Πριν από χρόνια μια συνάδελφος ρώτησε την προϊσταμένη της:
- Κυρία Άννα, αύριο δουλεύουμε;
- Γιατί,…. Τι είναι αύριο;
- Καλέ κυρία Άννα… αύριο… γιορτάζει το Πανεπιστήμιο…..
Ήταν 16 Νοεμβρίου και βέβαια την επομένη δεν γιόρταζε το Καποδιστριακό… Τα χρόνια πέρασαν. Προχθές την είδα στο Σύνταγμα. Είδα βέβαια πολύ κόσμο εκεί. Αυτές τις μέρες έχεις αντιληφθεί την αμηχανία μου. Οι περισσότεροι διαδικτυακοί φίλοι μου, αν δεν στηρίζουν διακριτικά τους «αγανακτισμένους» (
Τσαλαπετεινός), γράφουν κείμενα γεμάτα νεανικό ενθουσιασμό (
Χάππυ) ή στοχαστικό συναισθηματισμό (
Silent)- για να μιλήσω εντελώς ενδεικτικά – και εγώ στέκομαι σαν τον γκρινιάρη του Muppet Show, στην άκρη και έξω να κρίνω κείμενα ή να προβλέπω καταστάσεις.
Έπρεπε λοιπόν να πάω.

Μην με χαρακτηρίσεις συντηρητικό, ρεφορμιστή, μικροαστό (πες το σιγά, μην το ακούσω), αλλά τόσα χρόνια που κατεβαίνω σε πορείες ποτέ δεν φώναξα (ακόμα και αν κατά περίπτωση το πίστευα εν μέρει): «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή». Βυθίστηκα λοιπόν μόνος και σιωπηλός χθες στο τεράστιο αγανακτισμένο πλήθος: γυναίκες, άντρες, οικογένειες με παιδιά και μωρά στο μάρσιπο, κυρίες του κομμωτηρίου, κουρασμένους 50ηδες, ένα κοστουμαρισμένο κύριο της καθαρευούσης (μάλλον από λάθος), φρίκουλα, antiglobal τυπάκια, αναρχικούς, αντιεξουσιαστές ανταρσύες, συριζίτες, ποδηλάτες, ένα ξυλοπόδαρο, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Υπάρχουν όντως «ορεινοί» και «πεδινοί», στα «ορεινά» οι αντικομματικοί, στην καρδιά της πλατείας οι πολιτικοποιημένοι. Οι πρώτοι πιο «εξωστρεφείς», οι δεύτεροι οργανωτικοί. Στο επάνω διάζωμα λοιπόν ξαφνικά ξεκινούσε ένα σφύριγμα και όλοι μεταλλάσσονταν, σήκωναν τα χέρια και ρυθμικά μούντζωναν τη Βουλή φωνάζοντας «κλέφτες, κλέφτες», «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή». Αγριεύτηκα, ξαφνιάστηκα, τρόμαξα. Το Σύνταγμα αυτές τις μέρες περισσότερο από εικόνα είναι ήχος: ένα ακατάπαυστο βουητό.

Τι έγινε λοιπόν; Ξέμεινα στα μετόπισθεν της Επανάστασης, ή τα συνθήματα είναι φούσκες και βεγγαλικά; Θα ήταν εύκολη η απαξίωση, αν το πράγμα είχε ξεφουσκώσει. Ακόμη και αν το Σάββατο τα πράγματα ήταν πεσμένα λόγω του Champions League, την Κυριακή η Πλατεία ξεχείλιζε στην Αμαλίας, την Πανεπιστημίου, την Ερμού, τη Σταδίου, τη Μητροπόλεως με πυκνά ποτάμια εισόδου και εξόδου που δεν στέρευαν στιγμή μέχρι τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν μετάνιωσαν οι περισσότεροι με ό,τι κυβερνητικό υποστήριζαν και ψήφιζαν τόσα χρόνια, δεν ρώτησα βέβαια ποιους εννοούν κλέφτες, δεν θέλω να φανταστώ τι θα αντικαθιστούσε την καμένη Βουλή με το κόκκινο φωτάκι, δεν ρώτησα, αλλά δεν ξέρω αν θα μου απαντούσε κανείς. Σκέφτηκα διάφορα, δεν αγχώθηκα να σκεφτώ, ήμουν παρατηρητής, τρεις ώρες άκουγα, μύριζα, κοιτούσα, προσπαθούσα να νοιώσω τον παλμό της Πλατείας. Σκέφτηκα λοιπόν πως αυτό το πράγμα έχει χαρακτηριστικά όχλου, αλλά ο όχλος δεν προτρέπει την καταστροφή, τη διαπράττει. Ίσως να είναι μια ομαδική ψυχοθεραπεία, αλλά τα προβλήματά μας δεν είναι πρωτίστως ψυχολογικά. Επομένως η Αριστερά τι έρχεται να βρει σε αυτή την ιστορία; Να μπολιάσει με τις ιδέες της μια εν δυνάμει εξέγερση; Να συναντήσει εκεί στο δρόμο, στην πλατεία, όσους της γύρισαν την πλάτη τόσα χρόνια;

Αμήχανα ερωτήματα από αυτά που θρέφουν τους διανοητές. Τώρα δεν υπάρχει χώρος και χρόνος γι’ αυτά. Τώρα πρέπει να μπεις στο Κίνημα. Να το κατευθύνεις, να το απελευθερώσεις από τα συντηρητικά δεσμά του, να το υπηρετήσεις για να πετύχεις την ανατροπή αυτής της άθλιας κυβέρνησης και της πολιτικής της που ξεπουλάει τη χώρα και υποθηκεύει αιώνια το μέλλον της. Στην εξαιρετική «ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους: 1830-1974» του Βασίλη Ραφαηλίδη, υπάρχει μια μικρή αναφορά στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ) που επιβλήθηκε μετά την ήττα του φαύλου πολέμου του 1897, την υποχρέωση αποζημιώσεων στην Τουρκία, την δανειοδότηση με επαχθέστατους όρους από τους «συμμάχους» μας και την οικονομική κατοχή τους που επιβλήθηκε προκειμένου να αποπληρωθεί. Λέει λοιπόν ο Ραφαηλίδης: … «Οι παλιότεροι θα θυμούνται μια κορδέλα που υπήρχε πάνω στο κουτί με τα σπίρτα που έγραφε ΔΟΕ. Αυτή η τρομερή κορδέλα – σήμα κατατεθέν της ελληνικής σοβινιστικής μωρίας, υπήρχε και μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.». Η αντιστοιχία με το ΔΝΤ είναι εύκολη, όμως η σήμανση αυτής της νέας Κατοχής είναι πολύ διακριτική: λέγεται «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας», «
αποσοβιετοποίηση της ελληνικής οικονομίας», είναι σχεδόν αόρατη. Είναι τόσο αόρατη που οι «Αγανακτισμένοι» του Συντάγματος δεν ασχολούνται με αυτή.
Λοιπόν να τελειώνουμε: αγανακτισμένοι συμπολίτες μου προτιμώ να μετατρέψω την οργή μου σε σταθερή αμφισβήτηση. Την εκδηλώνω και θα την εκδηλώνω ελπίζω πάντα. Είμαι αλληλέγγυος στον Αγώνα σας, είναι και δικός μου αγώνας και όλων μας. Είμαι αλληλέγγυος και στους εργαζόμενους της
ΔΕΗ που θα δώσουν την επόμενη μάχη για να μην αποσοβιετοποιηθεί και η ενέργεια….
(Είμαι σίγουρος πως δεν έχετε ανάγκη τη γκρίνια μου- και όπως «κακοηθέστατα» πράγματι έγραψαν προχθές στην «Αυγή» ο Τσέκερης και ο Κυρίτσης: «όποιος χαλιέται με 50.000 απολίτικους στο Σύνταγμα, ας μαζέψει 50.000 πολιτικοποιημένους»)