Κάτι σ’ έδιωχνε πάντα όταν περνούσες έξω απ’ αυτό το σπίτι και δεν ήταν τόσο το σκυλί που λυσσομανούσε στο παράθυρο βρίζοντας κάθε ξένο, ούτε η ξέπνοη μορφή της αχτένιστης γυναίκας που σαν φάντασμα έβλεπες να περιφέρεται μισόγυμνη μέσα του. Ίσως ούτε και αυτή η ανάμεικτη οσμή της κλεισούρας, των ούρων και της αιθάλης που σε χτυπούσε σαν σφυρί όταν πλησίαζες. Κάθε εποχή και ώρα κραύγαζε τη μοναξιά των ενοίκων του. Όχι γιατί η γριά γυναίκα ήταν κουφή. Η τηλεόραση άστραφτε μέσα του άλλους κόσμους φαντασμένους και βρόνταγε δελτία ειδήσεων και διαφημίσεις και παλιές ελληνικές ταινίες.
Σκεφτόμουν πολλές φορές περνώντας απέξω πως η μοναξιά είναι εκκωφαντική, μυρίζει άσχημα, προκαλεί το βλέμμα μας με τη φθαρμένη γύμνια της. Πως αγκιστρώνεται στις αισθήσεις μας και απομυζά τη συνείδησή μας σαν τσιμπούρι ενοχλητικό και αιμοβόρο.
Η κυρία Λούλα λοιπόν πέθανε. Μέρες τώρα το σπίτι της μένει απορημένο και σιωπηλό. Η τηλεόραση ούτε αστράφτει, ούτε βροντά. Και περισσότερο εκκωφαντική από τη μοναξιά διαπιστώνω πια πως είναι η απουσία. Τώρα τίποτα δεν σχολιάζει δηκτικά τη νοικοκυρεμένη ζωή των περιοίκων, τίποτα δεν αγκιστρώνεται στις αισθήσεις των περαστικών. Ούτε γαβγίζει κανένα σκυλί – και δεν ξέρει κανείς αλήθεια τι απέγινε. Αν το πήρε κάποιος ή αν περιφέρεται μαζί με τη γριά στους εφιάλτες μας γαβγίζοντας θυμωμένο.


Ή εδώ: σε ένα βιβλίο με τίτλο "το πετύμενον νινβίτ" που εκδόθηκε από Έλληνες στο Ροστόβ-Δον το 1931. Κακή η ποιότητα της έκδοσης, φτηνό χαρτί, με εικονογράφηση όμως. Κάποια ελληνάκια των Ποντίων ονειρεύτηκαν διαβάζοντάς το.
Λέγεται "μαρμαρόκολλα" και χρωματίζει το μέσα των βιβλίων. Τη φτιάχνουν οι βιβλιοδέτες. Δες εδώ, σε ένα βιβλίο γαλλικό αλλά "a Londres" του 1772: 

Έχω την αίσθηση πως η πολλή ηγεσία βλάπτει σοβαρά το πολιτικό ήθος. Θα πρόσθετα επίσης πως συχνά δεν... "κολακεύει" αυτούς που τη φορούν.
Μπορώ να σας πω για κάποιες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν στη σημερινή παράσταση. Καταρχάς μια γυναίκα καταφανώς κουρασμένη και ταλαιπωρημένη κρατώντας ένα δελτίο λοταρίας στάθηκε αρκετά λεπτά ακίνητη έξω από ένα πρατήριο του ΟΠΑΠ κοιτώντας μια οθόνη που κάτι μάλλον θα ανακοίνωνε. Το βλέμμα της μολαταύτα ήταν άδειο από ελπίδα ή προσμονή. Ένας ιδρωμένος πιτσιρίκος γυρνούσε με τη μαμά του από το πάρκο με μια μπάλα του μπάσκετ στα χέρια του. Ένα λογιστικό γραφείο έκλεινε, εκείνος αρχειοθετούσε κάποια χαρτιά σε φακέλους. Εκείνη πότισε ένα λουλούδι. Μια μυρωδιά μαγειρεμένου φαγητού πλανήθηκε στο χώρο «κι απάνω μου σταμάτησε σαν κάτι να ζητούσε». Με αναμφισβήτητη βεβαιότητα θα έλεγα πως επρόκειτο για κρέας κοκκινιστό στην κατσαρόλα- συνοδεία τηγανιτής πατάτας, που κάποια γυναίκα προφανώς πικραμένη μαγείρευε. Κάποιος φώναζε, τσακωνόταν, ίσως να φορούσε φανέλα με τιράντες, κανείς δεν ξέρει, γιατί απλά τον ακούγαμε από τον ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας και δεν εμφανίστηκε μπροστά μας. Δυο νέοι άντρες γελώντας πέρασαν δίπλα μου. Ο γιος μου έκανε αριθμητική με τη γυναίκα μου στην κουζίνα, όταν επέστρεψα.








Αυτές οι μέρες ανέκαθεν είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα στην οικογενειακή ιστορία. Η Μεγάλη Οικογένεια μαζευόταν- συνήθως στο σπίτι μας – και γινόταν τρικούβερτο γλέντι όλων των ηλικιών, μασκαρεμένων με ό,τι πιο αταίριαστο και παράταιρο μπορούσε να συνθέσει το γελοίο των ημερών. Στο τέλος αυτών των γλεντιών χορεύαμε όλοι μαζί – καμιά εξηνταριά άνθρωποι – το «πιπέρι». Πιασμένοι χέρι, χέρι σε ένα μεγάλο κύκλο τρίβαμε και κοπανούσαμε χέρια, πόδια, κούτελα, κώλους σαν ξαναμμένοι του «διαβόλου καλογέροι» γέροι, παιδιά, γυναίκες, άντρες. Για χρόνια ένοιωθα αυτές τις στιγμές να φυτεύεται μέσα μου μια παράλογη αίσθηση αιωνιότητας, ένας άχρονος δεσμός με το παρελθόν και τους ανθρώπους που είχαμε το ίδιο αίμα. Ο κύκλος αυτός είναι η δική μου ταυτότητα.
Όλα τα παραμύθια έγιναν κάποτε, ποτέ τώρα ή στο μέλλον. Ακόμη και τα παραμύθια που δεν έχουν ακόμη γραφτεί.
Υπάρχει ένα βλέμμα που μου κλέβει τις λέξεις αυτές τις μέρες - δεν ξέρω τι αποχαιρετάει





Ήσουν 7-8 χρόνων στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, που μόνο του μάλλον κυλάει στη μαύρη χειμωνιάτικη νύχτα (μην υποκρίνεσαι τον έκπληκτο: οι νύχτες έχουν διάφορα χρώματα, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;). Το ραδιόφωνο πρέπει να παίζει Λοΐζο, έρχεστε κοντά-κοντά με τον αδερφό σου γιατί κρυώνετε. Νοιώθω καμιά φορά πως οι ευκάλυπτοι αριστερά και δεξιά στο δρόμο αυτό μέτραγαν τα χρόνια που θα έρχονταν, είχαν κάποιο κρυμμένο μήνυμα που αμέλησα να επεξεργαστώ και να αποκωδικοποιήσω. Σου λέω λοιπόν, πρέπει να πηγαίνατε στο Λουτράκι νυχτερινή βόλτα με το αυτοκίνητο Κυριακή βράδυ – οι βόλτες τότε ήταν μικρών αποστάσεων - και έξω έκανε κρύο και φύσαγε πολύ και την άλλη μέρα είχες σχολείο – και μάλλον κάτι είχες αφήσει αδιάβαστο γιατί σε γέμιζε θλίψη η μέρα που τελείωνε και αγωνία η μέρα που ερχόταν. Όμως εκείνη η στιγμή, με τη μάνα και το πατέρα στο μπροστινό κάθισμα, τη μουσική, την Κυριακή που ήταν ακόμη Κυριακή, τη βροχή, τη μέσα ζεστασιά μας, μοιάζει παράξενο πως υπήρχε μέσα σου τόσα χρόνια και σιγόκαιγε χωρίς να χάνεται στην ομίχλη της λήθης. Θα μπορούσε να είναι μια άλλη ανάμνηση, πιο μεγάλη, πιο φωτεινή, με άλλη μουσική και χρώματα.













Καληνύχτα Χαμιντουλάν Νατζαφί, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ. Καληνύχτα...