/
http://www.voltitses.blogspot.com/
http://korinthos.blogspot.com/
http://kosvas.pblogs.gr/

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

Το βιβλίο που δεν ήθελε να διαβαστεί

Οι μικρές εκπλήξεις σε συναντούν σε ανύποπτο χρόνο, σε ανύποπτα μέρη. Στη 2η Έκθεση Παιδικού και Εφηβικού Βιβλίου συνάντησα το Σάββατο ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.


Το βιβλίο, ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, μιλάει για ένα βιβλίο ή έναν άνθρωπο που αποφεύγει επίμονα τη φθορά του χρόνου και το συγχρωτισμό με την καθημερινότητα. Όταν ο μάταιος αγώνας του να μείνει ανέγγιχτο το οδηγεί σε ένα παιδί με πράσσινα γυαλιά, θα καταλάβει πως η μουσική που κρύβουμε μέσα μας είναι ακριβώς αυτό: η φθορά του χρόνου και ο συγχρωτισμός με την καθημερινότητα.

Η δεύτερη έκπληξη, αν η πρώτη είναι η ώριμη μαγεία και η πρωτοτυπία αυτού του βιβλίου, είναι η συγγραφέας του: η 34χρονη βιβλιοθηκονόμος Βασιλική Κάργα. Γεννήθηκε το 1974, λατρεύει τα βιβλία (και προφανώς τη δουλειά της), είναι απόφοιτος της Βιβλιοθηκονομίας και το πρώτο της βιβλίο υπόσχεται πιστεύω μια πολύ ουσιαστική συνέχεια.
Το "βιβλίο που δεν ήθελε να διαβαστεί" εκδόθηκε το Μάιο του 2008 από τις εκδόσεις "Επόμενος Σταθμός" και στα ατού του είναι και η ατμοσφαιρική εικονογράφηση του Νίκου Κουμαριά

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας

Στις προβλεπόμενες κοινοποιήσεις/διαφημίσεις έργων με κοινή χρηματοδότηση Ευρωπαϊκής Ένωσης και ελληνικού δημοσίου είναι πάγια η φράση "το έργο γίνεται με συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Δεδομένου ότι ο "συγχρηματοδότης" δεν είναι ο βασικός χρηματοδότης, αλλά αυτός που "βάζει" τα λιγότερα, μήπως το ορθό θα ήταν η φράση να είναι "το έργο γίνεται με συγχρηματοδότηση του ελληνικού δημοσίου";

Βέβαια. Αλλά τότε θα πάσχαμε επικοινωνιακά, καθώς θα γινόταν αντιληπτό ότι ό,τι διαφημίζεται (εκπαίδευση, δρόμοι, βιβλιοθήκες, προγράμματα, εκσυγχρονισμός, εφαρμογές κτλ) δεν έχει βασικό χρηματοδότη την Ελλάδα, αλλά τους ξένους.

Δηλαδή ότι χωρίς τους βάρβαρους δεν υπάρχει μια κάποια λύσις...

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

Η πιο γλυκειά εκδίκηση στο χρήστη μιας βιβλιοθήκης

Εργάζομαι σε βιβλιοθήκες περίπου 10 χρόνια τώρα. Οι πελάτες του "μαγαζιού" είναι άλλοτε φοιτητές, άλλοτε στελέχη και διευθυντές μιας επιχείρησης, άλλοτε ερευνητές και πολίτες κάθε ηλικίας. Κοινό γνώρισμα στις περισσότερες περιπτώσεις, που θα απευθυνθούν σε μένα για να τους εξυπηρετήσω, είναι ότι σπάνια ξέρουν ακριβώς τι θέλουν ή ότι σπάνια θα πουν εξαρχής αυτό που αναζητούν (ένα θέμα, όχι ένα βιβλίο). Οπότε γίνεται το λεγόμενο "σκάψιμο": ψάχνεις να βρεις τι θέλει ο χρήστης εκτελώντας ουσιαστικά μια μίνι συνέντευξη.
Οι χρήστες έχοντας συνηθίσει να εξυπηρετούνται σπάνια, όταν εσύ θα κάνεις τη δουλειά σου όπως πρέπει (βρεις ή παραπέμψεις εκεί που θα βρουν αυτό που θέλουν) συχνά εκπλήσσονται! Ένα μεγάλο και "ολόκληρο", χαρούμενο και ανακουφισμένο "σας ευχαριστώ πολύ για τη βοήθειά σας" λέγεται συνέχεια. Σε μερικές περιπτώσεις θα ξανάρθουν ύστερα από λίγες μέρες με ένα συμβολικό δώρο: μια κούπα, ένα βιβλίο, ένα αντικείμενο για το γραφείο σου. Μου έχει τύχει και δημόσιο "ευχαριστώ" στη συμβολή μου... στην έρευνα τυπωμένο σε βιβλίο ενός συγγραφέα.
Και αυτή είναι η αγαπημένη μου εκδίκηση πάντα: "Μην με ευχαριστείτε. Αυτή είναι η δουλειά μου"...

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Το "Ένα Βιβλίο" και οι βιβλιοθήκες



Η ιστορία του πολιτισμού μας είναι γεμάτη από παραδείγματα αυτής της προαιώνιας προσπάθειας να άρχει στο πνεύμα ο φασισμός του ενός βιβλίου. Του βιβλίου των βιβλίων, του βιβλίου που περιέχει όλα όσα γράφτηκαν και θα γραφτούν, του Ενός που περιγράφει τη μόνη αλήθεια. Του μόνου αντικειμένου της πίστης μας.



Η απολυταρχία αυτή, γνωστή καταρχήν στις άλλοτε παντοδύναμες θρησκείες (Βίβλος, Κοράνι κ.ο.κ.) συνεχίστηκε συν τω χρόνω στην αντικαταστάτρια πίστη, την πολιτική σκέψη (Κεφάλαιο, Κόκκινο Βιβλίο του Μάο, Mein Kampf κ.ο.κ.). Η σημερινή αντιστοιχία θα βρισκόταν ίσως στο διαδίκτυο: με τον ίδιο φανατισμό που άλλοτε υπερσπίζονταν την πανσοφία της Βίβλου, σήμερα οι απόστολοι της νέας αλήθειας διακηρύσσουν την παντοδυναμία του internet. Ίσως μία ειδοποιός διαφορά είναι ότι σήμερα υπερασπίζονται το μέσο και όχι το περιεχόμενο.

Οι βιβλιοθήκες ανέκαθεν δεν τα πήγαιναν καλά με το Ένα Βιβλίο. Γι' αυτό όποτε η απολυταρχία του ήταν δεδομένη και αναμφισβήτητη, οι βιβλιοθήκες καταστρέφονταν και οι υπόλοιποι "πληβείοι" του πνεύματος καίγονταν. Οι βιβλιοθήκες, ίσως ο μόνος θεσμός που από την αρχαιότητα και από την αρχή του υπερασπίζεται το δικαίωμα στην επιλογή, είναι η ιστορία του πνεύματος, όχι η αρχαιολογία του. Είναι ο διάλογος, η διαδικασία, η σαφώς καταδικασμένη να αποτύχει προσπάθεια να εξηγήσουμε, να περιγράψουμε ή να αναιρέσουμε. Είναι σαφώς μια κιβωτός φιλόξενη για όλα τα είδη.


Οι βιβλιοθήκες σήμερα συνδιαλλέγονται με το Ένα Βιβλίο του διαδικτύου. Το περιέχουν όπως περιέχουν τη Βίβλο, το Κοράνι, το Κεφάλαιο. Οι υπηρέτες τους - οι βιβλιοθηκονόμοι - δειλοί και άβουλοι αντάμα το υπηρετούν συχνά με φανατισμό από φόβο μην τους καταργήσει.


Όμως ξέρουμε καλά: το βιβλίο και οι βιβλιοθήκες δεν θα ακυρωθούν ποτέ. Γιατί απλά η απόπειρα να εξηγήσουμε, ποτέ δεν θα πάψει κάπου να καταγράφεται και από κάπου να κατανέμεται. Γιατί απλά η απόπειρα να εξηγήσουμε ποτέ δεν θα είναι επιτυχημένη, δεν θα καταλήξει στη μία αλήθεια, το ένα βιβλίο. Γιατί ο πολιτισμός μας δεν είναι η ερμηνεία, αλλά η προσπάθεια να ερμηνεύσουμε.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Ο Τσε Γκεβάρα, η επαναστατική βιβλιοθήκη και ο Μπόρχες

Δεν ξέρω αν θα χαρακτηρίζαμε «επαναστατική» και τη βιβλιοθήκη ενός επαναστάτη, όμως ο Τσε ήταν μία ιδιαίτερη περίπτωση βιβλιόφιλου με μία «κινητή» προσωπική βιβλιοθήκη να τον ακολουθεί ή να σταθμεύει στους επαναστατικούς του σταθμούς.


Η βιβλιοφιλία του ξεκινά από τα παιδικά χρόνια, όταν και αρχίζει να συντάσσει κατάλογο με τα (ταξιδιωτικά και περιπετειώδη) βιβλία που έχει διαβάσει: το περιβόητο «αλφαβητικό ευρετήριο γενικών αναγνωσμάτων». Η εφηβεία τον βρίσκει με ένταση των ασθματικών εξάρσεων γεγονός που τον στρέφει επιθετικά στον αθλητισμό και στις δύσκολες στιγμές με μανία στο διάβασμα. Οι επιλογές του χαοτικές: περιπετειώδη μυθιστορήματα, περιηγήσεις και ταξίδια, Μποντλέρ, Βοκάκιος, Γιουνγκ, Άντλερ και Φρόυντ, Ζολά, Φώκνερ, Στάινμπεκ, Μαλαρμέ, Έγκελς, Μαρξ, Λόρκα, Βερλέν, Νίτσε, Ράσελ Χ. Γ. Γουέλς.. Ως φοιτητής της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες υποδεικνύεται από τους υπαλλήλους της βιβλιοθήκης ως «πρότυπο μελετηρού φοιτητή», καθώς περνά εκεί 10-12 ώρες την ημέρα διαβάζοντας! Μελετά όμως πραγματικά ιατρική; Μα φυσικά διαβάζει… λογοτεχνία, ψυχολογία και τα ιατρικά θέματα που τον ενδιαφέρουν, όχι αυτά που σπουδάζει.

Τα χρόνια περνούν και συναντούμε τον Τσε στο Κονγκό. Μαζί με όπλα και φάρμακα ο κομαντάντε δέχεται με κάθε αποστολή από την Κούβα βιβλία που έχει ζητήσει. Στην αναμονή και ανάπαυλα των επαναστατικών του ενεργειών διαβάζει Μαρτί, Μαρξ και… Όμηρο (Ιλιάδα και Οδύσσεια). Η αποτυχία της επανάστασης στο Κονγκό τον οδηγεί στη Βολιβία. Εν μέσω μαχών και πολλών ημερών αϋπνίας θα διαβάσει Κρότσε, Τρότσκι, Ρίβετ, τα απομνημονεύματα του Ντε Γκωλ και του Τσώρτσιλ, Ντιντερό και Χέγκελ.


Με έναν ύπουλο τρόπο η μοίρα και τα χρόνια είχαν ορίσει μια ιδιόμορφη σχέση του Τσε και με τον άλλο διάσημο Αργεντινό, τον Χορχέ Λουίς Μπόρχες. Ο πατέρας του Τσε είχε αποβληθεί στα νιάτα του από το Κολέχιο Νασιονάλ γιατί είχε χαστουκίσει τον συμφοιτητή του Μπόρχες, όταν αυτός τον είχε «καρφώσει» σε έναν καθηγητή λέγοντας: «κύριε αυτός δεν μ’ αφήνει να διαβάσω»!!!